Ονομάτων επίσκεψις

Γιώργος Μπάτζιος - Μαρία Γαλάνη
Υλικό από ραδιοφωνικές εκπομπές
(υπεύθυνος σειράς: Γ. Μπαμπινιώτης)
(κείμενο στο μονοτονικό)

ΕΚΠΟΜΠΗ 1

Α. ΕΙΣΑΓΩΓΉ

ΑΝΘΡΩΠΩΝΥΜΙΑ: Τα ανθρωπωνύμια, δηλαδή τα ονόματα των ανθρώπων, είναι μια υποκατηγορία της ευρύτερης ομάδας των κύριων ονομάτων. Τι είναι όμως τα κύρια ονόματα; Τα κύρια ονόματα σε αντιδιαστολή προς τα κοινά ονόματα είναι αυτά με τα οποία ονομάζουμε συγκεκριμένα πρόσωπα, ζώα ή πράγματα (για να τα ξεχωρίζουμε γράφονται πάντοτε με κεφαλαίο). Τα ονόματα που αναφέρονται σε ανθρώπους λέγονται προσωπικά ονόματα ή πιο επίσημα ανθρωπωνύμια και ο γενικός σκοπός της χρήσης τους είναι προφανής: να διακρίνεται ένα πρόσωπο από ένα άλλο.

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ κ ΣΗΜΑΣΙΑ: Ένα σημείο στο οποίο διαφοροποιούνται τα κύρια ονόματα από τα κοινά, είναι το θέμα της σημασίας. Όταν λέμε τη λέξη σκύλος, η λέξη αυτή αναφέρεται σε κάθε ένα εκπρόσωπο αυτής της κατηγορίας ζώων, σε κάθε σκύλο δηλαδή, γιατί η λέξη έχει μια λεξική σημασία. Ανακαλεί στο νου μας ένα σύνολο χαρακτηριστικών. Όταν αντίθετα, λέμε τη λέξη Γιάννης ή Μαρία, δεν υπάρχει μια ενιαία και συγκεκριμένη σημασία που ανακαλείται στο νου μας. Υπάρχουν πάρα πολλά πρόσωπα, διαφορετικά μεταξύ τους, που ακούνε στο όνομα Γιάννης.

Το ερώτημα λοιπόν είναι: σημαίνει κάτι το όνομα; Παραπέμπει σε μια ιδιότητα, μια αξία, ένα χαρακτηριστικό εγγενές στο ονομαζόμενο πρόσωπο; Ο Αθανάσιος έχει εγγενή σχέση με την αθανασία, κι ο Περικλής είναι εξ ορισμού και πάντοτε φορέας κλέους, δηλαδή δόξας; Εδώ μπορούμε να πούμε κατηγορηματικά ότι το όνομα συγχρονικά δεν σημαίνει απολύτως τίποτα για το πρόσωπο που το φέρει, ωστόσο η αφετηρία του, η προέλευσή του δεν είναι απαλλαγμένη από κάποια σημασία. Δηλαδή αρχικά το ανθρωπωνύμιο ήταν ένα όνομα ή ένας προσδιορισμός με λεξική σημασία: δήλωνε κάποια ιδιότητα, κάποιο χαρακτηριστικό. Στη συνέχεια όμως το χαρακτηριστικό αυτό σταδιακά ξεχάστηκε, έτσι τα ονόματα αυτά έφτασαν στις μέρες μας χωρίς να έχουμε σχεδόν καμία αίσθηση του τι σήμαιναν αρχικά. Και όσο περισσότερο περνούσαν τα χρόνια τόσο πια άδηλη γινόταν η σημασία του ονόματος. Ενώ π.χ. στην αρχαιότητα ένας Λεωνίδας δεν ήταν απαραίτητα ο γιος του λέοντα, ωστόσο οι αρχαίοι είχαν την γλωσσική συναίσθηση του τι σημαίνει η λέξη. Σήμερα, δεν υπάρχει ούτε αυτή η αίσθηση, όταν ονομάζουμε κάποιον Λεωνίδα. Είναι λοιπόν πολύ ενδιαφέρον να ανασκαλέψουμε κάπως την ξεχασμένη σημασία των ονομάτων, να δούμε δηλαδή τι σήμαιναν αρχικά τα κυριότερα, έστω, ονόματα που χρησιμοποιούν σήμερα οι Έλληνες. Αυτό σημαίνει ότι θα εξετάσουμε την ετυμολογία τους.

ΚΑΤΗΓΟΡΙΟΠΟΙΗΣΕΙΣ: Τα ονόματα που χρησιμοποιούνται στην Ελλάδα σήμερα μπορούμε να τα κατηγοριοποιήσουμε με δύο διαφορετικούς τρόπους:

Α) με βάση τη γλώσσα προέλευσης: 1) Ελληνικά, 2) Ξένα (κυριότερη κατηγορία είναι τα εβραϊκά και δευτερευόντως τα λατινικά)

Β) με βάση τον τρόπο εισαγωγής στη γλώσσα. Ονόματα που επικράτησαν μέσω: 1) της αρχαίας ελληνικής παράδοσης, 2) της εκκλησιαστικής παράδοσης, 3) του λαϊκού πολιτισμού

Αυτή η δεύτερη ταξινόμηση είναι πιο σωστή επιστημονικά, πιο επαρκής περιγραφικά. Πρώτον, γιατί η ταξινόμηση με βάση τη γλώσσα έχει αξία μόνο για τον επιστήμονα γλωσσολόγο. Δεύτερον, γιατί αυτή η δεύτερη ταξινόμηση εξηγεί ορισμένα σύγχρονα δεδομένα για τα ονόματα π.χ. γιατί ενώ τα ονόματα Νικόλαος και Οδυσσέας είναι και τα δυο ελληνικά, μόνο το πρώτο έχει θέση στο χριστιανικό εορτολόγιο συνεπώς προβλέπει και ονομαστική γιορτή για όσους το έχουν, ενώ το δεύτερο όχι..

Σκεφτήκαμε λοιπόν να μοιράσουμε τα ονόματα στις επόμενες δύο εκπομπές: στην πρώτη τα ονόματα από την αρχαία ελληνική παράδοση και στη δεύτερη τα ονόματα από τη χριστιανική παράδοση και τον λαϊκό πολιτισμό. Φυσικά μόνον ενδεικτική θα είναι η αναφορά μας. Κι επειδή θελήσαμε να δώσουμε στις εκπομπές αυτές περισσότερο πρακτικό χαρακτήρα συμπεριλάβαμε μόνο ονόματα που χρησιμοποιούνται και σήμερα από Έλληνες ως βαφτιστικά (όχι π.χ. τα ονόματα Ποσειδών, Διομήδης, Κασσάνδρα κλπ.).

Β. ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ ΑΡΧΑΙΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝΥΜΙΩΝ

Παρατηρούμε ότι τα αρχαία ανθρωπωνύμια στη συντριπτική τους πλειονότητα έχουν δύο θέματα. Το ένα συνήθως προσδιορίζει το άλλο: π.χ. Δημοσθένης είναι το σθένος του δήμου, ο Θρασύβουλος έχει θρασεία βουλή, δηλαδή σκέψη, η Καλλιόπη έχει καλή «όπα», δηλαδή φωνή κοκ. Και τι είναι συνήθως το περιεχόμενο της σημασίας τους; Συνήθως δηλώνουν κάποια θετική ιδιότητα, είτε ψυχική (Ευγενία), είτε διανοητική (Θρασύβουλος), είτε σωματική (Καλλιόπη).

Αθηνά: ο τύπος αυτός είναι συνηρημένος τύπος αρχ. επιθέτου Αθηναία, θηλ. τού Αθηναίος κι αυτά πάλι ανάγονται στο όνομα Αθήνη, που μάλλον είναι προελληνικό θεωνύμιο. Έχει κατά καιρούς συνδεθεί με τα θνητός και τιθηνός «τροφός» χωρίς επιστημονική βάση. Στον Κρατύλο, (τον πλατωνικό διάλογο που μας δείχνει τη σκέψη του Σωκράτη πάνω στο πώς δημιουργήθηκαν τα ονόματα και ως γνωστόν, περιλαμβάνει πολλές παρετυμολογίες) το όνομα Αθηνά ετυμολογείται από το «ἡ θεονόα» το α αντί του άρθρου η, επειδή η Αθηνά νοε, δηλαδή καταλαβαίνει τα των θεών.

Αλέξανδρος: είναι σύνθετο από το ρ. ἀλέξω «αποκρούω – προστατεύω» + ἀνήρ, άρα Αλέξανδρος σήμαινε αρχικά «αυτός που προστατεύει τους ανθρώπους». Κακώς συνδέουν πολλοί κάποιοι το ρήμα αλέξω με το απομακρύνω, δίνοντας στο Αλέξανδρος τη σημασία « αυτός που απωθεί τους άνδρες» . Η σημασία του ρήματος αυτού είναι «προστατεύω» και τη βρίσκουμε π.χ. και στα αρχαία ανθρωπωνύμια Αλεξίμβροτος (από το βροτός) και Aλεξήνωρ (από το ἀνήρ), τα οποία σημαίνουν «ο προστάτης των θνητών ανθρώπων». Ας σημειωθεί ότι όπως έχουν δείξει σπουδαίοι γλωσσολόγοι, το όνομα Αλέξανδρος είναι πανάρχαιο, καθώς απαντά ήδη στα Μυκηναϊκά Ελληνικά.

ΣΧΟΛΙΟ: Το πρόθημα ἀλεξι- προέρχεται από ένα αρχαίο (ομηρικό ήδη) ρ., το ἀλέξω «αποκρούω – προστατεύω» κι από αυτό σχηματίστηκαν πολλά σύνθετα (αλεξίκακος, αλεξιφάρμακον «αντίδοτο», αλεξίμβροτος, αλεξίπονος, αλεξήνεμος κ.ά.), τα οποία χρησίμευσαν ως πρότυπα για νεότερα σύνθετα που πλάστηκαν από τους λογίους. (Aρκετά από αυτά μάλιστα χρησιμοποιήθηκαν ως ελληνική απόδοση όρων τής Γαλλικής με το πρόθημα para- (< γαλλ. parer «απομακρύνω») που δήλωνε «αποτροπή, απομάκρυνση, προστασία»: π.χ. το γαλλ. parafoudre αποδόθηκε ως αλεξικέραυνο, το parachute ως αλεξίπτωτο, το parapluie ως αλεξιβρόχιο (ομπρέλα), το paravent ως αλεξήνεμο, το parasol ως αλεξήλιο κ.ά.). Από όλες τις λέξεις που πλάστηκαν, τα μόνα που επιβίωσαν είναι τα αλεξίπτωτο, αλεξικέραυνο, αλεξίπυρος και (το νεότ.) αλεξίσφαιρος, ενώ τα αλεξιβρόχιο και αλεξήλιο υπέκυψαν στο ομπρέλα (ιταλ. ombrella), το αλεξίφωτο στο αμπαζούρ (γαλλ. abat-jour), το αλεξήνεμο στο παραβάν (γαλλ. paravent).

Αλκιβιάδης: όπως όλα τα ονόματα που έχουν παραγωγική κατάληξη - άδης (πχ. Δημάδης, Πυλάδης, κ.τ.ό.) δείχνει τον γιο κάποιου. Εδώ είναι ο γιος του Αλκίβιου. Το Αλκίβιος πάλι προέρχεται από το ἀλκή «ισχύς, δύναμη» + βίος. Φαίνεται πώς η λέξη ἀλκή ήταν αρκετά συνηθισμένπ συστατικό των αρχαίων ανθρωπωνυμίων (πβ. Aλκιδάμας, Aλκίνοος, Aλκισθένης, Αλκαίος, ΑΛκαμένης κλπ.).

Αντιγόνη: είναι θηλυκό τού αρσ. ονόματος Aντίγονος, το οποίο ανάγεται στα ἀντι- + γόνος, δηλαδή γονιός, άρα θα μπορούσε να σημαίνει « ισάξια με τον πατέρα».

Αριστείδης: ετυμολογείται από το αρχ. κύρ. όν. Αριστεύς (< άριστος) + παραγ. κατάληξη -ίδης (πβ. κ. τα αρχ. Παρμεν-ίδης, Χαρμ-ίδης κλπ.). Δηλαδή ο Αριστείδης είναι ο γιος του Αριστέα και όχι αυτός που έχει «άριστο είδος», όπως έχει κατά καιρούς παρετυμολογηθεί, προφανώς σε συσχετισμό και με την εύσημη ιστορική του παρουσία. Όπως είδαμε, προκειμένου για ιστορικά πρόσωπα δεν πρέπει να συνδέουμε την ετυμολόγηση του ονόματος με τις ιδιότητες των αντίστοιχων προσώπων.

Ασπασία : είναι ονοματοποιημένο επίθετο, το θηλ. τού επιθ. ἀσπάσιος δηλαδή «χαρούμενος, ευτυχής» από το ρήμα ασπάζομαι.

Αφροδίτη, το όνομα για τη θεά της ομορφιάς, δεν προέρχεται από τα ἀφρός και δύομαι ή αφρός και δίω (πετώ, φεύγω), ετυμολογίες που ερμηνεύουν στην Αφροδίτη το πώς αναδύθηκε από τους αφρούς της θάλασσας. Αντίθετα, είναι μάλλον προελληνική λέξη, άγνωστης ετυμολογίας. Να σημειώσουμε ότι «προελληνικές» είναι οι λέξεις που προϋπήρχαν στον ελλαδικό χώρο πριν την κάθοδο σε αυτόν των ελληνικών φύλων. Η παρετυμολογική συσχέτιση που αναφέραμε έχει γίνει ήδη στον Kρατύλο (406 d: διὰ την τοῦ ἀφροῦ γένεσιν). Να σημειωθεί εδώ ότι η λατρεία της Αφροδίτης είχε διαδοθεί στον ελληνικό χώρο μέσω τής Kύπρου και των Kυθήρων, γι’ αυτό και λεγόταν στην αρχαιότητα και Kύπρις και Kυθέρεια

Αχιλλεύς: είναι λέξη αβεβ. ετύμου κι αυτή, πιθανόν όμως να προέρχεται από το ἄχος (τό) «θλίψη, πόνος» και το λαός (πβ. τα Aγησί-λαος, Aρχέ-λαος, Μενέλαος κ.τ.ό.), οπότε πιθ. αρχική σημ. τού Αχιλλεύς θα ήταν «αυτός που προξενεί θλίψη /πόνο στους ανθρώπους». Διόλου άσχετη με την ιδιότητά του όπως την ξέρουμε από την Ιλιάδα. Μια ενδιαφέρουσα, ωστόσο, παρετυμολογία του ονόματος είναι από το στερητικό ἀ + χείλη, και οφείλεται στον Απολλόδωρο, ο οποίος λέει ότι ο Αχιλλέας ονομάστηκε έτσι επειδή δεν ακούμπησαν τα χείλη του σε μαστούς, δηλαδή δεν θήλασε.

ΣΧΟΛΙΟ: Εδώ πρέπει να κάνουμε μια σημαντική διάκριση σε δύο τύπους ονομάτων: ονόματα μοναδικά που δημιουργήθηκαν από τους ανθρώπους για συγκεκριμένο πρόσωπο. Τέτοια π.χ. ήταν τα ονόματα των αρχαίων θεών, των ηρώων της μυθολογίας και των μυθοπλαστικών προσώπων. Εκεί ο δημιουργός του ονόματος είναι λογικό να δώσει το όνομα με βάση τις ιδιότητες του προσώπου. Αχιλλεύς, Ηρακλής, Ιάσων, Καλλιόπη, Κλειώ, Μελπομένη, Οδυσσέας.

Αντίθετα, προκειμένου για ονόματα που κληρονομούνται από την παράδοση και δίνονται από την κοινωνία σε κάποιο πρόσωπο μέσα στα εκάστοτε εθιμικά πλαίσια της ονοματοδοσίας δεν μπορούμε να μιλάμε για εγγενείς ιδιότητες που περιγράφουν τα ονόματα. π.χ. έτσι ο Ξανθίας μπορεί να είναι μελαχρινός, η Ευγενία μπορεί να είναι ταπεινής καταγωγής

Δημοσθένης, προέρχεται από τις λέξεις δημος + σθένος « δύναμη», άρα η αρχική του σημ. θα ήταν «το σθένος τού δήμου» (ΣΧΟΛΙΟ για τα -σθένης)

• Ενδιαφέρουσα είναι η ετυμολογία του ονόματος Επαμεινώνδας: είναι από το επίθετο ἐπαμείνων, συγκριτ. βαθμό του επιθέτου επάγαθος, αφού όπως ξέρουμε ο συγκριτικός βαθμός του ἀγαθός είναι ἀμείνων. Όσο για την κατάληξη -δας, είναι από το -ίδας, τη δωρική κατάληξη για πατρωνύμια, σημαίνει δηλαδή «γιος αυτού που είναι ισχυρότερος, ικανότερος» και βέβαια από το Επαμεινωνίδας, και με σίγηση του ι βγαίνει το Επαμεινώνδας.

Ερασμία: όπως και το Ασπασία, είναι ονοματοποιημένο επίθετο, συγκεκριμένα το θηλυκό του επιθέτου εράσμιος, που το λέμε βέβαια και σήμερα και σημαίνει « αγαπητός, αξιαγάπητος» .

Ευγενία πάλι είναι γνωστή λέξη, από το ευ + γένος (πβ. ευγενής, ευγένεια), αλλά γένος εδώ έχει τη σημασία της καταγωγής, άρα η αρχική σημασία της θα ήταν όχι «ευγενική» αλλά «υψηλής καταγωγής»

Ευριπίδης: προέρχεται από το Εύριπος +παραγ. επίθημα -ίδης (πβ. κ. αρχ. Παρμεν-ίδης, Χαρμ-ίδης)]. Το Εὔριπος από τα εὖ- + ριπή σχετίζεται με τον άνεμο και θα σήμαινε « καλός, ευνοϊκός άνεμος» Αλλά ως γνωστόν, ο πορθμός του Ευρίπου, η θαλάσσια λωρίδα που συνδέει τον Βόρειο με τον Νότιο Ευβοϊκό, είναι το σημείο όπου τα νερά αλλάζουν περιοδικά την φορά κίνησής τους προκαλώντας άστατα φαινόμενα. Πιθανόν λοιπόν η χρήση της λέξης «Εύριπος» για την ονομασία του ομώνυμου πορθμού να είναι μάλλον αυτό που λέμε σχήμα ευφημισμού.

Ηρακλής: προέρχεται από τα Ήρα + κλέος «δόξα», που δείχνει ότι το όνομα αρχικά θα σήμαινε « δόξα της Ήρας», πράγμα που πάλι διακιοογείται από τη μυθολογία. Όσο για τη λέξη Ήρα, συνδέεται ετυμολογικά με το με το ουσ. ήρως.

• Ομοίως το Θεμιστοκλής είναι από τα θέμις + κλέος «δόξα» και σημαίνει «η δόξα τής θέμιδος». Για τη λέξη θέμις, που χρησιμοποιείται και σήμερα με την έννοια της δικαιοσύνης (πβ. θεμιτός, αθέμιτος κλπ.), αξίζει να σημειώσουμε ότι στην αρχαιότητα αρχικά αναφερόταν στη θεία δικαιοσύνη, ενώ η λέξη δίκη στην ανθρώπινη.

Θρασύβουλος: είναι από τα θρασύς + βουλή, δηλαδή «σκέψη» (πβ. συμβούλιο, διαβουλεύομαι κλπ.), άρα Θρασύβουλος ποιος είναι; «αυτός που σκέπτεται τολμηρά, ο αποφασιστικός».

• Η λέξη Ιάσων τώρα είναι από το απαρέμφατο ἰᾶσθαι, τού ρ. ἰῶμαι «θεραπεύω», αφού σύμφωνα με τη μυθολογία, ο Ιάσων έλαβε το όνομά του από τον Κένταυρο Χείρωνα, ο οποίος τον δίδαξε τη θεραπευτική τέχνη.

Ιφιγένεια: είναι από το αρχ. ἴφι (αρχαϊκό κατάλοιπο μιας πτώσεως τού ουσ. «ισχύς») και το «γένος». Το όνομα Ιφιγένεια θα είχε, ως εκ τούτου, τη σημασία «η καταγόμενη από ισχυρό γένος».

Καλλιόπη: προέρχεται από το λεξικό πρόθημα καλλι- (ομόρριζο του κάλλους) και το - όπη που προέρχεται από το ωψ, οπός «φωνή» (ομόρριζο του ἔπος και του λατ. vox «φωνή»). Άρα αρχική σημ. τού ονόματος είναι «καλλίφωνη» και αυτό εξηγείται από το ότι ως μία από τις εννέα Μούσες ήταν προστάτιδα τού έπους και τής λυρικής ποίησης.

Κλειώ: άλλη μια μούσα τώρα και το όνομά της προέρχεται από το ρ. κλείω «ονομάζω, καλώ», ομόρριζο του κλέος «δόξα, υπόληψη». Επομένως, Κλειώ θα ήταν αυτή που κάνει κάποιον διάσημο και αυτό είναι επίσης λογικο αν σκεφτούμε ότι ως μία από τις εννέα Μούσες ήταν προστάτιδα της ιστορίας.

Κλεοπάτρα: προέρχεται από τα κλέος + -πάτρα < πατήρ, το οποίοι δείχνει ως αρχική σημ. «αυτή που κατάγεται από ένδοξο πατέρα»

Λεωνίδας: είναι από το λέων πατρωνυμική κατάληξη - ίδας (πβ. Πελοπίδας), άρα Λεωνίδας είναι ο «γιος ή απόγονος του λέοντα».

ΣΧΟΛΙΟ : Μια μεγάλη ομάδα αρχαίων ανθρωπωνυμίων είναι αυτά που δηλώνουν καταγωγή, τα λεγόμενα πατρωνυμικά. Αυτά έχουν καταλήξεις συνήθως σε -ίδης, -άδης. Το επίθημα αυτό απαντά ήδη στον Όμηρο (λ.χ. Πριαμ-ίδης, \ Ασκληπ-ιάδης, Ιπποτ-άδης). Είναι ενδιαφέρον ότι το ίδιο επίθημα χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα στον σχηματισμό επωνύμων (τον 19ο και στις αρχές τού 20ού αι.) κυρ. από Έλληνες του Πόντου είτε με απευθείας σύνθεση (λ.χ. Χατζής < Χατζ-ίδης, Αντώνης > Αντων-ιάδης) είτε με εξελληνισμό τού προηγούμενου (συνήθ. τουρκικού) επωνύμου (λ.χ. Ασλάνογλου > Λεονταρ-ίδης, Μπογιατζ-όγλου > Βαφει-άδης κλπ.).

• Πολύ ενδιαφέρουσα είναι και η ετυμολογία του ονόματος Λυκούργος: δεν σχετίζεται με τη λέξη λύκος, αλλά με το θέμα *λυκ- που έχει τη σημασία «φως» και απαντά στις λέξεις λυκαυγές και λυκόφως. Το δεύτερον συνθετικό είναι το έργον (πβ. κακούργος, πανούργος κλπ.) Άρα Λυκούργος είναι «αυτός που κάνει κάτι φωτεινό ή αυτός που γίνεται φωτεινός»

Μελπομένη, κι άλλη μούσα, αυτή τη φορά προστάτιδα τής τραγωδίας και τής μουσικής, εξ ου και η αρχική σημ. «ικανή αοιδός» και η ετυμολόγηση της από το ρ. μέλπω «ψάλλω, τραγουδώ» το οποίο συνδέεται με το μέλος.

Μενέλαος: προέρχεται από το μένω και το λαός, οπότε θα σήμαινε πιθανόν « αυτός που μένει σταθερός για τον λαό» (κι άλλα ονόματα όπως είδαμε έχουν β’ συνθετικό το λαός πβ. Χαρίλαος, Αρχέλαος κλπ.).

Μιλτιάδης το όνομα αυτό προέρχεται από το μίλτος και την κατάληξη - άδης. Η λέξη μίλτος είναι τεχνικός όρος, πιθανόν δάνειο, με τον οποίο ονόμαζαν το ορυκτό «αιματίτη» και το χρώμα του. Συνεπώς αρχική σημασία του Μιλτιάδης ήταν «ο κοκκινωπός, αυτός που έχει το χρώμα τού αίματος».

Ξενοφών ανήκει στην ομάδα των ονομάτων που έχουν β΄ συνθετικό το - φων (πβ. Αντιφών, Τηλεφών κ.λπ.). Δεν είναι ξεκάθαρη ούτε η ετυμολόγηση του β συνθετικού -φων ούτε επομένως και η σημασία των αντίστοιχων ονομάτων. Μάλλον το -φων είναι συνηρημένος τύπο του φάων από το φάος που σημαίνει φώς Υπάρχει και μια λιγότερη πιθανή άποψη βέβαια ότι αυτό το -φων συνδέεται με το αρχ. φώς, φωτός «άνδρας, άνθρωπος». Αν δεχτούμε λοιπόν την πρώτη ετυμολόγηση, Ξενοφών είναι αυτός που λάμπει από τη φιλοξενία και κατ’ επέκταση ο «φίλος από φιλοξενία» ή κατ’ άλλη εκδοχή ο «λαμπρός οικοδεσπότης».

Οδυσσέας: Κι αυτό είναι ένα όνομα με αβέβαιη ετυμολογία. Πιθανόν να πρόκειται για δάνειο ανατολικής ή μεσογ. προελ., όπως και το αντίστοιχο λατ. Ulixes. Στην Oδύσσεια πάντως έχει την ετυμολόγησή του: συνδέεται μάλλον παρετυμολογικά με το ρ. ὀδύσσομαι «οργίζομαι, μισώ», σύμφωνα με την οποία εκδοχή, βέβαια, ο Oδυσσεύς χαρακτηρίζεται ως αντικείμενο οργής και μίσους. Μίσους ποιου; Του Ποσειδώνα; Και είναι αυτή η πιο χαρακτηριστική του ιδιότητα; Δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι.

ΣΧΟΛΙΟ: Είναι ενδιαφέρον στο σημείο αυτό το σχετικό χωρίο της Οδύσσειας. Εκεί ο Αυτόλυκος, ο παππούς του Οδυσσέα, όταν βλέπει το νεογέννητο παιδί, ορίζει στην κόρη και τον γαμπρό του να του δώσουν το όνομα Οδυσσέας από το ρήμα ‘οδύσσομαι που σημαίνει οργίζομαι: (Οδ. 19.406-409):

γαμβρὸς ἐμὸς θύγατέρ τε͵ τίθεσθ΄ ὄνομ΄͵ ὅττι κεν εἴπω·
πολλοῖσιν γὰρ ἐγώ γε ὀδυσσάμενος τόδ΄ ἱκάνω͵
ἀνδράσιν ἠδὲ γυναιξὶν ἀνὰ χθόνα βωτιάνειραν·
τῷ δ΄ Ὀδυσεὺς ὄνομ΄ ἔστω ἐπώνυμον. (μετάφραση...).

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι πρόκειται για την πρώτη καταγεγραμμένη ονοματοδοσία παιδιού στην παγκόσμια γραμματεία!

• Την ίδια αβεβαιότητα έχουμε και για το όνομα Όμηρος.: Για την ετυμολογία τού ονόματος έχουν διατυπωθεί πολλές υποθέσεις και είχαν διαμορφωθεί στην αρχαιότητα αρκετοί μύθοι, αλλά η πιθανότερη εξήγηση είναι και η πιο απλή: η αναγωγή δηλαδή στο ίδιο το ουσ. όμηρος, που η αρχική σημ. τού πρέπει να ήταν «αυτός που συνοδεύει, που εξαναγκάζεται να ακολουθήσει», οπότε συνδέεται με το οίμος «δρόμος» + την κατάληξη-ηρος. Η πιο γνωστή παρετυμολόγηση του ονόματος τώρα είναι από το «ο μη ορών» που σημαίνει «τυφλός» και ακολουθεί ή μάλλον αιτιολογεί την διαδεδομένη παράδοση ότι ο ποιητής αυτός ήταν τυφλός.

Περικλής: όπως όλα τα σε ονόματα σε -κλής έχει β συνθετικό που ανάγεται στη λέξη κλέος « δόξα». Ο Περικλής είναι λοιπόν ο «ένδοξος, φημισμένος», όπως ο Αγαθοκλής

ΣΧΟΛΙΟ: Ένα πολύ συνηθισμένο β συνθετικό στα αρχαία ανθρωπωνύμια είναι το -κλης από το κλέος «δόξα». Περιγράφει συνήθως

α) τη δόξα ή τη φήμη που έχει κάποιος από κάτι (π.χ. ο Ανδροκλής είναι ένδοξος άνδρας, ο Σοφοκλής είναι διάσημος για τη σοφία του, ο Ηρακλής είναι η δόξα της Ήρας ή έχει δόξα εξαιτίας της Ήρας)

β) το είδος της φήμης / δόξας που έχει κάποιος (π.χ. ο Αγαθοκλής έχει καλή φήμη, ο Ιεροκλής έχει ιερή δόξα, ο Εμπεδοκλής έχει «έμπεδη» δηλαδή σταθερή δόξα, ο Ετεοκλής έχει «ἐτεή», δηλαδή αληθινή δόξα κλ.π).

Πηνελόπη: η λέξη ετυμολογείται χωρίς βεβαιότητα από το αρχ. πηνέλοψ, -οπος «είδος πάπιας», αν σκεφτούμε ότι το επίθημα -οψ απαντά συχνά σε ονόματα πουλιών, πβ. àέρ-οψ, δρύ-οψ, μέρ-οψ. Υπάρχει και μια άλλη πιθανή ετυμολόγηση, όμως, που ακολουθεί την ίδια την γνωστή ιστορία της Πηνελόπης: ότι προέρχεται από το πήνη « νήμα» και πιθανόν το ρήμα λέπω «ξετυλίγω», οπότε Πηνελόπη δεν είναι άλλη από αυτήν που ξετυλίγει το νήμα, δηλαδή την υφάντρια.

Πολυξένη: ουσιαστικοπ. θηλ. τού επιθ. πολύξενος < πολυ- + ξένος, οπότε Πολυξένη είναι «αυτή που προσκαλεί πολλούς ξένους, η φιλόξενη»

Σωκράτης: ετυμολογείται από τα σώος + κράτος και σημαίνει «αυτός που διατηρεί σώα / ασφαλή τη δύναμή του»

Τηλέμαχος: προέρχεται από τα τηλε- + -μαχος < μάχομαι. Το πρόθημα τηλε- είναι κοινό σε λέξεις όπου δηλώνεται κάτι γίνεται από μακριά (πβ και τα σύγχρονα τηλεόραση, τηλεχειριστήριο κλπ.). H αρχική σημ. λοιπόν του Τηλέμαχος θα ήταν είτε «αυτός που είναι μακριά από τη μάχη», είτε «αυτός που μάχεται από μακριά» χρησιμοποιώντας δηλαδή όπλα που ακοντίζουν, οπότε είναι σε αντιδιαστολή προς το ἀγχέ-μαχος.

Χαρίκλεια: από τα χάρις + κλέος «δόξα», ξακουστή για τη χάρη της (πβ. Εὐρύκλεια, Θεόκλεια, Εὔκλεια κλπ.).

Χαρίλαος: από τα χάρις + λαός, άρα θα σήμαινε»αυτός που έχει την εύνοια του λαού».

Κλείσιμο: στην επόμενη εκπομπή, θα αναφερθούμε στα ανθρωπωνύμια που εισήλθαν στη γλώσσα μέσω της εκκλησιαστικής παράδοσης,

ΕΚΠΟΜΠΗ 2

1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Είχαμε δει στις προηγούμενες εκπομπές ότι οι δύο κυριότερες πηγές τροφοδοσίας της ελληνικής ονοματοδοσίας υπήρξε η αρχαία Ελλάδα και η εκκλησιαστική παράδοση.

Στην πρώτη εκπομπή εξετάσαμε την ετυμολογία ονομάτων από την αρχαία Ελλάδα (Περικλής, Σωκράτης, Σοφοκλής κ.λπ.).

Η εκκλησιαστική παράδοση, ως γνωστόν, στα πλαίσια μιας αρχικά γενικευμένης απομάκρυνσης από το πνεύμα της αρχαιότητας, στη θέση πολλών αρχαίων ονομάτων υιοθέτησε νέα ονόματα: είτε ελληνικά, είτε ρωμαϊκά, ανάλογα με το όνομα των αγίων που τα είχαν και επίσης, διέδωσε άλλα ήδη υπάρχοντα, κυρίως εβραϊκά (Μαρία, Ιωάννης κ.λπ.). Ταυτόχρονα, μην ξεχνάμε ότι πολλοί άγιοι είχαν αρχαία ελληνικά ονόματα (π.χ. Δημήτριος).

Έτσι, ήδη τον τέταρτο αιώνα μ.Χ., εποχή που είχαμε τους περισσότερους μάρτυρες και πάρα πολλούς αγίους, εμφανίζεται ένα ετερογενές μείγμα ονομάτων: ονόματα ρωμαϊκά, όπως ο Μάρκος, Πρόκλος, Μόδεστος, Πρισκιανός, Ιουλιανός, αρχαία ελληνικά ονόματα όπως Ανδρόνικος, Αλέξανδρος, Διονύσιος, Λεόντιος, ονόματα εβραϊκής προέλευσης, όπως Άννα, Μαρία, Ιωάννης, καθώς και ένας αριθμός νέων ευδιάκριτα χριστιανικής προέλευσης ελληνικών ονομάτων, όπως Ευσέβιος, Ευστάθιος, Ευφήμιος κ.λπ. (για τα οποία θα χρησιμοποιήσουμε εφεξής κάπως καταχρηστικά τον όρο ελληνικά-χριστιανικά, για να τα αντιδιαστείλουμε προς τα αρχαία ελληνικά).

Στην προηγούμενη εκπομπή μιλήσαμε για μία από αυτές τις κατηγορίες, τα χριστιανικά ονόματα αρχαίας ελληνικής προέλευσης. Σήμερα θα προσπαθήσουμε να εξετάσουμε τα υπόλοιπα, όσα δηλαδή εισήλθαν στη νέα ελληνική μέσα από την εκκλησιαστική παράδοση αλλά με προέλευση είτε ελληνική-χριστιανική, είτε εβραϊκή, είτε ρωμαϊκή και δίνοντας περισσότερη έμφαση στα πιο γνωστά ονόματα καθώς και σε κείνα που είχαν ευρεία διάδοση και στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές γλώσσες.

Επίσης, θα κάνουμε έναν μικρό χωρισμό σε δύο κατηγορίες: ονόματα ελληνιστικής προέλευσης και μεσαιωνικής ή νεότερης προέλευσης. Εδώ αξίζει να σχολιάσουμε κάτι. Τι σημαίνει ότι το όνομα π.Χ. Αθανάσιος είναι ελληνιστικό; Μιλώντας για ελληνιστική περίοδο της ελληνικής γλώσσας θεωρούμε συμβατικά ως χρονικό της τέρμα όχι το 330 μ.Χ. (όπως γίνεται στις χρονολογήσεις της ιστορίας), αλλά τον 6ο αιώνα, εποχή του Ιουστινιανού, κι αυτό για λόγους γλωσσικούς-συστηματικούς. Μπορούμε λοιπόν να θεωρήσουμε ότι η συντριπτική πλειονότητα των ονομάτων που μάς κληροδότησε η εκκλησιαστική παράδοση ανήκει στην εποχή από τον 3ο αιώνα π.Χ. ως τον 6ο αιώνα μ.Χ. (που είναι τα όρια της ελληνιστικής περιόδου της ελληνικής γλώσσας) και πολύ λίγα είναι μεσαιωνικά ή νεότερα.

2. ΟΝΟΜΑΤΑ ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΕΛΕΥΣΕΩΣ

2.1. ΕΛΛΗΝΙΚΑ

Αθανάσιος κ. Θανάσης και με αφαίρεση του α Θανάσης κ. Θάνος / Νάσος // θηλ. Αθανασία. Το όνομα έχει ΕΛΝΣΤ αρχή και προέρχεται από το αρχ. ἀθανασία, άρα θα σήμαινε «σχετικός με την αθανασία / αθάνατος». Παρατηρούμε δηλαδή ότι η φωνητική εξέλιξη του ονόματος οδηγεί σε σημασία τελείως διαφορετική από την αρχική, πράγμα που προϋποθέτει ότι ήδη έχει από καιρό ατονήσει η σημασία της αθανασίας.

Αικατερίνα με αφαίρεση του Αι: Κατερίνα / Ρίνα, Κατίνα, Κατίγκω. Όνομα ελληνιστικής αρχής με δύσκολη ετυμολογία. Έχει συσχετιστεί με αβεβαιότητα με το όνομα της αρχ. θεότητας Εκάτης, αλλά και με το αικία («βάσανος»). Αλλά, η εμφάνιση του ονόματος σε παλαιά επιγραφή με δασεία οδηγεί και σε πιθανό συσχετισμό με την αντων. εκάτερος + ίνη ). Πάντως στην πρώιμη χριστιανική εποχή συνδέθηκε και με το ελληνικό καθαρός και πέρασε στα λατινικά ως Katharina, απ΄ όππου προήλθε και το αγγλ. Katherine με τις πολλές παραλλαγές του. Το όνομα γνώρισε εξαιρετική διάδοση σε ευρωπαΪκές γλώσσες. Αξίζει να σημειώσουμε ότι μόνο στα αγγλικά το όνομα απαντά με τις ακόλουθες μορφές (ανάμεσα σε άλλες): Caitlin, Caren, Caryn, Cate, Catharine, Catherine, Cathleen, Cathy, Kailey, Kailyn, Kaitlin, Kaitlynn, Karen, Kat, Kate, Katelin, Katharine, Kathi, Kathie, Kathleen, Kathy, Katie, Katrina, Kay, Kaylee, Kitty, Tina, Trina κ.ά (διάλεξε Μάρω).

Αναστάσιος κ. Αναστάσης κ. Τάσος. Το όνομα είναι της ΕΛΝΣΤ εποχής < ἀνάστασις και σήμαινε «ο σχετιζόμενος με την Ανάσταση (τού Xριστού)». Από το Αναστάσιος (ή κατά άλλη άποψη κατευθείαν από το ανάστασις) είναι και το πολύ διαδεδομένο θηλυκό Αναστασία (κ. Τασία, διαλεκτ. Στασσινή), επίσης της ελληνιστικής εποχής. Σημειωτέον ότι το Ανέστης (θηλ. Ανέστω) είναι όνομα νεότερης προέλευσης που ετυμολογείται από την ευχή «Χριστός ανέστη!».

Ανδρέας κ. Αντρέας και υποκορ. Αντρίκος // θηλ. Ανδριάνα / Ανδριανή. Εϊναι ΕΛΝΣΤ και προέρχεται από το αρχ. àνήρ, àνδρός, οπότε θα σήμαινε «ανδρείος, γενναίος» και διαδόθηκε εξαιτίας τού ομώνυμου Αποστόλου τού Xριστού. Το όνομα Ανδρέας έχει περάσει και σε ξένες γλώσσες, πβ. αγγλ. Αndrew, γαλλ. Αndré, γερμ. Αndreas κ.ά.

Βασίλειος κ σε καθημερινό λόγο Βασίλης. Απαντά επίσης ο τύπος Βάσος, ενώ το θηλυκό είναι Βασιλική κ. Βασιλικούλα κ. Βάσω κ. σε διαλέκτους Βασίλω. Είναι ΕΛΝΣΤ όνομα από το αρχ. επίθ. βασίλειος < βασιλεύς, άρα θα σήμαινε «ο βασιλικός, αυτός που ανήκει στον βασιλιά».

Γεώργιος κ. Γιώργος κ. Γιώργης κ. Γιωργής, διαλ. Γιωρ(γ)ίκας, θηλ. Γεωργία κ. Γωγώ. Το όνομα είναι ΕΛΝΣΤ και προέρχεται από το αρχ. γεωργός (<γη + έργον), άρα θα σήμαινε « σχετικός με την καλλιέργεια της γης // γεωργός «. Το όνομα γνώρισε διάδοση μετά τον 4ο αι. μ.Χ. λόγω του ομώνυμου αγίου μεγαλομάρτυρος που μαρτύρησε επι Διοκλητιανού, και σήμερα είναι στατιστικά μαζί με το Κώστας, ίσως το πιο διαδεδομένο ανδρικό όνομα. Αν θυμηθούμε ότι και το όνομα Δημήτριος συνδέεται με τη γη (από το αρχαίο Δημήτηρ «μητέρα ΓΗ», τότε είναι αξιοσημείωτο ότι οι δύο μεγαλύτεροι μάρτυρες έχουν όνομα σχετικό με την καλλιέργεια της γης. (σχετικά ονόματα σε άλλες γλώσσες: αγγλ. George, γαλλ. Georges, γερμ. Georg, ρωσ. Yuri κ.λπ.).

Γρηγόριος κ. Γρηγόρης. Ονομα ΕΛΝΣΤ προέλευσης από το αρχ. γρηγορῶ (-έω) «αγρυπνώ. επαγρυπνώ», θα σήμαινε «ο άγρυπνος, ακοίμητος»

Ελευθέριος κ. Λευτέρης // θηλ. Ελευθερία. Όνομα ΕΛΝΣΤ προέλευσης από το αρχ. επίθ. ἐλευθέριος < ελεύθερος.

Ευθύμιος κ. Ευθύμης κ. Θύμιος // θηλ Ευθυμία, λαϊκ. Θυμιά. Το όνομα είναι ΕΛΝΣΤ προέλευσης από το < αρχ. εὔθυμος, ανήκει δηλαδή στην ομάδα των ονομάτων με πρώτο συνθετικό το ευ- (πβ. Ευστάθιος, Ευτύχιος κ.λπ.), που γνώρισαν μεγάλη διάδοση κατά τη χριστιανική εποχή.

Ευστάθιος Στάθης // θηλ. Ευσταθία, Σαθούλα. Από το αρχ. εὐσταθής, αρχική σημ. «σταθερός, ακλόνητος».

Ευστράτιος κ. Στρατής κ. Στράτης κ. Στράτος (άλλα τα Στρατήγης, Στρατηγούλα που συνδέονται κατά τόπους με τον αρχιστράτηγο Μιχαήλ) // θηλ. Ευστρατία. Από το εὐ- + -στράτιος < στρατός, αρχική σημ. «καλός στρατιώτης».

Θεοφάνης κ. Φάνης // θηλ. Θεοφανία κ. Θεοφανώ κ. Φανή. Από το όνομα της εορτής Θεοφάνεια < θεο- + - φαίνομαι, που σήμαινε «η φανέρωση τού Θεού». Υπήρχε αρχ. αντίστοιχη γιορτή στους Δελφούς που περιελάμβανε τα αποκαλυπτήρια αγαλμάτων θεών, αλλά το όνομα αυτό διαδόθηκε εξαιτίας της βάπτισης του Χριστού, που καθιερώθηκε ως εορτή τον 4ο αι. μ.X. Από την άλλη ήδη ελληνιστική ονομασία των Θεοφανείων «Φώτα», προήλθε και το όνομα Φώτης κ Φώτος // θηλ. Φωτούλα κ. Φωτίκα κ. Φωφώ κ. Φιφή κ. Φιφίκα.

Κυριάκος.κ Κυριακός υποκορ. Κυριακούλης κ Κούλης, διαλ. Κυριαζής // θηλ. Κυριακή, υποκορ. Κυριακούλα κ. ΚΟύλα κ. Κικίτσα κ Κική. Το ΕΛΝΣΤ αυτό όνομα προέρχεται από το επίθ. κυριακός (< αρχ. κύριος), οπότε θα σήμαινε εκείνον που αναφέρεται στον Θεό. Ομοίως και το θηλ. Κυριακή

Παντελεήμων Παντελής διαλ. Πάντος // θηλ. Παντελιά. Το Παντελής είναι συγκεκομμένος τ. τού ελληνιστικού ονόματος Παντελεήμων, < παντ(ο)- + ἐλεήμων, θα σήμαινε «ο ελεών τους πάντες»

Πέτρος κ. Πετρής // θηλ. Πετρούλα. Προέρχεται από το αρχ. πέτρος «λίθος, πέτρα» < πέτρα με αλλαγή γένους. Στην Κ.Δ. το όνομα εμφανίζεται ως μετάφραση τού αραμ. Cepha «πέτρα, βράχος», ενώ υπάρχει παράλληλα και ο εξελληνισμένος τύπος της αραμαϊκής: Κηφάς (διαβάζουμε στον Iωάνν. 1, 42: Σὺ εἶ Σίμων ὁ υἱὸς Ἰωάννου· σὺ κληθήσῃ Κηφᾶς (ὃ ἑρμηνεύεται Πέτρος). Μέσω τού λατ. Petrus το όνομα διαδόθηκε ευρέως σε ξέν. γλώσσες, λ.χ. αγγλ. Peter, γαλλ. Pierre, ισπ. Pedro, γερμ. Peter, ρωσ. Pyotr.

Σπυρίδων κ. Σπύρος κ. Σπύρος διαλ. Σπύλιος // θηλ. Σπυριδούλα κ. Σπυρούλα. Το ελληνιστικό αυτό ονομα είναι αγν. ετύμου. Πιθανόν να συνδ. με το σπυρίς, -ίδος (ψάθινο καλάθι με ανοιχτό στόμιο, που χρησιμεύει για τη μεταφορά τροφίμων και συνήθ. ψαριών), οπότε θα μπορούσε να σημαίνει «αυτός που φέρει σπυρίδα»

Σωτήριος Σωτήρης κ. Σώτος // θηλ. Σωτηρία. Προέρχεται από τη λέξη Σωτήρ ως προσδιορισμό του Χριστού και ειδικότερα συνδέθηκε με την εορτή της Μεταμορφώσεως 6 Αυγούστου (που έχει καθιερωθεί ως Μεταμόρφωση τού Σωτήρος).

Χαραλάμπης κ. Χαράλαμπος κ. με συγκοπ. Λάμπης κ. Μπάμπης. Από το < χαρά + λάμπω, άρα σήμαινε «αυτός που λάμπει με χαρά»

Χρίστος Το Xρίστος παράγεται από το Xριστός (< χριστός «κεχρισμένος, ο φέρων το χρίσμα» < χρίω) με αναβιβασμό τού τόνου (πβ. σταυρός > Σταύρος, λαμπρός > Λάμπρος, γλαυκός > Γλαύκος, φαιδρά > Φαίδρα κ.ά.). Επειδή το όνομα συνδέεται με τον Χριστό και όχι με το αρχ. επίθετο χρηστός (με –η) «αγαθός» είναι προτιμότερο να γράφεται με ι. Η προέλευση από το Χριστός (με -ι-) φαίνεται και από το ότι οι Xρίστοι εορτάζουν κατά την εορτή τού Xριστού, την εορτή των Xριστουγέννων.

2.2. ΕΒΡΑΪΚΑ

(είναι ονόματα εβραϊκής προέλευσης που διαδόθηκαν λόγω της σημασίας τους για τον χριστιανισμό: σε αυτά περιλαμβάνονται ονόματα: του Χριστού (Εμμανουήλ), της Παναγίας (Μαρία), του Προδρόμου (Ιωάννης), των Αποστόλων (π.χ. Ιάκωβος), και τέλος σημαντικών προσώπων της Παλαιάς Διαθήκης (π.χ. Ηλίας, Δανιήλ).

Άννα προέρχεται από εβραϊκό όνομα που σήμαινε «εύνοια, χάρη» και διαδόθηκε λόγω της ομώνυμης αγίας, μητέρας της Παναγίας. (το όνομα έχει διαδοθεί σε πάρα πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες).

Εμμανουήλ σε καθημερινό λόγο Μανόλης, κ. Μάνος κ, Μανολιός. κ Μανούσης κ Μανούσος - όνομα πολύ συχνό στην Κρήτη. Προέρχεται από εβρ. Λέξη που σημαίνει «μαζί μας (είναι) ο Θεός», προσωνυμία που στην Κ.Δ. αποδίδεται στον Iησού, πβ. Ματθ. 1, 23: «ἰδοὺ ἡ η Παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει καὶ τέξεται υἱὸν καὶ καλέσουσιν αὐτὸν Ἐμμανουήλ, ὅ ἐστι μεθερμηνευόμενον μεθ’ ἡμῶν ὁ Θεός.

Ηλίας με συνίζηση Λιάς κ. Λιάκος // θηλ. Ηλιάνα. Όνομα που διαδόθηκε κατά την ελληνιστική εποχή μέσω της Π. Διαθήκης και προέρχεται από εβραϊκή λέξη που σημαίνει «Θεός μου (είναι) ο Κύριος».

Θωμάς κ. διαλ. Θώμος κ Σιώμος // θηλ Θωμαή. Όνομα ελλληνιστικής προέλευσης από αραμαϊκή λέξη που σήμαινε «δίδυμος» (ο απόστολος Θωμάς, ένας από τους 12 αποστόλους, στα ευαγγέλια αναφέρεται ως ονομαζόμενος δίδυμος). (έχει διαδοθεί και σε άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες, πβ. αγγλ. Τhomas, γαλλ. Toma, γερμ. Τomahs κ.ο.κ.).

Ιάκωβος Το όνομα αυτό έχει την αφετηρία του στην Π. Διαθήκη, αλλά διαδόθηκε εξαιτίας του αποστόλου Ιακώβου, ενός από τους 12. Είναι εξελληνισμένη μορφή τού εβρ. ονόματος Iακώβ εβρ. Ya’akόv, που πιθ. συνδ. με εβρ. λ. που σημαίνει «φτέρνα» ή, κατ’ άλλη άποψη, με εβραϊκο ρήμα που σημαίνει «υποσκελίζω», γιατί σύμφωνα με τη βιβλική αφήγηση, η Pεβέκκα ονόμασε έτσι τον γυιο της, επειδή κατά τη διάρκεια τού τοκετού (και ενώ είχε δίδυμη κύηση) ο Iακώβ γεννήθηκε δεύτερος, κρατώντας τη φτέρνα τού δίδυμου αδελφού του Ησαύ. Αξίζει να σημειωθεί ότι από την υστερολατινική εκδοχή Jacomus / Jacobus του ονόματος Ιάκωβος, προήλθε το βεν. Giacomo και από εκεί το νεότερο Γιακουμής.

Ιωάννης κ. με συνίζηση Γιάννης κ. Γιάννος κ. Γιαννιός // υποκορ. Γιαννακός κ. Γιανννούλης // θηλ. Ιωάννα κ. με συνίζηση Γιάννα (μαζί με το Γιώργος και το Κώστας ανήκουν στα πιο διαδεδομένα ανδρικά ονόματα). Το όνομα είναι ΕΛΝΣΤ και αποτελεί εξελληνισμένη μορφή εβρ. ονόματος που σήμαινε «ο Θεός έχει δείξει εύνοια» και διαδόθηκε λόγω της μεγάλης τιμής που αποδίδει η εκκλησία στον Ιωάννη τον Πρόδρομο. Μέσω της λατινικής απόδοσης Johannes διαδόθηκε αρκετά στις ευρωπαϊκές γλώσσες: αγγλ. John, γαλλ. Jean, γερμ. Johan, Johannes, ισπαν. Juan, ιταλ. Gianni, ρωσ. Ivan.

Μαρία κ. Μάρω κ. Μαριώ // πολλά υποκοριστικά: Μαρίκα κ. Μαρούλα κ. Μαρίτσα κ. Μαρούσω κ. Μαρουσάκι κ. Μαριωρή κ. Μαριγώ κ. Μαριγούλα // Μαριάνθη (λόγω παρασύνδεσης του εβρ. Μαριάμ με το άνθος). Προέρχεται από το εβρ. Miriam (που αποδόθηκε στην Π.Δ. από τους Εβδομήκοντα ως Μαριάμ και που στην Καινή Διαθήκη απαντά ως Μαρία και Μαριάμ). Έχουν δοθεί πάμπολλες ερμηνείες για το όνομα αυτό, ανάλογα με τη ρίζα στην οποία μπορεί να ανάγεται: «πικρότητα» «ανυπότακτη», «αγαπημένο παιδί», ενώ σύμφωνα με άλλη άποψη, το όνομα συνδ. με αιγυπτ. ρίζα που σημαίνει «αγαπημένη». Μια πολύ διαδεδομένη αλλά όχι σωστή ερμηνεία ως «άστρο της θάλασσας» είχε δοθεί τον Μεσαίωνα από τον Ιερώνυμο. Μέσω τής Κ.Δ. πάντως το όνομα διαδόθηκε στις ευρωπ. γλώσσες, λ.χ. αγγλ. Μary (απ΄ όπου και το ελλην. Μαίρη), γαλλ. Μarie, ιταλ. Μaria κ.ά.

Ματθαίος κ. με συνίζηση Μαθιός και με ανάπτυξη ν Μάνθος. Ήταν το όνομα του ενός από τους 4 ευαγγελιστές που προέρχεται από εβρ. λέξη που σημαινει «δώρο τού Θεού».

Μιχαήλ Μιχάλης κ. Μιχαήλος (πβ. Γαβρήλος) κ. Μιχαλιός κ. Μιχαλός κ. Μίχος. Έχει ΕΛΝΣΤ προέλευση και είναι εξελληνισμένος τύπος του εβρ. Μikhaél «ποιος είναι σαν τον Θεό;». Σημαίνει «όμοιος προς τον Θεό».

Σάββας θηλ. Σαββατιανή. Προέρχεται από το ελνστ. σάββατον που ανάγεται σε εβραϊκή λέξη που σημαίνει «ανάπαυση».

2.3. ΡΩΜΑΪΚΑ

Κωνσταντίνος κ. με συγκοπή του -ντίνος: Κώστας κ. Κωστής. Επίσης: Ντίνος, Κωνσταντής κ. Κωσταντάς, διαλ. Κωτίκας κ. Κωστίκας, Κώτσος // θηλ. Κωνσταντίνα κ. Κωνσταντία κ. Κωστάτζα κ. Κωστούλα. Το ΕΛΝΣΤ αυτό όνομα που διαδόθηκε προέρχεται από το λατ. όνομα Constantinus, το όνομα του Μεγάλου Κωνσταντίνου, < επίθ. constans «σταθερός, βέβαιος», οπότε θα σήμαινε «υπομονετικός» ή «αποφασιστικός».

Λουκάς όνομα ΕΛΝΣΤ προέλευσης από το λατ. Lucas «ο καταγόμενος από τη Λουκανία» < Lucania, περιοχή στις δυτικές ακτές τής Ν. Iταλίας - οφείλεται στον απόστολο Λουκά, έναν από τους 4 ευαγγελιστές.

Μαρίνα όνομα ΕΛΝΣΤ προέλευσης που προέρχεται από το ιταλ. marina, θηλ. τού επιθ. marino «θαλάσσιος» < λατ. marinus (< λατ. mare «θάλασσα»), άρα θα σήμαινε «θαλασσινή».

Παύλος υποκορ. Παυλής κ. Παυλάκης // θηλ. Παυλίνα. Το όνομα αυτό προέρχεται από το λατ. paulus «μικρός», επίθ. που συνόδευε ως παρωνύμιο ορισμένα ρωμαϊκά κύρ. ονόματα. Το αρχικό εβραϊκό όνομα του αποστόλου Παύλου ήταν Σαούλ, εξελληνισμένο Σαύλος. Εξαιτίας της καθοριστικής συμβολής του αποστόλου Παύλου στη διάδοση του χριστιανισμού το όνομα διαδόθηκε ευρύτατα σε χριστιανικά έθνη: αναφέρουμε χαρακτηριστικά: Ισπαν, Pablo, ιταλ. Paolo, Πορτογαλ. Paulino, Paulo, σλαβικό Paulus, ρωσικό Pavlik, Pavlo, αγγλ. Paul και Pavel.

3. ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΑ Κ ΝΕΟΤΕΡΑ

Αργύρης θηλ Αργυρή. Είναι μεσαιωνικής προέλευσης, από το Αργύριος (κατά το σχήμα ΓρηγόριοςΓρηγόρης). Το ίδιο το Αργύριος είναι συντομευμένος τ. τού ΕΛΝΣΤ ον. Ανάργυρος < αρχ. ἀνάργυρος (< ἂν- στερητ. + ἄργυρος), άρα θα σήμαινε «αυτός που δεν παίρνει χρήματα». Η λέξη ανάργυρος είναι συνήθης προσδιορισμός αγίων που είχαν την ιδιότητα του γιατρού.

Γεράσιμος κ. Μεμάς. Είναι όνομα ΜΕΣΝ. Προέλευσης από το αρχ. γέρας «αριστείο, έπαθλο», οπότε θα σήμαινε «τιμημένος, βραβευμένος» ή «αξιοτίμητος, σεβάσμιος»

Παναγιώτης Γιώτης κ. Παναγής κ. Πανάγος κ. Πάνος κ. Πανίκος κ. Πανούτσος // θηλ. Παναγιώτα κ. Γιώτα κ. Πανάγω. Όνομα μεσαιωνικό από το ελληνιστ. Παναγία < ουσιαστικοπ. θηλ. τού επιθ. πανάγιος, που χρησιμοποιήθηκε ως προσωνυμία τής μητέρας τού Ιησού Χριστού από τον 4ο αι. μ.X.· ως εμφατική περιγραφή για την άκρα παρθενία και αγιότητά της.

Φανούριος κ. Φανούρης. Όνομα ΜΕΣΝ. προέλευσης, που πλάστηκε με βάση το β’ συνθ. τού ον. Θεο-φάνης και το λατινογενές επίθημα -ούριος (όπως στο όνομα Μερκ-ούριος). Ανήκει στους αποκαλούμενους «φανέντες» αγίους, που ανακαλύφθηκαν πολλά χρόνια μετά τη δράση τους γι’ αυτό και ονομάστηκε έτσι.

Σταύρος Σταυριανός κ. Σταύρακας // θηλ. Σταυριανή. Όνομα ΝΕΩΤ. προέλευσης που προέκυψε από την εορτή τού Τιμίου Σταυρού και εμφανίζει αναβιβασμό τόνου, πβ. κ. Λάμπρος – λαμπρός

 

ΕΚΠΟΜΠΗ 3

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Στις προηγούμενες εκπομπές εξετάσαμε αναλυτικά τα ονόματα τα οποία εισήχθησαν στη νεοελληνική μέσω της αρχαιοελληνικής ή της εκκλησιαστικής παραδόσεως. Αυτό σημαίνει ότι ήταν ονόματα συνδεδεμένα με πρόσωπα, καταστάσεις, εορτές και πάντως με ιστορικά δεδομένα του ελληνισμού και της ορθοδοξίας.

Αυτή η πηγή ονοματοδοσίας μπορεί να θεωρηθεί λόγια στην προέλευση και ιστορική ως προς την αφορμή της ονομασίας. Υπάρχει όμως και μια άλλη πηγή, λιγότερη γνωστή και συνηθισμένη, αλλά εξίσου σημαντική, όχι μόνο στην ελληνική, αλλά σε όλες τις γλώσσες: είναι η λαϊκή και μη ιστορική πηγή, αυτή που αντλεί τα ονόματα από το παρόν του λαού και μάλιστα από πράγματα, καταστάσεις ή ιδιότητες που του κάνουν εντύπωση και τις θεωρεί σημαντικές.

Στη σημαντική μελέτη του για τα κύρια ονόματα ο Αθανάσιος. Μπούτουρας ονομάζει αυτήν την κατηγορία ονομάτων «ονόματα εκ της ελευθέρας αντιλήψεως του λαού». Θα μπορούσαμε να τα περιγράψουμε κάπως διαφορετικά ως «ονόματα αντλημένα από τον κόσμο των ομιλητών» (όπου στη λέξη κόσμος λανθάνει η έννοια του «εδώ και του τώρα» των ομιλητών σε αντιδιαστολή με όσα είδαμε ως τώρα που ήταν ονόματα κληρονομημένα από το γλωσσικό παρελθόν).

Όπως θα καταλάβετε τα ονόματα αυτά έχουν μεγάλη σχέση κυρίως όχι με τον αστικό κόσμο, αλλά με τη ζωή στην ύπαιθρο και εν μέρει με τον λαϊκό πολιτισμό. Γι’ αυτό η ποικιλία τους είναι πολύ μεγαλύτερη στην ύπαιθρο και σε διαλέκτους, αλλά εμείς θα αρκεστούμε στα ονόματα που υπάρχουν εν χρήσει και στην νεοελληνική κοινή. Για να συμπληρώσουμε όμως αυτή την εικόνα της (ας το πούμε έτσι) «μη αστικής» γλώσσας θα αναφερθούμε στο δεύτερο μέρος της εκπομπής και στη διαλεκτική διάσταση των ονομάτων, αν και πώς δηλαδή σε διαφορετικές διαλέκτους εξειδικεύεται κάπως η χρήση ορισμένων ονομάτων.

Α ΜΕΡΟΣ

Μια πρώτη γενική διάκριση είναι ανάμεσα σε ονόματα από τον αντικειμενικό κόσμο, δηλαδή τη φύση, και τα ονόματα από τον υποκειμενικό κόσμο του ομιλητή, δηλαδή από τις ιδέες, τις κρίσεις και τις αξίες του.

ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

ΖΩΑ: Η συνήθεια να αποδίδεται στον άνθρωπο όνομα από ζώο είναι αρχαιότατη (πβ. αρχ. Λέων, Δράκων). Υπάρχουν ιδιότητες στα ζώα όπως η ταχύτητα, η εξυπνάδα, η δύναμη, αλλά και η χάρη και η ομορφιά (κυρίως για τα πτηνά) που έδωσαν αφορμή για απόδοση αντίστοιχων ιδιοτήτων σε ανθρώπους μέσω της ονοματοδοσίας. Μερικά από τα πιο συνηθισμένα τέτοια νεοελληνικά ονόματα είναι τα θηλυκά ονόματα πτηνών: Παγόνα (πβ. αρχ. Ταώς «παγόνι»), Γερακίνα (πβ. αρχ. Ιέραξ), Περδίκα / Περδικώ (πβ. αρχ. Πέρδιξ και Περδίκκας), Περιστέρα (πβ. αρχ. όνομα Περιστερά), Αηδόνα, όνομα που απαντά κυρίως στον Πόντο (πβ. αρχ. όνομα Αηδών) και τέλος Τρυγόνα(επίσης πβ. αρχ. όνομα Τρυγών). Σε διαλέκτους υπάρχει ακόμα και το Λεοντάρης και Λεονταρής και με συνίζηση Λιοντάρης και Λιονταρής (όνομα που απαντά κυρίως στην Ήπειρο - πβ. και αρχ. Λέων)

 

ΦΥΤΑ: Πολύ περισσότερα είναι τα ονόματα που προέρχονται απ΄φυτά. Συνήθως υπάρχουν ιδιόττηες στα φυτά που οι άνθρωποι αποδίδουν σε ανθρώπους για λόγους επαινετικούς: η άνθηση, το ωραίο χρώμα, η τρυφερότητα. Και κατ’ αρχάς να σημειώσουμε ότι το ίδιο το άνθος έδωσε ονόματα όπως: Ανθή και Ανθούλα. Συναντούμε επίσης ονόματα όπως:

• (από το όμορφο και λαμπρό φυτό ακακία) Ακακία

• (από το γαρύφαλλο) Γαρυφαλλιά και από κει Φαλλιά και Φαλλιώ. Να σημειώσουμε εδώότι η λέξη γαρὐφαλλο είναι αντιδάνειο, δηλαδή λέξη που δανειστήκαμε από ξένη γλώσσα, συγκεκριμένα τηνιταλική (garofolo), αλλά που ανάγεται στην αρχαία ελληνική, συγκεκριμένα στη λέξη καρυό-φυλλον Γι’ αυτό είνα προτιμέοτερο να γράφεται με τρόπο που θυμίζει την αρχική της μορφή δηλαδή μυ -υ- και -λλ--άλλωστε και η επιστημονική ονομασία τού άνθους είναι «δίανθος καρυόφυλλος», λατ. dianthus caryophyllus).

• (από το γιασεμί) Γιασεμούλα και Γιασεμίνα

• (από το αειθαλές φυτό δάφνη) Δάφνη, Δαφνούλα και διαλεκτ. Δάφνω

• (από το όμορφο ζουμπούλι) Ζουμπουλία και διαλεκτ. Ζουμπουλιώ, αλλά και αρσεν. Ζουμπούλης και διαλεκτ. Ζεμπούλης

• (από το έντονο χρώμα του κερασιού) Κερασιά και διαλεκτ. Κεράσω και Κερασίνα

• (από τον ωραίο και λευκό κρίνο) Κρινιώ (υπάρχει και αρχ. όνομα Κρίνος)

• (από το μυρωδάτο λεμόνι) Λεμονιά αλλά και αρσεν. Λεμονής

• (από την αειθαλή μυρσίνη) Μυρσίνη και διαλεκτ. Μερσίνα (υπάρχει και αρχ. Μύρρινος)

• (από τη μυρτιά, δηλαδή τη μυρσίνη) Μυρτώ

• (από τη νεραντζιά) Νεραντζιά και διαλεκτ. Νεράτζω και Νερατζιώ, αλλά και αρσεν. Νεράτζης κ. Νερατζής

• (από τη μεγαλοπρέπεια και αφθονία των καρπών της ροδιάς) Ροδιά / Ροδούλα / Ρὀδη και αρσεν. Ρόδης (υπάρχει και αρχ. Ρόδη)

• (από την ομορφιά του τριαντάφυλλου) Τριανταφυλλιά αλλά και αρσεν. Τριαντάφυλλος.

ΟΡΥΚΤΑ: Αλλά και ορυκτά έγιναν αφορμή σχηματισμού ονομάτων, ιδίως τα πολύτιμα μέταλλα που χρησιμοποιούνταιακόμα και στον καθημερινό λογο για να αποδώσουν μεταφορικά ιδιότητες όπως η δύναμη, η σταθερότητα, η πολύτιμη αξία κλπ.

• (από το ασήμι) Ασημάκης / Ασημένια κ Ασημίνα

• (από το διαμάντι) Διαμάντης / Διαμαντής κ. θηλ. Διαμάντω και από εκεί Μαντώ (να σημειώσουμε και το αρχ. Αδαμάντιος)

• (από το ζαφείρι) Ζαφείρης και Ζαφειρούλα (στην αγία Γραφή απαντά όνομα Σαπφείρα)

• (από το κρύσταλλο) Κρυστάλλω και αρσ. Κρυστάλλης

• (από το μάλαμα) Μαλάμω και διαλεκτ. Μαλαματή κ. Μαλαματένια

• (από το σμαράγδι) Σμαράγδα κ. Σμαραγδή κι από εκεί Σμαρώ κ. Σμαρή (υπάρχει και ελληνιστικό όνομα Σμάραγδος)

• (από το χρυσάφι και τον χρυσό) Χρυσάφης αι διαλεκτ. Ξάφης κ. θηλ. Χρυσάφω και διαλεκτ. Ξάφω. Επίσης, Χρυσός κ. θηλ. Χρύσα κ. Χρυσούλα (και από αυτά με σύνθεση: Χρυσαυγή, Χρυσάννα). Ας σημειωθεί ότι η λέξη χρυσός από την αρχαιότητα έγινε πηγή πολλών ονομάτων εξαιτίας της λάμψης αλλά και της αξίας του, αρκεί να θυμηθούμε στην αρχή του αρχαιοτέρου κειμένου, της Ιλιάδας, τον ιερέα Χρύση.

ΟΝΟΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΟ ΚΟΣΜΟ

1. ΕΞ ΗΘΙΚΩΝ ΠΡΟΤΕΡΗΜΑΤΩΝ

Το ονόματα αυτά, που είναι ίσως τα πιο εκφραστικά που υπάρχουν, προέκυψαν από ιδιότητες που δίνοντας ένα όνομα σε κάποιον ευχόμαστε τρόπον τινα αυτός να τις αποκτήσει και να τις μεγαλώσει

Αγαθή και σε διαλέκτους Αγάθω, από την έννοια του αγαθού και του καλού. Με την ίδια σημασία και το όνομα Καλή. Η έννοια του καλού κυριαρχεί σε πολλά ονόματα, όπως είδαμε μιλώντας και για το αρχ. όνομα Καλλιόπη. Αλλά με αμιγώς λαϊκή προέλευση μπορούμε να πούμε ότι το όνομα Καλή, και πολλές παραλλαγές του σε διαλέκτους (Καλουδής, θηλ. Καλούδα κ. Καλούδω, Καλούσης, θηλ. Καλινή κ. Καλίνω κ. Καλούσιω κλπ.)

Ακριβή. Η σημασία είναι πολύτιμος, ευχόμαστε δηλαδή να γίνει ο φορέας του ονόματος άνθρωπος μεγαλης αξίας για τις ιδιότητές του. Με την ίδια σημασία χρησιμοποιήθκε το αρχ. όνομα Πολύτιμος ενώ υπάρχει και σύγχρονο θηλ. όνομα Πολύτιμη και συνηθεστερα Πολυτίμη. Σε διαλέκτο επίσης απαντά και ο τύπος Αγοραστός και Αγοράστης και θηλ. Αγοραστή.

Αρετή ως ευχή να την αποκτήσει ο φορέας του ονόματος.

Διαλεχτή με την έννοια ο φορέας του ονόματος να γίνε ξεχωριστό, εκλεκτό άτομο. (πβ και αρχ. όνομα Εκλεκτός)

Χάιδω από το χάδι και χάιδι, ως είδος θωπευτικής στάσης προς το πρόσωπο που έχει το όνομα

Χαρά και συνηθέστερα Χαρούλα, με την έννοια ότι ο φορέας του ονόματος είναι πηγή Χαράς για τους άλλους

Σε όλα τα παραπάνω ονόματα λανθάνει η ευχή ο φορέας τους να αποκτήσει ορισμένη αρετή. Αλλά μερικά ονόματα έχουν την αφετηρία τους ακριβώς σε υπαρκτές ευχές. Τα πιο συνηθισμένα είναι:

Ζήσης (από την ευχή «να ζήσει»)

Καλομοίρα (από την ευχή «να έχει καλή μοίρα»

Πολυχρόνης, από όπου και Χρόνης κ Χρονάκης (από την ευχή «χρόνια πολλά» και «Πολύχρονος»)

Σταμάτης / Σταματούλα (εδώ σύμφωνα με μελετητές λαογράφους πιθανόν να λανθάνει μια αποτρεπτική ευχή να σταματήσει κάτι, π.χ. ο θάνατος των παιδιών που γεννιόντουσαν μέχρι τώρα ή η τεκνογονία ή η θηλεογονία. Πάντως υστερογενώς συνδέθηκε το όνομα με την εορτή των αρχαγγέλων εξαιτίας της φράσης που αποδίδεται στον αρχάγγελο Μιχαήλ «Στώμεν καλώς, στώμεν μετά φόβου»).

Β ΜΕΡΟΣ:

ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΕΣ ΙΔΙΑΙΤΕΡΟΤΗΤΕΣ ΟΝΟΜΑΤΩΝ

Όπως είπαμε και στην αρχή, για να συμπληρώσουμε την εικόνα της «μη αστικής» χρήσης των ονομάτων, θα αναφερθούμε και λίγο στη διαλεκτική διάσταση των ονομάτων, αν και πώς δηλαδή σε διαφορετικές διαλέκτους εξειδικεύεται κάπως η χρήση ορισμένων ονομάτων.

ΚΡΗΤΗ: Το 15% περίπου των αντρών στην Κρήτη φέρουν το όνομα Εμμανουήλ (Μανόλης, Μανολιός, Μανούσος κλπ.). Το όνομα Νικόλαος ακούγεται ως Κοκόλης, ενώ πού συνηθισμένο είναι και το Στυλιανός που φέρεται συνήθως ως Στέλιος ή Στελής. Πολλά ονόματα επιχωριάζουν, δηλαδή εμφανίζονται με ιδιαίτερη συχνότητα σε ορισμένες περιοχές: στα Σφακιά απαντούν συχνά τα Μανούσος και Σήφης, Ρούσος, Κανάκης, Πόλος και Πολιός (από το βενετσιάνικο τύπο Paolo του Παύλος), Γερώνυμος, Διοματάρης και Αρτέμης. Στο Ηράκλειο επιχωριάζουν τα: Μύρων, Φραγκίσκος, Μηνάς και Φανούριος, ενώ στο Ρέθυμνο το Μάρκος. Εντύπωση προκαλούν τα σχεδόν αποκλειστικά κρητικά ονόματα Χαρίδημος, Δράκος και Δημοκράτης (θηλ. Δημοκρατία). Στα θηλυκά η κατάληξη -ω αντικαθιστά την κατάληξη -η (π.χ. Αγγελιώ, Βασιλικώ, Χρυσώ), ενώ τα βαπτιστικά ανδρών και γυναικών εκφέρονται συχνά σε ουδέτερο γένος με κατάληξη -ιο (π.χ. το Ελπιδιό, το Μανολιό, το Κωσταδιό, το Γιωργιό, το Γιαννιό, το Μανουσιό, το Λενιό,το Μαριό, το Καλλιό κλπ.).

ΚΥΠΡΟΣ: Στην Κύπρο συναντάμε πολυ ενδιαφέρουσες παραλλαγές συνηθισμένων βαπτιστικών ονομάτων: Χαράλαμπος > Πάμπος, Αλέξανδρος >Τσαντής, Γιώργος > Γιωρκής, Νικόλαος > Κολός κλπ. Αξιοσημείωτη υποκοριστική κατάληξη -ου των γυναικείων βαπτιστικών ονομάτων: πχ. Ελεγκού (Ελενίτσα), Μαρικού (Μαρία), Καλλού (Καλλιοπίτσα).

ΚΥΚΛΑΔΕΣ: Εκεί απαντούν ορισμένα ονόματα άγνωστα ή πολύ σπάνια στην υπόλοιπη χώρα, πολλά από αυτά επηρεασμένα από την ρωμαιοκαθολική παράδοση, έντονη σε ορισμένες από τις περιοχές αυτές: Μεγάλη συχνότητα: Μάρκος, Μαρουσώ, Φλώρα, Φραγκίσκη, Αντριάνα. Ανεζίνα, Δομένικος, Κάρολος, Λορέντζος, Βενέδικτος κ.ά. Σχόλιο: Στο σημείο αυτό ας κάνουμε μια παρέκβαση για να πούμε ότι πολλά ονόματα αποτελούν εξελληνισμένους τύπους ξένων ονομάτων. Τέτοια πολύ συνηθισμένα ονόματα είναι μεταξύ άλλων: Αμαλία, Βεατρίκη, Δομήνικος, Φλώρα, Γιακουμής, Τζανής / Ζανέτος, Λεονάρδος, Λορέντζος, Μαργαρίτα, Μαριέττα, Ναπολέων, Ρόζα, Σίλβεστρος, Τερέζα, Βιτσέντζος, Βιργινία, Στέλλα

ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΑ: Χαρακτηριστικά ροδίτικα ονόματα: Τσαμπίκα (και αρσενικό Τσαμπίκος) και Θαρρενός. Στην Κάσο Μαγκαφούλα, Ζωγραφούλα, Θετεούλα, Ανεζούλα. Στην Κάρπαθο: Ρηγώ, Χαζινούλα, Φραγκίσκη. Στην Πάτμο Θεολογία. Στην Κάλυμνο: Θεμελίνα, Καλοτίνα, Πετράντα, Σεβαστή

ΜΑΝΗ: Χαρακτηριστικά είναι τα βαπτιστικά Δικαίος, Δράκος, Καννέλος, Πότης (τύπος του Παναγιώτης)

ΒΟΡΕΙΑ ΙΔΙΩΜΑΤΑ: Στη βόρειο Ελλάδα χρησιμοποιούνται ονόματα ασυνήθιστα στην υπόλοιπη Ελλάδα: Αστέριος, Δάφνη, Βάγια. Πασχαλιά, Αγόρω, Κωνσταντινιά, Χαμαϊδή, Χάιδω, Ρόδω, Συνοδή. Σεραγώ, Παρθένα, Σουλτάνα. Αηδόνα. Αφέντρα, Θεοπούλα, Θωμαή, Ναούμα. Αποστολία, Ευαγελή, Συρίγω, Συρμώ, Περιστέρα, Ροδόπη. Βελισσαρία, Γραμματική. Ευμορφία, Σιμέλα κ.ά.

Στην Ήπειρο, κεντρική Στερεά και Θεσσαλία, συνηθίζεται η εκφορά των γυναικείων βαπτιστικών με τον υποκοριστικό τους τύπο (ακόμα και σε επίσημα έγγραφα): Γιαννούλα, Δημτρούλα, Ταβούλα, ενώ σε άλλες περιοχές (π.χ. Ζαγόρι και Άρτα) τα γυναικεία βαπτιστικά τονίζονται στην παραλήγουσα, π.χ. Γκίνω (<Αγγελική), Κατέρω (Αικατερίνη), Λέγκω (Ελένη), Ξάντρω (Αλεξάντρα)

ΚΛΕΙΣΙΜΟ.....Ευχαριστίες....