ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟΣ γιὰ τὴν 28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940

(Ἐκφωνηθεὶς ὑπὸ τοῦ θεολόγου τοῦ Β´ Γυμνασίου Αἰγίου Πάνου Σημάτη τὴν 28-Οκτ-2005)


Σεβαστοὶ Πατέρες,
Ἀξιότιμοι Πολιτικοὶ Ἄρχοντες,
Κυρίες καὶ Κύριοι,
Ἀγαπητοὶ μαθητὲς καὶ μαθήτριες

Ὅταν μοῦ ἀνατέθηκε ἡ ἐκφώνηση τοῦ Πανηγυρικοῦ στὴν ἡρωϊκὴ ἐπέτειο τῆς ἡμέρας τοῦ ΟΧΙ, σκεφτόμουν: Τί ἀλήθεια ἔχουμε νὰ πανηγυρίσουμε ἐμεῖς σήμερα; Ποιό Πανηγυρικὸ λόγο νὰ ἀρθρώσουμε, δοξαστικὸ τοῦ ΟΧΙ, οἱ σύγχρονοι Ἕλληνες τοῦ εὔκολου ΝΑΙ;

Ὁ Πανηγυρικὸς σὲ μιᾶς τέτοιας περικαλλοῦς ἡμέρας τὴ μνήμη, πρέπει νὰ ἐκφράζει τὸ πανηγύρι τῶν ψυχῶν τῶν πανηγυριζόντων, ἀλλιῶς εἶναι κούφιος λόγος, ὑποκριτικὴ τέχνη προσβολῆς τῆς μνήμης τῶν ἡρώων. Πρέπει νὰ ἐκφράζει τὴν ὁμόψυχη θέληση νὰ τιμήσουν ἕνα κορυφαῖο γεγονὸς τῆς ἱστορίας ποὺ παραμένει στὴ συλλογική τους μνήμη ἀνεξίτηλα γραμμένο, ἕνα γεγονὸς ποὺ χάρη στὴν ἀγάπη καὶ τὴν φροντίδα τῶν παλιῶν μεταλαμπαδεύεται στὶς ψυχὲς τῶν νέων. Πρέπει νὰ ἐκφράζει καὶ νὰ συναντᾶ τὰ συναισθήματα καὶ τὶς σκέψεις, τὴν συνείδηση τῆς κοινότητος γιὰ τὴν ὁποία ἐκφωνεῖται. Νὰ συναντᾶται μὲ τὶς ψυχὲς τῶν ἡρώων, ὄχι στὸ χῶρο τοῦ συμβολικοῦ καὶ τῆς φαντασίας, ἀλλὰ στὸ χῶρο τῆς πραγματικότητας, ἀφοῦ γιὰ τὴν Παράδοσή μας, ζωντανοὶ καὶ τεθνεῶτες ἀποτελοῦμε ἕνα σῶμα, μ᾿ αὐτοὺς ἐπικοινωνήσαμε πρὶν λίγο μὲ τὴν ἐπιμνημόσυνη δέηση.

Πανηγυρίζω γιὰ κάτι σημαίνει ὅτι ἀποδέχομαι πρῶτα ὡς ὀρθό, ἐπαινετό, ἄξιο μιμήσεως τὸ γεγονὸς γιὰ τὸ ὁποῖο πανηγυρίζω. Ἐμεῖς, οἱ πανηγυρίζοντες, ἀποδεχόμεθα σήμερα ὡς πρότυπο ζωῆς τὴ θυσία τῶν πατέρων καὶ μητέρων μας, μὲ τέτοιο τρόπο ποὺ τὰ γεγονότα νὰ μὴ μᾶς διαψεύδουν;

«Πόσα κοινά σημεῖα ἔχουμε σὰν συλλογικὴ ψυχοσύνθεση οἱ σημερινοὶ Ἕλληνες μὲ ἐκείνους τοῦ Σαράντα; Πόσα ὁμόφωνα «ΟΧΙ» θὰ εἴμασταν ἕτοιμοι νὰ ποῦμε στὶς ποικιλόμορφες ἀπειλὲς ποὺ ὑψώνονται γύρω μας» ἐμεῖς, ποὺ τουλάχιστον δίνουμε τὴν ἐντύπωση ὅτι ἀποφεύγουμε κάθε σκέψη γιὰ σύγκρουση καὶ ἀγῶνα ἀκόμη καὶ γιὰ τὰ νόμιμα ἐθνικά μας συμφέροντα;

Ὑπάρχουν πολλὲς «ἀπαισιόδοξες” φωνὲς πνευματικῶν ἀνθρώπων τὰ τελευταῖα χρόνια, καὶ συνεχῶς πληθαίνουν, ποὺ ἰσχυρίζονται -μελετώντας τὰ συμπτώματα τοῦ σύγχρονου κοινωνικοῦ μας βίου- πὼς ἔφτασε τὸ τέλος τοῦ ἑλλαδικοῦ κράτους. Ἐπισημαίνουν πὼς μηδενίσαμε τὴν κληρονομιὰ τοῦ ΟΧΙ. «Σκορπίσαμε τὰ μεγάλα δῶρα, ποὺ οἱ πρόγονοί μας ἐξασφάλισαν σκορπώντας τὸ αἷμα τους». Διαπιστώνουν, πὼς πελαγοδρομοῦμε ἄβουλοι, λαὸς καὶ ἡγεσία, χωρὶς ἄλλο ὅραμα πέρα ἀπὸ τὴν ἐξυπηρέτηση ἀτομικῶν συμφερόντων, περιφέροντας τὰ ἱερὰ τῆς φυλῆς, τὶς ἀξίες γιὰ τὶς ὁποῖες οἱ πρόγονοί μας θυσιάστηκαν ὄχι ὡς ζωντανὴ παρακαταθήκη, ἀλλὰ ὡς μουσειακὸ εἶδος. Ἀφήνουμε νὰ λιμνάζουν τὰ ἐθνικά μας θέματα μεταξὺ Ἰμίων καὶ Κύπρου, μεταξὺ Σκοπίων καὶ Βρυξελῶν, μεταξὺ Οὐάσιγκτον καὶ Ἄγκυρας.

Ὅμως, ὅσο κι ἂν πολλὲς ἀπὸ αὐτὲς τὶς ἐπισημάνσεις εἶναι σωστές, ὅσο κι ἂν τὰ ἰδανικὰ μας σκεπάστηκαν ἀπὸ τὶς μέριμνες τοῦ βίου, τὴν φτώχια καὶ τὴν ἀνεργία, ὅσο κι ἂν ἔχουμε πέσει θύματα ἑνὸς καταναλωτικοῦ τρόπου ζωῆς, κυκλοφοροῦν ἀκόμα στὶς καρδιές μας, στὰ κύτταρά μας καὶ στὴ μνήμη μας οἱ ξεχωριστὲς στιγμὲς τῆς ἱστορίας μας, οἱ κορυφαῖες πράξεις ἡρωϊσμοῦ τοῦ λαοῦ τοῦ Σαράντα, κάτι ἀπὸ τὴν μαγιὰ τοῦ ΟΧΙ. Τὸ ἀνοσοποιητικό μας σύστημα λειτουργεῖ ἀκόμη, ἡ ἱστορικὴ μνήμη ἔχει ἐμποτίσει τὴ συλλογικὴ καὶ τὴν κοινωνική μας ζωή, ἡ ματιὰ καὶ ἡ σκέψη μας συναντάει ἀκόμη στὰ πολιτισμικά μας μνημεῖα τὶς ἀνταύγειες τοῦ ἡρωϊσμοῦ καὶ τῆς μεγαλοσύνης τῶν ἡρώων, ἀναβαπτίζεται ἢ ἔστω ἐπιχρυσώνεται μὲ αὐτές.

Τὸ κρίσιμο ἐρώτημα εἶναι: ὣς πότε ὅμως; Ἤδη ἡ ἀφασία μας στὴν ὑπεράσπιση τῶν ἐθνικῶν μας συμφερόντων εἶναι φανερὴ ἀπὸ μακριά. Ἡ διαφθορά σὲ ὅλα τὰ ἐπίπεδα τῆς ζωῆς μας, ἀναδίδει μιὰ ἀνυπόφορη δυσωδία, καὶ ὅσο κι ἂν ἐμεῖς, οἱ μεγαλύτεροι, διαθέτουμε ἀκόμα τὰ σωτήρια ἀντισώματα τῶν παραμερισμένων ἀξιῶν τῆς φυλῆς, οἱ νέοι μας, τὸ ἀξιακὸ σύστημα τῶν νέων ἀνθρώπων, ἀναπτύσσεται σ᾿ ἕνα περιβάλλον, ὅπου ἀναδεικνύονται καὶ ἐπικρατοῦν χαοτικὰ συστήματα ἀξιῶν, ὅπου τὰ ἰδανικὰ ἀμφισβητοῦνται ἀπὸ τὴν ἔμπρακτη ζωὴ τῶν μεγάλων, καὶ ἔτσι τὰ παιδιά μας ἐμβολιάζονται μὲ νοθευμένα ἀντισώματα.

Πανηγυρικὸς λόγος τὸ 2005. Μήπως εἶναι ἡ κατάλληλη στιγμὴ ἑνὸς ἄλλου πανηγυρικοῦ, ἐθνικῆς περισυλλογῆς, κάτι ποὺ θὰ ἔφερνε ἀγαλλίαση στὶς παριστάμενες σκιὲς τῶν ἡρώων μεγαλύτερη ἀπὸ ὅσο οἱ ρητορικὲς ἐγκωμιαστικὲς ἐξάρσεις; Μήπως θὰ γινόταν πανηγύρι πρωτόφαντο ἐκεῖ ψηλὰ στὶς οὐράνιες κατοικίες τους -πιὸ πάνω ἀπ᾿ τὶς κορφὲς τοῦ Ὀλύμπου- ἂν ἔβλεπαν ὅτι στὴ μνήμη τους δὲν ἀκούγονται μεγάλα λόγια, ἀλλὰ παίρνονται μεγάλες ἀποφάσεις ἀντάξιες τῶν ἀγώνων καὶ τῆς θυσίας τους;

Εἶναι σίγουρο ὅτι ἐμεῖς ἐδῶ, ὅσοι Αἰγιῶτες προσήλθαμε νὰ ἀποδώσουμε τιμὴ στοὺς ἥρωές μας, εἴτε ἀπὸ κοινωνικὴ ὑποχρέωση εἴτε ἀπὸ ἐσωτερικὴ παρόρμηση, δὲν πρόκειται νὰ ἀλλάξουμε τὰ ἑλλαδικὰ δεδομένα. Μποροῦμε, ὅμως, νὰ ἀλλάξουμε τὴ δική μας στάση ἀπέναντι στὰ πράγματα. Σύμφωνα μὲ μιὰ σοφὴ ρήση, «δὲν πρέπει νὰ ἀνησυχοῦμε τόσο γιὰ τὸ τί πρέπει νὰ κάνουμε, ὅσο νὰ ἀνησυχοῦμε μᾶλλον, γιὰ τὸ τί εἴμαστε».

Ἐξ ἄλλου «ἡ φύση τῆς πανανθρώπινης ὑπάρξεως εἶναι τέτοια, ὥστε κάθε ἰδιαίτερο πρόσωπο, νικῶντας τὸ κακὸ στὸν ἑαυτό του, ἐπιφέρει μέσα ἀπὸ τὴ νίκη αὐτὴ ἧττα τοῦ κοσμικοῦ κακοῦ τόσο μεγάλη, ὥστε τὰ ἀποτελέσματα ἐπενεργοῦν εὐεργετικὰ ἐπάνω στὰ πεπρωμένα ὅλου τοῦ κόσμου».

Ἔτσι, ἂν καὶ δὲν ἔχουμε τὴν ψευδαίσθηση πὼς ἐμεῖς μποροῦμε ν᾿ ἀλλάξουμε κάτι, ὅμως, δὲν πρέπει νὰ διαφεύγει τῆς προσοχῆς μας τὸ γεγονός, ὅτι στὴν ἱστορία δροῦν ἀστάθμητοι παράγοντες, ἀπρόβλεπτες συγκυρίες ποὺ μεταβάλλουν τὰ πράγματα. Καὶ ἐν τέλει, πὼς ἡ σύνθεση τῶν ἐπὶ μέρους γεγονότων γίνεται ἀπὸ Αὐτὸν ποὺ κυβερνάει τὴν παγκόσμια ἱστορία, ἐπιβραβεύοντας εὐγενικὲς διαθέσεις καὶ ἡρωϊκὲς ἀποφάσεις. Καὶ εἶναι βέβαιο πὼς τὴν ἱστορικὴ πορεία τοῦ ἀνθρώπου δὲν κατευθύνει ἡ ἀπραξία, δὲν τὴν γονιμοποιεῖ ἡ παθητικότητα, δὲν τὴν εὐνοεῖ ὁ ἀτομισμός, ἀλλὰ ὁ κοινὸς ἀγώνας, ἡ τόλμη γιὰ τὴν ἐπικράτηση τῶν ἀρετῶν ἐκείνων ποὺ ἀνεβάζουν τὴν κοινωνικὴ ζωὴ σὲ ὑψηλότερα ἐπίπεδα ἐλευθερίας καὶ ἀγάπης.

Αὐτὰ ἦταν καὶ τὰ κύρια χαρακτηριστικὰ τοῦ ἀγῶνα τοῦ Σαράντα: ἡ νίκη τοῦ ἑαυτοῦ ὡς θυσία, ἡ ὑπέρβαση τοῦ ἀτομισμοῦ, ἡ ἑνότητα, ἡ ἀγάπη. Ἀρετές, τῶν ὁποίων οἱ ἀναβαθμοὶ διαπερνοῦν τὴν ψυχὴ τῶν Ἑλλήνων ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους ὣς τὸ Βυζάντιο καὶ ὣς τὸ Σαράντα καὶ ἐκφράζονται περιεκτικὰ καὶ λιτὰ ἀπὸ τὴ γραφίδα τοῦ Πλάτωνα:

«Τὸ νικᾶν ἑαυτόν,
πασῶν νικῶν πρώτη τε καὶ ἀρίστη,
τὸ δὲ ἡττᾶσθαι αὑτὸν ὑφ᾿ ἑαυτοῦ
πάντων αἴσχιστον ἅμα καὶ κάκιστον».

Κι αὐτοὶ ποὺ ἀγωνίστηκαν θυσιαστικὰ -καὶ γι᾿ αὐτὸ νίκησαν- δὲν ἦταν μόνο οἱ φαντάροι. Ἦταν γέροντες, παιδιά, γυναῖκες ποὺ ζαλωμένες πολεμοφόδια, τρόφιμα, ρουχισμὸ ἀνέβαιναν κι ἀνέβαιναν στὶς κακοτράχαλες βουνοκορφὲς τῆς Πίνδου, κι ὕστερα -ἀνάλαφρες σκιές- κατέβαιναν ζαλωμένες μ᾿ εὐλάβεια τὰ ζωντανὰ λείψανα πληγωμένων φαντάρων. Κι ἔνιωθαν στὶς πλάτες τους νὰ τοὺς βαραίνουν τὰ βογγητὰ τοῦ πόνου ἐναλλασσόμενα μὲ τὸ ρόχθο τοῦ θανάτου, κι ὅλα ν᾿ ἀνακατεύονται μὲ τὴ βροχὴ ἢ τὸ χιόνι, τὴ λάσπη, τὸ σκοτάδι.

Αὐτὲς οἱ εἰκόνες τῆς θυσίας, ἁγιογραφίες φωτεινὲς ἀχειροποίητες, «θὰ χαρακτοῦν στὴ μνήμη τοῦ ἔθνους, θὰ γίνουν ὅραμα συμβολικό, λιτανεία ποὺ πάει νὰ καταθέσει τὸ βαρὺ τάξιμο στὸ θυσιαστήριο τῆς ἐλευθερίας».

Κι ὅλος αὐτὸς ὁ ξεσηκωμός, ἡ ψυχικὴ ἀνάταση δὲν ἦταν μιὰ ξαφνικὴ δημιουργία, δὲν γεννήθηκε ἀπὸ τὸ πουθενά. Ἦταν ζύμωση αἰώνων τῶν ἀξιῶν τῆς φυλῆς στὴν συλλογικὴ συνείδηση, πορεία ἀτέλειωτη ἐναλλασσόμενων στιγμῶν φωτὸς καὶ σκότους, ροὴ ἡμερῶν σημαντικῶν κι ἀσήμαντων, πικρῶν κι εὐτυχισμένων, «ἀδειανῶν χρόνων καὶ λιμνασμένων αἰώνων».

Φαίνεται νὰ εἶναι ἱστορικὰ βεβαιωμένο πὼς στὶς κρίσιμες στιγμὲς τὸ Ἔθνος, ἀνέσυρε ἀπὸ τὴν ἐθνική του μνήμη τὶς ἀρετὲς ἐκεῖνες ποὺ τὸ βοήθησαν, ὄχι μόνο νὰ ξεπεράσει τὸν κίνδυνο, ἀλλὰ καὶ νὰ μεγαλουργήσει.

Καὶ ἀπὸ τὶς ἀναρίθμητες αὐτὲς περιπέτειες τὸ ὑποσυνείδητο τοῦ λαοῦ ἔχει ἀποθησαυρίσει σοφία. Αὐτὴ χρησιμοποίησε καὶ τὸ 1940.

«Τὸ ἱστορικὸ ὑποσυνείδητο ἀγρυπνοῦσε τὴν ὥρα ποὺ ὁ λαὸς ἔδινε τὴν ἐντύπωση, ὅτι ἀκούει πρόθυμα» τὴ φασιστικὴ προπαγάνδα «καὶ ὅτι παρακολουθεῖ μὲ ἀπάθεια τὴν πυρκαϊὰ νὰ πλησιάζει ὁλοένα πρὸς τὰ σύνορά του... Μὲ τὶς μυστικὲς κεραῖες του ὅμως, αἰσθάνθηκε ἀπὸ μακρυά τὸν κίνδυνο καὶ ἑτοίμασε τὸν πολύπλοκο μηχανισμὸ τῆς ἀντιδράσεως». «Ἡ ἀπόφαση γιὰ τὸ ὄχι» προερχόταν ἀπὸ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς του. «Τὸ ἀπέδειξαν τὰ πράγματα. Κανεὶς δὲν ἐδείλιασε... Ὅλοι σὰν μιὰ ψυχὴ ὑπερήφανη ἑνώθηκαν στὴ θυσία. Ἀλλὰ τὰ πράγματα δὲν θ᾿ ἀποδείκνυαν τίποτε, ἂν ἡ ἀπόφαση τῶν Ἑλλήνων δὲν ἦταν παρμένη ἀπὸ καιρό, ἂν δὲν εἶχε ὡριμάσει μὲ τὴ σκέψη καὶ τὴν ἐπίγνωση ὅτι ὄφειλε νὰ εἶναι ἀπόφαση ἀκράδαντη».

Ἀπέναντι, λοιπόν, στὴν ἀπαισιόδοξη θέση περὶ τοῦ τέλους τῆς Ἑλλάδας, διατυπώνεται ἡ αἰσιόδοξη ἄποψη, ὅτι κάθε φορὰ ποὺ ἡ Ἑλλάδα κινδυνεύει, ὡς ἄλλος ἀπὸ μηχανῆς θεός, ἐμφανίζεται τὸ συλλογικὸ ἀσυνείδητο καὶ γιγαντώνει τοὺς Ἕλληνες, ἐγγυᾶται τὴ λειτουργία τῶν προγονικῶν ἀρετῶν ποὺ θὰ τοὺς βγάλει ἀπὸ τὶς δυσκολίες.

Ὅμως, τὸ ἱστορικὸ ἀσυνείδητο -ἢ ὅπως ἀλλιῶς τὸ ὀνομάζουμε- δὲν βρίσκεται σὲ μιὰ στατικὴ κατάσταση. Εἶναι μιὰ «λειτουργία ποὺ τελεῖται μέσα στὴν ψυχὴ τοῦ ἔθνους ὁλόκληρου σὰν ὀργανικοῦ ὄντος ὑπερτάτης μορφῆς» ἀλλὰ «ἀπὸ γενεὰ σὲ γενεὰ ἐνισχύεται» ἢ ἀδυνατίζει «ἀπὸ ἕνα θεσμὸ πολὺ μεγάλης σημασίας, τὴν παιδεία».

Ἔτσι, ὅσοι ὑποστηρίζουν ἀνέμελοι ὅτι ἡ συνείδηση τοῦ λαοῦ μας θὰ λειτουργήσει καὶ πάλι στὴν κρίσιμη στιγμή, ὑποτιμοῦν ἀνεπίτρεπτα τὴν παιδευτικὴ σημασία τῆς ἱστορίας καί, ἐπὶ πλέον, δὲν ἔχουν φαίνεται συλλογιστεῖ πὼς ἕνας λαὸς δὲν ζεῖ μόνο γιὰ τὸν πόλεμο. Δὲν περιμένει ἕναν πόλεμο γιὰ νὰ ἀποδείξει τὶς ἀρετές του. Ὁ ἡρωϊσμός, ἡ ἀξιοπρέπεια, ὁ δημοκρατικὸς τρόπος ζωῆς εἶναι καθημερινὴ κατάκτηση. Ζυμώνονται μέσα στὴν κοινωνία, στὶς ἀντιξοότητες τῆς ζωῆς, μέσα στὴ σιωπή, τὴν καθημερινὴ χαρὰ καὶ τὸν πόνο, τὴ δουλειὰ καὶ τὴ σχόλη. Ἡ συνείδηση τοῦ Ἔθνους χρειάζεται ἀνατροφοδότηση, χρειάζεται Παιδεία.

Ὄχι μόνο αὐτὴ τὴν ἀτροφικὴ ποὺ προσφέρεται στὰ ἐκπαιδευτήρια τῆς χώρας μας, ἀλλὰ μιὰ παιδεία δυναμική, ὁλόπλευρη, Παιδεία λόγου καὶ πράξεων, μὲ συντελεστὲς ὅλους τοὺς φορεῖς ἐξουσίας, τὴν οἰκογένεια, τὴν Ἐκκλησία, τοὺς πολιτικοὺς ἄρχοντες, τὰ μέσα μαζικῆς ἐνημέρωσης, ποὺ ὅπως κατάντησαν σήμερα, συμβάλλουν στὴν διάλυση τοῦ κοινωνικοῦ ἱστοῦ καὶ προσβάλλουν, ὄχι μόνο τὴν καλαισθησία μας καὶ τὴν εὐπρέπεια, μὰ καὶ τὴ νοημοσύνη μας. Ὅσο, λοιπόν, ἡ Παιδεία ὑπολειτουργεῖ σὲ ὅλους τοὺς τομεῖς, ποιός μᾶς ἐγγυᾶται ὅτι καλλιεργοῦμε στοὺς νέους -ποὺ ἀγνοοῦν- τὴν ἑλληνικὴ συνείδηση, δηλαδὴ τὸν παγκοσμίου ἀποδοχῆς ἑλληνικὸ πολιτισμό; Καὶ πῶς περιμένουμε νὰ λειτουργήσει ἑλληνικά, δηλαδὴ πανανθρώπινα, ἡ ψυχὴ τῶν Ἑλλήνων ποὺ γαλουχεῖται μὲ πρότυπα τὰ ὑποπροϊόντα ἀμερικανικῆς παραγωγὴς καὶ προελεύσεως, στοὺς ἀντίποδες ἀκριβῶς τῶν παγκόσμιων ἑλληνικῶν ἀξιῶν;

Ἀλλὰ τὰ ἐθνικὰ θέματα κάθε λαοῦ, δὲν εἶναι συνυφασμένα μόνο μὲ τὶς πολιτιστικές του ἀξίες, μὰ καὶ τὴν πολιτικὴ λειτουργία. Καὶ στὰ πολιτικὰ θέματα ἡ νεοελληνικὴ κοινωνία δείχνει πελαγωμένη. Ἀποστρέφει τὴ ματιά της ἀπὸ τὶς ἀξίες καὶ τὴν κληρονομιὰ τοῦ ΟΧΙ, ἀφοῦ οἱ πολιτικὲς της ἐπιλογὲς λαμβάνονται μὲ γνώμονα τὴν μεγιστοποίηση τῆς καταναλωτικῆς εὐωχίας. «Κυρίαρχη πρακτικὴ κατάντησε νὰ εἶναι ὁ «χλευασμὸς κάθε νοήματος πατρίδας, κοινωνίας πολιτῶν, ἀθλήματος ἐλευθερίας”».

Ὁ πατριωτισμός, ὅμως, τοῦ Ἕλληνα δὲν εἶναι ἐθνικισμός.

«Εἶναι ἡ αἴσθηση τῆς ἀξιοπρέπειας. Ὅταν αὐτὴ εἶναι ἐκτεθειμένη σὲ κινδύνους, τότε τὸ τροπάριο τῆς εἰρηνοφιλίας διακόπτεται. Ὄχι ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸν πόλεμο. Ἀπὸ ἀγάπη πρὸς αὐτὴν τὴν Εἰρήνη. Γιατὶ τίποτα δὲν ἐξυπηρετεῖ τὴν Εἰρήνη χειρότερα ἀπὸ τὴν καλοπροαίρετη διάθεση τῶν λαῶν νὰ δέχονται ραπίσματα».

Κυρίες καὶ Κύριοι,

«Ἡ θυσία ποὺ εἶναι ἡ πεμπτουσία τῆς παραδόσεώς μας, μαρτυρημένη καὶ θαυμαζόμενη παγκοσμίως, εἶναι αὐτὴ ποὺ μᾶς διέσωσε στὶς κρίσιμες ἱστορικές μας στιγμές. Θυσία γιὰ τὶς ἀξίες τῆς Ἐλευθερίας καὶ τῆς Δημοκρατίας, μὲ ἐμπνευστή της τὴν πίστη. Ἡ θυσία, ποὺ πηγάζει ἀπὸ τὴν ἀγάπη εἶναι ἡ βάση τῆς κοινωνικῆς ζωῆς. Ὁ καταναλωτισμός, ἡ διαφθορά, ...ποὺ πάντα ὑπῆρχαν στὴν κοινωνικὴ ζωὴ ὅλων τῶν λαῶν σὲ κάποιο βαθμό, σήμερα ἔχουν ὁδηγηθεῖ σὲ ἀμετρία ποὺ ὁδηγοῦν σὲ ἀδιέξοδο. Ἡ θυσία ποὺ γίνεται ἀπὸ ἀγάπη, θεραπεύει τὶς κοινωνικὲς ἀνάγκες, ἀλλὰ καὶ ἱκανοποιεῖ καὶ τὸ ἴδιο τὸ ἄτομο ποὺ θυσιάζει κάτι ἀπὸ τὴν προσωπική του ζωή, γιὰ χάριν τῶν ἀγαπωμένων προσώπων. Ὅταν τὰ ἔθνη δὲν ἀγωνίζονται σὲ αὐτὴ τὴν καθημερινὴ θυσία, ποὺ σημαίνει στέρηση στὸ ἐπίπεδο τῶν αἰσθήσεων γιὰ χάρη τοῦ ἄλλου, τότε ἢ σβήνουν ἢ ἀναγκάζονται νὰ ὑποστούν θυσίες σὲ μεγαλύτερη κλίμακα, πολλὲς φορὲς στὴν ἐσχάτη θυσία τοῦ αἵματος».

Oἱ κίνδυνοι ἀφανισμοῦ τοῦ ἔθνους μας ὡς πολιτιστικῆς ὀντότητας καὶ ἡ μετατροπή του σὲ κάτι ἄλλο εἶναι ὑπαρκτοί. «Ὁ πραγματικός στόχος τοῦ παγκόσμιου ἐξουσιασμοῦ εἶναι ἡ ἀλλοίωση τῆς ἐθνικῆς μας συνείδησης», γιατὶ μόνο ἔτσι νομίζει πὼς θὰ ἐπιτύχει τοὺς στόχους του. «Kι εἶναι σημαντικὴ ἡ εὐκαιρία ποὺ μᾶς προσφέρει καὶ πάλι ἡ ἐπέτειος τῆς 28ης Ὀκτωβρίου, γιατὶ ὅπως τότε οἱ ἀγωνιστὲς τοῦ ῾40 συνειδητοποίησαν τὸν κίνδυνο κι ὑψώθηκαν στὰ ὅρια τῆς ἑλληνικῆς ἡρωϊκῆς ψυχῆς, γιὰ νὰ διαφυλάξουν τὸν ἑαυτό τους καὶ τὴν πατρίδα τους, ἔτσι κι ἐμεῖς. Ἀπαιτεῖται νὰ συνειδητοποιήσουμε τοὺς κινδύνους ποὺ ὕπουλα στὴν ἐποχή μας ἀπειλοῦν τὴν ὕπαρξή μας... Kι ἔχοντας μπρὸς στὰ μάτια μας τὰ ἡρωϊκά τους παραδείγματα, ἔχοντας συμπαραστάτη μας καὶ βοηθὸ τὴν ἀρχιστρατηγοῦσα Θεοτόκο, ἂς ἀρθοῦμε στὸ ὕψος τῶν περιστάσεων» μὲ φρόνημα μαρτυρικό, εὐγνωμονοῦντες αὐτοὺς ποὺ μᾶς ἔδειξαν τὸ δρόμο.

Παραπομπές

Τὰ ἐντὸς εἰσαγωγικῶν τμήματα ἁλίευσα ἀπὸ κείμενα τῶν παρακάτω συγγραφέων, ἀλλὰ καὶ κάποια ἄρθρα ἀπὸ τὸ Διαδίκτυο: Βαλσάμη Γ., Γιανναρᾶ Χρ., Καραμπελιᾶ Γ., Μιχελῆ Π., Μυριβήλη Στρ., Παλαιολόγου Π., Παπανούτσου Εὐαγγ., Πλάτωνος Νόμοι, Σικελιανοῦ Ἀγγ., Τερζάκη Ἄγγ., Τσιρόπουλου Κ., περιοδ. «ΑΡΔΗΝ».