Σαράντος Καργάκος - Η γλώσσα του μέλλοντος και το μέλλον της γλώσσας

Άρθρο του καθηγητή φιλολογίας Σαράντου Ι. Καργάκου


Είχα την τιμή της συμμετοχής σε ένα διήμερο εκπαιδευτικό συνέδριο στη Θεσσαλονίκη, που οργάνωσαν τα φιλοπρόοδα Εκπαιδευτήρια Μαντουλίδη, σε συνεργασία με τα επίσης φιλοπρόοδα βιβλιοπωλεία "Ιανός" κι είχα τη χαρά να πω πολλά και να ακούσω πιο πολλά. Ένας από τους ομιλητές αναφέρθηκε στη σχέση του λόγου και της σκέψης. Μνημόνευσε μάλιστα και τα ονόματα του Πλάτωνος και του Γ. Χατζιδάκη, πατέρα της Ελληνικής γλωσσολογίας, τον οποίο η προοδευτική διανόηση έχει θάψει. Σέβομαι και τιμώ αφάνταστα και τους λόγους του Πλάτωνος και τους λόγους του Χατζιδάκη. Όμως αυτό δεν με εμποδίζει να εκφράζω μια κάπως διαφοροποιημένη άποψη από τις δικές τους απόψεις. Λέει ο Ξένος στον Θεαίτητο στον περίφημο πλατωνικό διάλογο "Σοφιστής" την ακόλουθη βαθυστόχαστη φράση: "Ουκούν διάνοια μεν και λόγος ταυτόν"(263ε). Και αμέσως παρακάτω ερωτηματικά, αλλά πάντως καταφατικά, προσθέτει ότι η διάνοια είναι εσωτερικός διάλογος που χωρίς φωνή κάνει η ψυχή με τον εαυτό της. Και συμφωνεί απόλυτα ο Θεαίτητος, ενώ ο Ξένος ολοκληρώνει τη σκέψη του λέγοντας πως αυτό που έχει ονομασθεί λόγος είναι ένα ρεύμα που εκπηγάζει από τη διάνοια και εξέρχεται δια του στόματος μετασχηματισμένο σε φθόγγο ("Το δε γ' απ' εκείνης ρεύμα δια του στόματος ιόν μετά φθόγγου κέκληται λόγος;").

Η δική μου ένσταση ίσως δεν αφορά στο πλατωνικό κείμενο αλλά στην ερμηνεία του κειμένου που κάνουν πολλοί. Το "ταυτόν" κατ' εμέ δεν σημαίνει ισοδύναμο. Συμφωνώ ότι ο λόγος είναι εκχύλισμα του διαλόγου που κάνει η διάνοια με τον εαυτό της, αποδέχομαι ακόμη ότι υπάρχει μια διαλεκτική σχέση ανάμεσα στο λόγο και στη σκέψη αλλά δεν δέχομαι πως είναι ισοδύναμα μεγέθη. Τα όρια της γλώσσας μου δεν είναι και όρια της σκέψης μου. Ασφαλώς και τα δύο εξελίσσονται και αλληλοεπηρεάζονται σ' αυτή την αέναη εξέλιξη, αμοιβαίως τροφοδοτημένα, αλλά η εξέλιξη της γλώσσας ακολουθεί μια μαθηματική πρόοδο, ενώ η σκέψη πορεύεται κατά γεωμετρική πρόοδο. Κι ίσως τούτο να οφείλεται στην ταχύτητα της σκέψης που τρέχει - μάλλον πετάει - πιο γρήγορα από το λόγο και γι' αυτό συχνά αυτό που σκεφτόμαστε, αδυνατούμε να το εκφράσουμε κι αν δεν το εκφράσουμε υπάρχει κίνδυνος να το ξεχάσουμε, γιατί μια άλλη σκέψη εισβάλλει ορμητικά και το αποδιώχνει. Κι ίσως τούτο να γίνεται και για μια άλλη αιτία. Όλοι οι άνθρωποι της γης σκεφτόμαστε μι: τον ίδιο τρόπο περίπου τα ίδια πράγματα περίπου. Και ο Αφρικανός και ο Ευρωπαίος, παρόλο που έχουν διαμορφώσει άλλο τρόπο σκέψης, τουλάχιστον στα πιο βασικά πράγματα σκέφτονται με τον ίδιο τρόπο. Το "θέλω να φάω", και ο Αφρικανός και ο Ευρωπαίος το σκέφτονται με τον ίδιο τρόπο. Η διαφοροποίηση έγκειται στο ότι κάποτε ο Αφρικανός μπορούσε, για να ικανοποιήσει το ένστικτο της πείνας, να φάει έναν Ευρωπαίο (που δεν τρώγεται με τίποτα), ενώ σήμερα σίγουρα ο Ευρωπαίος τρώει τον Αφρικανό και όχι μόνο έναν και όχι μόνο με τα δόντια. Το πρόβλημα βρίσκεται στο εξής, αυτό που, grosso modo, όλοι σκεφτόμαστε με τον ίδιο τρόπο, δεν μπορούμε να το εκφράσουμε λεκτικά με τον ίδιο τρόπο, αλλά το εκφράζουμε με χιλιάδες γλώσσες. Γιατί, ενώ στη σκέψη έχουμε - αν όχι μοναρχία - πάντως ολιγαρχία, στη γλώσσα έχουμε πολυγλωσσία. Σε ένα χαμηλό επίπεδο σκέψης οι άνθρωποι σε όλα τα μέρη της γης μπορούσαν να μιλάνε περίπου όμοια, μια και ο λόγος τους ήταν παραλλαγή του γρυλλισμού, της κραυγής, του επιφωνήματος. Υποθέτω ότι πριν από 100.000 χρόνια (για να αναφερθούμε σε μία "εξελιγμένη" εποχή) οι άνθρωποι της τότε Αφρικής, αν είχαν τα ίδια ακούσματα, άνετα μπορούσαν να συνεννοηθούν με τους τότε κατοίκους της Αμερικής.

Η γλωσσική διαφοροποίηση είναι απότοκος της τεχνικής προόδου σε όποιο επίπεδο κι αν συντελείται αυτή. Αυτό άλλωστε φαίνεται και από τη θρησκευτική παράδοση του Πύργου της Βαβέλ. Όλοι οι άνθρωποι σκέφτηκαν να κάνουν κάτι που για όλους ήταν το ίδιο. Και που όλοι αρχικά, πριν το φτιάξουν, το έλεγαν με τον ίδιο τρόπο. Κι όταν άρχισαν να το φτιάχνουν, τότε άρχισαν να το εκφράζουν κατά διαφορετικό τρόπο. Και μπερδεύτηκαν. Κι έτσι, ενώ η σκέψη είχε πάει πιο μπροστά και πιο ψηλά, το έργο έμεινε στα χαμηλά, γιατί δεν αρκούσε η αρχική μία γλώσσα να εκφράσει αυτό που έπρεπε οι άνθρωποι να κάνουν για να λάβει υπόσταση αυτό που η σκέψη όλων είχε συλλάβει.

Έτσι η σκέψη προχώρησε και εκφράστηκε με γλώσσες πολλές που άλλες εξελίχθηκαν περισσότερο κι άλλες λιγότερο, ανάλογα με τις συνθήκες που οι άνθρωποι αντιμετώπιζαν κατά χρόνο και χώρο. Πάντα όμως, η σκέψη είχε μία προπόρευση έναντι του λόγου έστω κι αν κατά καιρούς εμφανίζονται περιπτώσεις ανθρώπων με πλουσιότατο, χάρη στη παιδεία τους, λόγο, αλλά με πενιχρότατη σκέψη. Η παιδεία αναπτύσσει ασφαλώς και το λόγο και τη σκέψη. Κι αν δεν υπηρετεί και τα δύο και υπηρετεί μόνο το λόγο, είναι δηλαδή παιδεία λόγων, τότε η σκέψη μένει ατροφική. Είναι ενδεικτικό ότι οι πιο υψηλές διανοητικές συλλήψεις γίνονται εν σιωπή. Ας θυμηθούμε τον "Σκεπτόμενο" του Ροντέν. Έναν σκεπτόμενο που ομιλεί χωρίς να ομιλεί, και που για να ομιλεί έτσι όπως ομιλεί, πρέπει να έχει σφικτά, συμπιεσμένο με τη γροθιά, κλεισμένο το στόμα του. Κι αφού το νόημα συλληφθεί, τότε αρχίζει ο βασανισμός της σκέψης να το εκφράσει. Φυσικά, μια ανεβασμένη γλωσσικά παιδεία διευκολύνει αφάνταστα τη σκέψη, διότι δίνει έτοιμα σχήματα. Οι φράσεις είναι καλούπια, για να μπουν μέσα σ' αυτές τα νοήματα. Όσο κι αν λέμε ότι σκεπτόμαστε με λέξεις, στην πραγματικότητα σκεπτόμαστε με κάτι περισσότερο από τις λέξεις. Σκεπτόμαστε και με φράσεις που είναι ένα σύνθετο νόημα. Η διάνοια είναι πιο πλούσια και πιο παραγωγική από τη γλώσσα μας. Γι' αυτό πάντα πρέπει να φροντίζουμε να δίνουμε όσο γίνεται πιο πλούσιο λεξιλόγιο, πιο πλούσια εκφραστικά μέσα στη νέα γενιά, για να μπορεί να ντύνει λεκτικά τα νοήματα της. Κι από την άποψη αυτή, εμείς οι Έλληνες είμαστε τυχεροί, γιατί διαθέτουμε την πιο πλούσια και την πιο εκφραστική γλώσσα του κόσμου. Το "φτώχεμά" της θα φέρει και το "φτώχεμα" της σκέψης. Και το έφερε.

Πάντα υπήρχε το πρόβλημα της συμπόρευσης λόγου και σκέψης. Γι' αυτό διαμορφώθηκαν από την αρχαία εποχή δύο τύποι λόγου ο λόγος με λόγια και ο λόγος μι: αριθμούς. Ο λόγος με λόγια μπορεί να εκφέρεται και χωρίς σκέψη. Πόσο σκεπτόμαστε την ώρα που τραγουδάμε; Και μήπως συχνά, δεν τραγουδάμε για να μη σκεπτόμαστε; Ο λόγος όμως με αριθμούς απαιτεί σκέψη. Και γι' αυτό χρειάστηκε να αποτυπώνονται όχι μόνο στο μυαλό, αλλά και σε μια γραφική ύλη με ποικίλα σύμβολα αριθμητικά. IV αυτό - και νομίζω πως 6ε σφάλλω σ' αυτό - τα πρώτα συστήματα γραφής επινοήθηκαν για να αποτυπωθεί ο λόγος των αριθμών που είναι γλώσσα του μυαλού και όχι ο λόγος με λόγια, που μπορεί να είναι λόγος του ένστικτου και του συναισθήματος. Τα μαθηματικά, λοιπόν, με την ευρεία χρήση τους σε όλες τις επιστήμες, είναι μια γλώσσα που ασφαλώς μιλιέται, που ασφαλώς γράφεται αλλά και που γράφεται χωρίς να μιλιέται και που για να βγει προς τα έξω απαιτεί σύμβολα και αριθμούς που λένε πολύ περισσότερα από αυτά που "λένε". Π.χ. το να εκφράσω σε "λόγο με λόγια" μια απλή μαθηματική εξίσωση που ενδεχομένως περιέχει τρία σύμβολα (π.χ. Ε = m*c2) θα χρειαστώ μια πολύωρη ομιλία και μια πολυσέλιδη γραπτή εργασία. Οι αριθμοί είναι συμπυκνωμένοι σε σύμβολα σκέψης. Γι' αυτό με τους δέκα αριθμούς μπορώ σε επίπεδο επιστημονικής σκέψης να εκφράσω περισσότερα από τα 24 (ή και περισσότερα) γράμματα του αλφαβήτου, αν αυτά αποτυπώνουν μόνο λόγο με λόγια και όχι λόγο με αριθμούς.

Παρ' όλη την προπόρευση της σκέψης μέχρι τουλάχιστον τη δική μας εποχή, το άρμα της γενικής πνευματικής προόδου - παρά τα κατά καιρούς ολισθήματα - προχώρησε, αν όχι πάντα καλά, πάντως υποφερτά. Σε γενικές γραμμές, μπορέσαμε και εκφράσαμε με λέξεις αυτά που σκεπτόμαστε και αισθανόμαστε ή και αυτά που φανταζόμαστε. Κι αυτές οι λέξεις δυνάμωναν ακόμη περισσότερο τη σκέψη. Όταν λέω "νερό" σκέπτομαι τη δίψα, σκέπτομαι τη δροσιά, σκέπτομαι τις νεράιδες, την κόλαση ("Νερό, την κόλαση να σβήσω"). Όταν λέω "ύδωρ" σκέπτομαι έναν χημικό τύπο, μια φιλοσοφική θεωρία (του Θαλή), σκέπτομαι ένα μεταφορικό μέσο (υδροπλάνο), σκέπτομαι τον πλούτο (υδάτινος πλούτος), ένα δοχείο (κλεψύδρα, υδρία), σκέπτομαι ένα όργανο (υδρόμετρο) και περίπου 200 άλλα "πράγματα", από τον υδραυλικό μέχρι το καρπούζι (υδροπέπων). Και σκέπτομαι πόσο ξερή θα ήταν η σκέψη μας, αν έλειπε αυτός ο "αρδευόμενος" από το ύδωρ γλωσσικός πλούτος και περιοριζόμαστε μόνο στο ...νερό!

Τώρα, όμως, πιστεύω ότι έχουμε φτάσει στο όριο των καιρών. Το σήμερα δεν είναι χτες. Και πολύ περισσότερο δε θα είναι το αύριο. Σε παλαιότερες εποχές ο άνθρωπος εξελισσόταν πιο αργά και ο χωροχρόνος εν πολλοίς του ήταν γνωστός. Το σήμερα έμοιαζε με το χθες, όσο κι αν δεν ίσχυσε ποτέ σε απόλυτο βαθμό η Καβαφική "Μονοτονία".

Την μια μονότονη μέρα άλλη
μονότονη απαράλλακτη ακολουθεί,
θα γίνουν
τα ίδια πράγματα, θα ξαναγίνουν πάλι
Και καταντά το αύριο πια σαν αύριο να μη μοιάζει.

Το δικό μας αυριανό "αύριο" δεν θα μοιάζει καθόλου με το "χθεσινό χθες". Τα πράγματα δεν θα είναι ίδια, όπως ποτέ άλλωστε δεν ήσαν ίδια. Αύριο όμως, θα είναι πολύ λιγότερο ίδια απ' ότι στο παρελθόν. Κι αυτό οπωσδήποτε γεννά μια αγονία, ένα φόβο. Πορευόμαστε προς ένα σχεδόν άγνωστο χώρο. Τα προβλήματα θα είναι αύριο πιο πολλά. Και -κατ' εμέ το πιο μεγάλο πρόβλημα θα είναι η αλεξία. Όχι πως δε θα έχουμε λέξεις, θα έχουμε, αλλά οι λέξεις αυτές δε θα είναι επαρκείς ή θα είναι ανεπαρκείς για να εκφράσουν αυτό που η διάνοια θα φέρει. Τα όρια της γλώσσας φαίνεται πως έχουν εξαντληθεί. Της σκέψης όχι. Η σκέψη απέριορη και απεριόριστη. Όμοια και η γλώσσα βέβαια, αλλά όχι με τον καλπαστικό ρυθμό της σκέψης. Σκέπτομαι περισσότερα απ' όσα μπορώ να λέγω). Κι αύριο αυτό θα γίνει με ταχύτερο ρυθμό. Και τότε, πώς θα εκφραστούν αυτά τα ιόντα και προϊόντα της σκέψης; Αυτό τουλάχιστον σε μένα προκαλεί αμηχανία, που σημαίνει αδυναμία να σκεφτώ. Απλώς διερωτώμαι.

Διερωτώμαι, αίφνης, για το εξής, πώς θα ονομασθώ όλο το πλήθος των επινοήσεων που θα γεννήσει η παγκόσμια σκέψη; Η σκέψη είναι σαν τη μήτρα της γυναίκας που γεννά παιδιά. Δεν αρκεί να υπάρχουν "νονοί" για να δώσουν κάποιο όνομα. Πρέπει το όνομα να είναι καινούργιο. Οι επινοήσεις και τα επιστημονικά επιτεύγματα δεν είναι πρόβατα που δεν έχουν όνομα (αν και μερικά έχουν), ούτε παιδιά, που μπορεί να είναι συνονόματα. Κάθε καινούργια ανακάλυψη θέλει καινούργιο όνομα. Αν υπολογίζω καλά, κατά διάρκεια του 21 ου αιώνα θα έχουμε πάνω από 30.000 ανακαλύψεις, επιτεύξεις, θεωρίες κ.λ.π. Πώς να ονομασθούν αυτά; Που θα βρεθούν λέξεις;

Η παλαιά λατινική, ως γλώσσα της επιστήμης, έχει προ πολλού εξαντλήσει τα όρια της. Ούτε στη βοτανολογία δεν χρησιμοποιείται πια. Η γαλλική ομοίως. Μένει η αγγλική, αλλά και αυτή έχει "κουραστεί". Βρίσκεται στο όριο της εξάντλησης. Και γι' αυτό υδροδοτείται συνεχώς από την ελληνική, που δυστυχώς χρησιμοποιείται σαν "βαστάζος", επειδή ο λαός που τη χρησιμοποιεί ως μητρική έπαψε να δημιουργεί κάτι σημαντικό στη γλώσσα αυτή. Όμως, όσο κι αν η ελληνική με την αστείρευτη αναπαραγωγική και αναπλαστική ικανότητα που διαθέτει, τροφοδοτεί τον παγκόσμιο επιστημονικό λόγο με το δικό της λεξιλόγιο, ούτε και αυτή τελικά θα μπορέσει να ανταποκριθεί στη διαρκώς αυξανόμενη ζήτηση λέξεων. Και τότε φοβάμαι ότι θα γίνει κάτι που άρχισε ήδη να γίνεται από πολύ καιρό, πρώτα στην Αμερική όπου εκεί λόγω έλλειψης μεγάλων γλωσσικών κοιτασμάτων διαμορφώθηκε μια γλώσσα φτιαχτή, κωδική. Εννοώ ότι θα φτιαχτούν λέξεις που δεν θα είναι λέξεις, αλλά ακρωνύμια ή αρκτικόλεξα, λέξεις δηλαδή που σχηματίζονται από τα αρχικά γράμματα ή τις αρχικές συλλαβές άλλων λέξεων, που σε παλαιότερη εποχή λέγονταν βραχυγραφίες ή συντομογραφίες.

Έτσι σήμερα χρησιμοποιούμε λέξεις που από μόνες τους δεν είναι, όπως είναι φυσικό να είναι, εννοηματημένες λέξεις αλλά ανόητες λέξεις. Νόημα λαμβάνουν όταν συμπεριληφθούν τα νοήματα και των άλλων λέξεων από τα αρχικά των οποίων σχηματίσθηκαν. Παίρνω για παράδειγμα τις ευρύτατα χρησιμοποιούμενες λέξεις "λέιζερ" από το αγγλικό laser που είναι ακρωνύμιο της έκφρασης Light Amplification by Stimulated Emission of Radiation (=ενίσχυση φωτός με εξαναγκασμένη ακτινοβολία), τη λέξη "νάυλον" που πιθανόν προέκυψε από το συμφυρμό των δεύτερων συλλαβών που περιέχονται στις λέξεις vinyl (βινύλιο) και rayon (ραϊγιόν), τη λέξη ναζί-ναζής που είναι επίσης συμ-φυρμός της αρχικής συλλαβής της λέξης National (=εθνικός) και της δεύτερης συλλαβής της λέξεως sozialist, τη λέξη γιάπης-γιαπάκι, που είναι ακρωνύμιο (yuppy-yuppie) των αγγλικών λέξεων young (νέος) urban (αστικός) professional (επιχειρηματίας). Βέβαια, το φαινόμενο είναι πολύ παλαιό. Συντομογραφίες και βραχυγραφίες είχαμε από την αρχαία εποχή, όπως το λατινικό SPQR (Senatus Populi Romani = Σύγκλητος του Ρωμαϊκού λαού) ή το "σνομπ" (snob) από το sine nobilitate (= χωρίς ευγένεια). Στην Αμερική γίνεται κατάχρηση τέτοιων λέξεων, επειδή, όπως είπαμε, οι άνθρωποι εκεί δεν έχουν πλούσιο γλωσσικό υπέδαφος. Ακόμη και η λέξη Γιάνκης (yankee) είναι συμπροφορά του Jan Kees (αγγλικά John Cheese) που δόθηκε στους Άγγλους αποίκους της Αμερικής από τους παλαιότερους Ολλανδούς αποίκους.

Σήμερα όμως, που η Αμερική προηγείται σε όλους τους τομείς (οικονομία, επιστήμη, πολιτική, ένοπλες δυνάμεις, ΜΜΕ, διαφήμιση, αθλητισμός, έγκλημα, ναρκωτικά κλπ.) χρειάζεται να χρησιμοποιεί σχεδόν καθημερινά νέες λέξεις, όπως π.χ. το έιτζ (AIDS) που είναι ακρώνυμο του Acquired Immune Deficiency Syndrome (= Σύνδρομο Επίκτητης Ανοσολογικής Ανεπάρκειας), οι οποίες τέτοιες λέξεις, σαν το έιτζ, μεταδίδονται σε όλες τις γλώσσες της γης, και σιγά-σιγά απαρτίζουν μια βαβελική κατασκευή. Ποιος, παραδείγματος χάριν, Έλληνας μπορεί να καταλάβει ότι το "νεοελληνικότατο" Ε.Ι.Τ.Χ.Δ. (εϊτου-χουδού) είναι το Ερευνητικό Ινστιτούτο Τεχνικών Χημικών Διεργασιών; Και τί, τέλος πάντων, σημαίνει Π.Ι.Κ.Π.Α. που ακούμε τόσο συχνά;

Φοβάμαι ότι στο μέλλον η κατασκευή τέτοιων "λέξεων" θα είναι πιο πυκνή, οπωσδήποτε εξυπηρετική στις άμεσες και πιεστικές ανάγκες της ζωής, αλλά μακροπρόθεσμα επιβλαβής για την υπόσταση όλων των γλωσσών της γης, επιβλαβής ακόμα και για τη πνευματική ζωή που δεν είναι δυνατόν να εκφραστεί με λέξεις τεχνητής κατασκευής. Κι όμως, είναι ανάγκη να δημιουργούνται συνεχώς νέες λέξεις, που η εκμάθηση τους θα είναι αδύνατη και που για να συνεννοηθούμε θα πρέπει να έχουμε απαραιτήτως μαζί μας έντυπο ή ηλεκτρονικό λεξικό. Κάθε επιστημονικός τομέας θα δημιουργεί νέους όρους που θα είναι ακατάληπτοι στους μη ειδικούς, στους μη ανήκοντες στον τομέα. Σήμερα, ένας κλασικός φιλόλογος της δικής μου εποχής, αδυνατεί, παρόλο που έχει διδαχθεί γλωσσολογία, να κατανοήσει τη νέα ορολογία της γλωσσολογίας. Οι νέοι αυτοί όροι δίνουν τη δυνατότητα στην επιστημονική σκέψη να πάει ακόμη πιο βαθιά, αλλά έτσι, προχωρώντας όλοι στο βάθος, δεν "βλεπόμαστε", δεν "συναγροικιόμαστε", κι αύριο θα έχουμε αδυναμία να συνεννοηθούμε. Δεν θα μπορούμε να κατανοούμε το τι λέει και το τι γράφει ο άλλος. Κι ενώ θα πλουτίζεται το επιστημονικό λεξιλόγιο μας, θα φυραίνει το λεξιλόγιο της καθημερινής επικοινωνίας, θα πέφτει χαμηλά το γλωσσικό επίπεδο του τύπου, έντυπου και ηλεκτρονικού, που ήδη έχει πέσει αισθητά, θα κοπεί η επαφή των ανθρώπων με τα μεγάλα γλωσσικά τους μνημεία και θα εμποδιστεί η ανάδυση και ανάδειξη νέων μεγάλων μορφών λογοτεχνίας. Εκτός πια κι αν παραχθεί άλλου τύπου λογοτεχνία με κ(οδικές λέξεις.

Δεν νομίζω ότι στο πρόβλημα που θα προκύψει μπορεί να δοθεί μια λύση. Λύσεις οποιασδήποτε θα βρεθούν. Κάποτε από τον Βιλφρέντο Παρέτο είχε προταθεί η αριθμογλώσσα, αλλά δεν πήρε κανένα σχηματισμό. Ο Τζώρτζ Όργουελ με το υποθετικό "Νιουσπικ" (= Καινογλώσσα) βρέθηκε πιο κοντά στη μεταπολεμική γλωσσική πραγματικότητα. Δεν χρειάζονται λέξεις που θα εκφράζουν συναισθήματα, στοχασμό, ηθικές ποιότητες, συγκινήσεις, ευαισθησίες. Μια μαθηματική γλώσσα θα έδινε απλές λύσεις. Γιατί π.χ. να λέμε καλός και κακός; Αρκεί το καλός και το "πλην καλός" που γράφεται και πιο σύντομα - καλός. Γιατί καλός και καλύτερος; Αρκεί το "καλός στη δευτέρα" (καλός2). Και αυτή η αριθμοποίηση των λέξεων βολεύει, γιατί αποφεύγεται η σύγκριση που είναι η δημοκρατία της σκέψης. Οι λαοί μελλοντικά θα ζήσουν με λιγότερη δημοκρατία. Η συμμετοχή τους στα κοινωνικά δρώμενα και η παρέμβαση τους στα κέντρα εξουσίας θα είναι ανεπαίσθητη. Η ζωή θα περιορισθεί σε ένα διώροφο σύστημα, παραγωγή - κατανάλωση. Χωρίς πάντα η κατανάλωση να σημαίνει απόλαυση και χωρίς πάντα η απόλαυση να σημαίνει χαρά, πρωτίστως αισθητική. Όσο θα προχωρούμε στο χρόνο, τόσο θα διαπιστώνεται πως η δημοκρατία είναι ένα ανέφικτο, αλλά και όχι ευκταίο πολίτευμα. Οι αριθμάνθρωποι του μέλλοντος θα ζήσουν χωρίς δημοκρατία.

Αυτό που ίσως εκ των πραγμάτων θα προκύψει σαν (όχι ως) λύση στο γλωσσικό ζήτημα είναι μια πολύγλωσσα. Μια γλώσσα πολυγλωσσική, σχηματισμένη από λέξεις όλων των λαών της γης που συμμετέχουν στην παραγωγή του σύγχρονου πολιτισμού, στο βαθμό που ο παραγόμενος σήμερα πολιτισμός μπορεί να θεωρηθεί πολιτισμός. Σε ένα σύγχρονο λεξικό που καταγράφει, στο βαθμό που αυτό είναι δυνατό, τις σήμερα χρησιμοποιούμενες λέξεις παρατηρώ ότι κατά ένα ποσοστό, που υπερβαίνει το ένα τρίτο, οι λέξεις αυτές είναι αγγλικές ή ελληνοποιημένες τουρκικές, γαλλικές, αλβανικές κλπ. Πρόσφατα, χάρη στον κινηματογράφο (ταινίες "Νίντζα"), χάρη στις μοτοσικλέτες, τα αυτοκίνητα και άλλα ηλεκτρονικά μηχανήματα κι ακόμη χάρη στη διάδοση των λεγόμενων "πολεμικών τεχνών" έχουμε στη χώρα μας εισαγωγή λέξεων και από τη χώρα του "Ανατέλλοντος Ηλίου", όπως το "καράτε", "ζίου-ζίτσου" "γιαμάχα", "μαζντάκι". Ωστόσο, παρά την αναμφισβήτητη πρόοδο των Ιαπώνων σε κλειστούς τομείς, ελάχιστα η γλώσσα τους έχει "μπολιάσει" την παγκόσμια γλώσσα με λέξεις ιαπωνικής κατασκευής. Δεν είναι τόσο η δυσκολία της προφοράς. Είναι γιατί οι Ιάπωνες από την αρχή της βιομηχανικής τους ανάπτυξης επί αυτοκράτορα Μούτσου Χίτο, είχαν ένα δυτικόστροφο προσανατολισμό. Για να διεισδύσουν στη Δύση χρησιμοποιούν γλωσσική αμφίεση δυτική. Δεν παρατηρείται ιαπωνικός γλωσσικός ιμπεριαλισμός.

Το πρόβλημα όμως θα πάρει άλλη μορφή, όταν μετά από 20 χρόνια θα αρχίσει η εκτίναξη της κινεζικής βιομηχανίας σε ύψη που θα ξεπερνούν σε μεγέθη παραγωγής την ιαπωνική και την αμερικάνικη, φυσικά και την ευρωπαϊκή βιομηχανία. Και το πιο σημαντικό: το κόστος παραγωγής θα είναι απίστευτα χαμηλό. Οι Κινέζοι, φυσικά, καθώς είναι υπερήφανοι για τη γλωσσική τους παράδοση (η κινεζική και η ελληνική είναι οι πιο "συντηρητικές", δηλαδή συνδεδεμένες με τις ρίζες τους γλώσσες), θα ονοματίζουν τα προϊόντα τους, τεχνικά, καλλιτεχνικά, πνευματικά κλπ. με δικές τους λέξεις. Καθώς τα "προϊόντα" αυτά θα εκτοπίζουν τα αμερικάνικα, ευρωπαϊκά και ιαπωνικά, θα εκτοπίζουν και τις λέξεις που τα εκφράζουν. Αυτό που ο Σάμιουελ Χάντιγκτον ονομάζει "σύγκρουση πολιτισμών", εγώ το ονομάζω "σύγκρουση γλωσσών", παρόλο που στο βάθος κρύβεται η σύγκρουση των οικονομιών. Περί τα τέλη του 21ου αιώνα η κινεζική θα τείνει να εξελιχθεί σε παγκόσμια γλώσσα, αφού ήδη την ομιλεί το ? των κατοίκων της γης.

Η κινεζική όμως δεν είναι απλώς μια άλλη γλώσσα, είναι και ένας άλλος τρόπος σκέψης. Λίγο ως πολύ όλες οι ευρωπαϊκές (εννοώ τις δυτικοευρωπαϊκές) γλώσσες έχουν ένα κοινό παρανομαστή, ένα κοινό γλωσσικό υπέδαφος, κυρίως ελληνικό και λατινικό. Και για να γίνω πιο κατανοητός, ένας απόφοιτος του παλαιού ελληνικού γυμνασίου, που διδάχθηκε λατινικά, έστω κι αν δεν διδάχθηκε καθόλου αγγλικά ή γαλλικά, μπορεί να αναγνωρίσει σε μια ευρωπαϊκή εφημερίδα (κυρίως αγγλική, γαλλική, ιταλική, ισπανική) πάνω από 2000 λέξεις, πράγμα που τον κάνει μερικώς "μέτοχο" της ξένης γλώσσας, έστω κι αν συνολικά την αγνοεί. Με την κινεζική όμως και στην προφορική και στην έντυπη μορφή της δεν ισχύει το ίδιο.

Ένας δυτικοευρωπαίος έχει δυσκολίες να διαβάσει μια ρωσική ή βουλγαρική ή σερβική εφημερίδα, όχι μόνο γιατί η σλαβική ανήκει σε άλλη γλωσσική κατηγορία, αλλά και λόγω της γραφής. Για τον Έλληνα όμως η δυσκολία είναι πιο μικρή γιατί η σλαβική, ή λεγόμενη "κυριλλική", είναι παραλλαγή της παλαιάς μεγαλογράμματης ελληνικής γραφής. Οι Ρώσοι δεν φαίνονται πρόθυμοι, στο όνομα κάποιου επιδερμικού εξευρωπαϊσμού, να θυσιάσουν τη γλώσσα τους και τη γραφή τους, όπως έκαναν στα χρόνια των τσάρων, όπου η γαλλική, ως επίσημη γλώσσα, είχε υποκαταστήσει τη ρωσική ακόμα και στα αστικά σαλόνια, ακόμη και στη γλώσσα των αξιωματικών. Μετά από 10 χρόνια η Ρωσία θα ξαναμπεί στο παιχνίδι της παγκόσμιας κυριαρχίας. Καμία χώρα της γης δεν έχει τις εκτάσεις της, τα ορυκτά της, τον δασικό και αλιευτικό της πλούτο, κυρίως τα νερά της, που μελλοντικά θα είναι κάτι πιο πολύτιμο κι από το πετρέλαιο. Μελλοντικά κι εμείς, μέσω αγωγού θα φέρνουμε νερό από τη Ρωσία. Και ξανά η ρωσική θα ξαναβρεί την αίγλη που είχε κατά τις πρώτες δεκαετίες μετά την μπολσεβική επανάσταση, τότε που πλούτισε το παγκόσμιο λεξιλόγιο με πλήθος πολιτικού χαρακτήρα λέξεις. Ειδικά τη δική μας, τη "φόρτωσε" και με μια ιδιάζουσα συντακτική δομή: η ενέργεια του ρήματος να μεταφέρεται στο ουσιαστικό και να μετατρέπεται το ουσιαστικό. Π.χ. "ο επαίσχυντος τρόπος λήψης απόφασης", αντί του πραγματικά ελληνικού "που ελήφθη ή πάρθηκε η απόφαση". Φυσικά, η Ρωσία τούτη τη φορά δε θα απλωθεί στον κόσμο μόνο δια της οικονομίας, ούτε φυσικά δια της κομμουνιστικής ιδεολογίας, που παραλίγο να της χαρίσει την παγκόσμια κυριαρχία, αλλά δια του πανσλαβισμού και της ορθοδοξίας. Το αυριανό κέντρο της Ορθοδοξίας, εφόσον θα φθίνει μέσα στην τουρκοποίησή του (πάντες οι κληρικοί του Φαναρίου είναι Τούρκοι υπήκοοι) το Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης, θα είναι η Μόσχα. Εκτός πια κι αν το Πατριαρχείο μετακινηθεί σε μια νέα Κωνσταντινούπολη, μια και η παλιά επισήμως λέγεται Ισταμπούλ. Ο νέος ρόλος της Ρωσίας μελλοντικά θα δώσει νέο ρόλο και νέα αποστολή στη ρωσική γλώσσα. (Προσωπικές απόψεις του συντάκτη)

Ανάλογες σκέψεις μπορούμε να κάνουμε και για το μέλλον της αραβικής, μια και οι Άραβες κρατούν τα κλειδιά του πετρελαίου, για το ρόλο της ινδικής που ήδη ομιλείται από ένα δισεκατομμύριο ανθρώπους και για το μέλλον της ισπανικής και πορτογαλικής, που ομιλούνται ως μητρικές γλώσσες από λαούς που ξεπερνούν σε πληθυσμό τους λαούς που χρησιμοποιούν ως μητρικές την αγγλική και γαλλική. Στην περίπτωση αυτή, ο κίνδυνος για τη ζώσα διατήρηση των γλωσσών, οι οποίες ομιλούνται από πληθυσμό μικρού όγκου είναι προφανής. Και γίνεται ακόμη πιο προφανής για τους λαούς εκείνους που έχουν ασθενή οικονομική και πνευματική παρουσία και μειωμένη εθνική ευαισθησία.

Προφανής, λοιπόν, είναι ο κίνδυνος και για την ελληνική. Αρκεί να μελετήσουμε και να μετρήσουμε τις ξενόγλωσσες επιγραφές για να αντιληφθούμε ότι ο γλωσσικός Αννίβας ή μάλλον Αττίλας δεν είναι ante portas, βρίσκεται ήδη προ πολλού εντός των πυλών. Ωστόσο, δεν ανησυχώ για το μέλλον της ελληνικής, όσο ανησυχώ για το μέλλον των Ελλήνων. Λατίνοι σήμερα δεν υπάρχουν κι όμως η λατινική υπάρχει, σπουδάζεται, μορφώνει ανθρώπους. Μπορεί να μην ομιλείται αλλά πάντως διαρκώς, occasione data, χρησιμοποιείται και γραπτά και προφορικά. Προβλέπω ότι στο μέλλον που έρχεται - και έρχεται αφάνταστα γρήγορα - οι ελληνικές λέξεις θα χρησιμοποιούνται όλο και πιο πολύ, λόγω αδυναμίας άλλων γλωσσών να γεννήσουν αφθονία λέξεων (δεν ξέρω τις δυνατότητες της κινεζικής) στο βαθμό που μπορεί να το κάνει η ελληνική. Παρόλο που βρίσκονται σε κάμψη οι κλασσικές σπουδές, δεν βρίσκεται σε κάμψη η έκδοση ελληνικών λεξικών. Είναι δεξαμενές λέξεων. Αν μέχρι τώρα υπολογίζονται σε 35.000 οι ελληνικές ή ελληνόμορφες λέξεις που έχουν εισαχθεί στην αγγλική, πρέπει ένα ανάλογο ποσό να υπολογίζουμε και για την προσεχή εκατονταετία. Τόσο νομίζω ότι θα είναι η προσφορά της ελληνικής γλώσσας στο παγκόσμιο γλωσσικό ταμείο. Σήμερα - και το πείραμα αυτό έχει κάνει ο Ξενοφών Ζολώτας - μπορώ να ομιλώ την αγγλική με ελληνικές λέξεις. Αύριο αυτό μπορεί να γίνει ευκολότερα.

Το ζήτημα, λοιπόν, για μένα δεν είναι το τι θα γίνει η ελληνική, αλλά το τι θα γίνουν οι Έλληνες. Χωρίς τους Έλληνες η ελληνική θα διατηρηθεί ως γλώσσα σπουδής, ως γλώσσα της επιστήμης, ως γλώσσα μουσειακή, αλλά όχι ως γλώσσα ζωντανή. Με τους Έλληνες θα συνεχισθεί, θα αυξηθεί, θα πλουτιστεί και θα πλουτίζει ακόμη περισσότερο την παγκόσμια γλώσσα. Αν υπολογίσουμε ότι στο διάστημα της τουρκικής δουλείας πλάστηκαν 60.000 νέες ελληνικές λέξεις και ότι μετά την απελευθέρωση οι λέξεις αυτές δεκαπλασιάστηκαν, σε σημείο που στο Αρχείο του Λεξικού της Ακαδημίας Αθηνών έχουν συγκεντρώσει δελτία με 7.000.000 ρίζες λέξεων! Π.χ. η λέξη γκρεμός (αρχ. κρημνός) μας δίδει 117 τύπους λέξεων, εκ των οποίων οι 79 είναι λέξεις παράγωγες και σύνθετες από το γκρεμός (και όχι από το κρημνός), αλλ' οπωσδήποτε λέξεις διαφορετικές. Αυτή, λοιπόν, η πολλαπλασιαστική και αναπλαστική δύναμη της ελληνικής, που είναι πλούτος και για το παγκόσμιο λεξιλόγιο, δεν πρέπει να χαθεί. Και φυσικά δεν θα χαθεί, αν ο ελληνικός κόσμος μένει στενά δεμένος με τη γλώσσα του, που είναι συνάμα φορέας ενός τεράστιου πολιτισμού, αν τη σπουδάζει, την καλλιεργεί και την πλουτίζει.

Παράλληλα, οι νέες κατακτήσεις στον τομέα της μικροηλεκτρονικής απαιτούν νέους τρόπους σκέψης, που σε μεγαλύτερο βαθμό από τη γαλλική και τη γερμανική διαθέτει η δομή της αρχαίας ελληνικής. Πιστεύω, λοιπόν, ότι αν σταματήσουμε να μισούμε ή να περιφρονούμε τη γλώσσα μας, αν συμφιλιωθούμε μαζί της, θα ζήσουμε αύριο σ' ένα πνευματικό και επιστημονικό περιβάλλον πιο φιλικό προς εμάς.