Καθομολογήσεις Ἑλλήνων νεωτέρας περιόδου

Ὅρκος τῶν Φιλικῶν (1814-1821) - Ὅρκος τῶν Μανιατῶν (1821) - Ὅρκος τῶν ἀγωνιστῶν τῆς Ε.Ο.Κ.Α στὴν Κύπρο (1955-1959) -
Ὅρκος τῶν Ἑλληνικῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων - Ὅρκος τῆς Ἐθνικῆς Φρουρᾶς Κύπρου


Ὅρκος τῶν Φιλικῶν (1814-1821)

ΟΡΚΙΖΟΜΑΙ ἐνώπιον τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ οἰκειοθελῶς, ὅτι θέλω εἶμαι ἐπὶ ζωῆς μου πιστὸς εἰς τὴν Ἑταιρείαν κατὰ πάντα. Νὰ μὴ φανερώσω τὸ παραμικρὸν ἀπὸ τὰ σημεῖα καὶ λόγους της, μήτε νὰ σταθῶ κατ᾿ οὐδένα λόγον ἡ ἀφορμή του νὰ καταλάβωσιν ἄλλοι ποτέ, ὅτι γνωρίζω τί περὶ τούτων, μήτε εἰς συγγενεῖς μου, μήτε εἰς πνευματικὸν ἢ φίλον μου.

ΟΡΚΙΖΟΜΑΙ, ὅτι εἰς τὸ ἑξῆς δὲν θέλω ἔμβει εἰς καμίαν ἄλλην ἑταιρείαν, ὁποία καὶ ἂν εἶναι, μήτε εἰς κανένα δεσμὸν ὑποχρεωτικόν. Καὶ μάλιστα, ὁποιονδήποτε δεσμὸν ἂν εἶχα, καὶ τὸν πλέον ἀδιάφορον ὡς πρὸς τὴν Ἑταιρείαν, θέλω τὸν νομίζει ὡς οὐδέν.

ΟΡΚΙΖΟΜΑΙ, ὅτι θέλω τρέφει εἰς τὴν καρδίαν μου ἀδιάλλακτον μῖσος ἐναντίον τῶν τυράννων τῆς πατρίδος μου, ὀπαδῶν καὶ τῶν ὁμοφρόνων μὲ τούτους. Θέλω ἐνεργεῖ κατὰ πάντα τρόπον πρὸς βλάβην καὶ αὐτὸν τὸν παντελῆ ὄλεθρόν των, ὅταν ἡ περίστασις τὸ συγχωρήσῃ.

ΟΡΚΙΖΟΜΑΙ νὰ μὴ μεταχειρισθῶ ποτὲ βίαν διὰ νὰ συγγνωρισθῶ μὲ κανένα συνάδελφον, προσέχων ἐξ ἐναντίας μὲ τὴν μεγαλυτέραν ἐπιμέλειαν νὰ μὴ λανθασθῶ κατὰ τοῦτο, γινόμενος αἴτιος ἀκολούθου τινὸς συμβάντος.

ΟΡΚΙΖΟΜΑΙ νὰ συντρέχω, ὅπου εὕρω τινὰ συνάδελφον, μὲ ὅλην τὴν δύναμιν καὶ τὴν κατάστασίν μου. Νὰ προσφέρω εἰς αὐτὸν σέβας καὶ ὑπακοήν, ἂν εἶναι μεγαλύτερος εἰς τὸν βαθμόν, καὶ ἂν ἔτυχε πρότερον ἐχθρός μου, τόσον περισσότερον νὰ τὸν ἀγαπῶ καὶ νὰ τὸν συντρέχω καθ᾿ ὅσον ἡ ἔχθρα μου ἤθελε εἶναι μεγαλυτέρα.

ΟΡΚΙΖΟΜΑΙ, ὅτι, καθὼς ἐγὼ παρεδέχθην εἰς τὴν Ἑταιρείαν, νὰ δέχωμαι παρομοίως ἄλλον ἀδελφόν, μεταχειριζόμενος πάντα τρόπον καὶ ὅλην τὴν κανονιζομένην ἄργητα, ἑωσοῦ τὸν γνωρίσω Ἕλληνα ἀληθῆ, θερμὸν ὑπερασπιστὴν τῆς πατρίδος, ἄνθρωπον ἐνάρετον καὶ ἄξιον ὄχι μόνον νὰ φυλάττῃ τὸ μυστικόν, ἀλλὰ νὰ κατηχήση καὶ ἄλλον ὀρθοῦ φρονήματος.

ΟΡΚΙΖΟΜΑΙ νὰ μὴν ὠφελώμαι κατ᾿ οὐδένα τρόπον ἀπὸ τὰ χρήματα τῆς Ἑταιρείας, θεωρῶν αὐτὰ ὡς ἱερὸν πρᾶγμα καὶ ἐνέχυρον ἀνῆκον εἰς ὅλον τὸ ἔθνος μου. Νὰ προφυλάττωμαι παρομοίως καὶ εἰς τὰ λαμβανόμενα καὶ στελλόμενα ἐσφραγιαμένα γράμματα.

ΟΡΚΙΖΟΜΑΙ νὰ μὴν ἐρωτῶ ποτὲ κανένα τῶν Φιλικῶν μὲ περιέργειαν, διὰ νὰ μάθω ὁποῖος τὸν ἐδέχθη εἰς τὴν Ἑταιρείαν. Κατὰ τοῦτο δὲ μήτε ἐγὼ νὰ φανερώσω, ἢ νὰ δώσω ἀφορμὴν εἰς τοῦτον νὰ καταλάβη, ποῖος μὲ παρεδέχθη. Νὰ ὑποκρίνωμαι μάλιστα ἄγνοιαν, ἂν γνωρίζω τὸ σημεῖον εἰς τὸ ἐφοδιαστικὸν τινὸς

ΟΡΚΙΖΟΜΑΙ νὰ προσέχω πάντοτε εἰς τὴν διαγωγήν μου, νὰ εἶμαι ἐνάρετος. Νὰ εὐλαβώμαι τὴν θρησκείαν μου, χωρὶς νὰ καταφρονῶ τὰς ξένας. Νὰ δίδω πάντοτε τὸ καλὸν παράδειγμα. Νὰ συμβουλεύω καὶ νὰ συντρέχω τὸν ἀσθενῆ, τὸν δυστυχῆ καὶ τὸν ἀδύνατον. Νὰ σέβωμαι τὴν διοίκησιν, τὰ ἔθιμα, τὰ κριτήρια καὶ τοὺς διοικητᾶς τοῦ τόπου, εἰς τὸν ὁποῖον διατρίβω.

ΤΕΛΟΣ ΠΑΝΤΩΝ ΟΡΚΙΖΟΜΑΙ ΕΙΣ ΣΕ, Ω ΙΕΡΑ ΠΛΗΝ ΤΡΙΣΑΘΛΙΑ ΠΑΤΡΙΣ, ΟΡΚΙΖΟΜΑΙ εἰς τοὺς πολυχρονίους βασάνους Σου, ὁρκίζομαι εἰς τὰ πικρὰ δάκρυα, τὰ ὁποῖα τόσους αἰῶνας ἔχυσαν καὶ χύνουν τὰ ταλαίπωρα τέκνα Σου, εἰς τὰ ἴδιά μου δάκρυα, χυνόμενα κατὰ ταύτην τὴν στιγμήν, καὶ εἰς τὴν μέλλουσαν ἐλευθερίαν τῶν ὁμογενῶν μου, ὅτι ἀφιερώνομαι ὅλως εἰς Σέ. Εἰς τὸ ἑξῆς Σὺ θέλεις εἶσαι ἡ αἰτία καὶ ὁ σκοπὸς τῶν διαλογισμῶν μου. Τὸ ὄνομά Σου ὁ ὁδηγὸς τῶν πράξεών μου καὶ ἡ εὐτυχία Σου ἡ ἀνταμοιβὴ τῶν κόπων μου. Ἡ θεία δικαιοσύνη ἂς ἐξαντλήση ἐπάνω εἰς τὴν κεφαλήν μου ὅλους τοὺς κεραυνούς της, τὸ ὄνομά μου νὰ εἶναι εἰς ἀποστροφήν, καὶ τὸ ὑπικείμενόν μου τὸ ἀντικείμενον τῆς κατάρας καὶ τοῦ ἀναθέματος τῶν Ὁμογενῶν μου, ἂν ἴσως λησμονήσω εἰς μίαν στιγμὴν τὰς δυστυχίας των καὶ δὲν ἐκπληρώσω τὸ χρέος μου. Τέλος ὁ θάνατός μου ἂς εἶναι ἡ ἄφευκτος τιμωρία τοῦ ἁμαρτήματός μου, διὰ νὰ μὴ μολύνω τὴν ἁγνότητα τῆς Ἑταιρείας μὲ τὴν συμμετοχήν μου.


Ὅρκος τῶν Μανιατῶν (1821)

Στὶς 17 Μαρτίου τοῦ 1821 στὴν Ἀρεόπολη συγκεντρώθηκαν οἱ πρόκριτοι τῆς Μάνης καὶ ὅλοι οἱ ἔνοπλοι Μανιάτες μὲ ἀρχηγὸ τὸν Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, ποὺ εἶχε ἐκλεγεῖ ἀρχηγὸς ἀπὸ τὴ Συνέλευση τῶν Κιτριῶν. Ἐκεῖ μετὰ τὴ δοξολογία, μπροστὰ στὸν Ἱερὸ Ναὸ τῶν Ταξιαρχῶν, ὕψωσαν τὸ λάβαρο τοῦ Ἀγῶνα, δηλαδὴ τὴ Μανιάτικη Σημαία. Ἡ σημαία ἦταν λευκή, μὲ μπλὲ σταυρὸ στὴ μέση. Στὴ πάνω πλευρὰ ἔγραφε «ΝΙΚΗ ἢ ΘΑΝΑΤΟΣ» καὶ στὴ κάτω τὸ ἔνδοξο «ΤΑΝ ἢ ΕΠΙ ΤΑΣ».

Ἐκεῖ κήρυξαν τὸν πόλεμο στὴ Ὀθωμανικὴ Αὐτοκρατορία, γι᾿ αὐτὸ ἡ σημαία τους ἔγραφε «ΝΙΚΗ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ» καὶ ὄχι «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ», ἐπειδὴ ἡ Ἐλευθερία γιὰ τοὺς Μανιάτες ἦταν δεδομένη. Ἐπανάσταση ἔκαναν οἱ ὑπόλοιποι Ἕλληνες ποὺ διεκδικοῦσαν τὴν Ἐλευθερία τους.

Τὸν παρακάτω ὅρκο ἀπάγγειλε ὁ ἱερὸς κλῆρος καὶ ἐπαναλάμβαναν οἱ ἀρματωμένοι Μανιάτες:

«Ὁρκίζομαι,
εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Παντοδυνάμου μας Θεοῦ,
εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ
καὶ τῆς Ἁγίας Τριάδος,
νὰ χύσω καὶ τὴν ὑστέραν ρανίδα τοῦ αἵματός μου,
ὑπὲρ πίστεως καὶ Πατρίδος.
Ὁρκίζομαι,
νὰ μὴ βλέψω εἰς τὰ ὄπισθεν
ἐὰν δὲν ἀποδιώξω τὸν ἐχθρὸν τῆς Πατρίδος
καὶ τῆς Θρησκείας μου.
Ὁρκίζομαι,
«Τὰν ἢ ἐπὶ Τὰς» καὶ «Νίκη ἢ Θάνατος»
ὑπὲρ Πίστεως καὶ Πατρίδος.


Ὅρκος τῶν ἀγωνιστῶν τῆς Ε.Ο.Κ.Α στὴν Κύπρο (1955-1959)

Ὁρκίζομαι εἰς τὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος ὅτι:

1.- Θὰ ἀγωνισθῶ μὲ ὅλας μου τὰς δυνάμεις διὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς Κύπρου ἀπὸ τὸν Ἀγγλικὸν ζυγόν, θυσιάζων καὶ αὐτὴν τὴν ζωήν μου.

2.- Δὲν θὰ ἐγκαταλείψω τὸν ἀγῶνα ὑπὸ οἱονδήποτε πρόσχημα παρὰ μόνον ὅταν διαταχθῶ ὑπὸ τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Ὀργανώσεως καὶ ἀφοῦ ἐκπληρωθῆ ὁ σκοπὸς τοῦ ἀγῶνος.

3.- Θὰ πειθαρχήσω ἀπολύτως εἰς τὰς διαταγὰς τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Ὀργανώσεως καὶ μόνον τούτου.

4.- Συλλαμβανόμενος θὰ τηρήσω ἀπόλυτον ἐχεμύθειαν τόσον ἐπὶ τῶν μυστικῶν τῆς Ὀργανώσεως ὅσον καὶ ἐπὶ τῶν ὀνομάτων τῶν συμμαχητῶν μου, ἔστω καὶ ἐὰν βασανισθῶ διὰ νὰ ὁμολογήσω.

5.- Δὲν θὰ ἀνακοινῶ εἰς οὐδένα διαταγὴν τῆς Ὀργανώσεως ἢ μυστικὸν τὸ ὁποῖον περιῆλθεν εἰς γνῶσιν μου, παρὰ μόνον εἰς ἐκείνους δι᾿ οὖς ἔχω ἐξουσιοδότησιν ὑπὸ τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Ὀργανώσεως.

6.- Τὰς πράξεις μου θὰ κατευθύνῃ μόνον τὸ συμφέρον τοῦ ἀγῶνος καὶ θὰ εἶναι ἀπηλλαγμέναι πάσης ἰδιοτελείας ἢ κομματικοῦ συμφέροντος.

7.- Ἐὰν παραβῶ τὸν ὅρκον μου θὰ εἶμαι ΑΤΙΜΟΣ καὶ ἄξιος πάσης τιμωρίας.


Ὅρκος τῶν Ἑλληνικῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων

Ὁρκίζομαι νὰ φυλάττω πίστιν εἰς τὴν Πατρίδα·
Ὑπακοὴν εἰς τὸ Σύνταγμα, τοὺς Νόμους καὶ τὰ Ψηφίσματα τοῦ Κράτους·
Ὑποταγὴν εἰς τοὺς ἀνωτέρους μου, νὰ ἐκτελῶ προθύμως καὶ ἄνευ ἀντιλογίας τὰς διαταγάς των.
Νὰ ὑπερασπίζω, με πίστιν καὶ ἀφοσίωσιν, μέχρι τῆς τελευταίας ῥανίδος τοῦ αἵματός μου, τὰς Σημαίας·
Νὰ μὴν τὰς ἐγκαταλείπω, μηδὲ νὰ ἀποχωρίζομαι ποτὲ ἀπ᾿ αὐτῶν.
Νὰ φυλάττω δὲ ἀκριβῶς τοὺς Στρατιωτικοὺς Νόμους,
καὶ νὰ διάγω ἐν γένει ὡς πιστὸς καὶ φιλότιμος Στρατιώτης.


Ὅρκος τῆς Ἐθνικῆς Φρουρᾶς Κύπρου

Ὁρκίζομαι πίστιν εἰς τὴν πατρίδα
καὶ σεβασμὸν πρὸς ὅλους τοὺς νόμους αὐτῆς
καὶ ὅτι πιστῶς θὰ ὑπηρετήσω ταύτην
ὑπὸ τὴν ἰδιότητά μου ὡς ὁπλίτου
καὶ ὅτι θὰ ὑπόκειμαι εἰς οἰουσδήποτε κανονισμοὺς
ἐν σχέσει πρὸς τὴν διοίκησιν, ὀργανισμὸν καὶ πειθαρχίαν τῆς Ἐθνικῆς Φρουρᾶς.