ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΕΠΙΦΑΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΓΙΑ ΤΟ 1821


ΒΑΡΥΣΗΜΑΝΤΕΣ ΟΜΟΛΟΓΙΕΣ ΚΟΡΥΦΑΙΩΝ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ

«Ἡ Ἐκκλησία καὶ ὁ κλῆρος της ὑπῆρξε ὁ ὁδηγὸς καὶ τὸ στήριγμα τῆς φυλῆς σ᾿ ὅλη τὴ μακραίωνα δουλεία καὶ στὴν ἐθνεγερσία».
Δ. Κόκκινος

«Εὐτυχισμένη ἦταν ἡ ἡμέρα τῆς ἐπαναστάσεως τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς, διότι καὶ τότε καὶ ἀπὸ χρόνων ἀκόμη τὸ ἔθνος εἶχε τὸν θεόπεμπτον καὶ σεβάσμιον κλῆρον ὡς ὁδηγόν του. Οἱ λειτουργοὶ αὐτοὶ τοῦ ἀληθινοῦ Θεσῦ ἐφρόντισαν καὶ ἡτοίμασαν τὸ ἔθνος διὰ νὰ ἐπαναστατήση, καὶ ν᾿ ἀλλάξει τὸν ὑβριστὴν τῆς θρησκείας καὶ τῶν ἱερῶν του. Ὁ κλῆρος ὕψωσε τὴν σημαίαν τοῦ σταυροῦ καὶ τοῦ Ἔθνους».
Φωτάκος

«Ὄχι μόνο μέσα ἀλλὰ καὶ ἔξω ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, παντοῦ, ὀρθόδοξοι κληρικοὶ ἀσχολοῦνταν μὲ τὴν ἀναγέννηση τοῦ Ἐθνικοῦ Πνεύματος».
Charles Eliot

«Ἡ ἡμέρα (τῆς Ἐπανάστασης), τὴν ὁποίαν ἐπιθυμοῦσοιν οἱ πατέρες μας νὰ τὴν ἰδοῦν, ἔφθασε... διὰ νὰ λάμψῃ πάλιν ὁ Σταυρὸς καὶ νὰ λάβη πάλιν ἡ Ἑλλάς... τὴν ἐλευθερίαν της... Ὅ,τι καὶ ἂν ἐκάμαμεν ἦτο ἔμπνευσις καὶ ἔργον τῆς Θείας προνοίας».
Ἄνθιμος Γαζῆς

«Τὸ ὄνομα τῆς Ἑλλάδος, ἄνευ τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἴσως δὲν ἤθελεν ὑπάρχει σήμερον».
Σπυρίδων Ζαμπέλιος

«Ἀφάνισαν ὅλως διόλου τὰ μοναστήρια καὶ οἱ καημένοι οἱ καλόγεροι, ὁποῦ ἀφανίστηκαν εἰς τὸν ἀγῶνα, πεθαίνουν τῆς πείνας μέσα στοὺς δρόμους, ὁποῦ αὐτὰ τὰ μοναστήρια ἦταν τὰ πρῶτα προπύργια τῆς ἀπανάστασής μας. Ὅτι εκεῖ ἦταν καὶ οἱ τζεμπιχανέδες μας (πυριτιδαποθῆκες) κι ὅλα τὰ ἀναγκαῖα τοῦ πολέμου· ὅτ᾿ ἦταν παράμερον καὶ μυστήριον ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Καὶ θυσίασαν οἱ καημένοι οἱ καλόγεροι καὶ σκοτώθηκαν οἱ περισσότεροι εἰς τὸν ἀγῶνα. Καὶ οἱ Μπαυαρέζοι παντήχαιναν, ὅτ᾿ εἶναι οἱ Καπουτζινοι τῆς Εὐρώπης, δὲν ἤξεραν ὅτι εἶναι σεμνοί, κι ἀγαθοὶ ἄνθρωποι καὶ μὲ τὰ ἔργα τὼν χεριῶν τους ἀπόχτησαν αὐτά, ἀγωνίζοντας καὶ δουλεύοντας τόσους αἰῶνες καὶ ζοῦσαν μαζί τους τόσοι φτωχοί καὶ ἔτρωγαν ψωμί... καὶ χάλασαν (οἱ Μπαυαρέζοι) καὶ ρήμαξαν ὅλους τοὺς ναοὺς τῶν μοναστηριῶν».
Μακρυγιάννης

«Ὁ παπὰς κάτω ἀπὸ τὸ ράκη τοῦ ράσου του κρατεῖ τὸ ψαλτήρι καὶ πηγαίνει νὰ μάθει τὰ παιδιά, ποὺ τὸν περιμένουν, νὰ διαβάζουν. Ὁμιλεῖ ἀκόμη εἰς τὰ παιδιὰ καὶ διὰ τοὺς μεγάλους ἀνθρώπους, ποὺ ἐδόξασαν ἄλλοτε αὐτὸν τὸν τόπον. Διδάσκει τὴν ὀλίγην Ἱστορίαν, που γνωρίζει καὶ αὐτός. Τὸ Κρυφὸ Σχολειὸ δὲν εἶναι θρύλος. Τὸ συνετήρησε, παρὰ τὰς καταδιώξεις, ὁ βαθύτατος πόθος τοῦ τυραννουμένου ἔθνους νὰ ὑπάρξει».
Δ. Κόκκινος

«Δὲν δυνάμεθα νὰ μὴ θαυμάσωμεν τὸν μέγαν χαρακτήρα, ὃν ὁ κλῆρος, ὁ θεῖος τῷ ὄντι κλῆρος, καὶ οἱ ἄρχοντες ἐπέδειξαν. Ἐν μέσῳ τῶν δεσμῶν καὶ τῶν βασάνων, κατ᾿ ἔμπροσθεν τῆς ἐπονειδίστου ἀγχόνης καὶ ὑπὸ τὴν ἀνθρωποκτόνον ἀξίνην πολλοὶ ἐξ αὐτῶν παρωρμῶντο νὰ ἀρνηθῶσι τὸν Χριστὸν (καὶ τὴν Ἑλληνικὴν Πατρίδα), πρὸς διαφύλαξιν τῆς ζωῆς καὶ ἀπόλαυσιν πολλῶν ἄλλων ἀγαθῶν ἐπιγείων, ἀλλ᾿ ὅλοι μέχρις ἑνὸς ἐπροτίμησαν τὰς βασάνους καὶ τὸν θάνατον».
Σπυρίδων Τρικούπης

«...καὶ βρίζουν, οἱ πουλημένοι εἰς τοὺς ξένους, καὶ τοὺς παπάδες μας, ὁποῦ τοὺς ζυγίζουν ἄναντρους καὶ ἀπόλεμους. Ἐμεῖς τοὺς παπᾶδες τοὺς εἴχαμε μαζὶ εἰς κάθε μετερίζι, εἰς κάθε πόνον καὶ δυστυχίαν. Ὄχι μόνον διὰ νὰ βλογᾶνε τὰ ὅπλα τὰ ἱερά, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ μὲ ντουφέκι καὶ γιαταγάνι, πολεμώντας ὡσὰν λεοντάρια. Ντροπὴ Ἕλληνες».
Μακρυγιάννης

«Σὰν μία βροχὴ ἦρθε σὲ ὅλους μας ἡ ἐπιθυμία τῆς ἐλευθερίας καὶ ὅλοι, καὶ οἱ κληρικοὶ καὶ οἱ προεστοὶ καὶ οἱ καπεταναῖοι καὶ οἱ γραμματισμένοι καὶ οἱ ἔμποροι, ὅλοι συμφωνήσαμε στὸν ἴδιο σκοπὸ καὶ κάναμε τὴν ἐπανάσταση... Ἡ ἐπανάστασις ἡ ἐδική μας δὲν ὁμοιάζει μὲ καμμίαν ἀπὸ ὅσας γίνονται τὴν σήμερον εἰς τὴν Εὐρώπην. Τῆς Εὐρώπης αἱ ἐπαναστάσεις ἐναντίον τῶν διοικήσεών τους εἶναι ἐμφύλιος πόλεμος· ὁ ἐδικός μας πόλεμος ἦτο πλέον δίκαιος, Ἦτον ἔθνος μὲ ἄλλον ἔθνος».
Θ. Κολοκοτρώνης


ΒΑΡΥΣΗΜΑΝΤΕΣ ΟΜΟΛΟΓΙΕΣ ΑΓΩΝΙΣΤΩΝ

«Πολεμοῦμε πρὸς τοὺς ἐχθροὺς τοῦ Κυρίου μας... Ὁ πόλεμός μας δὲν εἶναι ἐπιθετικός, εἶναι ἀμυντικός, εἶναι πόλεμος τῆς δικαιοσύνης κατὰ τῆς ἀδικίας, τῆς χριστιανικῆς θρησκείας κατὰ τοῦ Κορανίου, τοῦ λογικοῦ ὄντος κατὰ τοῦ ἀλόγου καὶ θηριώδους τυράννου».
Γ´ Ἐθνικὴ Συνέλευση (Τροιζήνα 1827)

«Ἐλᾶτε μ᾿ ἕνα ζῆλο σ᾿ ἐτοῦτον τὸν καιρό, νὰ κάμωμεν τὸν ὅρκον ἐπάνω στὸν Σταυρόν».
Ῥήγας Βελεστινλῆς. Θούριος

«Χωρὶς ἀρετὴ καὶ πόνο εἰς τὴν πατρίδα καὶ πίστη στὴ θρησχεία τους ἔθνη δὲν ὑπάρχουν».
Μακρυγιάννης

«Τὴν ἐπανάστασιν ἐκίνησαν καὶ ἐνεψύχωσαν οἱ κληριχοί... ἄνευ τῶν ὁποίων ὁ λαὸς δὲν ἤθελε κινηθῆ...».
Ἐμμανουὴλ Ξάνθος

«Εἶναι καιρὸς... νὰ κρημνίσωμεν ἀπὸ τὰ νέφη τὴν ἡμισέληνον καὶ νὰ ὑψώσωμεν τὸ σημεῖον, δι᾿ οὗ πάντοτε νικῶμεν, λέγω τὸν Σταυρόν, καὶ οὕτω νὰ ἐκδικήσωμεν τὴν πατρίδα καὶ τὴν ὀρθόδοξον ἡμῶν πίστιν ἀπὸ τὴν ἀσεβῆ τῶν ἀσεβῶν καταφρόνησιν».
Ἀλέξανδρος Ὑψηλάντης

«Μόνον τοῦ Εὐαγγελίου ἡ διδαχὴ ἐμπορεῖ νὰ σώση τὴν αὐτονομίαν τοῦ γένους. Οἱ Ἕλληνες πολέμησαν ὄχι μόνο ὑπὲρ πατρίδος ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ πίστεως».
Ἀδαμάντιος Κοραῆς

«Θαῦμα ἀκόμα μοῦ φαίνεται, τὸν σταυρό μου κάμω, πῶς πάντα τόσον ὀλίγοι ἀπὸ μᾶς ἐσκωτόνοντο! Ὁ Θεός, βέβαια, μᾶς προστάτευεε. Εἴμαστε τόσον ὀλίγοι, ὅπου ἂν ὁ Θεὸς δὲν ἔκαμνε ἔλεος, εἰς ὀλίγον καιρὸ οὔτε ἕνας ἀπὸ μᾶς θὰ ἔμενε ζωντανός... Πόσα τουφέκια εἶχε τὸ Σούλι; Τὸ εἴπαμε, Χίλια ἁπάνω-κάτω. Ἀλλὰ ἐμεῖς ἐπολεμήσαμε γιὰ τὴν πατρίδα καὶ ὁ Παντοδύναμος Θεὸς μᾶς ἐφύλαγε, μᾶς προστάτευε».
»Ὅταν ἥσυχος τώρα κάθομαι στὸν ἴσκιο, ἀπὸ κάτω ἀπὸ μίαν ἐλιὰ καὶ ἐνθυμοῦμαι ἐκείνους τοὺς καιρούς, ἀπορῶ πῶς μπορέσαμε ν᾿ ἀνθέξουμε, νὰ πολεμήσουμε τέτοιον ἐχθρό! Βέβαια, δὲν ἐστάθηκε μονάχα ἡ παλληκαριά, δὲν ἐστάθηκε ἡ ἀνδρεία τῶν Σουλιωτῶν, ἐστάθηκε ἡ δύναμις τοῦ Θεοῦ ὁποῦ μᾶς ἔκανε ἐκείνους ὁποῦ εἴμαστε. Ἐστάθηκε ἡ δύναμις τοῦ μεγάλου Θεοῦ, ἐστάθηκε τὸ θέλημά του, γιὰ νὰ ἐλευθερωθεῖ τὸ ἔθνος ἔπειτα ἀπὸ τόσα χρόνια σκλαβιᾶς. Ἔπρεπε ὅμως νὰ ὑποφέρουμε ἡμεῖς, ἔπρεπε νὰ πέσουν πολλοὶ μάρτυρες, ἔπρεπε νὰ ποτισθεῖ ἡ γῆ μὲ τὸ αἷμα τους διὰ τὸ καλὸ τοῦ κόσμου; Ἂς μὴν παραπονούμεθα λοιπόν. Τὸ Σούλι μας ἔμεινε εἰς τὴν σκλαβιάν... ναί, ἀλλὰ τὴν ὥραν τοῦ καλοῦ ἢ τοῦ κακοῦ ὁ Θεὸς μονάχα τὴ γνωρίζει...».
ὁ Σουλιώτης ἀγωνιστὴς Σ. Τζίπης

«Ἤτανε βέβαια ἀπ᾿ τὸ Θεὸ γραμμένο νὰ δράξομε τὰ ἄρματα μία μέρα καὶ νὰ χυθοῦμε κατεπάνω στοὺς τυράννους μας, ποὺ τόσα χρόνια ἀνελεήμονα μᾶς τυραγνεύουν. Τί τὴ θέλουμε, βρὲ ἀδέλφια, τούτη τὴν πολυπικραμένη τὴ ζωή, νὰ ζοῦμε ἀποκάτω στὴ σκλαβιὰ καὶ τὸ σπαθὶ τῶν Τούρκων ν᾿ ἀκονιέται εἰς τὰ κεφάλια μας; Δὲν τηρᾶτε ποὺ τίποτα δὲν μᾶς ἀπόμεινε; Οἱ ἐκκλησιές μας γινήκανε τζαμιὰ καὶ ἀχούρια τῶν Τούρκων. Κανένας δὲν μπορεῖ νὰ πεῖ πὼς τάχα ἔχει τίποτα ἐδικό του, γιατὶ τὸ ταχὺ βρίσκεται φτωχὸς σὰ διακονιάρης στὴ στράτα. Οἱ φαμελιές μας καὶ τὰ παιδιά μας εἶναι στὰ χέρια καὶ στὴ διάκριση τῶν Τούρκων. Τίποτα, ἀδέρφια, δὲ μᾶς ἔμεινε. Δὲν εἶναι πρέπον νὰ σταυρώσουμε τὰ χέρια καὶ νὰ τηρᾶμε τὸν οὐρανό. Ὁ Θεὸς μᾶς ἔδωσε χέρια, γνώση καὶ νοῦ. Ἂς ρωτήσουμε τὴν καρδιά μας καὶ ὅ,τι μᾶς ἀπανταχαίνει, ἂς τὸ βάλομεν γρήγορα σὲ πράξη καὶ ἂς εἴμεθα, ἀδέλφια, βέβαιοι, πὼς ὁ Χριστός μας, ὁ πολυαγαπημένος, θὰ βάλει τὸ χέρι ἀπάνω μας».
Ὀδυσσέας Ἀνδροῦτσος

Γενναιότατε στρατηγέ,
«...Ἰδοὺ ὁ Θεὸς μεθ᾿ ἡμῶν ὡς ἐπάταξεν ἔθνη πολλὰ καὶ ἀπέκτεινε βασιλεῖς κραταιούς· Ὁ Παντοκράτωρ Θεὸς δὲν μᾶς ἀφήνει εἰς τὴν διάκρισιν τοῦ ἐχθροῦ. Ὄχι, ὄχι βέβαια, ἀλλὰ εἶναι σύμμαχός μας κατὰ πάντα, καθὼς ἐμπράκτως, πολλάκις τὸ εἴδομεν καὶ ἄμποτε εἰς τὸ ἑξῆς διὰ τῆς δυνάμεως τοῦ τιμίου καὶ ζωοποιοῦ Σταυροῦ καὶ τῆς ἐνεργείας καὶ γενναιότητός σας ν᾿ ἀφανισθῆ ὁ ἐχθρὸς ἐξ ὁλοκλήρου. Εἴθε γένοιτο, γένοιτο...»
Ἀπὸ τὴν ἐπιστολὴν τοῦ Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, πρὸς τὸν Θ. Κολοκοτρώνη μετὰ τὸν θρίαμβο στὰ Δερβενάκια

«Ἀφοῦ ὁ Θεὸς ὑπέγραψε τὴν ἐλευθερία τῆς Ἑλλάδος, δὲν παίρνει πίσω τὴν ὑπογραφή του».
«Καὶ ὅταν ὁ δίκαιος Θεός μᾶς βοηθάει ποιὸς ἐχθρὸς μπορεῖ νὰ μᾶς κάνει καλά;».
«...Γιὰ νὰ ἰσάσετε τὴν πατρίδα, πρέπει νὰ ἔχετε θεμέλια τῆς πολιτείας, τὴν Ὁμόνοια, τὴν Θρησκεία καὶ τὴν Φρόνιμη Ἐλευθερία»... «καὶ μὴ στηρίζεστε στοὺς ξένους, ἀλλὰ στὸν ἑαυτό σας καὶ στὸν Θεό».
Θ. Κολοκοτρώνης

Ἀπὸ τὴν ἔκδοση «Ἡρωϊσμὸς καὶ Ἁγιότης», 2007