Κωστὴς Παλαμᾶς - Ποιήματα

Ἡ μεγαλοσύνη τῶν ἐθνῶν δὲ μετριέται μὲ τὸ στρέμμα.
Μὲ τῆς καρδιᾶς τὸ πύρωμα μετριέται καὶ τὸ αἷμα.


Ὁ Διγενὴς κι ὁ Χάροντας

Καβάλλα πάει ὁ Χάροντας
τὸν Διγενῆ στὸν Ἅδη,
κι ἄλλους μαζί... Κλαίει, δέρνεται
τ᾿ ἀνθρώπινο κοπάδι.

Καὶ τοὺς κρατεῖ στοῦ ἀλόγου του
δεμένους στὰ καπούλια,
τῆς λεβεντιᾶς τὸν ἄνεμο,
τῆς ὀμορφιᾶς τὴν πούλια.

Καὶ σὰ νὰ μὴν τὸν πάτησε
τοῦ Χάρου τὸ ποδάρι
ὁ Ἀκρίτας μόνο ἀτάραχα
κοιτάει τὸν καβαλλάρη.

«Ὁ Ἀκρίτας εἶμαι, Χάροντα
δὲν περνῶ μὲ τὰ χρόνια.
Μ᾿ ἄγγιξες καὶ δὲ μ᾿ ἔνοιωσες
στὰ μαρμαρένια ἁλώνια;

Ἐγὼ εἶμαι ἡ ἀκατάλυτη
ψυχὴ τῶν Σαλαμίνων,
στὴν Ἑφτάλοφην ἔφερα
τὸ σπαθὶ τῶν Ἑλλήνων.

Δὲ χάνομαι στὰ Τάρταρα,
μονάχα ξαποσταίνω,
στὴ ζωὴ ξαναφαίνομαι
καὶ λαοὺς ἀνασταίνω!»


Δόξα στὸ Μεσολόγγι

(1926, ἀπαγγέλθηκε ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Ποιητή,
στὴν 100η ἐπέτειο τῆς Ἐξόδου στὸ Μεσολόγγι - ἀπόσπασμα)

Γῆ, τοὺς ξάστερους πάντοτε οὐρανούς μου
Κάθε λογῆς κόσμοι ἀστρικοὶ πλουμίζουν,
Ἄστρα ποὺ σβύνουν καὶ ποὺ πέφτουν, ἄστρα
Ποὺ τρεμοφέγγουν,

Πλανῆτες, φωτοσύγνεφα, κομῆτες,
Φῶτα χλωμὰ καὶ φῶτα θάμπωμα, ἥλιοι,
Πὲς τὰ μαργαριτάρια καὶ χρυσάφια,
Πὲς τὰ διαμάντια.

Μὰ ἐσύ, ρουμπίνι ἀπ᾿ τοὺς ἀχνοὺς δεμένο
Μαρτυρικῶν καὶ ἡρωικῶν αἱμάτων.
Στὸν οὐρανὸ τῆς πλάσης, καθὼς εἶναι τοῦ πόλου τὸ ἄστρο,
Τοῦ πόλου τὸ ἄστρο ἐσὺ στοὺς οὐρανούς μου

Τῆς Δόξας, δόξα, ὦ Γῆ! Τὸ Μισολόγγι:
Κι᾿ οἱ μὲ ὀνόματα μύρια γνωρισμένοι
Κόσμο μου ποὺ εἶναι
Κι᾿ οἱ ἀπὸ σπαθιοῦ καταχτητές, καὶ οἱ δάφνες

Τῶν πολεμάρχων οἱ αἱματοβαμμένες,
Κι᾿ οἱ Ἀλέξαντροι
Κι᾿ οἱ Ἑφτάλοφες καὶ οἱ Νίκες
Καὶ οἱ Σαλαμῖνες,

Καὶ μὲ τὶς ἱστορίες οἱ πολιτεῖες
Καὶ στόματα χρυσὰ καὶ οἱ Κυβερνῆτες
Κι᾿ οἱ Ἠράκλειτοι τοῦ Λόγου καὶ τῆς Τέχνης
παντοῦ κι᾿ οἱ Αἰσχύλοι,

Ἀνήμποροι ὅπως κι᾿ ἂν σταθοῦν μπροστά σου,
Καὶ σὲ μιᾶς τρίχας ἤσκιο νὰ θολώσουν
Τὴν ξεκομμένη ἀπ᾿ τοῦ Κυρίου τὴν ὄψη
Φεγγοβολιά σου.

Μισολόγγγι. Χαρὰ τῆς ἱστορίας,
Γῆ ἐπαγγελμένη. Πᾶνε ἑκατὸ χρόνια,
Κι᾿ ἂς πᾶνε. Ἡ θύμηση ἄχρονη μπροστά σου
Θὰ γονατίζει.


Τὸ Τραγούδι τοῦ Σταυροῦ

Κ᾿ ἔγυρ᾿ Ἐκεῖνος τὸ ἄχραντο κεφάλι καὶ ξεψύχησε
στὸ μαῦρο τὸ κορμί μου ἀπάνου·
ἄστρα γινήκαν τὰ καρφιὰ τοῦ μαρτυρίου του, ἄστραψα
Κι ἀπὸ τὰ χιόνια πιὸ λευκὸς τὰ αἰώνια τοῦ Λιβάνου.

Οἱ καταφρονεμένοι μ᾿ ἀγκαλιάσανε
και σὰ βουνὰ καὶ σὰ Θαβὼρ ὑψώθηκαν ἐμπρός μου·
οἱ δυνατοὶ τοῦ κόσμου μὲ κατάτρεξαν
γονάτισα στὸν ἤσκιό μου τοὺς δυνατοὺς τοῦ κόσμου.

Τὸν κόσμο ἂν ἐμαρμάρωσα, τὸν κόσμο τὸν ἀνάστησα,
στὰ πόδια μου ἄγγελοι οἱ Καιροί, γύρω μου σκλάβες οἱ Ὧρες.
Δείχνω μία μυστικὴ Χαναὰν στὰ γαλανὰ ὑπερκόσμια·
μὰ ἐδῶ πατρίδες πάναγνες εἴσαστ᾿ ἐσεῖς, τρεῖς Χῶρες!

Ὢ πρώτη ἐσύ, Ἱερουσαλήμ! τοῦ βασιλιᾶ προφήτη σου
μικρὴ εἶν᾿ ἡ ἅρπα γιὰ νὰ εἰπῇ τὴ νέα μεγαλωσύνη.
Τοῦ Σολομῶντα σου ὁ ναὸς μ᾿ ἀντίκρυσε, καὶ ράγισε·
καινούργια δόξα ντύθηκαν τῆς Ἰουδαίας οἱ κρίνοι.

Κ᾿ ὕστερα ὑψώθηκα σ᾿ ἐσένα, ὦ Πόλη, ἑφτάλοφο ὅραμα,
κ᾿ ἔγινα φῶς τῶν οὐρανῶν, τὸ θᾶμα τοῦ Ἰορδάνη,
τοὺς Κωνσταντίνους φώτισα καὶ τοὺς Ἡράκλειους δόξασα,
και τρικυμίες δὲν ἔσβησαν ἐμέ, μηδὲ Σουλτάνοι.

Καὶ ὕστερα, ταξιδευτής, ἦρθα σ᾿ ἐσένα, ἀσύγκριτη,
Ἀθήνα, τῶν ὡραίων πηγή, τῶν ἐθνικῶν κορῶνα,
τὸν ἄγνωστο ἔφερα Θεό, καί, ἀπόκοτος, ἀψήφησα
τὴν πολεμόχαρη Παλλάδα μέσ᾿ τὸν Παρθενώνα.

Καὶ γνώρισα τοὺς ἱλαροὺς θεοὺς καὶ στεφανώθηκα
τὴν ἀγριλιὰ τῆς Ἀττικῆς, τὴ δάφνη ἀπ᾿ τὴν Ἑλλάδα,
καὶ ὢ λόγος πρωταγροίκητος! τοῦ Γολγοθᾶ τὸ σύγνεφο
πῆρε τὴν ἄσπρη ὁμηρικὴ τοῦ Ὀλύμπου λαμπεράδα.

Τὰ εἴδωλα τ᾿ ἀφρόντιστα καὶ τὰ πασίχαρα ἔφυγαν,
ἀλλ᾿ οὔτε πιὰ μεθάει τὴ γῆ τὸ ἀσκητικὸ μεθύσι,
ἂς λάμπῃ ἡ μυστικὴ χαρὰ στὰ γαλανὰ ὑπερκόσμια·
εἶν᾿ ἐδῶ κάπου μιὰ ζωή, καὶ εἶν᾿ ἄξια γιὰ νὰ ζήσῃ.

Μὲ τὰ κλαδιὰ τῆς φοινικιᾶς νέα ὡσαννὰ λαχτάρισα
σ᾿ ἐσένα, ὦ Γῆ Πανάγια καὶ ὦ πρώτη μου πατρίδα.
Σ᾿ ἐσὲ γυρνῶ, Ἱερουσαλήμ, κ᾿ ἕνα τραγούδι φέρνω σου
Εἶναι πλασμένο ἀπὸ ψυχὴ καὶ ἀπὸ φωνὴ Ἑλληνίδα!

(1913)


Ἡ Κασσιανή

Κύριε, γυναίκα ἁμαρτωλή, πολλά,
πολλά, θολά, βαριὰ τὰ κρίματά μου.
Μά, ὦ Κύριε, πῶς ἡ θεότης Σου μιλᾶ
μέσ᾿ στὴν καρδιά μου!

Κύριε, προτοῦ Σὲ κρύψ᾿ ἡ ἐντάφια γῆ
ἀπὸ τὴ δροσαυγὴ λουλούδια πῆρα
κι ἀπ᾿ τῆς λατρείας τὴν τρίσβαθη πηγὴ
Σοῦ φέρνω μύρα.

Οἶστρος μὲ σέρνει ἀκολασίας... Νυχτιά,
σκοτάδι ἀφέγγαρο, ἄναστρο μὲ ζώνει,
τὸ σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας φωτιὰ
μὲ καίει, μὲ λιώνει.

Ἐσὺ ποὺ ἀπὸ τὰ πέλαα τὰ νερὰ
τὰ ὑψώνεις νέφη, πάρε τα, Ἔρωτά μου,
κυλᾶνε, εἶναι ποτάμια φλογερὰ
τὰ δάκρυά μου.

Γύρε σ᾿ ἐμέ. Ἡ ψυχὴ πῶς πονεῖ!
Δέξου με Ἐσὺ ποὺ δέχτηκες καὶ γείραν
ἄφραστα ὡς ἐδῶ κάτου οἱ οὐρανοί.
καὶ σάρκα ἐπῆραν.

Στ᾿ ἄχραντά Σου τὰ πόδια, βασιλιᾶ
μου Ἐσὺ θὰ πέσω καὶ θὰ στὰ φιλήσω,
καὶ μὲ τῆς κεφαλῆς μου τὰ μαλλιὰ
θὰ στὰ σφουγγίσω.

Τ᾿ ἄκουσεν ἡ Εὔα μέσ᾿ στὸ ἀποσπερνὸ
τῆς παράδεισος φῶς ν᾿ ἀντιχτυπᾶνε,
κι ἀλαφιασμένη κρύφτηκε... Πονῶ,
σῶσε, ἔλεος κάνε.

Ψυχοσῶστ᾿, οἱ ἁμαρτίες μου λαός,
Τὰ ἀξεδιάλυτα ποιὸς θὰ ξεδιαλύσῃ;
Ἀμέτρητό Σου τὸ ἔλεος, ὁ Θεός!
Ἄβυσσο ἡ κρίση.


Μυστικὴ Παράκληση

Δέσποινα,
κανένα φόρεμα τὴ γύμνια μου
δὲ φτάνει νὰ σκεπάσῃ,
ἡ μοναξιά μου εἶναι σὰν τ᾿ ἄδειο, σὰν τ᾿ ἀλόγιστο
χυμένο προτοῦ νἄρθῃ ἡ πλάση,
ἡ ἀρρώστια μου βογγάει σὰν τὰ μεγάλα δάση
καθὼς τὰ δέρνει ἡ μπόρα.

Ἦρθεν ἡ ὥρα ἡ φοβερή, ὤχ! ἦρθε ἡ ὥρα.

Ἐσὺ παρθένα, ἐσὺ μητέρα,
κι ἀπὸ δροσιά, κι ἀπὸ κελάϊδισμα
στάλα τοῦ αἰθέρα,
ἦρθεν ἡ ὥρα ἡ φοβερή, ὤχ! ἦρθε ἡ ὥρα.

Πρόστρεξε, Μυροφόρα,
μονάχα Ἐσένα πίστεψα
καὶ λάτρεψα μονάχα Ἐσένα
ἀπὸ τὰ πρωτινὰ γλυκοχαράματα
κι ὡς τώρα μὲς στὰ αἱματοστάλαχτα
μιᾶς ὠργισμένης δύσης.

Δέσποινα, στήριξε μ᾿ Ἐσὺ καὶ μὴ μ᾿ ἀφήσης.

Δέσποινα,
βῆμα δὲν ἔχω μήτε φτέρωμα,
μὲ γονατίζει τὸ στοιχειὸ τῆς θλίψης.
Ὑψώσου ποιός μου λέει; δὲ δύναμαι,
δύνασαι κάτου Ἐσὺ ὡς ἐμὲ νὰ σκύψῃς;

Ῥίξε ἀπὸ πάνου σου,
στοὺς ἀθανάτους τη θεόπρεπη
παράτησε ἁλουργίδα τοῦ Ὀλύμπου,
ἔλα, κατέβα ὁλόγυμνη, βαφτίσου
στὸν Ἰορδάνη τοῦ δακρύου,
κι ὕστερα κρύψε τὸ τρανὸ κορμὶ τὸ ἡλιόχαρο
στὴ σκέπη τὴ γαλάζια της Ἀειπάρθενης,
ποὺ εἶν᾿ ἡ χαρὰ τῶν ἀσκητῶν καὶ τῶν μαρτύρων.

Δὲν εἶσ᾿ Ἐσὺ τῶν ἐθνικῶν ἡδονολάστρα ἡ Μοῦσα,
τῆς πλαστικῆς καὶ τῆς σκληρῆς
χαρᾶς δὲν εἶσαι ἡ Πιερίδα,
τοῦ σπλάχνους τοῦ τρανοῦ βαθιογάλανη
φορεῖς Ἐσὺ πορφύρα
κι ἀπὸ τοῦ θρήνου κατεβαίνεις τὴν πατρίδα.

Ἅ! δείξου στὸ μικρὸ καὶ τὸν ἀνήμπορο,
καὶ δείξου καθὼς δείχνεσαι στοὺς ταπεινούς,
καὶ φτάσε καθὼς φτάνει στοὺς ἁμαρτωλούς,
καὶ δείξου καθὼς δείχνεται στοὺς σκλάβους
ἡ Ἁγιὰ Λεοῦσα.

Ἄκου, ἕνα-σκούσμα τὸν ἀέρα σπάραξε·
Ποιὸς κλαίει;
Κοίτα, βροχὴ ἀπὸ λάβα βρέχει ἕνας θειφότοπος·
τί κλαίει;
Ἔλα κοντά, ἕνας ἤσκιος ἀργοσάλεψε,
καὶ λέει:
Τοῦ τραγουδιοῦ σου δὲ γυρεύω πιὰ τὸ θρίαμβο,
μηδὲ τὸν κόσμο τὸν ὁλάκριβο, τὴ Λύρα,
μηδὲ τὴ μοίρα
τοῦ δοξασμένου διαλεχτοῦ σου, Δέσποινα!

Λυπήσου,
καὶ πλᾶσε μου,
καὶ στεῖλε μου ἕναν ὕπνο ἥσυχο ἥσυχο,
μὲ τοῦ παιδιοῦ τὸ γλυκανάσασμα,
μαζί μου.


Ὦ λιγοστοί, ὦ διαλεχτοί!

Ὦ λιγοστοὶ κι ὦ διαλεχτοὶ κι ἀρίφνητοι αὔριο ἴσως!

Εἶναι μία ἀλήθεια κάτου ἐδῶ ποὺ τὴ χτυπάει τὸ μίσος,

εἶν᾿ ἐδῶ πέρα μία Ὀμορφιὰ ποὺ ἡ καταφρόνια δένει,

κι εἶν᾿ ἐδῶ πέρα μία Ἀρετὴ δειλὴ καὶ ντροπιασμένη.

Ὦ νέοι, ὦ πρωτοξύπνητοι στὸ φῶς, χαρὲς τ᾿ Ἀπρίλη,

ἀπὸ τοὺς πράσινους κορμοὺς γίνοντ᾿ οἱ ἄσπροι στύλοι!

Στὴ χώρα ἐσεῖς οἱ λειτουργοὶ κι οἱ λατρευτάδες εἶστε·

δὲ φτάνει· ἐμπρὸς! γιὰ τοὺς Θεούς, ὦ νέοι, πολεμεῖστε.


Στὴ Νεολαία μας

Αὐτὸ κρατάει ἀνάλαφρο μὲς στὴν ἀνεμοζάλη
τὸ ἀπὸ τοῦ κόσμου τὴ βοὴ πρεσβυτικὸ κεφάλι,
αὐτὸ τὸ λόγο θὰ σᾶς πῶ, δὲν ἔχω ἄλλο κανένα:
Μεθύστε μὲ τ᾿ ἀθάνατο κρασὶ τοῦ Εἰκοσιένα.

1η Νοεμβρίου 1940


Ἡ ἐληά

Εἶμαι τοῦ ἥλιου ἡ θυγατέρα
ἡ πιὸ ἀπ᾿ ὅλες χαϊδευτή,
κι ἡ τόση ἀγάπη τοῦ πατέρα
σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο μὲ κρατεῖ.
Ὅσο νὰ γύρω νεκρωμένη
αὐτὸν τὸ μάτι μου ζητεῖ.
Εἶμαι ἡ ἐληὰ ἡ τιμημένη.

Ὅπου κι ἂν λάχω κατοικία
δὲ μοῦ ἀπολείπουν οἱ καρποὶ
ὡς τὰ βαθιά μου γηρατεῖα
δὲν βρίσκω στὴ δουλειὰ ντροπή.
Μ᾿ ἔχει ὁ Θεὸς εὐλογημένη
κι εἶμαι γεμάτη προκοπή.
Εἶμαι ἡ ἐληά ἡ τιμημένη.

Φρίκη κι ἐρμιά, νερὰ καὶ σκότη
τὴν γὴν ἐθάψαν μιὰ φορά...
Πράσινη αὐγὴ μὲ φέρνει πρώτη
στὸ Νῶε ἡ περιστερά.
Ὅλης τῆς γῆς εἶχα γραμμένη
τὴν ἐμορφάδα καὶ χαρά.
Εἶμαι ἡ ἐληὰ ἡ τιμημένη.

Ἐδῶ στὸν ἥσκιο μ᾿ ἀποκάτου
ἦρθ᾿ ὁ Χριστὸς ν᾿ ἀναπαυθεῖ,
κι ἀκούστηκε ἡ γλυκειὰ λαλιά του
λίγο προτοῦ νὰ σταυρωθεῖ.
Τὸ δάκρυ του, δροσιὰ ἁγιασμένη,
ἔχει στὴ ρίζα μου χυθεῖ.
Εἶμαι ἡ ἐληά ἡ τιμημένη.

Καὶ φῶς πραότατο χαρίζω
ἐγὼ στὴν ἄγρια νυχτιά,
τὸν πλοῦτο πιὰ δὲν τὸ φωτίζω,
σὺ μ᾿ εὐλογεῖς φτωχολογιά.
Κι ἂν ἀπ᾿ τὸν ἄνθρωπο διωγμένη,
μὰ φέγγω ἐμπρὸς στὴν Παναγιά.
Εἶμαι ἡ ἐληὰ ἡ τιμημένη.


Τὸ σπίτι ποὺ γεννήθηκα

Τὸ σπίτι ποὺ γεννήθηκα κι ἂς τὸ πατοῦν οἱ ξένοι,
στοιχειὸ εἶναι καὶ μὲ προσκαλεῖ· ψυχή, καὶ μὲ προσμένει.

Τὸ σπίτι ποὺ γεννήθηκα ἴδιο στὴν ἴδια στράτα
στὰ μάτια μου ὅλο ὑψώνεται καὶ μ᾿ ὅλα του τὰ νιάτα.

Τὸ σπίτι, ἂς τοῦ νοθέψανε τὸ σχῆμα καὶ τὸ χρῶμα·
καὶ ἀνόθευτο καὶ ἀχάλαστο, καὶ μὲ προσμένει ἀκόμα.


Θέλω νὰ χτίσω ἕνα σπιτάκι

Θέλω νὰ χτίσω ἕνα σπιτάκι
στὴ μοναξιὰ καὶ στὴ σιωπή.
Ξέρω μιὰ πράσινη ραχούλα...
Δὲ θὰ τὸ χτίσω ἐκεῖ.

Ξέρω στὴ χώρα τὴ μεγάλη
τὸν πλούσιο δρόμο τὸν πλατύ,
μὲ τὰ παλάτια καὶ τοὺς κήπους...
Δὲ θὰ τὸ χτίσω ἐκεῖ.

Ξέρω τὸ πρόσχαρο ἀκρογιάλι,
ὅλο τὸ κῦμα τὸ φιλεῖ,
κρινόσπαρτη εἶναι ἡ ἀμμουδιά του...
Δὲ θὰ τὸ χτίσω ἐκεῖ.

Ἀτέλειωτη τραβάει μιὰ στράτα,
σκίζει μιὰ χέρσα ἁπλοχωριά,
σκληρὰ τὴ δέρνει τὸ ἀγριοκαίρι
κι ὁ λίβας τὴ χτυπᾶ.

Μιὰ στράτα χιλιοπατημένη,
τὸν καβαλλάρη νηστικό,
τὸν πεζοδρόμο διψασμένο
θάφτει στὸν κουρνιαχτό.

Ἐκεῖ τὸ σπίτι μου θὰ χτίσω
μὲ μιὰ βρυσούλα στὴν αὐλή,
πάντα ἡ γωνιά του θὰ καπνίζει
κι ἡ θύρα του θἆναι ἀνοιχτή.


Τὸ καλοκαίρι

Ὁ κόσμος λάμπει
σὰν ἕνα ἀστέρι,
βουνὰ καὶ κάμποι,
δένδρα, νερά,
γιορτάζουν πάλι,
καθὼς προβάλει
τὸ καλοκαίρι.
Θεοῦ χαρά!

Φωνοῦλες γέλια
φέρνει τ᾿ ἀγέρι
μέσ᾿ ἀπ᾿ τ᾿ ἀμπέλια
τὰ καρπερά.
Παιδιὰ ἀγγελούδια
ψέλνουν τραγούδια
στὸ καλοκαίρι.
Θεοῦ χαρά!

Τὴν ὥρα τούτη
σκορπᾶ ἕνα χέρι
χάδια καὶ πλούτη,
κι ἡ γῆ φορᾶ,
σὰν μιὰ πορφύρα.
Ζωῆς πλημμύρα
τὸ καλοκαίρι.
Θεοῦ χαρά!

Ἡ φύσις πέρα
ὦ νέοι καὶ γέροι,
σὰ μιὰ μητέρα
μᾶς καρτερᾶ.
Ἡ φύσις ὅλη
σὰν περιβόλι
τὸ καλοκαίρι.
Θεοῦ χαρά!


Μιὰ πίκρα

Τὰ πρῶτα μου χρόνια τ᾿ ἀξέχαστα τἄζησα
κοντὰ στ᾿ ἀκρογιάλι,
στὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴ ρηχὴ καὶ τὴν ἥμερη,
στὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴν πλατιά, τὴ μεγάλη.

Καὶ κάθε φορὰ ποὺ μπροστά μου ἡ πρωτάνθιστη
ζωούλα προβάλλει,
καὶ βλέπω τὰ ὀνείρατα κι ἀκούω τὰ μιλήματα
τῶν πρώτων μου χρόνων κοντὰ στὸ ἀκρογιάλι,

στενάζεις καρδιά μου τὸ ἴδιο ἀναστέναγμα:
Νὰ ζοῦσα καὶ πάλι
στὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴ ρηχὴ καὶ τὴν ἥμερη,
στὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴν πλατιά, τὴ μεγάλη.

Μιὰ μένα εἶναι ἡ μοίρα μου, μιὰ μένα εἶν᾿ ἡ χάρη μου,
δὲν γνώρισα κι ἄλλη:
Μιὰ θάλασσα μέσα μου σὰ λίμνη γλυκόστρωτη
καὶ σὰν ὠκιανός ἀνοιχτὴ καὶ μεγάλη.

Καὶ νά! μέσ᾿ στὸν ὕπνο μου τὴν ἔφερε τ᾿ ὄνειρο
κοντά μου καὶ πάλι
τὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴ ρηχὴ καὶ τὴν ἥμερη,
τὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴν πλατιά, τὴ μεγάλη.

Κι ἐμέ, τρισαλίμονο! μιὰ πίκρα μὲ πίκραινε,
μιὰ πίκρα μεγάλη,
καὶ δὲ μοῦ τὴ γλύκαινες πανώριο ξαγνάντεμα
τῆς πρώτης λαχτάρας μου, καλό μου ἀκρογιάλι!

Ποιὰ τάχα φουρτούνα φουρτούνιαζε μέσα μου
καὶ ποιὰ ἀνεμοζάλη,
ποὺ δὲ μοῦ τὴν κοίμιζες καὶ δὲν τὴν ἀνάπαυες,
πανώριο ξαγνάντεμα κοντὰ στ᾿ ἀκρογιάλι;

Μιὰ πίκρα εἶν᾿ ἀμίλητη, μιὰ πίκρα εἶν᾿ ἀξήγητη,
μιὰ πίκρα μεγάλη,
ἡ πίκρα ποὺ εἶν᾿ ἄσβηστη καὶ μέσ᾿ τὸν παράδεισο
τῶν πρώτων μας χρόνων κοντὰ στὸ ἀκρογιάλι.

Καημοὶ τῆς Λιμνοθάλασσας, 1912


Τὸ πανηγύρι στὰ σπάρτα

Γιὰ κοίτα πέρα καὶ μακριὰ τὶ πανηγύρι
ποὺ πλέκουν τὰ χρυσὰ τὰ σπάρτα στὸ λιβάδι!
Στὸ πανηγύρι τὸ πανεύοσμο ἀπ᾿ τὰ σπάρτα
μὲ τὴ γλυκιὰν ἀνατολὴ γλυκοξυπνώντας
νὰ τρέξω βούλομαι κι ἐγὼ στὸ πανηγύρι,
θησαυριστὴς νὰ κλείσω μὲς τὴν ἀγκαλιά μου
σωροὺς τὰ ξανθολούλουδα καὶ τὰ δροσάνθια,
κι ὅλο τὸ θησαυρὸ νὰ τονε σπαταλέψω
στὰ πόδια τῆς ἀγάπης μου καὶ τῆς κυρᾶς μου.
Ὅμως βαθιὰ εἶναι τὸ ξανθόσπαρτο λιβάδι.
Κι ὅπως μιᾶς πρόσχαρης ζωῆς εἴκοσι χρόνων
κόβει τὸ λευκοστόλισμα θανάτου λύπη,
ἔτσι τὸν ἄκοπο γοργὸ μοῦ κόβει δρόμο
ἀτέλειωτος ἀνάμεσα ξεφυτρωμένος
ὁ κακὸς δρόμος μὲς τὰ βάλτα καὶ στὰ βούρλα.
Τ᾿ ἀγκαθερὰ φυτὰ ξεσκίζουνε σὰ νύχια
καὶ σὰν τὰ ξόβεργα τὸ χῶμα παγιδεύει
τοῦ κάμπου τοῦ κακοῦ στὰ βούρλα καὶ στὰ βάλτα,
ἐκεῖ ποὺ στὸ φλογόβολο τὸ ἁψὺ τοῦ ἥλιου
(ποῦ δρόσος μιᾶς πνοῆς; ποῦ σκέπασμα ἑνὸς δέντρου;)
σὰν ἀστραπὴ ἀργυρὴ χτυπάει τὰ μάτια ἡ ἅρμη.
Λιγοψυχῶ, λυγίζομαι, παραστρατίζω,
κι ἀποκάνω καὶ πέφτω, κι ἀποκαρωμένος
νοιώθω στὸ μέτωπο τ᾿ ἀγκάθια, καὶ στὰ χείλια
νοιώθω τὴν πίκρα τῆς ἁρμύρας, καὶ στὰ χέρια
νοιώθω τὴ γλίνα τῆς νοτιᾶς, καὶ στὰ ποδάρια
νοιώθω τὸ φίλημα τοῦ βάλτου, καὶ στὰ στήθη
νοιώθω τὸ χάιδεμα τοῦ βούρλου, νοιώθω ἐντός μου
τὴ μοίρα τοῦ γυμνοῦ καὶ τ᾿ ἀνήμπορου κόσμου.
(Ὦ! ποῦ εἶσαι, ἀγάπη καὶ κυρά μου;) Καὶ σὲ βάθη
δειλινῶν πορφυρῶν, πλούσια ζωγραφισμένων,
τὸ πανηγύρι ποὺ χρυσᾶ τὰ σπάρτα πλέκουν,
τὸ πανηγύρι τὸ πανεύοσμο στὰ σπάρτα,
μὲ βλέπει, μὲ καλεῖ, καὶ μὲ προσμένει ἀκόμα.


Ὅσο περνᾶν τὰ χρόνια μου

Ὅσο περνᾶν τὰ χρόνια μου
κι ὅσο περνῶ μὲ κεῖνα
τόσο γλυκὰ τριγύρω μου
μοσκοβολᾶν τὰ κρίνα
τῶν πρωτινῶν ἀπρίληδων...
Τὰ παιδικίσια χρόνια
μοῦ κελαηδοῦν ἀηδόνια
σὲ νύχτες καὶ σ᾿ ἐρμιές.

Καλῶς τα τὰ χριστόψωμα
καλῶς τον Ἅι Βασίλη!
Παιδάκια μὲ τὰ κάλαντα
στὰ λυγερόηχα χείλη
σὰ μυστικὸ ξημέρωμα
τοῦ λιβανιοῦ οἱ ἀχνάδες.
Ἄναψαν οἱ λαμπάδες
κι ἀστράψαν οἱ ἐκκλησιές.

Καλῶς τα τὰ σπιτιάτικα
μεθυστικὰ γιορτάσια!
Στὰ μάτια τοῦ μισόκοπου
μαγιάτικα κεράσια
ροδίζουν καὶ σταλάζουνε
δροσιὰ καὶ γλύκα· ὦ! πόσο!
Πεινῶ καὶ πάω ν᾿ ἁπλώσω
τὰ χέρια πρὸς αὐτά.


Γύριζε

«Γύριζε, μὴ σταθῇς ποτέ, ρίξε μας πέτρα μαύρη,
ὁ ψεύτης εἴδωλο εἶν᾿ ἐδῶ, τὸ προσκυνᾷ ἡ πλεμπάγια,
ἡ Ἀλήθεια τόπο νὰ σταθῇ μιὰ σπιθαμὴ δὲ θἄβρῃ.
Ἀλάργα. Μόρα τῆς ψυχῆς τῆς χώρας τὰ μουράγια.
Ἀπὸ θαμποὺς ντερβίσηδες καὶ στέρφους μανταρίνους
κι ἀπὸ τοὺς χαλκοπράσινους ἡ Πολιτεία πατιέται.
Χαρὰ στοὺς χασομέρηδες! Χαρὰ στοὺς ἀρλεκίνους!
Σκλάβος ξανάσκυψε ὁ ρωμιὸς καὶ δασκαλοκρατιέται.
Δὲν ἔχεις, Ὄλυμπε, θεούς, μηδὲ λεβέντες ἡ Ὄσσα,
ραγιάδες ἔχεις, μάννα γῆ, σκυφτοὺς γιὰ τὸ χαράτσι,
κούφιοι καὶ ὀκνοὶ καταφρονοῦν τὴ θεία τραχιά σου γλώσσα,
τῶν Εὐρωπαίων περιγελᾷ καὶ τῶν ἀρχαίων παλιάτσοι.
Καὶ δημοκόποι Κλέωνες καὶ λογοκόποι Ζωίλοι,
καὶ Μαμμωνᾶδες βάρβαροι, καὶ χαῦνοι λεβαντίνοι.
λύκοι, ὦ κοπάδια, οἱ πιστικοὶ καὶ ψωριασμένοι οἱ σκύλοι
κι οἱ χαροκόποι ἀδιάντροποι καὶ πόρνη ἡ Ρωμιοσύνη!»

(1908)


Ἀνατολή

Γιαννιώτικα, σμυρνιώτικα, πολίτικα,
μακρόσυρτα τραγούδια ἀνατολίτικα,
λυπητερά,
πῶς ἡ ψυχή μου σέρνεται μαζί σας!
Εἶναι χυμένη ἀπὸ τὴ μουσική σας
καὶ πάει μὲ τὰ δικά σας τὰ φτερά.

Σᾶς γέννησε καὶ μέσα σας μιλάει
καὶ βογγάει καὶ βαριὰ μοσκοβολάει
μία μάννα· καίει τὸ λάγνο της φιλί,
κ᾿ εἶναι τῆς Μοίρας λάτρισσα καὶ τρέμει,
ψυχὴ ὅλη σάρκα, σκλάβα σὲ χαρέμι,
ἡ λαγγεμένη Ἀνατολή.

Μέσα σας κλαίει τὸ μαῦρο φτωχολόι,
κι ὅλο σας, κ᾿ η χαρά σας, μοιρολόι
πικρὸ κι ἀργό.
Μαῦρος, φτωχὸς καὶ σκλάβος καὶ ἀκαμάτης,
στενόκαρδος, ἀδούλευτος, διαβάτης
μ᾿ ἐσᾶς κ᾿ ἐγώ.

Στὸ γιαλὸ ποὺ τοῦ φύγαν τὰ καΐκια,
καὶ τοῦ μείναν τὰ κρίνα καὶ τὰ φύκια,
στ᾿ ὄνειρο τοῦ πελάου καὶ τ᾿ οὐρανοῦ,
ἄνεργη τὴ ζωὴ νὰ ζοῦσα κ᾿ ἔρμη,
βουβός, χωρὶς καμιᾶς φροντίδας θέρμη,
μὲ τόσο νοῦ,

ὅσος φτάνει σὰ δέντρο γιὰ νὰ στέκει
καὶ καπνιστὴς μὲ τὸν καπνὸ νὰ πλέκω
δαχτυλιδάκια γαλανά·
καὶ κάποτε τὸ στόμα νὰ σαλεύω
κι ἀπάνω του νὰ ξαναζωντανεύει
τὸν καημὸ ποὺ βαριὰ σᾶς τυραννᾷ.

Κι ὅλο ἀρχίζει, γυρίζει, δὲν τελειώνει,
καὶ μία φυλὴ ζῇ μέσα σας καὶ λιώνει.
Καὶ μία ζωὴ δεμένη σπαρταρᾷ,
γιαννιώτικα, σμυρνιώτικα, πολίτικα,
μακρόσυρτα τραγούδια ἀνατολίτικα,
λυπητερά.


Ἡ ἀσάλευτη ζωή

Καὶ τ᾿ ἄγαλμα ἀγωνίστηκα γιὰ τὸ ναὸ νὰ πλάσω
στὴν πέτρα τὴ δική μου ἀπάνω,
καὶ νὰ τὸ στήσω ὁλόγυμνο, καὶ νὰ περάσω,
καὶ νὰ περάσω, δίχως νὰ πεθάνω.

καὶ τό ῾πλασα. Κ᾿ οἱ ἄνθρωποι, στενοὶ προσκυνητάδες
στὰ ξόανα τ᾿ ἄπλαστα μπροστὰ καὶ τὰ κακοντυμένα,
θυμοῦ γρικῆσαν τίναγμα καὶ φόβου ἀνατριχάδες,
κ᾿ εἴδανε σὰν ἀντίμαχους καὶ τ᾿ ἄγαλμα κ᾿ ἐμένα.

Καὶ τ᾿ ἄγαλμα στὰ κύμβαλα, κ᾿ ἐμὲ στὴν ἐξορία.
Καὶ πρὸς τὰ ξένα τράβηξα τὸ γοργοπέρασμά μου
καὶ πρὶν τραβήξω, πρόσφερα παράξενη θυσία
ἔσκαψα λάκκο, κ᾿ ἔθαψα στὸ λάκκο τ᾿ ἄγαλμά μου.

Καὶ τοῦ ψιθύρησα: «Ἄφαντο βυθίσου αὐτοῦ καὶ ζῆσε
μὲ τὰ βαθιὰ ριζώματα καὶ μὲ τ᾿ ἀρχαῖα συντρίμμια,
ὅσο ποὺ νἄρθ᾿ ἡ ὥρα σου, ἀθάνατ᾿ ἄνθος εἶσαι,
ναὸς νὰ ντύση καρτερεῖ τὴ θεία δική σου γύμνια!»

Καὶ μ᾿ ἕνα στόμα διάπλατο, καὶ μὲ φωνὴ προφήτη,
μίλησ᾿ ὁ λάκκος: «Ναὸς κανείς, βάθρο οὔτε, φῶς, τοῦ κάκου.
Γιὰ δῶ, γιὰ κεῖ, γιὰ πουθενὰ τὸ ἄνθος σου, ὦ τεχνίτη!
Κάλλιο γιὰ πάντα νὰ χαθῆ μέσ᾿ στ᾿ ἄψαχτα ἑνὸς λάκκου.

Ποτὲ μὴν ἔρθ᾿ ἡ ὥρα του! Κι ἂν ἔρθη κι ἂν προβάλη,
μεστὸς θὰ λάμπη καὶ ὁ ναὸς ἀπὸ λαὸ ἀγαλμάτων,
τ᾿ ἀγάλματα ἀψεγάδιαστα, κ᾿ οἱ πλάστες τρισμεγάλοι
γύρνα ξανά, βρυκόλακα, στὴ νύχτα τῶν μνημάτων!

Τὸ σήμερα εἴτανε νωρίς, τ᾿ αὔριο ἀργὰ θὰ εἶναι,
δὲ θὰ σοῦ στρέξη τ᾿ ὄνειρο, δὲ θάρθ᾿ ἡ αὐγὴ ποὺ θέλεις,
μὲ τὸν καημὸ τ᾿ ἀθανάτου ποὺ δὲν τὸ φτάνεις, μεῖνε,
κυνηγητὴς τοῦ σύγγνεφου, τοῦ ἴσκιου Πραξιτέλης.

Τὰ τωρινὰ καὶ τ᾿ αὐριανά, βρόχοι καὶ πέλαγα, ὅλα
σύνεργα τοῦ πνιγμοῦ γιὰ σὲ καὶ ὁράματα τῆς πλάνης
μακρότερη ἀπ᾿ τὴ δόξα σου καὶ μία τοῦ κήπου βιόλα
καὶ θὰ περάσης, μάθε το, καὶ θὰ πεθάνης!»

Κ᾿ ἐγὼ ἀποκρίθηκα: «Ἂς περάσω κι ἂς πεθάνω!
Πλάστης κ᾿ ἐγὼ μ᾿ ὅλο τὸ νοῦ καὶ μ᾿ ὅλη τὴν καρδιά μου
λάκκος κι ἂς φάῃ τὸ πλάσμα μου, ἀπὸ τ᾿ ἀθάνατα ὅλα
μπορεῖ ν᾿ ἀξίζει πιὸ πολὺ τὸ γοργοπέρασμά μου».

1903


Γύρω στὸ ἑφτάστερο τ᾿ ἁμάξι

Γύρω στὸ ἑφτάστερο τ᾿ ἁμάξι
ἀμέτρητοι γιγάντων κόσμοι καὶ θηρίων,
ὁ Γαλαξίας, ἥλιων ὠκεανός, ὁ Ὠρίων,
τὰ Ζώδια, τοῦ Ἀπείρου τέρατα καὶ τρόμοι.

Μουγκρίζει ὁ Λέων στὴν ἐρμιὰ τῶν αἰθερίων,
κι ἡ Λύρα παίζει, καὶ σὰν τρόπαιο καὶ ἡ Κόμη
τῆς Βερενίκης δείχνεται, ρυθμοὶ καὶ νόμοι
μέσα στὸ χάος χάνονται τῶν μυστηρίων.

Καὶ μὲ τὸν Ἥλιο Κρόνος, Ἄρης, Γῆ, Ἀφροδίτη,
σέρνονται φεύγουν, τρέχουνε κυνηγημένοι
πρὸς τοῦ Ἡρακλῆ τὸ μεγαλόκοσμο μαγνήτη.

Μόνο ἡ ψυχή μου, σὰν τὸ πολικὸ τ᾿ ἀστέρι
ἀσάλευτη, ὅμως λαχταρίζοντας προσμένει.
Δὲν ξέρει ἀπὸ ποῦ ἔρχεται, ποῦ πάει δὲν ξέρει.


Πατρίδες

...
Ἐδῶ οὐρανὸς παντοῦ κι ὁλοῦθε ἥλιου ἀχτίνα,
καὶ κάτι ὁλόγυρα σὰν τοῦ Ὑμηττοῦ τὸ μέλι,
βγαίνουν ἀμάραντ᾿ ἀπὸ μάρμαρο τὰ κρίνα,
λάμπει γεννήτρα ἑνὸς Ὀλύμπου ἡ θεία Πεντέλη.

Στὴν ὀμορφιὰ σκοντάβει σκάφτοντας ἡ ἀξίνα,
στὰ σπλάχνα ἀντὶ θνητοὺς θεοὺς κρατᾶ ἡ Κυβέλη,
μενεξεδένιο αἷμα γοργοστάζ᾿ ἡ Ἀθήνα
κάθε ποὺ τὴ χτυπᾶν τοῦ Δειλινοῦ τὰ βέλη.

Τῆς ἱερῆς ἐλιᾶς ἐδῶ ναοὶ καὶ οἱ κάμποι
ἀνάμεσα στὸν ὄχλο ἐδῶ ποὺ ἀργοσαλεύει
καθὼς ἀπάνου σ᾿ ἀσπρολούλουδο μία κάμπη,

ὁ λαὸς τῶν λειψάνων ζῆ καὶ βασιλεύει
χιλιόψυχος, τὸ πνεῦμα καὶ στὸ χῶμα λάμπει,
τὸ νιώθω, μὲ σκοτάδια μέσα μου παλεύει

Ἐκεῖ ποὺ ἀκόμα ζοῦν οἱ Φαίακες τοῦ Ὁμήρου
καὶ σμίγ᾿ ἡ Ἀνατολὴ μ᾿ ἕνα φιλὶ τὴ Δύση,
κι ἀνθεῖ παντοῦ μὲ τὴν ἐλιὰ τὸ κυπαρίσσι,
βαθύχρωμη στολὴ στὸ γαλανὸ τοῦ Ἀπείρου

...
Πατρίδες! Ἀέρας, γῆ, νερό, φωτιά! Στοιχεῖα,
ἀχάλαστα καὶ ἀρχὴ καὶ τέλος τῶν πλασμάτων,
σὰ θὰ περάσω στὴ γαλήνη τῶν μνημάτων,
θὰ σᾶς ξανάβρω, πρώτη καὶ στερνὴ εὐτυχία!

1895


Κυμοθόη

- Ποιὸς εἶδε τὴ νεράιδα Κυμοθόη,
τοῦ πέλαου τὴ λαχτάρα καὶ τοῦ ἀφροῦ,
ποὺ εἶν᾿ ἔξω ἀπὸ τὰ πρόσκαιρα τῆς πλάσης
καὶ πέρα ἀπὸ τὰ βρόχια τοῦ καιροῦ;

- Ἐγὼ εἶδα τὴ νεράιδα Κυμοθόη
τῶν πέλαων τὴ χαρὰ καὶ τῶν ἀφρῶν
στὰ πόδια της νὰ σέρνῃ τὸν Ἀσκραῖο,
τὸν ψάλτη τῶν ἡρώων καὶ τῶν καιρῶν.

- Ποιὸς εἶδε τὴ νεράιδα Κυμοθόη;
τὰ κύματα μαγνῆτες καὶ καημοί,
χρυσὰ δελφίνια στὴ φωνή της παίζουν
καὶ στὸ κορμί.

- Ἐγὼ εἶδα τὴ νεράιδα Κυμοθόη,
νὰ ξεθάφτῃ στὴν ἄβυσσο θαφτὸ
τοῦ Βασιλιᾶ τῆς Θούλας τὸ ποτήρι
τ᾿ ὀνειρευτό.

-Ποιὸς εἶδε τὴ νεράιδα Κυμοθόη;
Τὸ πρόσωπό της μιὰ φεγγοβολή,
τὸ φεγγάρι στῆς θάλασσας τοὺς κόρφους
ποὺ τρέμει ἀπάνου τους καὶ τοὺς φιλεῖ.

- Ἐγὼ εἶδα τὴ νεράιδα Κυμοθόη
νὰ ποτίζῃ τὸ θεῖο τραγουδιστὴ
στοῦ βασιλιὰ τῆς Θούλας τὸ ποτήρι...
θνητὸς ἢ θεῖος, μακάριος ποὺ θὰ πιεῖ.


Παρνασσός

«...Διπλὲς ἐμένανε οἱ κορφές, διπλὸ καὶ τ᾿ ὄνομά μου,
ὁ γέρος εἶμαι ὁ Παρνασσὸς καὶ ἡ Λιάκουρα ἡ λεβέντρα.
Κι᾿ εἶμαι σὰν ἕνα ἀντρόγενο, κι᾿ εἶμαι σὰν δυό, σὰν ταίρι
σφιχτοδεμένο ἀχώριστο, μιὰ πλάση κι᾿ ἕνας κόσμος,
π᾿ ὅσο κι᾿ ἂν δείχνονται ἄμοιαστα, τὰ κάνω ἐγὼ καὶ μοιάζουν.
Εἶμαι ἄντρας κόσμος καὶ γυναίκα πλάση, ἀρχαῖος κόσμος,
νιὸς ἥλιος πάντα στ᾿ οὐρανοῦ τοῦ νοητοῦ τ᾿ ἀστέρια.

...

Κ᾿ οἱ βράχοι εἶναι τὰ κάστρα μου, τὰ ἐλάτια εἶν᾿ ὁ στρατός μου,
καὶ τὰ πουλιά μου εἶν᾿ ὁ λαός, κ᾿ οἱ ἀϊτοί μου οἱ πολεμάρχοι,
Στὴν πιὸ ψηλή μου τὴν κορφή, στὸ ἀπάτητο Λυκέρι
λάμπει σὰν τὸ ἡλιοπάλατο παλάτι κρυσταλλένιο
καὶ κάθεται ὁ Κατεβατὸς μέσα ταμπουρωμένος
τύραγνος μέσα στὰ στοιχιά, τῶν ἄνεμων ὁ δράκος,
καὶ τὸ πρωτοπαλλήκαρο κι᾿ ὁ ἀποκρισάρης μου εἶναι.

...

Ἐγὼ εἶμ᾿ ἀκόμα ὁ Παρνασσός, τώρα κι᾿ Λιάκουρα εἶμαι,
κ᾿ ἐγὼ εἶμαι πάντα ἡ ἐκκλησιὰ ποὺ σὲ καιρὸ κανένα
δὲν τῆς ἀπόλειψε ὁ Θεὸς μ᾿ ὅποιο ὄνομα ἂν τὸν κράξεις».


Ὕμνος εἰς τὴν Ἀθήνα

Χαρὰ σ᾿ ἐσέ, χώρα λευκὴ καὶ χώρα εὐτυχισμένη!
Καμιὰ χώρα σ᾿ ὅλη τη γῆ, καμιὰ στὴν οἰκουμένη
δὲν ηὖρε τέτοιο φυλαχτὸ σὰν τὸ δικό μου μάτι.
Ἀπ᾿ ἄλλες χῶρες πέρασα γοργὰ - γοργὰ τρεχάτη
καὶ μ᾿ εἶδαν τῆς Ἑλλάδας μου τ᾿ ἀγαπημένα μέρη
σὰν ἄνεμο καὶ σὰν ἀϊτὸ καὶ σύννεφο κι ἀστέρι.
Ὅμως σ᾿ ἐσὲ τὸ θρόνο μου αἰώνια θεμελιώνω
καὶ ρίζωσ᾿ ἡ ἀγάπη μου στὰ χώματά σου μόνο.


Τῆς Ἀθηνᾶς ἀνάγλυφο

Πῶς ἀκούμπησες ἄπραγα τὸ δόρυ;
Τὴ φοβερή σου περικεφαλαία
βαριὰ πῶς γέρνεις πρὸς τὸ στῆθος, Κόρη;
Ποιὸς πόνος τόσο εἶναι τρανός, ὦ Ἰδέα,

γιὰ νὰ σὲ φτάση! Ὀχτροὶ κεραυνοφόροι
δὲν εἶναι γιὰ δικά σου τρόπαια νέα;
Δὲν ὁδηγεῖ στὸ Βράχο σου τὴν πλώρη
τοῦ καραβιοῦ σου πλέον πομπὴ ἀθηναῖα;

Σὲ ταφόπετρα βλέπω νὰ τὴν ἔχη
καρφωμένη μία πίκρα τὴν Παλλάδα.
Ὤ! κάτι μέγα, ἀπίστευτο θὰ τρέχη ...

Χαμένη κλαῖς τὴν ἱερή σου πόλη
ἢ νεκρὴ μέσ᾿ στὸ μνῆμα καὶ τὴν ὅλη
τοῦ τότε καὶ τοῦ τώρα, ὠιμένα! Ἑλλάδα;

1896


Ὁ θάνατος τῆς Μακαρίας

Στῆς Ἀθήνας τὸ χῶμα ὁ Δίας ὁ Ἀγοραῖος
βλέπει τὰ σπλάχνα τοῦ Ἡρακλῆ γονατισμένα
στὸν ἄγγιχτο βωμό του ὁλάρφανα, ἕρμα, ξένα
ὁ Ἀργίτης φοβερός, ἀνήμπορο τὸ χρέος.

Ψυχοπονετικὸς ὁ ρήγας ὁ Ἀθηναῖος,
ἀλλ᾿ ὢ σκληρότατος χρησμὸς ποὺ τρώει τὰ φρένα!
«Ἀπὸ τὸ αἷμα σου, ὦ τρισεύγενη παρθένα,
θὰ νικηθῆ ὁ ἀνίκητος ὀχτρὸς ὁ νέος!»

Κανένας δὲ σαλεύει, ὠιμέ! παντέρμ᾿ ἡ ὀρφάνια!
Τότε γιομάτη ἀπ᾿ τῶν ἡρώων τὴν περηφάνια,
μιᾶς χώρας κ᾿ ἑνὸς γένους λυτρωτής, ὦ θεία

τρισάξια θυγατέρα τοῦ μεγάλου Ἀλκίδη,
φέρνεις τὰ στήθια στῆς θυσίας τὸ λεπίδι,
καὶ τρισελεύτερη πεθαίνεις, Μακαρία!

1896


Ὁ Ναός

Μοῦ πλήγιασαν τὰ γόνατα στὰ μάρμαρά σου,
ὢ τῆς ἀθώρητης θεᾶς ξεχωρισμένε
ναὲ καὶ καταμόναχε, τῆς θεᾶς ποὺ δείχνει
ἀπὸ τοῦ εἶναι της τὴν ἄβυσσο μονάχα
ἓν᾿ ἄγαλμα, καὶ κεῖνο ἀνθρωποκαμωμένο,
μ᾿ ἕνα πέπλο πυκνὸ καὶ κεῖνο σκεπασμένο.
Καὶ θαρρῶ πὼς ξανοίγω μέσ᾿ ἀπὸ τοὺς στύλους
καὶ μέσ᾿ ἀπὸ τοὺς θησαυροὺς καὶ τοὺς βωμούς σου
τὸν Ἴωνα, τὸν δελφικὸ ἱερέα
ν᾿ ἀλλάζη τὸ λευκὸ λειτουργικὸ χιτώνα
μὲ τὸ ραβδὶ τὸ ροζωτὸ τοῦ στρατοκόπου.
Ἐγὼ δὲν εἶμαι λειτουργός, τοῦ μυστηρίου
τὸ φοβερὸ κλειδὶ δὲν ἔπιασα, κι ἀκόμα
δὲν ἄγγιξα, δειλὰ ἢ ἀπότολμα, τὴν πύλη
ποὺ φέρνει στῆς ζωῆς τ᾿ ἀγνώριστα Ἐλευσίνια.
Ἁμαρτωλὸς κ᾿ ἐγώ, ναέ, στὰ πλήθη μέσα
τ᾿ ἁμαρτωλὰ ποὺ προσκυνᾶν ἐσέ, μὰ τώρα
μοῦ πλήγιασαν τὰ γόνατα στὰ μάρμαρά σου,
κ᾿ αἰσθάνομαι ἕνα πάγωμα νύχτας ἢ τάφου
ἀγάλια ἀγάλια ἀπάνω μου νὰ σκαρφαλώνη
καὶ νὰ τινάξω πολεμῶ τὸ μολυντήρι
τὸ κρύο ἀπὸ τὰ πάνω μου, καὶ λαχταρώντας
ἔξω σέρνω τὰ γόνατα τὰ πληγιασμένα,
ἔξω ἀπ᾿ τοὺς σωριασμένους πάγους θησαυρούς σου,
κι ἀπὸ τοὺς στύλους σου, ἀπ᾿ τὰ δάση ποὺ μὲ πνίγουν,
στὸ φῶς τοῦ ἥλιου καὶ στὸ φέγγος τῆς σελήνης.
Πάει τὸ λιβάνι πιὰ τῆς προσευχῆς, καὶ πάει
τ᾿ ὁλόχρυσο μαχαίρι τῆς θυσίας, καὶ πᾶνε
κ᾿ οἱ μεγαλόφωνοι χοροὶ καὶ λευκοφόροι
τῶν ὕμνων γύρω στοὺς βωμοὺς τοὺς φλογισμένους
καὶ παρατώντας σε, ὦ ναέ, ξαναγυρίζω
στῶν καιρῶν τὸ καλύβι τῶν πρωτανθισμένων.


Τ᾿ ὁλόχρυσο ποτάμι

Τρέχ᾿ ἡ ματιά μου ἐλεύθερη, χάνεται, σχίζει
κάτου τὰ κύματα τὰ σύννεφα ψηλά,
καὶ πάει καὶ σταματᾷ ἐκεῖ ποὺ γλυκογγίζει
καὶ μὲ τὴ θάλασσα ὁ οὐρανὸς μιλᾷ.

Κοιμᾶται τ᾿ ἀκρογιάλι, ἡ αὔρα πλέει δειλά,
ἀσπρίζει ἐδῶ πουλὶ κι ἐκεῖ οὐρανὸς μαυρίζει.
Ἡ νύχτα ἐχύθ᾿ ἡ δύσις μοναχὰ ροδίζει,
ἡ μέρα εἶναι νεκρὸς ὁποῦ χαμογελᾷ.

Μὰ καὶ τῆς δύσεως σὲ λίγο φεύγ᾿ ἡ χάρη,
καὶ μέσ᾿ στὴ λίμνη μας θὰ δοῦμε τὸ φεγγάρι
ἕνα ποτάμι ὁλόχρυσο πλατὺ νὰ κάμει.

Καὶ τότε θὰ σοῦ πῶ ἀγάπη μου δροσάτη:
-Μέσ᾿ στὴν καρδιά μας, θάλασσα πάθη γεμάτη,
ὁ Ἔρως εἶν᾿ αὐτὸ τ᾿ ὁλόχρυσο ποτάμι.


Φαντασία

Φαντασία δέσποινα, ἔλα,
τρέξε πρωτοστάτη Νοῦ,
σύρτε ἀδάμαστες δουλεῦτρες,
ὦ νεράιδες τοῦ Ρυθμοῦ,
κι ἀπ᾿ τοῦ πόθου τὰ βαθιά,
τὰ ψηλὰ τοῦ λογισμοῦ
φέρτε, φέρτε, τοῦ μαρμάρου
τ᾿ ἄνθια καὶ τοῦ χρυσαφιοῦ,
τὰ λαμπρόηχα λόγια φέρτε,
καὶ ρυθμίστ᾿ ἕνα παλάτι
καὶ στυλῶστε μέσα ἐκεῖ
τοῦ Ἡλίου τὸ εἴδωλο, καὶ κεῖνο
ὑπερούσια καμωμένο
ἀπὸ ἡλιοφεγγοβολή.


Οἱ θεοί

Καὶ πρωτοεῖδε ὁ πρῶτος ἄνθρωπος
τοῦ ἥλιου τὴν ἀνατολή,
καὶ νὰ τῆς γλυκαποκρίνεται
γρίκησε μία μουσική,
χίλια λόγια, χίλια ἐγκώμια
πρὸς τῆς μέρας τὴν πηγή.
Κι ὅλα, ὦ θάμα, κι ὅλα, κ᾿ οἱ ὕμνοι,
καὶ τὰ λόγια καὶ τὰ ἐγκώμια,
σκορπιστήκανε στὰ τετραπέρατα,
καὶ τὰ σάρκωσαν οἱ αἰῶνες,
καὶ γινήκανε φωτοθεοὶ
καὶ ἁρμονίας τέρατα.


Τὸ Ἠλιογέννητο

Ἡ χαρὰ τρανὴ στὸν Ὄλυμπο!
Οἱ θεοὶ μοιράζονται τὴ γῆ,
λείπει ὁ Φωτοδότης, καὶ ἄκληρος
θὰ λησμονηθῆ.
Καὶ ἦρθε ὁ Φωτοδότης κ᾿ ἔγνεψε
πρὸς τὴ θάλασσα, καὶ αὐτὴ
σάλεψε καὶ ράγισε καρπόφορη,
καὶ γεννήθη τοῦ Ἡλίου τὸ νησί!
Καὶ ἦταν τὸ νησὶ χιλιόκαλο,
κ᾿ ἔζησαν ἐκεῖ τεχνίτες
καὶ εἴτανε σὰν ὑπεράνθρωποι,
γιατί κάποια ἀγάλματα ἔπλαθαν,
ὅλα ὡραῖα σὰ θεοί,
καὶ ὅλα ζωντανὰ σὰν ἄνθρωποι.


Ὀρφικὸς Ὕμνος

Ἔξω ἀπὸ τοὺς δρόμους τῶν ἀστόχαστων,
λειτουργὸς καὶ ψάλτης ὀρφικός,
ἕναν ὕμνο ξαναφέρνω
μιᾶς λατρείας πανάρχαιας πρὸς τὸ φῶς.
Ἔτρεξε ὡς τὰ τώρα ὁ λογισμός μου,
καταχωνιασμένος ποταμὸς
ξάφνισμα στὸ βούισμα τῶν ἀνθρώπων
τῆς κιθάρας μου ὁ ρυθμός.
Νύχτα ξεκινῶ, νύχτ᾿ ἀνεβαίνω
τὴ δυσκολανέβατη κορφὴ
θέλω μόνος, θέλω πρῶτος
τ᾿ ἀπολλώνιο φῶς νὰ χαιρετίσω,
ἐνῶ κάτου στοὺς ἀνθρώπους
θὰ εἶν᾿ ἀκόμα ὁ ὕπνος καὶ τὸ σκότος.


Μολώχ

Τῶν Ἑλλήνων τὴν πατρίδα
βάρβαροι τὴν ἀτιμάζουν!
Ὅπου ἀνθοπετοῦσαν οἱ Ἔρωτες
παραδέρνει ἡ νυχτερίδα.
Στὴ νυχτιά μας μιὰ πυγολαμπίδα,
τῶν ἀρχαίων ἡ μνήμη, ψευτοφέγγει
κ᾿ εἶναι μιὰ νυχτιὰ ποὺ δὲν τὴ διώχνεις,
τοῦ παντοτινοῦ μας ἥλιου ἀχτίδα!
Καὶ πατρίδα καὶ ψυχὴ ρουφᾶν
βάρβαροι ἀπὸ βάθη καὶ ἀπὸ ὕψη.
Κι ὅταν, μ᾿ ἕνα τρίσβαθο ὤχ!
τῶν Ἑλλήνων θεέ, ρωτοῦμε σέ:
«Εἶσ᾿ ἐσὺ ὁ ξανθὸς Ἀπόλλωνας;»
Ἀποκρίνεσαι:-«Εἶμ᾿ ἐγὼ ὁ Μολώχ!»


Τὸ σαΐτεμα

Καὶ χαμήλωσες, ὦ Φοῖβε, ἀπὸ τὰ ὕψη
τῶν Ὀλύμπων τῶν ἁγνῶν
πρὸς τοῦ χαύνου τὴν πατρίδα,
πρὸς τὴ χώρα τῶν ὀκνῶν.
Κ᾿ ἔπαιξες τὴ λύρα, ἀνάβρυσμα
παναρμονικῶν πηγῶν!
Λόγια σ᾿ ἀπαντήσανε βαρήκοων
καὶ περίγελα τυφλῶν.
Τότε, σὰ νὰ γύρευες τὴν πλάση
νὰ λυτρώσης ἀπὸ μόλυσμα,
κι ἀπ᾿ τ᾿ ἀκάθαρτα ὅλα τὸν ἀέρα,
ἔρριξες τὴ λύρα, κ᾿ ἔγινες
σαϊτευτής, καὶ τὰ σαΐτεψες
τῶν ἀνοήτων τὰ κοπάδια πέρα ὡς πέρα!


Ἔρθης δὲν ἔρθης

Ἔρθης δὲν ἔρθης, ἐγὼ θὰ σύρω
τἀργὰ τὰ πόδια γοργὰ ὡς ἐκεῖ,
τὸ κουρασμένο κορμὶ νὰ γείρω
στὴν ἔρμη πέτρα τὴ μυστική.

Καὶ θὰ προσμένω καὶ θὰ πεθαίνω
καὶ θἀνασταίνομαι -μιλῶ, μένω-
μὲ τὴ μιλιά σου·
ἔρθης δὲν ἔρθης, θὰ σ᾿ ἀγκαλιάζω
καὶ μὲ τὴ σκέψη μου θὰ ταιριάζω
τὴ ζωγραφιά σου.

Νύχτα. Στὸ χῶμα θὰ πάω νὰ ψάξω
τὸ πάτημά σου νὰ βρῶ, θὰ δράξω
γῆ μέσ᾿ στὴ φούχτα νὰ τὴ φιλήσω,
κι ἀπὸ κλωνάρια κι ἀπὸ χορτάρια
μέσα στὰ χέρια δροσιὰ θὰ κλείσω,
σὰν ἀπ᾿ τὴ σάρκα κι ἀπ᾿ τὴ δροσιά σου.
Πέρα τῆς χώρας ἀνάρια ἀνάρια,
παιζογελώντας με, τὰ λυχνάρια
θὰ μ᾿ ἀχνοστέλνουν τὸ φάντασμά σου.
Μ᾿ ὅλα της νύχτας τὰ λυχνιτάρια
θὰ ψάξω νἅβρω τὸ πέρασμά σου.

Καὶ μὲ τὸ σεῖσμα τἀχνοῦ τοῦ τρόμου
ἢ μὲ τὸ κάρφωμα ἐκστατικό,
στὴ γνωρισμένη πλαγιὰ τοῦ δρόμου,
ἔρθης δὲν ἔρθης, θὰ καρτερῶ.

Τρελὸ καρτέρι, καὶ ὁλόγυρά μου
ἡ κρυφὴ νύχτα καὶ ἡ σιγανή·
μόνο γιομάτη θὰ εἶν᾿ ἡ καρδιά μου
ἀπὸ τὴν ψάλτρα σου τὴ φωνή.

Καὶ οἱ στρατολάτες ποὺ θὰ περνᾶνε,
καὶ ὅσα τριγύρω μου ριζωμένα,
κάτι ἀπὸ σένα θὰ μοῦ μηνᾶνε,
καὶ θὰ μοῦ παίρνουν κάτι ἀπὸ σένα.

Γιὰ σὲ ξανἅβρα καὶ ξαναπῆρα
τῶν εἴκοσί μου χρονῶν τὴ λύρα,
κ᾿ ἔρριξ᾿ ἀπάνου
στοὺς λυγισμένους μου ὤμους τοῦ πλάνου
πάθους ἀπότομα τὴν πορφύρα.

Τῆς ὁρμῆς εἶμ᾿ ἐγὼ τὸ παιδί,
τανἄσασμα εἶσαι τῶν ἄγριων κρίνων,
τὸ λάτρεμα εἶσαι, τὸ φυλαχτὸ
τῶν ἐρωτόπαθων πελεγρίνων.

Στερνὴ κατάρα, μοῖρα κακὴ
τούτ᾿ ἡ λαχτάρα, κοντά, μακριά σου,
ἢ σπλαχνισμένου ἀγγέλου εὐκὴ
νὰ ξεψυχήσω μὲ τ᾿ ὄνομά σου;

Ἔρθης, δὲν ἔρθης, ἐγὼ θὰ σύρω
τἀργὰ τὰ πόδια γοργὰ ὡς ἐκεῖ,
στὴν ἔρμη ἀπάνου πέτρα θὰ γείρω,
Ἴσκιε, στὰ πόδια σου τὸ κορμί...


Ἡ ἀπόκριση

Ἀμαδρυάδες, πάρτε με κι ἀκοῦστε με, Αἰγιπάνες,
γάμου κρεββάτια στρώθηκαν, σπαράζει ἡ λαγκαδιά,
νὰ τ᾿ Ἀνθεστήρια! κελαιδοῦν οἱ δελφικοὶ παιάνες,
πλέκονται λάγνα εἰδύλλια σὲ δάση ἀρκαδικά.
Ἡ μέθη ἡ διονύσια ξεσπάει, λυσσάει, καὶ λάμπει
ὡς ποὺ εἶν᾿ ἡ πλάση, καὶ ἀπὸ ποῦ; Δὲν ξέρω ἂν εἶμ᾿ ἐγώ,
ὁ μέγας Πᾶν ἐχώρεσε στὴν ἀγκαλιά μου, ὦ θάμπη!
Μὲ τῶν στοιχείων τὴν ἄγρια, τὴν ἅγια ζήση ζῶ.
Τὸ δῶρο τῶν ὑπέρκαλων γαλήνιων ὁραμάτων,
ὦ Χρυσομίτρα, μοῦ ἔφεραν οἱ τρεῖς θεὲς κ᾿ οἱ ἐννιὰ
στὰ μέτωπα καὶ στ᾿ ἄχραντα κορμιὰ τῶν ἀγαλμάτων
τὴν ἀφρογένεια χόρτασα τῶν ὅλων Ὀμορφιά.
Ἀκούω τ᾿ ἀηδόνια, ἀντιλαλοῦν τ᾿ ἀηδόνια οἱ Σοφοκλῆδες,
Αἰσχύλειοι, ὠκεάνειοι, ὦ γόοι προφητικοί!
Σὲ μία ματιὰ ὁλοπράσινες ἀγνάντια μου Ἀτλαντίδες
γεννιοῦνται ἀπὸ τὴν ἄβυσσο καὶ χάνονται σ᾿ αὐτή.
Θαλασσομάχοι Φοίνικες μὲ φέρανε ἀπὸ πέρα,
ὁ χαροκόπος εἶμ᾿ ἐγὼ κι ὁ κοσμογυριστὴς
τέχνες, μιλήματα, εἴδωλα ξαφνίζουν τὸν ἀέρα.
Νυφάδες, ἀγκαλιάστε με, Σάτυροι, ἀκούστ᾿ ἐσεῖς.
Καὶ Σάτυροι καὶ Κένταυροι, νυφάδες Ἀμαδρυάδες,
κ᾿ οἱ Ἑλλάδες οἱ χρυσόλαλες μοῦ εἶπαν μὲ μία φωνή,
μέσ᾿ ἀπὸ χῶρες καὶ βουνά, δάση, κορφές, πεδιάδες:
«Γιὰ σὲ τὸ ἀθάνατο κρασὶ δὲν εἶναι, ὦ μεθυστή!»
Καὶ ἡ Ταναγραῖα ἡ λυγερὴ καὶ ἡ φοβερὴ Κασσάντρα,
Μαινάδες κισσοστέφανες, Ὀλύμπιοι θεοί,
ἀπ᾿ τὴ σπηλιὰ τῆς Καλυψῶς ὡς τὴ σοφὴ Ἀλεξάντρα,
οἱ Ἑλλάδες οἱ μουσόθρεπτες μοῦ εἶπαν μὲ μία φωνή:
«Σώπα, χλωμὲ καλόγερε, λάλε καὶ χαῦνε, σώπα,
στὸ μοναστήρι γύρισε καὶ κλείσου στὸ κελλί!»
Καὶ τῶν Πινδάρων οἱ ἥρωες κ᾿ οἱ θέαινες τοῦ Σκόπα
γελοῦνε, καὶ τὸ γέλιο τους βροντόκραχτα ἀντηχεῖ.


Οἱ λύκοι

 Βοσκοί, στὴ μάντρα τῆς Πολιτείας οἱ λύκοι! Οἱ λύκοι!
 Στὰ ὅπλα, Ἀκρῖτες! Μακριὰ καὶ οἱ φαῦλοι καὶ οἱ περιττοί,
 καλαμαρᾶδες καὶ δημοκόποι καὶ μπολσεβίκοι,
 γιὰ λόγους ἄδειους ἢ γιὰ τοῦ ὀλέθρου τὰ ἔργα βαλτοί.

 (Ἀπ᾿ τῆς μαυρίλας τῆς ἀραχνίλας τὴν ἀποθήκη
 σὲ σκονισμένα γυαλιὰ κλεισμένο, παλιὸ κρασί,
 τῶν ἑκατό σου χρονῶν ἀνοίγω τὸ ἀρχοντιλίκι
 στοῦ ἡλιοῦ τὸ φέγγος, τί σὲ προσμένουν οἱ δυνατοὶ

ξανὰ σὰν πάντα καὶ γιὰ τὴ μάχη καὶ γιὰ τὴ νίκη
νὰ τοὺς φτερώσεις τὸ πάτημά τους ὅπου πατεῖ.
Σ᾿ ἐμὲ -κελλάρης λυράρης εἶμαι,- σ᾿ ἐμένα ἀνήκει
νὰ τὸ κεράσω στὰ νέα ποτήρια τὸ ἀρχαῖο πιοτί).

Βοσκοὶ καὶ σκύλοι, λῶβα καὶ ψώρα. Τ᾿ ἀρνιά; Μουζίκοι.
Ὁ λαός; Ὄνομα. Σκλάβος πλέμπας δούλα κ᾿ ἡ ὀργή,
Δίκη ἀπὸ πάνω θεία τῶν ἀστόχαστων καταδίκη
καὶ λογαριάζει καὶ ξεπλερώνει ὅσο ἂν ἀργεῖ.

Τραγουδημένη κλεφτουριά, Γένος, ἀρματολίκι,
τὰ ξεγραμμένα καὶ τὰ τριμμένα ψέματα, ἀχνοί,
Ἰδέα βυζάχτρα τῶν τετρακόσιων χρόνων, ἡ φρίκη
τώρα, τὸ μάθημα τῶν Ἑλλήνων ὡς χτές, ἐσὺ

τοῦ ραγιᾶ μάνα βιβλικό, πλάσμα ὀρφικό, Εὐρυδίκη,
τοῦ πανελλήνιου μεγαλονείρου χρυσοπηγή,
μᾶς τὸν καθρέφτιζες μέσ᾿ στῆς Πόλης τὸ βασιλίκι
τὸν ξυπνημένο Μαρμαρωμένο, κυνηγητὴ

τοῦ Ἰσλάμ. Ἡ Θρᾴκη προικιό του, ὢ δόξα! Καὶ ἀπανωπροίκι
μιὰ Ἑλλάδα πάλε στὴν τουρκεμένην Ἀνατολή,
τῆς Ἰωνίας γλυκοξημέρωμα.... Οἱ λύκοι! Οἱ λύκοι!
κ᾿ οἱ βοσκοὶ ἀνάξιοι, λύκοι καὶ οἱ σκύλοι κ᾿ οἱ ἀντρεῖοι δειλοί.

Στῆς Πολιτείας τὴ μάντρα οἱ λύκοι! Παντοῦ εἶναι λύκοι!
Ξανὰ στὰ Τάρταρα ἴσκιος, τοῦ ψάλτη λατρεία κ᾿ ἐσύ.
Ψόφια ὅλη ἡ στάνη. Φέρτε νὰ πιοῦμε, κούφιο νταηλίκι,
γιὰ τὸ ἀποκάρωμα ποὺ μᾶς πρέπει, κι ὅποιο κρασί.


Τριλογία τοῦ θυμοῦ

Οἱ Καλόγεροι

Εἴμαστ᾿ οἱ ἄνεργοι καὶ οἱ ἄχαροι,
καὶ τῆς ζωῆς εἴμαστ᾿ ἐμεῖς οἱ καταλαλητάδες,
γιὰ νὰ πατᾶμε καὶ νὰ σβήνουμε εἴμαστε
τὰ ὡραῖα καὶ τ᾿ ἀληθινά, τ᾿ ἄνθια καὶ τὶς λαμπάδες.
Τὸν ἥλιο καὶ τὰ ἡλιόχαρα ὀχτρευόμαστε,
καὶ τὶς ἀγάπες τῆς καρδιᾶς καὶ τοῦ παιδιοῦ τὰ γέλια,
μὲ νεκροσάβανο σκεπάζουμε
τὸ Λόγο τὸν τετράψυχο στὰ γαληνὰ Βαγγέλια.
Εἴμαστ᾿ ὁ κούφιος ἦχος ὁ παράταιρος
στῶν κεραυνῶν τὸ ταίριασμα καὶ στῶν κελαιδημάτων,
χαλάσματα καὶ σκιάχτρα κάνουμε
τοὺς θείους ναοὺς καὶ τὰ λευκὰ κορμιὰ τῶν ἀγαλμάτων.
Μὰ νὰ ὁ ραγιᾶς τὰ σύντριψε τὰ σίδερα,
«Ζωή!» ὁ Τεχνίτης ἔκραξε, Σοφέ, ἀλαλάζεις «Νίκη!»
φύγαμε τότε καὶ τρυπώσαμε
μέσ᾿ στῶν ἐρήμων τὶς μονιὲς καὶ γίναμεν οἱ λύκοι.
Καὶ τώρα κάθε ποὺ ἀπαντήσουμε
τὴν Ὑπατία τὴν ἄτρομην Ἰδέα τὴν ἀστρομάτα,
τὴ σφάζουμε, τὴ χιλιοκομματιάζουμε,
καὶ - ὦ λύσσα! - τὰ κομμάτια της τὰ ρίχνουμε στὴ στράτα.

Ἡ βέργα τοῦ Ζωΐλου

Στὴν πλάση, ἀπὸ τῆς θάλασσας τὴ μάνητα
ὡς τὸν τριγμὸ τοῦ σαρακιοῦ, κι ἀπ᾿ τὸ βουνὸ ὡς τὸ χνούδι,
καὶ μέσα στὰ βουβὰ καὶ μέσ᾿ στ᾿ ἀσίγητα,
στὰ πάντα δυσκολόβρετο κοιμᾶται ἕνα τραγούδι.
Καὶ τὸ τραγούδι τὸ ξυπνᾶνε οἱ Ὅμηροι,
σάρκα τοῦ δίνουν, ψυχή, φῶς, τὸ κάνουν πλάσμα καὶ ἄστρο,
κ᾿ ὕστερα ἐσεῖς, κιθάρες δρόμο δόστε του!
Μὲ τὸ τραγούδι ὑψώνεται τῆς Πολιτείας τὸ κάστρο,
μέσ᾿ στὸ τραγούδι ὁ Νόμος πρωτοβλάστησε,
κι ἀπὸ τῆς λύρας τὰ ὄνειρα τὰ ἔργα τὰ μεγάλα
οἱ δόξες τῶν ἐθνῶν τῶν κοσμοξάκουστων
κρατοῦνε πρωτοβύζαχτο τοῦ τραγουδιοῦ τὸ γάλα.
Γιὰ τοῦτο πλάστες καὶ προφῆτες οἱ Ὅμηροι,
ἀταίριαστοι, ἀδασκάλευτοι, ἄκακοι, ξένοι, ὡραῖοι
μέσα στὴ θεία τους γλώσσα τὴν ἀγράμματη
Ἡρώων ἀλαλάζει λαός, μιᾶς μάννας καρδιὰ κλαίει.
Μέσα στὴ θεία τους γλώσσα τὴν ἀγράμματη
μὲ πρόσωπο Πεντάμορφης εἶναι γραμμέν᾿ ἡ Ἰδέα,
ζωές, ἀλήθειες, πάθια, λαχταρίσματα,
κι ὅλα ὅσα λέτε, ἀστόχαστοι καὶ ἀνίδεοι, χυδαῖα!
Γιὰ τοῦτο καταριέστε τὸ τραγούδι τους,
ποὺ ρέει γοργὰ μὲ τὰ νερὰ ψηλάθε τὰ καθάρια,
ἐσεῖς, τοῦ Ξεπεσμοῦ λουλούδια ἀτίμητα
σᾶς ἔχει ὁ νοῦς ἀπόπαιδα κ᾿ ἡ ἀσκημιὰ βλαστάρια!
Γιὰ τοῦτο, ἂν κάνουν οἱ Ὅμηροι νὰ τρέμετε,
τρομάρα τοῦ ἀνεμόδαρτου στὸ δέντρο ἀπάνω φύλλου,
τῶν Ὁμήρων τους ἴσκιους δὲν τοὺς τρέμετε.
Κι αὐτοὺς χτυπᾶτε, παίρνοντας τὴ βέργα τοῦ Ζωίλου!

Ὁ ποιητής

Μόνος. Ἕν᾿ ἄδειο ἀπέραντο τριγύρω μου,
καὶ μιᾶς πολέμιας χλαλοῆς ἀσώπαστη ἡ φοβέρα.
Κι ὅταν ἐκείνη κατακάθεται,
μόνος, θανάσιμη σιωπὴ παγώνει πέρα ὡς πέρα.
Μόνος. Μ᾿ ἀρνήθηκαν οἱ σύντροφοι,
κι ἀπὸ τὸ πλάι μου γνωστικὰ τ᾿ ἀδέρφια τραβηχτῆκαν.
Μ᾿ ἔδειξε κάποιος. - Νὰ τος! - Καταπάνω μου
γυναῖκες, ἄντρες, γέροντες, παιδιά, σκυλιὰ ριχτῆκαν.
Τὸ χέρι τὸ ἀκριβὸ τῆς Ὁδηγήτρας μου,
ποὺ μὲ κρατοῦσε, ἀνοίχτηκε πρὸς ἄλλα χάιδια ... Μόνος.
Σὲ βάθη μυστικὰ περνοῦνε ἀστράφτοντας
τῶν ἀσκητάδων οἱ χαρές, τοῦ μαρτυρίου ὁ θρόνος.
Φωτιά ῾βαλαν, τὸ κάψανε τὸ σπίτι μου,
καὶ σύντριψαν τὴ λύρα μου μὲ τὴ βαθιὰ ἁρμονία.
Τὴν Πολιτεία δυὸ Λάμιες τὴ ρημάζουνε:
ἡ λύσσα τοῦ καλόγερου, τοῦ δασκάλου ἡ μανία.
Τῆς Πολιτείας ἡ πόρτα κλείστηκε,
μὲ διώξανε, ἔρμος βρέθηκα στὰ ἕρμα μονοπάτια
καὶ τῆς Ἰδέας τῆς ἀστρομάτας, ποὺ ἔσφαξαν
ἀπὸ τὴ στράτα μάζωξα τὰ ὁλόφωτα κομμάτια.
Καὶ τἄσπερνα στὸ διάβα μου, καὶ φύτρωναν
ἐδῶ παράδεισοι, κ᾿ ἐκεῖ βασίλεια, κ᾿ ἐκεῖ πέρα
παλάτια κ᾿ ἐκκλησιὲς καὶ δρακοντόκαστρα.
Κι ὅλα στὴν ἴδια εὐφραίνονταν ἀνύχτωτην ἡμέρα.

1901


Ὁ Δελφικὸς Ὕμνος

Τὸν κιθαρίσει κλυτὸν παίδα μεγάλου Διὸς
ἐρῶ σ᾿ ἄτε παρ᾿ ἀκρονιφῆ τόνδε πάγον ...

Ἐσένα τὸν κιθαριστὴ τὸν κοσμοξακουσμένο
θὰ ψάλω, τοῦ τρανοῦ Διὸς Ἐσένα τὸ βλαστάρι,
τὰ λόγια Σου τ᾿ ἀθάνατα θὰ τραγουδήσω, ἐκεῖνα
ποῦ φανερώνεις, ὦ Θεέ, γιὰ τοὺς ἀνθρώπους ὅλους,
κοντὰ στὸ χιονοστέφανο τὸ βράχο! Θὰ κηρύξω
τὸ μαντικὸ τὸν τρίποδα πὼς ὤρμησες καὶ πῆρες,
τὸν τρίποδα, ποὺ ὁ δράκοντας ὁ ἐπίβουλος κρατοῦσε
σφυρίζοντας, ἀλύπητος καὶ πὼς μὲ τὸ δοξάρι
τοῦ τρύπησες τὸ παρδαλό, τὸ στρηφογυρισμένο
κορμί! Καὶ πὼς ἐκράτησες παράλυτο μπροστά Σου,
μ᾿ ὅλη του τὴν παλληκαριά, τὸν ἄπιστο Γαλάτη!
Τοῦ βροντεροῦ Διὸς Ἐσεῖς πανώριες θυγατέρες,
ποὺ ὁρίζετε πυκνόδεντρο τὸν Ἑλικώνα, ἐλᾶτε,
καὶ μὲ τραγούδια, μὲ χορούς, ὑμνεῖτε, διαλαλεῖτε
τ᾿ ἀδέρφι Σας τὸ θεϊκό, τὸ χρυσομάλλη Φοῖβο.
Ἀπάνου ἐκεῖ στοῦ Παρνασσοῦ τοὺς δίκορφους στοὺς θρόνους
στὰ κρυσταλλένια τὰ νερὰ τῆς Κασταλίας προβάλλει
ἀνάμεσα στὰ Δελφικὰ τὰ πανηγύρια, ἀφέντης
τοῦ φημισμένου αὐτοῦ βουνοῦ, τοῦ μαντικοῦ του βράχου.
Καὶ χαῖρε, ὦ πολυδόξαστη, μεγάλη χώρα, Ἀθήνα,
τῆς πολεμόχαρης θεᾶς λάτρισσα, ριζωμένη
σὲ γῆν ἀπάνου ἀσάλευτη γι᾿ αὐτή σου τὴ λατρεία!
Καίει τῶν ταύρων τὰ μηριὰ στοὺς ἱεροὺς βωμούς Του
ὁ Ἤφαιστος, καὶ ἀραβικὸ θυμίαμα σκορπίζει
ψηλὰ ψηλὰ ὡς τὸν Ὄλυμπο μαζὶ μὲ τὴ φωτιά Του.
Χίλια λαλήματα κι ὁ αὐλὸς ὁ λυγερὸς κυλάει,
ὕμνους κ᾿ ἡ γλυκερόφωνη χρυσὴ κιθάρα ἁπλώνει
τῶν Ἀθηναίων ὁ λαός, Θεέ, Σὲ προσκυνάει!

1894


Ὁμηρικὸς Ὕμνος

A´. Ἡ Δήμητρα

Ὡς ἡ μὲν Κελεοῖο δαΐφρονος ἀγλαὸν υἱόν,
Δημοφώονθ᾿ ὃν ἔτικτεν ἐΰζωνος Μετάνειρα,
ἔτρεφεν ἐν μεγάροις· ὁ δ᾿ ἀέξατο δαίμονι ἴσος
οὔτ᾿ οὖν σίτον ἔδων, οὗ θησάμενος Δημήτηρ
χρίεσκ᾿ ἀμβροσίη ὡς εἰ θεοῦ ἐκγεγαώτα.

Ὁμηρικὸς Ὕμνος εἰς Δήμητραν

Εἶμαι τὸ φύτρωμα κ᾿ εἶμαι τὸ φούντωμα, ἡ Δήμητρα, ἡ χλόη.
K᾿ εἶμαι τὸ δέντρο κι ὁ ἀνθὸς κι ὁ καρπός, εἶμαι ἡ γῆ ποὺ ἀνασταίνει
κ᾿ ἢ ποὺ ἀνασταίνεται κ᾿ εἶμαι ἡ μητέρα πανάγια της κόρης
ποὺ μοῦ τὴν ἅρπαξε ποιός; κάποιο χέρι θεοῦ θὰ τὴν πῆρε,
μὰ ὅποιος κι ἂν εἶναι, ἀπ᾿ τὸν κόσμο κι ἀπ᾿ ὅπου, ἀπ᾿ τ᾿ ἀστέρια, ἀπ᾿ τὸν Ἅδη,
ἐμὲ τινάζει ὁ θυμὸς ὅση δύναμη δίνει μου ὁ πόνος,
κ᾿ ἔμεινε ἡ γῆ καθὼς εἴταν, ὁλόγυμνη, ξέρα, νεκρίλα·
θὰ μὲ φωτίσουν τοῦ ἡλιοῦ κ᾿ ἡ ματιὰ κι ὁ πυρσὸς τῆς Ἑκάτης,
ὁδηγητές, νὰ τὴ βρῶ κι ὅπου ἂν εἶναι καὶ σ᾿ ὅποιον, τὸ χέρι
πάει τὸ δικό μου καὶ παίρνει κι ἀδράζει, ἀπ᾿ τ᾿ ἀστέρια, ἀπ᾿ τὸν Ἅδη,
ὁ Ἥλιος τῶν ὅλων θεωρὸς καὶ μαντεύτρα τῶν ὅλων ἡ Ἑκάτη.

K᾿ ἔψαξα, κοίταξα, γύρισα κι ὅλα βουβά, κρυφὰ πάντα.
K᾿ ἦρθα λιγόχρονη ἀνάπαψη νὰ βρῶ στὴ χώρα σας μέσα
ποὺ βασιλεύει ὁ καλὸς Κελεὸς μὲ τὴν ἄξια γυναίκα,
καὶ μὲ τὶς τέσσερες κόρες, ἡ μιὰ πιὸ καλὴ ἀπὸ τὴν ἄλλη,
καὶ σὰ γελᾶν καὶ σὰ στέκουν καὶ σὰν περπατοῦν, ρηγοποῦλες
τ᾿ Ἀπριλομάη, Κλεισιδίκη, Δημώ, Κυμοθόη, Καλλινίκη,
καὶ τὸ στερνό σας μ᾿ ἐσᾶς τὸ νιογέννητο βυζασταρούδι
ποὺ παραμάνα του θέλω, σᾶς εἶπα, νὰ πάω νὰ τὸ ζήσω·
ἡ μοίρα θέλησε καὶ σὰ νὰ πρόσταξε θεὸς νὰ τρανέψῃ
δίχως τὰ χρόνια, νέος πάντα χωρὶς γερασιά, χωρὶς μνῆμα,
δίχως τὸ θάνατο, ἀθάνατος μέσ᾿ στοὺς μακάριους, ἀπάνου
κι ἀπὸ καιροὺς κι ἀπ᾿ τὶς ὦρες, τὶς μπόρες κι ἀπ᾿ τὰ θνητὰ πάντα.

Στὰ γόνατά μου τὸ κάθησα, στὴν ἀγκαλιά μου τὸ πῆρα,
μὲ τὰ φιλιά μου τ᾿ ἀνάθρεψα καὶ μὲ τὰ χάδια, καμάρι
θεοῦ κηπουρὸς ποὺ τὸ πότιζε, θεοῦ ποὺ τὸ ζοῦσε ὀργοτόμος.
Ὅταν ἡ νύχτα κρυφὰ καὶ βαθιά μου τ᾿ ὁρμήνευε, στάλα,
στάλα, στ᾿ ἁβρό του κορμὶ καὶ μὲ τὰ χέρια μου τὴν ἀμβροσία
τοῦ τὴν περίχυνα χρίσμα, νὰ βρῇ τὴ θεράπαψη ἀπ᾿ ὅσες ἀρρώστιες
θὰ τοῦ κιντύνευ᾿ ἢ ζωή, δυστυχίες, κακίες, ἀνημπόριες.
Κι ὅταν ἡ νύχτα στερνὴ κι ἀπ᾿ τὰ μάτια μακριὰ τ᾿ ἄλλου κόσμου
μὲ ξεμονάχιαζε, τ᾿ ἄναβα τότε τὸ οὐράνιο, τὸ μέγα
στοιχειὸ τὴ φλόγα, οὐρανέ! τὴ φωτιὰ τὴν ὑπέρτατη, ἐντός της
νά ῾βρῃ μιὰ ἐντέλεια θεοῦ νὰ τὴν τρέφῃ τὴ σάρκα του πάντα,
σῶμα, ψυχή, νοῦς του, ἐντέλειες κ᾿ οἱ τρεῖς, μιὰ τριάδα, μιὰ ἰδέα,
καὶ τίποτ᾿ ἄλλο, ψωμί, πείνα, δίψα, τροφή, τίποτ᾿ ἄλλο,
καὶ τὴν πνοή μου, γιὰ γάλα, θεϊκὴ τοῦ φυσοῦσα στὰ χείλη.

K᾿ ἔτσι, Μετάνειρα, μάνα φιλόστοργη, τῆς Ἐλευσίνας
ἄνασσα καὶ καύχημ᾿, ἀλόγιστη πάντα γυναίκα,
ἦρθες, μίαν ὥρα τῆς μοίρας κακὴ καὶ χαλάστρα, καὶ ξάφνου,
τὸ εἶδες τὸ νέο τὸ κορμὶ σὰν τὸ σίδερο στὴ φωτιὰ μέσα
γιὰ τὴν αἰώνια τὴ ζήση νὰ δένη νὰ δένεται, Ὀλύμπιος,
μὲ τοῦ χεριοῦ μου τὸ θάμα, τῶν πάντων γιατρειὰ ποὺ θεριεύει,
κι ἀντὶ νὰ μείνῃς μπροστά μου στὰ γόνατα δεόμενη, βγάνεις
τρόμου φωνὴ καὶ λαχτάρα κατάρα γιὰ μένα σου φεύγει,
«τρέχτε, γλυτῶστε τό, πάρτε τό, ἡ ξένη μου καίει τὸ παιδί μου!»
κ᾿ ηὗρ᾿ ἡ ἀποθέωση τὸ ἔμποδο ἀπέραστο τῆς κακιᾶς ὥρας
ποὺ θὰ βαστᾶ τὸ θνητὸ γιὰ τὰ ἐγκόσμια στὸ πρόσκαιρο διάβα.
Μήτε Ἡρακλῆς μὲ τὴν Ἥβη, Ἀπολλώνια καὶ μήτε κ᾿ ἡ δόξα,
τρανὴ ὅση ἡ τιμή του κ᾿ ἡ λάμψη του, ἡ δόξα του βαριὰ καὶ τώρα
βρέφος πὼς βρῆκε τὸν ὕπνο στὸν κόρφο μου, στὰ γόνατά μου.
Μὰ καὶ τὸ γέρασμ᾿ ἀλύπητο θὰ ῾ρθῇ καὶ ὁ τάφος καὶ πάντα θ᾿ ἀνοίξῃ.

Ὅμως ἐγώ σας πονῶ κ᾿ εὐλογῶ σας καὶ δὲ σᾶς ξεχάνω,
χτίστε μου ναὸ καὶ βωμὸ στὴν κορφή, στὸ Καλλίχορο ἀπάνου.
Ξεχωριστή μου ἡ θωριὰ κ᾿ ἡ ματιά της φαντάζει σὰ χέρι,
θέλω μ᾿ αὐτὴ σαρκικὰ κι ὅ,τι ἰδῶ νὰ κρατήσω νὰ πάρω,
κ᾿ ἐσᾶς ποὺ ἦρθα ἐδῶ μὲ σᾶς πεθυμιά, ῾χω καὶ μίαν εὐχὴ δίνω
νὰ μὲ γιορτάζετε πάντα στὴ ζωὴ ποὺ θὰ εἶν᾿ ἄλλη ἀπὸ τούτη·
θὰ εἶν᾿ ἀγαθή, διαλεχτή, γαληνὴ καὶ λευκὴ καὶ μακάρια.
Καὶ κυβερνῆτες μ᾿ αὐτὴ καὶ λαοὶ κι ὅσοι προστάζουν ἢ ἀκοῦνε
θὰ τοὺς ταιριάζω στοῦ χρόνου τὸ πέρασμ᾿ ἀπέραστη μέσα
στῆς Ἐλευσίνας λιτῆς καὶ φτωχῆς τὰ μυστήρια τὰ πάντα
πλούσια κι ἀλάλητα καὶ πολυνόητα σὲ καρδιὲς θρῆσκες
ποὺ βλέποντάς τὰς ἀπὸ τ᾿ ὄραμ᾿ ἁγιάζουν τῆς ὅποιας θρησκείας·
ἦρθε ἢ θὰ ῾ρθῇ, κρυφὴ ξέσκεπη, μέσα της πάντα ἡ ἀλήθεια.

Ὅμως ἐγὼ σᾶς πονῶ κ᾿ εὐλογῶ σας καὶ δὲ σᾶς ξεχνάω
καὶ τὴ μοσκόβολη χώρα σας, πρόσωπα, πράματ᾿, ἀγέρα,
καὶ τοὺς ἀνθρώπους λαϊκοὺς καὶ τοὺς ἄρχοντες καὶ τὶς πανώριες
ποὺ νερὸ φέρναν καὶ ὑδρεύοντας μέσ᾿ στὰ χαλκένια λαγήνια,
στὴ βρυσομάνα ἡ ἐλιὰ ποὺ τὴν ἴσκιωνε, καὶ μοῦ τὸ δῶσαν
καὶ τὸ ἤπια κ᾿ οἱ τέσσερες τρέξαν νὰ ποῦν τῆς μητέρας πὼς ἦρθα
ξένη κι ἀγνώριστη γριὰ γλυτωμένη ἀπὸ χέρια κουρσάρων,
τῶν ἀλαφιῶν τὸ περπάτημα ἰσόθεες κ᾿ οἱ τέσσερες εἶχαν
καὶ τῶν ἀνθῶν ποὺ σαλεῦαν τὴ χάρη κροκόπεπλες δείχναν.
Ὅταν φανοῦν, τοὺς θεοὺς δὲ μποροῦν οἱ θνητοὶ νὰ μαντέψουν.
Μὰ καὶ ἡ μητέρα καὶ οἱ κόρες μπροστά τους κι ἂς εἴμουν γριὰ ξένη
κάπως μυρίζαν θαμπὰ καὶ δειλὰ τὴν ἀφάνταστη ὀλύμπια θεότη,
καὶ σὲ προσκύνημα εὐλάβειας χωρὶς νὰ τὸ θέλουν σταθῆκαν,
κ᾿ ἕνα χαμόγελο πῆρε ν᾿ ἀνθίσῃ στ᾿ ἀχνά μου τὰ χείλη.
Ἄμποτε, κόρες, μητέρα, τὴ ζήση σας ὅμοια σὰ νόημα
στὰ ροδοχείλια σας τὸ χαμογέλιο μου νὰ τὴ φωτίζῃ.

B´. O Δημοφῶν

Νέος ἂς τρανεύω, εἶμ᾿ ἐγὼ τὸ ποὺ ἡ Μοίρα μὲ μοίρανε βρέφος,
τότε σὰν τώρα, σὰν πάντα· ἀδερφές, ἡ μητέρα μου πρῶτα,
ξένοι, δικοί μου, ὁ πατέρας, τ᾿ ἀφάνταστο δράμα τὸ ξέρουν,
στάθηκα ἐγὼ πρῶτος του ἥρωας κ᾿ ἡ θέαινα. Καὶ βρέφος καὶ νέος,
εἴμουνα καὶ εἶμαι. Γραμμένος.

Ἀπὸ παιδάκι ἡ θεὰ παραστέκει φεγγόβολη, ὑπάρχει
μπρός μου ψυχὴ καὶ κορμί. Τίποτ᾿ ἄλλο δὲν ξέρω, δὲν ἔχω,
μήτε ποὺ σκέπτομαι, μήτε ποὺ αἰσθάνομαι, μήτε ποὺ ἐλπίζω.
Παιδί, δὲν ἔπαιξα. Νέος γιὰ τὸν ἄθλο ποτὲ παλληκάρι·
ἄγνωρες δόξες κι ἀγάπες,

πάθη καὶ μίση ποτέ. Μιὰ ἀποκάλυψη τὸ εἶπε σὲ μένα,
μὰ καὶ χωρὶς νὰ τὸ νιώσω, χωρὶς νὰ τὸ πῇ μου ἕνα στόμα,
ξέρω, εἶμ᾿ ἐγὼ ποὺ γεννήθηκα κ᾿ ἔγινα καὶ τρανὸς εἶμαι,
κ᾿ εἶμαι παλιὸς μὲ τὸ φύτρωμα μόλις τῆς τρίχας τοῦ ἐφήβου.
Ἄνθρωπος; Θεάνθρωπος εἶμαι.

Νὰ ἡ Μεγαλόχαρη. K᾿ ἦρθε μὲ κάθησε στὰ γόνατά της,
μ᾿ ἕσφιξε ἡ θεὰ στὴν ἀγκάλη της, τὸ φίλημά της μοῦ φτάνει,
δίνει τὴν πνοὴ καὶ τὸν ἔρωτα καὶ τὴ ζωὴ ποὺ δὲ σβηέται
καὶ τὴν πανίερη τὴ φλόγα ποὺ καίοντας μὲ σκάφτει, μὲ ἀλλάζει,
καὶ τὴ θνητὴ προσωπίδα

παίρνει, μοῦ δίνει τὸ πρόσωπο, κ᾿ εἶμαι ἀπ᾿ τὸν Ὄλυμπο Ὀλύμπιος.
Ὅλα δὲν πήγανε σὰ χαλασμένα, δὲ χάθηκαν οὔτε,
μάταια τοῦ κάκου τὰ λὲς καὶ φωνάζεις τοῦ κάκου. Εἶναι πλάνη
πὼς ὅλα χάνονται ἀπείραχτα, εἶν᾿ ὅλα μιᾶς Μοίρας γραμμένα
θεόδοτα κι ἄπαρτα δῶρα.

Ὅ,τι οἱ θεοί μας προσφέρουν, κι ἂν εἶναι στιγμή, κι ἂν εἶναι γιὰ πάντα,
εἶναι τῶν θεῶν ἡ στιγμὴ καὶ τὰ πάντα εἶν᾿ αἰῶνες τῶν αἰώνων.
Φτάνει τῶν θεῶν ὁ θεὸς μὲ τὴ Μοίρα τῶν θεῶν νὰ τὸ θέλουν,
ποὺ εἶν᾿ ἀπάνου κ᾿ οἱ δυὸ κ᾿ εἶν᾿ ὑπέρτατοι ἀπ᾿ ὅλους, τὸν τρέμουν
κ᾿ οἱ θεοὶ τὸν τάρταρο. Πέφτουν.

Μά ῾στρεξε ἡ εὐκὴ καὶ ξανάρθ᾿ ἡ γιορτή. Ξανανθίζουν οἱ τόποι,
τοῦ Ἥλιου ἡ ματιὰ παντογνώστρα, ὁ πυρσὸς τῆς Ἑκάτης τῶν ὅλων
ξεσκεπαστής. Καὶ τῆς κόρης τὸ ἀνέβα ξανὰ στὴ Μητέρα
θρίαμβος, χαρά. Καὶ βλαστοὶ καὶ πομπὲς εἶν᾿ οἱ χρόνοι, σὰν πρῶτα
γῆ, κ᾿ ἡ Ἐλευσίνα κ᾿ ἡ Ἀθήνα.

Κατηχουμένους ἡ Δέσποινα πάει στοὺς λαοὺς καὶ τοὺς φέρνει,
διαλαλητές, ἱερουργοὶ στῆς λαμπρῆς Ἀττικῆς τὸν ἀέρα
ποὺ εἶν᾿ ἡ ἄνοιξή της παντάνασσα, δαίμονες οἱ στοχασμοί της,
ἀπ᾿ τῆς Ἀθήνας τὰ χώματα στῆς Ἐλευσίνας τὰ πλάγια
κ᾿ εὐλαβικὰ σπρώχνουν τὰ ἔθνη.

Δήμητρα, εὐφραίνεται ἡ γῆ σὰν τῆς ρίχνης χρυσὰ τὰ μαλλιά σου,
κι ὅπου φανῇς καὶ στὴ γῆ μας νησὶ τῶν μακάρων ἡ γῆ μας.
Δράκοντες πάντα φτερώνουν, Τριπτόλεμε, τὸ ἅρμα σου κι ὅταν
ἡ Περσεφόνη κ᾿ ἡ Δήμητρα σ᾿ ἔχουν ἀνάμεσα, πρῶτος
τὴ γῆ, εἶσαι θεός, τὴν ὀργώνεις.

Καὶ μὲ φορέματα καὶ μὲ διαμάντια τῆς δίνεις τῆς φύσης
πάλι τὸ φῶς, τὴ δροσιά, τὴ φωτιά, τὴ φωνὴ καὶ τὸ χρῶμα,
ξάνα τῆς δίνεις τὸ δέντρο, τ᾿ ἀστάχι, τὸ κλῆμα, τὸ φύτρο,
καὶ μὲ τὰ χέρια σου προικιὰ νυφιάτικα ποὺ δὲ μετριένται
κι ἀχειροποίητα τῆς πλάθεις.

Μόνος μου ἐγὼ μόνος θεὸς ἀμνημόνευτος, ἄγνωρος, ξένος
εἶμαι ἀπὸ τότε ποὺ ἡ θέαινα μ᾿ ὀργὴ καὶ μὲ πίκρα βαλμένη
νὰ ταπεινώνῃ θνητοὺς καὶ νὰ κρύβῃ μακάριους, μ᾿ ἀφήνει
παραριμμένο κι ἂς μοῦ εἴταν θρεμμένη ὁλοκλήρωτη ἡ σάρκα
στὴν ἀμβροσία καὶ στὴ φλόγα.

Στὰ γηρατιὰ καὶ στὸ θάνατο παραδομένος θεὸς πάντα
τὰ γηρατιὰ καὶ τὸ θάνατο δὲ θὰ τὰ βρῶ, δὲν τὰ ξέρω.
Καὶ φαγωμένοι οἱ θεοί, ρουφημένοι, καὶ κομματιασμένοι,
γίνονται πάλι οἱ παράνομοι ἀκέριοι, τὸ θέλω τοὺς νόμος,
ξαναγεννιοῦνται, ὅλο ὑπάρχουν.

Ἴακχος. Μοῦ λὲν τοῦτο τ᾿ ὄνομα. Τάχα εἶμ᾿ ἐκεῖνος; Ὤ! τάχα
μὲ τοὺς ἁγνοὺς μυστικοὺς τοὺς πιστούς, μὲ τοὺς ὁσίους ὁ πρῶτος
τὸ χορὸ σταίνω καὶ θεὸς καὶ πατῶ καὶ μὲ στέρεα τὰ πόδια,
κι ὅσο ἀλαφρά, φορεσιά μου τὰ ρόδα, τὰ σμύρτα στεφάνι,
μὲς στὴ νύχτα, εἶμαι τ᾿ ἄστρο;

Εἶμαι ὁ Διόνυσος; ὄχι, τῆς Δήμητρας κρυφὸς νυμφίος,
καὶ τῆς Ἀριάδνης γαμπρὸς καὶ μανία τῶν Βακχίδων ἐκεῖνος.
Δὲν εἶμαι Ἴακχος, οὔτε Διόνυσος ὅσο ἂν τοὺς μοιάζω.
Ἂν ἀπ᾿ ἀνθρώπου κάποια ἥμερη γέννα πηγάζω, ἕνας εἶμαι
θεάνθρωπος, ἄνθρωπος ὄχι.

Εἶν᾿ ὁ πατέρας Κελεὸς μηνυτὴς ὀρθρινὸς τῆς ἡμέρας
ποὺ ξημερώνει καὶ ἡλιόχαρη σὲ ὅλους καὶ πάντα θεῶν εἶναι.
Χέρι ὁ Τριπτόλεμος, δόξα κλητή, διαλεμένη, ὁδηγήτρα,
ὁ Εὔμολπος τῆς συμφωνίας ἱερῆς τελεστῆς πρωτοψάλτης·
δὲ λέει κανεὶς τ᾿ ὄνομά μου.

Κάτου ἀπ᾿ τὸν κόσμο τῶν θεῶν οὐλαμὸς τῶν ἡμίθεων. Καὶ μόνος
μένω μὲ τ᾿ ὄνομα σὰ νὰ μὴν εἶναι τ᾿ ἀμίλητο ἀπ᾿ ὅλους,
ὄνομ᾿ ἀνάκουστο, ἀνάφερτο σὰν τὸ θνητὸ ποὺ τοῦ δόθη·
μ᾿ ἂν εἶν᾿ ἡ πράξη μου ἀργή, τί κυρίαρχο γοργό μου τὸ πνεῦμα,
θεός, θνητὸς ὄχι, δὲν εἶμαι.

Μιὰ βασιλεία, μιὰ γαλήνη, τὰ δυὸ καὶ πανύψηλα τά ῾χω.
Σὰν τὴν πατῶ μὲ τὰ πόδια τὴ γῆ, τῆς φυτρώνουν λουλούδια
κι ὅταν σὲ βλέπω, οὐρανέ, σοῦ φυτρώνουν ἀστέρια. Εἶμαι πάντα
κι ὅπου κι ἂν εἶμαι, παντοῦ. Κι ἄπλαστο ὅ,τι μπορῶ νὰ τὸ πλάσω.
Ἄνθρωπος; ὄχι· θεὸς εἶμαι.

Μέσ᾿ στὰ κοπάδια τοῦ Ἀδμήτου ἀπ᾿ τὸν Ὄλυμπο ὁ Φοῖβος διωγμένος
καὶ κοιμισμένος κι ἂν ἔγερνεν, Ὄλυμπος γύρω του ἡ στάνη.
Καὶ ξυπνὸς ὅταν ἡ ἐφτάχορδη λύρα στὰ χέρια τοῦ ἠχοῦσε ἀπὸ Κεῖνον·
στοὺς οὐρανοὺς τοὺς ἑφτὰ γύρω του ὅλα τ᾿ ἀνέβαζε, πέτρες,
φυτὰ καὶ ζῶα τ᾿ ἄκουσμά της.

Ὅταν τὸ τέλος μου θὰ ῾ρθῇ στὴ γῆ, σ᾿ ἄλλο κόσμο θ᾿ ἀρχίσῃ,
δὲ θὰ μὲ θάψῃ ἕνας λάκκος, καὶ μήτε ἡ φωτιὰ θὰ μὲ λυώσῃ·
θὰ μὲ δεχτῇ μία κορφὴ στῶν τρισμάκαρων ἄσπρη τὴν αἴγλη,
στὴ μουσικὴ κι ἀβασίλευτος ὁ ἦχος ἐγώ· τὸν προσμένουν.
Ἄνθρωπος; ὄχι· θεὸς εἶμαι.

Καὶ τοὺς θεοὺς τῶν ἀέρων καὶ τῶν θαλασσῶν, καὶ τῶν κάμπων,
καὶ τῶν κορφῶν, καὶ ἰδεῶν, καὶ μορφῶν καὶ τεράτων, καὶ πάντων,
τοὺς ὑπεράνθρωπους, ὅσο κι ἂν πλάσματα φαίνονται ἀνθρώπων,
θὰ τοὺς πλευρώσω, θὰ ἰδῶ, θὰ χαρῶ τὴν ἀκέρια τους ὄψη,
καθὼς ταιριάζει στὸν ὅμοιο.

(ἀπὸ τὰ Ἅπαντα, IA´, Μπίρης χ.χ.)


Οἱ Χαιρετισμοὶ τῆς Ἠλιογέννητης

Κάποια ρόδα εἶν᾿ ἕτοιμα ν᾿ ἀνθίσουν
ἐδῶ κάτου κ᾿ ἐδῶ πέρα
μὲ τ᾿ ἀρχαῖα τὰ ροδοκάλια
καὶ προσμένουν τὰ καινούργια ἀηδόνια
νὰ τοὺς γλυκοκελαιδήσουν
μέσ᾿ στὸν ὁλογάλανον ἀέρα.


Ὁ θάνατος τῶν Ἀρχαίων

...
Κι ἀπ᾿ τὶς πόρτες διάπλατες ποὺ ἀνοίξανε
κόσμος βγαίνει, κι ἀργοπάτητο
σέρνει καὶ βαρὺ τὸ πόδι,
κ᾿ εἶναι μία πομπή, καὶ δὲ γνωρίζεις
δέξιμο κι ἂν εἶναι, ξεπροβόδισμα,
γάμος, λιτανεία ἢ ξόδι.

Κ᾿ εἶναι συνοδειὰ χωρὶς ξαφτέρουγα
καὶ χωρὶς σταυροὺς καὶ λάβαρα
καὶ βαγγέλια καὶ παπάδες
ποιᾶς λατρείας μυστήρια εἶν᾿ αὐτά;
Δὲν τὰ διαλαλοῦν ψαλμοί,
δὲν τοὺς φέγγουνε λαμπάδες.

Καὶ γυναῖκες οὔτε, οὔτε παιδιὰ
κι ἄντρες μοναχὰ ἀσπρομάλληδες
καὶ μισοκοπιὲς καὶ παλληκάρια
κ᾿ ἔρχονται μὲ κόπο καὶ σκυφτοὶ
σὰν ἀπὸ κρυψῶνες μέσ᾿ στὴ γῆ,
σὰν ἀπὸ τ᾿ ἀνήλιαγα κελλάρια.

Κοντοστέκουν καὶ τρικλίζουν
ἀσυνήθιστο σὰ νἄχουν
κάτου ἀπὸ τὸν ἥλιο τέτοιο δρόμο
καὶ τὰ μέτωπα στὰ χέρια τους
σάμπως ἀπὸ θάμπος κι ἀπὸ τρόμο.

Κ᾿ ἔτσι πᾶν, καὶ τοὺς τρομάζουν
τὸ φῶς τοῦ ἥλιου, πέρα ἡ θάλασσα,
τ᾿ ἀκροούρανα, κι ὁ ἀέρας,
κι ὁ οὐρανὸς ἀπάνω τους, καὶ γύρω τους
ἡ μεγάλη πλάση καὶ ἡ ζωὴ
καὶ τὸ παίξιμο τῆς μέρας.

Κ᾿ εἶναι σὰ βγαλμένοι ἀπό ῾να σκύψιμο
σὲ παλιὰ βιβλία δυσκολοσίμωτα,
καὶ σὲ συναξάρια,
καὶ σὲ κάτι τί ἀκριβότερο
ἀπ᾿ τ᾿ ἀράπικα τοπάζια, ἀπ᾿ τὰ χουρμούζικα
τὰ μαργαριτάρια.

Κ᾿ εἶναι σὰ βγαλμένοι ἀπὸ λογάριασμα
μπρὸς σὲ γιατροσόφια ἀπάντεχα,
σὲ δυσκολοξάνοιχτα δεφτέρια.
Κι ὅλοι καθὼς ἔρχονται κλιτοί,
καὶ καθὼς ἀργοζυγώνουν,
τί κρατᾶνε μέσ᾿ στὰ χέρια;

Καὶ ραβδιὰ κρατᾶν προσκυνητάδων
καὶ διαλαλητῶν ἀκροστεφάνωτα
μ᾿ ἀγριλιᾶς καὶ μὲ μυρτιᾶς κλωνάρια
τραχιὰ ἠχοῦν τὰ σάνταλά τους χοντροκάρφωτα
κρέμουνται στοὺς ὤμους τους
ταξιδιώτικα ταγάρια.

Κ᾿ ἕνας ἕνας κι ἀπὸ δυὸ
κι ἀπὸ τρεῖς ἀνταμωμένοι,
κι ἀπὸ τέσσεροι κι ἀκόμα
πιὸ πολλοί, κρατᾶν καὶ σφίγγουν
τυλιγάδια καὶ βιβλία
σὲ χρυσὲς κ᾿ ἐλεφαντένιες
πλούσια σκαλισμένες θῆκες,
καὶ πηγαίνουν μὲ κεῖνα,
καὶ στὰ χέρια καὶ στοὺς ὤμους
καὶ στοὺς κόρφους τὰ βαστᾶνε,
λείψαν᾿ ἅγια σάμπως νἆναι
καὶ θαματουργὲς εἰκόνες
καὶ βαριὰ σταμνιὰ γιομάτα
μὲ τὴ στάχτη τῶν προγόνων.
Τυλιγάδια καὶ βιβλία
πὄχουν πρόσωπα πορφύρες,
ποὺ εἶν᾿ οἱ σάρκες τους μετάξια,
καὶ λογῆς λογῆς τὸ μάκρος
καὶ τὸ σχῆμα καὶ τὸ χρῶμα.
Σκεπασμένα καὶ μακριάθε
τὰ θωρεῖς καὶ λὲς πὼς εἶναι
στύλοι, λὲς βωμοὶ σβησμένοι
καὶ σημαῖες καὶ θυματήρια
καὶ ρηγάδικες κορῶνες.
Σὰν θεῶν ἀγάλματα εἶναι,
σὰν ἀνάγλυφα εἶν᾿ ἡρώων,
προφητῶν ὁράματα εἶναι,
καὶ κιβούρια καὶ μνημούρια.
Τάματα εἶναι καὶ τὰ πᾶνε
νὰ τ᾿ ἀφήσουνε στὰ πόδια
κάποιων εἴδωλων καὶ κόσμων
ποὺ τὰ καρτερᾶν καὶ στέκουν
καὶ γιορτάζουν πανηγύρια
μέσα σὲ ναοὺς καὶ τόπους,
πέρα ὁλόμακρα, καὶ στέκουν
κ᾿ οἱ ναοὶ κ᾿ οἱ τόποι καὶ ὅλα
καὶ προσμένουν καὶ προσμένουν
νὰ φωτοντυθοῦν μὲ κεῖνα.

«Τ᾿ εἶναι τὰ δεφτέρια ποὺ κρατᾶτε
τὰ περγαμηνά,
σεβαστὰ κοπάδια ποὺ τραβᾶτε
σὰ διωγμένα ἀπὸ κακοκαιριά;
Καὶ σὲ τοῦτα τὰ βιβλία,
καὶ στὰ μνήματα ὅλ᾿ αὐτά,
ποιὰ διαμάντια, ποιὰ σοφία,
ποιοὶ νεκροί, ποιὰ κόκκαλα ἱερά;»

Κάτι σάλεψε, κυμάτισαν τὰ πλήθη,
ξέσπασε φωνὴ καὶ μοῦ ἀποκρίθη:

«Εἶν᾿ ἐδῶ κλειστοὶ μέσ᾿ στὰ κιβούρια,
μέσ᾿ στὰ τυλιγάδια εἶναι κρυμμένοι,
- γιὰ νεκροὺς ἡ πλάση ἂς μὴν τοὺς κλαίη! -
ὦ οἱ πηγὲς οἱ ἀθόλωτες τῆς Σκέψης,
οἱ ἀσυγνέφιαστοι τῆς Τέχνης οὐρανοί,
οἱ Ἀθάνατοι κ᾿ οἱ Ὡραῖοι.

Κ᾿ εἶναι τῆς Ἀλήθειας οἱ διδάχοι,
τῆς ἀκέριας Ὀμορφάδας οἱ πιστοί,
γέροι, ἀπείραχτοι, ὅλο νέοι,
καὶ ἥλιοι ποὺ σοῦ δίνονται νὰ τοὺς χαρῇς
πάντα μέσ᾿ στὸ δρόσος κάποιου Ἀπρίλη
οἱ Ἀθάνατοι κ᾿ οἱ Ὡραῖοι.
Ἀπὸ τοὺς γιαλοὺς τῆς Ἰωνίας
κι ἀπὸ τῆς Ἀθήνας τὸν ἀέρα
ποὺ ὅλα πνέματα τὰ κάνει καθὼς πνέει,
κι ἀπὸ τῆς Ἑλλάδας τ᾿ ἁγνὰ χώματα,
ἡ Σοφία, ὁ Λόγος, ὁ Ῥυθμὸς
οἱ Ἀθάνατοι κ᾿ οἱ Ὡραῖοι.

Κ᾿ εἶναι οἱ Πλάτωνες, καὶ πίσω τους,
τῆς Ἰδέας ἥρωες, οἱ φιλόσοφοι,
κ᾿ ἡ Ἀρετὴ μ᾿ αὐτοὺς «ἡ λεβεντιὰ εἶμαι!» λέει
κ᾿ εἶναι οἱ Ὅμηροι, καὶ πίσω τους
ὅλοι οἱ ψάλτες καὶ τῶν Ὀλύμπων οἱ πλάστες
οἱ Ἀθάνατοι κ᾿ οἱ Ὡραῖοι.

Τὴ στερνὴ πατρίδα τους τὴν παρατᾶν
ἀπὸ φύσημα διωγμένοι ὁρμητικώτατο,
γύφτοι γίνονται κ᾿ Ἑβραῖοι,
ὅμως πάντα, κ᾿ ἐρμοσπίτες, νικητὲς
καὶ τοῦ κόσμου γίνονται πολίτες,
οἱ Ἀθάνατοι κ᾿ οἱ Ὡραῖοι!»

«Τοὺς γνωρίζω, τοὺς γνωρίζω,
- μίλησα κ᾿ ἐγώ, -
τοὺς γνωρίζω καὶ τοὺς διαλαλῶ
ξέρω ἀπ᾿ ὅλα τὰ τραγούδια
μὰ γιὰ νὰ τὰ πῶ,
τὰ ταιριάζω τὰ τραγούδια
στὸ δικό μου τὸ σκοπό».

Καὶ τὸ λόγο ποὺ ἀρχινῆσαν
ἔτσι τὸν τελειώνω ἐγώ:
«Καὶ σπρωγμένοι ὡς ἐδῶ πέρα
οἱ Ἀθάνατοι κ᾿ οἱ Ὡραῖοι
ἀπὸ ἀνέμους καὶ φουρτοῦνες
καὶ σεισμοὺς καὶ χαλασμούς,
καὶ καραβοτσακισμένοι
καὶ σκληρὰ κατατρεμένοι
κι ἀπὸ ξένους καὶ δικούς!

Καὶ κρυψῶνες ηὕρανε καὶ σκῆτες,
μοναστήρια καὶ κελλιά,
κ᾿ ηὕρανε παλάτια καὶ σκολιά,
καὶ δὲν ηὕρανε τὸν ἥλιο
καὶ τὴ λευτεριά,
καὶ δεθῆκαν κι ἀρρωστήσαν
καὶ χτικάσιαν τ᾿ ἀπολλώνια τὰ κορμιὰ
καὶ γινήκαν βρυκολάκοι καὶ στοιχιά.
Βρῆκαν κάτεργα καὶ κάστρα
καὶ μία πλάση ξένη, μιὰ στενὴ
πλάση ξελογιάστρα.
Ὄρνια γίνανε μπαλσαμωμένα,
λείψανα λυπητερά,
καὶ μαρμαρωμένα βασιλόπουλα,
ἡ ζωὴ καὶ ἡ νιότη καὶ ἡ χαρά.
Γίνανε ἢ σὰν ἄρρωστα λουλούδια
τροπικὰ στὰ θερμοκήπια,
ἢ φυτρώσανε μαζὶ
μὲ τὰ χόρτα ποὺ ἀγκαλιάζουνε τὰ ἐρείπια.
Ζήσανε κουλουριασμένοι
μέσ᾿ στοῦ δασκάλου τὰ χέρια,
κι ἀποκάτου ἀπ᾿ τὴν κοντόφωτη ματιά,
ζήσανε ζωὴ μέσ᾿ στὰ δεφτέρια,
ζήσανε ζωὴ μέσ᾿ στὴ σκλαβιά,
ζήσανε ζωὴ τυραγνισμένη,
καὶ τοὺς ηὖρε μιὰ λατρεία καταραμένη
σὰν τὰ βάσανα καὶ σὰν τὰ καταφρόνια,
χίλια χρόνια, χίλια χρόνια!»

Κι ἀπ᾿ τοὺς πάπυρους ἐκείνους μιὰ ψυχὴ
θάρρεψα πὼς χύθη,
καὶ γρικήθηκ᾿ ἕνας ὕμνος θριαμβευτής,
κι ἀπ᾿ τῶν τάφων ἔβγαινε τὰ βύθη:

«Θὰ διαβοῦμε καὶ στεριὲς καὶ πέλαγα,
θὰ σταθοῦμε ὅπου τὸ πόδι δὲν μπορεῖ
Τούρκου κανενὸς νὰ μᾶς πατήση
ἀπὸ τὴν πατρίδα μας διωγμένοι,
καὶ σβησμένοι ἀπ᾿ τὴν Ἀνατολή,
θ᾿ ἀνατείλουμε στὴ Δύση.

Ὅπου πᾶμε, θἄβρουμε πατρίδες
καὶ θὰ πλάσουμε, ἀπ᾿ τὸ Βόσπορο
χαιδευτὰ συνεβγαλμένοι ὡς τὸν Ἁδρία
θὰ φωλιάσουμε στὴ Βενετιά,
θὰ ξαναρριζώσουμε στὴ Ρώμη,
θὰ μᾶς ἀγκαλιάση ἡ Φλωρεντία.

Τ᾿ Ἄλπεια τὰ βουνὰ θὰ δρασκελήσουμε,
θὰ ξαφνίσουμε τὰ ρέματα τοῦ Ρήνου,
στοῦ Βοριὰ θ᾿ ἀσπροχαράξουμε τὰ σκότη,
θὰ χυθοῦμε σὰ μαγιάπριλα τοῦ νοῦ
ὅπου τόποι, ὅπου γεράματα, θὰ σπείρουμε
μίαν Ἑλλάδα καὶ μία νιότη.

Καὶ πλανῆτες μὲ δικό μας φῶς,
τὸ δικό μας φῶς θὰ ρίξουμε
ὅπου θάμπωμα καὶ βράδιασμα στὴ φύση
κι ὁ ἀσκητὴς θὰ φιλιωθῆ μὲ τὴ ζωὴ
καὶ τὸ γάλα τῆς χαρᾶς ξανὰ θὰ πιῆς,
νηστευτή, κ᾿ ἕνα κρασὶ θὰ σὲ μεθύση.

Καὶ ὁ Κελτὸς καὶ ὁ Γότθος κι ὁ Ἀλαμάνος,
κάθε βάρβαρος μ᾿ ἐμᾶς θ᾿ ἀναγαλλιάσει,
κι ὁ Ἰταλὸς ἀπ᾿ ὅλους πρῶτα
ρασοφόροι καὶ ποντίφικες
θὰ προσπέσουνε στὰ πόδια τῆς Ἑλένης
καὶ τὸν κύκνο θὰ λατρέψουνε τοῦ Εὐρώτα.

Τοῦ οἰκοδόμου θὰ τοῦ δείξουνε ρυθμούς,
νόμους τοῦ σοφοῦ, σ᾿ ἐμᾶς θὰ τρέξουν
ὅμοια κυβερνῆτες καὶ τεχνίτες,
πύργοι θὰ ὑψωθοῦν καὶ πολιτεῖες,
καὶ παντοῦ ξανὰ θὰ στηλωθοῦν
τῶν καλῶν καὶ τῶν ὡραίων οἱ δικιοκρίτες.

Μόλις βγοῦμε ἀπ᾿ αὐτὸ δὰ τὸ κοιμητήρι
πρὸς τὸ φῶς καὶ στὰ τετράπλατα τοῦ ἀέρα,
σὰν τὰ πρῶτα θάβρουμε τὰ νιάτα,
κ᾿ ἔξω ἀπ᾿ τὰ στενὰ κιβούρια,
Καίσαρες κι Ἀλέξαντροι, θ᾿ ἀνοίξουμε,
μὲ τοῦ Λόγου τὸ σπαθί, τὴ στράτα.

Ὀλύμπων κορφὲς καὶ Παρνασσῶν!
Κι ἀπ᾿ τὴ σκέψη κι ἀπ᾿ τὰ μέτρα μας
γίνονται ἄνθρωποι καὶ Παρθενῶνες
πέρα ὡς πέρα στὴν ψυχὴ μία νεκρανάσταση!
Τὸ μεγάλο Πάνα ὁλόχαροι
ξαναπροσκυνοῦν οἱ αἰῶνες.

Κ᾿ οἱ κακόσορτοι σοφοὶ καὶ οἱ στέρφοι
δάσκαλοι, ποὺ χρόνια καὶ καιροὺς
ἔτσι μας κρατούσανε σαβανωμένους
καὶ μαζί μας πᾶνε σέρνοντάς μας,
ἅγια στερνολείψανα
τοῦ χαμένου Γένους,

ἔτσι βλέποντάς μας χρυσοφτέρουγους
ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὰ χέρια τους νὰ φεύγουμε
σὲ ἀποθέωση ποὺ δὲ θὰ ξαναγίνη,
θὰ πιστέψουν πὼς σαρκώθηκαν χρυσόνειρα
κι ἀπὸ τῆς θεότης μας τ᾿ ἀντίφεγγα
σὰν ἡμίθεοι θὰ φαντάξουν ὡς κ᾿ ἐκεῖνοι!»


Οἱ πολυθεοί

Μακαρισμένος ἐσὺ ποὺ μελέτησες
νὰ τὸν ὀρθώσης ἀπάνω στοὺς ὤμους σου
τὸ συντριμμένο ναὸ τῶν Ἑλλήνων!
Τοῦ Νόμου τ᾿ ἄγαλμα σταίνεις κορῶνα του,
στὶς μαρμαρένιες κολῶνες του σκάλισες
τοὺς λογισμοὺς τῶν Πλωτίνων.

Εἶδες τὸν κόσμο κι ἀτέλειωτο κι ἄναρχο
ψυχῶν καὶ θεῶν, μαζὶ κύριων καὶ ὑπάκουων,
σφιχτοδετὰ κρατημένη ἁρμονία
καὶ τῶν καπνῶν καὶ τῶν ἴσκιων τὰ εἴδωλα
παραμερίζοντας ὅλα, ἴσα τράβηξες
πρὸς τὴν Αἰτία
καὶ σὲ κρυψώνα ἱερό, καὶ σωπαίνοντας
ἔσπειρες, ἔξω ἀπ᾿ τὸ μάτι τοῦ βέβηλου,
κ᾿ ἔπλασες λιόκαλη ἐσὺ σπαρτιάτισσα
τὴ θυγατέρα σου τὴν Πολιτεία.

Στοὺς χριστιανοὺς τοὺς μισόζωους ἀνάμεσα
ξαναζωντάνεψες Ὀλύμπους ἄγνωρους,
ἔθνη καινούριων ἀθανάτων κι ἄστρων
μέσα σὲ σένα Λυκοῦργοι καὶ Πλάτωνες
ἀπαντηθῆκαν, τὸ λόγο ξανάνιωσες
τῶν Ζωροάστρων.

Κι ἀφοῦ τὸ τέκνο μεγάλωσες, ἔνιωσες
τότε μονάχα τὴν κούραση, κ᾿ ἔγυρες
ζωὴ κατόχρονη ἰσόθεης σκέψης,
κι ἀλαφροπῆρε σε ὁ θάνατος κ᾿ ἔφυγες
τὸ μυστικό, τρισμκάριε, τὸν ἴακχο
μὲ τοὺς Ὀλύμπιους θεοὺς νὰ χορέψης.

Σοφός, κριτὴς καὶ προφήτης μᾶς μοίρασες
ἀπὸ τὸ γάλα ποὺ ἐσένα σὲ πότισε
τῆς οὐρανίας Ἀφροδίτης ἡ ρώγα.
Τοῦ κόσμου ἀφήνεις τὸ τέκνο, τὸ θάμα σου
μὰ ὁ μισερὸς κι ὁ στραβὸς κι ὁ ζηλόφτονος
λυσσομανάει καὶ τὸ ρίχνει στὴ φλόγα.

Ὅμως ὁ ἀέρας τριγύρω στὴ φλόγα σου
πνοὴ σοφίας κι ἀλήθειες πνοὴ γίνεται,
κι ἀπὸ τὴ θράκα τῆς φλόγας πετάχτη
στὸν ἥλιο ὁλόισα ἕνας νοῦς μεγαλόφτερος
τ᾿ ἀποκαΐδια σου κρύβουμε γκόλφια μας,
καὶ θησαυρὸς τῆς φωτιᾶς σου εἶν᾿ ἡ στάχτη!


Ἡ ξενητεμένη

...
Χιλιάδες χρόνια πέρασαν γιὰ νὰ φανῆς καὶ πάλι!
Ὤ! δόξα νάχη τἄγνωστο λισγάρι τοῦ χωριάτη
ποῦ κύλισε τοῦ τάφου σου τὴν πέτρα κι ἀναστήθης!
Κ᾿ εἶδες τὸν κόσμο ἀλλοιώτικο, καὶ τὴν Ἑλλάδαν ἄλλη
καὶ ξένη τὴν Ἀνατολὴ καὶ βάρβαρη τὴ γῆ σου,
καὶ σὰ νὰ μὴν τὴ γνώρισες, διάβηκες πρὸς τὴ Δύση!

Γύρισε πάλι, γύρισε στὰ μέρη ποὺ ἐγεννήθης!
Ὅτι κι ἂν εἶσαι, δύναμη, βασίλισσα, ὄνειρο, ἴσκιος,
θεὰ τῆς ὀμορφιᾶς, πηγὴ τῆς ἀρετῆς, ὦ Νίκη,
γύρισε πάλι, ὢ γύρισε στὰ μέρη ποὺ ἐγεννήθης.


Ἡ νίκη

Ἐδῶ στὸ ἑλληνικὸ τὸ χῶμα,
τὸ στοιχειωμένο καὶ ἱερό,
ποὺ τὸ ἴδιο χῶμα μένει ἀκόμα
κι ἀπ᾿ τὸν ἀρχαῖο τὸν καιρό,

στὸ χῶμα τοῦτο πάντα ἀνθοῦνε
κ᾿ ἔχουν ἀθάνατη ζωὴ
καὶ μᾶς θαμπώνουν, μᾶς μεθοῦνε
νεράιδες, ἥρωες, θεοί!

Εἶδα τὴ Νίκη τὴ μεγάλη,
τὴ Νίκη τὴν παντοτεινή!
Τὴν εἶδα ἐμπρός μου νὰ προβάλλῃ
μὲ φορεσιὰ ὁλοφωτεινή.

Ἀσύγκριτη σὰν τὴν ἰδέα,
σὰν ὄνειρο λαχταριστή,
εἶδα τὴ Νίκη τὴν ἀρχαία,
τὴ Νίκη τὴν κυματιστή!

Τὴν εἶδα. Μὲ τὸ πέταμά της
δὲν ἔφευγε στοὺς οὐρανούς,
ἐκεῖ ποὺ δύσκολα σιμά της
μπορεῖ νὰ κρατηθῆ κι ὁ νοῦς.

Δὲν ἔτρεχε νὰ φτάσῃ πρώτη,
νὰ στεφανώσῃ φτερωτὴ
τὸ λιονταρόκαρδο στρατιώτη,
τὸν ἐμπνευσμένο τὸν ποιητή.
...
Τὴν εἶδα νὰ περνᾶ μπροστά μου
μὲ φορεσιὰ ὁλοφωτεινὴ
καὶ λύγισα στὴ γῆ ἐκεῖ χάμου
κ᾿ ἔκραξα μὲ τρανὴ φωνή,

γονατιστός, μὲ θαμπωμένα
μάτια, μὲ λαύρα περισσή:
«Χαῖρε θεά, χαῖρε παρθένα,
Ὦ Νίκη, ὦ Νίκη, ὦ Νίκη Ἐσύ!

Ἐσὺ ποὺ δείχνεις πὼς ἀνθοῦνε
ἐδῶ μ᾿ ἀθάνατη ζωή,
πῶς μᾶς ἐμπνέουν καὶ μᾶς μεθοῦνε
νεράιδες, ἥρωες, θεοί!»


Ἡ νίκη

Τὸ τελευταῖο ποίημα τοῦ ποιητῆ,
ἐντὸς τοῦ Β´ παγκοσμίου πολέμου

Παιδιά μου ὁ πόλεμος,
γιὰ σᾶς περνάει θριαμβευτής·
τῶν ἄδικων ὁ πόλεμος
δὲν εἶν᾿ ἐκδικητής
εἶναι ὁ θυμὸς τῆς ἄνοιξης
καὶ τῆς δημιουργίας;

Κι᾿ ἂν εἶναι, καὶ στὸν πόλεμο
μέσα ἡ ζωὴ θυσία,
ὁ τάφος εἶναι πέρασμα
πρὸς τὴν Ἀθανασία!


Ὁ πιὸ τρανὸς καημός μου

Τὴν ὥρα τὴν ὑπέρτατη ποὺ θὰ τὸ σβῇ τὸ φῶς μου
ἀγάλια-ἀγάλια ὁ θάνατος, ἕνας θὲ νὰ εἶν᾿ ἐμένα
ὁ πιὸ τρανὸς καημός μου.

Δὲ θὰ εἶν᾿ οἱ κούφιοι λογισμοί, τὰ χρόνια τὰ χαμένα,
τῆς φτώχειας ἡ ἔγνοια, τοῦ ἔρωτα ἡ ἀκοίμητη λαχτάρα,
μιὰ δίψα μέσ᾿ στὸ αἷμα μου, προγονικὴ κατάρα,
μήτε ἡ ζωή μου ἡ ἀδειανὴ συρμένη ἀπ᾿ τὸ μαγνήτη
πάντα τῆς Μούσας, μήτ᾿ ἐσύ, χιλιάκριβό μου σπίτι.

Ὁ πιὸ τρανὸς καημός μου
θὰ εἶναι πῶς δὲ δυνήθηκα μ᾿ ἐσὲ νὰ ζήσω, ὦ πλάση,
πράσινη ἀπάνου στὰ βουνά, στὰ πέλαγα, στὰ δάση,
θὰ εἶναι πὼς δὲ χάρηκα σκυφτὸς μέσ᾿ στὰ βιβλία,
ὦ φύση, ὁλάκερη ζωή, κι ὁλάκερη σοφία!


Δεξίλεως

Κι ἀπὸ τὸ πρῶτο μάρμαρο κι ἀπὸ τὸ πρῶτο μνῆμα
ἀκούω φωνὴ ποὺ χύνεται κι ἀκούω φωνὴ ποὺ λέει:
- Ἐμὲ Δεξίλεο μὲ λένε. Ἐγὼ εἶμαι τῆς Ἀθήνας
τὸ λατρεμένο τὸ παιδί, τ᾿ ἀγένειο παλληκάρι.
Μ᾿ ἀνάθρεψαν τὰ βροντερὰ τραγούδια τοῦ Τυρταίου
καὶ τάραξαν τὸν ὕπνο μου τὰ ὄνειρα τοῦ Αἰσχύλου.
Ἔξω στὸ δρόμο, στὴ δουλειά, στοῦ κάμπου τὸν ἀέρα
μούθρεψε ὁ ἥλιος τὸ κορμὶ καὶ τἄνοιξε σὰν ἄνθος
καὶ τὸ Γυμνάσιον ὁ θεὸς ποὺ τὰ βοηθάει τὰ νιάτα
μοῦ τόπλασεν ἁρμονικά, σφικτό, χυτὸ καὶ ὡραῖο.
Κ᾿ ἐγὼ καβάλα, φτερωτὸς μέσα στοὺς πρώτους πρῶτος
συντρόφεψα τὸ ἱερὸ τῆς Ἀθηνᾶς καράβι
κ᾿ ἔλεγα: βάλε μου, θεά, τρανὴ καρδιὰ στὰ στήθη,
δῶσε φτερὰ στὰ πόδια μου καὶ δύναμη στὰ χέρια
νὰ πάω, κ᾿ ἐγὼ ν᾿ ἀγωνιστῶ καὶ νικητὴς νὰ λάμψω
στὸ πήδημα, στὸ πάλεμα, στὸ δρόμο, στὸ λιθάρι,
γιατί δὲν εἶναι πιὸ ἀκριβῆ τιμὴ στὸ παλληκάρι
παρὰ καρδιὰ ἀπὸ σίδερο σὲ φτερωμένο σῶμα.
Κ᾿ ἐγὼ ὀνειρεύτηκα κ᾿ ἐγὼ τὴ χάρη τῆς ἀγάπης
καὶ σὲ τραπέζια χαρωπὰ ροδοστεφανωμένος
τοὺς στοίχους τοῦ Ἀνακρέοντα τραγούδησα, κ᾿ ἐμπρός μου
σπαρταριστὲς χορεύτριες μὲ λύρες καὶ φλογέρες
μ᾿ ἀποκοιμήσανε τρελὰ στῆς ἀγκαλιᾶς τὴ ζέστη
κ᾿ ἐγὼ ὀνειρεύτηκα κ᾿ ἐγὼ τῆς δόξας τὴ λαχτάρα,
ἄρχοντας, εἶπα νὰ ὑψωθῶ καὶ στρατηγὸς νὰ γίνω,
στὸ θέατρον ἄξιος ποιητὴς τὰ πλήθη νὰ μαγεύω,
κ᾿ ἐγὼ μιὰ μέρα ν᾿ ἀκουστῶ βροντόφωνα στὴν Πνύκα,
ἀστροπελέκι στοὺς κακούς, καὶ μὲ τοὺς φιλοσόφους,
ἐκεῖ ποὺ τρέχει ὁ Ἰλισσὸς γλυκὰ καὶ ποὺ ξαπλώνει
δροσάτον ἴσκιο ὁ πλάτανος κ᾿ ἐγὼ νὰ ξεδιαλύνω
καὶ τὰ σκοτάδια τῆς ψυχῆς καὶ τὰ κρυφὰ τῆς πλάσης.
Ἀλλ᾿ ἕνας ἀγαθὸς θεός, ποὺ καὶ ποτὲ τὰ μάτια
δὲ σήκωσε ἀπὸ πάνω μου καὶ πάντα μὲ φυλάγει,
αὐτὸς διώρισε γιὰ μὲ μία δόξα πιὸ μεγάλη:
Γιὰ τὴν πατρίδα ν᾿ ἀξιωθῶ, νὰ πάω νὰ πολεμήσω!
καὶ νά! σαλπίζει ἡ σάλπιγγα πολεμιστήριον ἦχο,
κ᾿ ἡ Ἀθήνα μὲ τὰ ὀνείρατα πλατωνικά, ἡ Ἀθήνα
ξυπνάει γοργά, ἀντρειεύεται καθὼς ἡ Ἀθηνᾶ της,
γαλήνια κόρη καὶ μαζὶ Πρόμαχος θεριεμένη.
Ἡ Σπάρτη ἡ ἀνυπόταχτη μᾶς φοβερίζει, ἡ Σπάρτη!
θυμήθηκα τὸν ὅρκο μου καὶ ἀρματωμένος τρέχω
σὲ κυματόπλαστο ἄλογο θεσσαλικὸ ποὺ ἔχει
χαρὰ τὸν πόλεμο καὶ σκάφτει, αὐτιάζεται, δὲ στέκει.
Στὸ χέρι μου ἀνυπόμονο κουνιέται τὸ κοντάρι,
θαρρῶ πὼς μέσα μου ἡ καρδιὰ βροντοχτυπάει τοῦ Κόδρου,
θαρρῶ, εἶναι σὰν τοῦ Αἴαντα ψηλὸ τὸ ἀνάστημά μου,
θαρῶ, τὸ δρόμο ἕνας θεός μου δείχνει καὶ κανένας,
ναί! καὶ κανένας δὲν μπορεῖ νὰ κόψη τὴν ὁρμή μου.
Μὲ τὸν πολέμιο σμίξαμε στὸν κάμπο τῆς Κορίνθου,
ἡλιοκαμένος καὶ τραχὺς κι ἀκράτητος Σπαρτιάτης,
βορριᾶς χυμάει ἐπάνω μου πελώριος Σπαρτιάτης.
Τὰ χρόνια μου τὰ εἴκοσι πυρώνονται καὶ βράζουν.
Τῆς Σπάρτης ἄντρας εἶσ᾿ ἐσύ, παιδὶ εἶμαι τῆς Ἀθήνας
βοηθᾶτε μέ, ἴσκιοι πατρικοὶ τῶν Μαραθωνομάχων!
σφιχτὰ κρατῶ μὲ τὸ ζερβὶ τὸ χαλινάρι, χύνω
σὰ φλόγα τἄλογο, πετῶ, σκύβω γοργά, τινάζω
τ᾿ ὁλόμακρο κοντάρι μου, κατάστηθα τὸν βρίσκω.
Στὰ πόδια ἐμπρὸς τοῦ ἀλόγου μου κατρακυλάει καὶ πέφτει,
πέφτει κ᾿ ἐκεῖ ποὺ τὸν πατῶ κρυφὰ τὸν καμαρώνω
χωρὶς νὰ χάση τὴν ὁρμή, χωρὶς μιλιὰ νὰ βγάλη,
πέφτει καὶ χάνεται καὶ σβεῖ καὶ φοβερίζει ἀκόμα.

Ἐμὲ Δεξίλεο μὲ λέν, παιδὶ εἶμαι τῆς Ἀθήνας,
πολέμησα καὶ νίκησα κ᾿ ἐγὼ γιὰ τὴν πατρίδα.
Σὲ λίγο ὁ θάνατος ὁρμάει κι ἀλύπητα κ᾿ ἐμένα
μὲ παίρνει ἀπὸ τὴν γῆν αὐτή, μὲ φέρνει σ᾿ ἄλλον κόσμο.
Δὲ μ᾿ ἔρριξε στὰ Τάρταρα, δὲ μ᾿ ἄφησε στὸν Ἅδη,
μακαρισμένο, ἀθάνατο, μ᾿ ἀνάστησε γιὰ πάντα
στὰ μαρμαρένια Ἠλύσια, στὰ Ἠλύσια της Τέχνης.
Ὁ κόσμος φεύγει, ἀλλάζει ἡ γῆ, περνοῦν λαοὶ καὶ κόσμοι
καὶ πέφτουν καὶ μαραίνονται σὰ φθινοπώρου φύλλα.
Κ᾿ ἐγὼ ἐδῶ πέρα ἀσάλευτος κι ἀμάραντος προβάλλω
καὶ τῆς πατρίδας τὸν ἐχθρὸ στὰ πόδια μου τὸν ἔχω.
Ὦ χάρη, ὦ νίκη τῆς ζωῆς, ἀνήκουστη εὐτυχία,
στὰ μαρμαρένια Ἠλύσια, στὰ Ἠλύσια της Τέχνης!


Ρόδου Μοσκοβόλημα

Ἐφέτος ἄγρια μ᾿ ἔδειρεν ἡ βαρυχειμωνιὰ
ποὺ μ᾿ ἔπιασε χωρὶς φωτιὰ καὶ μ᾿ ηὗρε χωρὶς νιάτα,
κι ὥρα τὴν ὥρα πρόσμενα νὰ σωριαστῶ βαριὰ
στὴ χιονισμένη στράτα.

Μὰ χτὲς καθὼς μὲ θάρρεψε τὸ γέλιο τοῦ Μαρτιοῦ
καὶ τράβηξα νὰ ξαναβρῶ τ᾿ ἀρχαῖα τὰ μονοπάτια,
στὸ πρῶτο μοσκοβόλλημα ἑνὸς ρόδου μακρινοῦ
μοῦ δάκρυσαν τὰ μάτια.

1905


Ἓν ἄνθος

Καὶ στὴν Ἀκρόπολη, στὸ βράχο
τὸν Ἱερὸ
ἓν ἄνθος φύτρωσε μονάχο
χλωρὸ χλωρό.

Ἓν ἄνθος ὅμοιο μὲ ἀνεμώνη
περαστική,
ἀθώρητο σ᾿ ὅποιον σιμώνει
στὰ ὕψη ἐκεῖ.

Τὰ μάτια ἀνοίγοντ᾿ ἐκεῖ πέρα
καθὼς βρεθοῦν,
καὶ μὲ τὸν ξάστερον αἰθέρα
σμίγουν, μεθοῦν.

Ἐκεῖ θαμπώνουνε τὰ μάτια
σκόρπια μπροστὰ
καμένα λείψανα, κομμάτια
λαχταριστά.

Κ᾿ ἡ φαντασία ἀμέσως βλέπει
ἡ μαγικὴ
γυμνὴ καὶ δίχως καμιὰ σκέπη
ἀπάνου ἐκεῖ

τὴν Ὀμορφιά, ποὺ τρισμεγάλη,
παντοτεινή,
μέσ᾿ ἀπ᾿ τὸ μάρμαρο προβάλλει
καὶ δὲν πονεῖ.

Καὶ κάθεται σὲ δόξας θρόνο,
καὶ δὲ γελᾶ,
δὲν κλαίει καὶ δὲν πλανᾶ καὶ μόνο
φεγγοβολᾶ!

Καὶ στὴν Ἀκρόπολη, στὸ βράχο
τὸν Ἱερὸ
ξανοίγω τἄνθος τὸ μοναχὸ
καὶ τὸ ρωτῶ:
- Ἄνθος, ποὺ μοιάζεις μὲ ἀνεμώνη
περαστική,
ποιὰ μοίρα σ᾿ ἔρριξε ἐδῶ, μόνη
καὶ φτωχική;

Ἐδῶ ἀπὸ τἄστρα ἡ Τέχνη φτάνει,
καὶ λάμπει ἡ γῆ,
κ᾿ ἔπλασε ἡ Φύση ἐσὲ βοτάνι
γιὰ μίαν αὐγή.

Ἐδῶ δὲν ἔρχεται ἡ παρθένα
ἡ γελαστὴ
γιὰ νὰ σὲ κόψη καὶ μ᾿ ἐσένα
νὰ στολιστῆ.

Ἐδῶ μ᾿ εὐλάβεια καὶ τὸ ἀγέρι
μόλις φυσᾶ
ποτὲ σ᾿ ἐσὲ δὲν ἔχει φέρει
λόγια χρυσά,

γλυκὰ φιλιὰ ἀπὸ τὰ ταιράκια
κι ἀπὸ Ὀμορφιὲς
δὲν ἔχεις ἄλλα λουλουδάκια
γιὰ συντροφιές.

Ὁ Παρθενώνας μὲ φεγγάρι
τὴ νύχτα ἐδῶ
νικάει στὴ δόξα καὶ στὴ χάρη
τὸν οὐρανό.

Κ᾿ οἱ ἕξι ἀλύγιστες Παρθένες
στέκουν κι αὐτὲς
λαμπρόστηθες καὶ λαβωμένες
καὶ λατρευτές.

Κι ἀγάλματα, πέτρες, κολῶνες
χωρὶς χαρὰ
σκόρπια τὰ βλέπουν οἱ αἰῶνες
καὶ παγερά.

Σμίγουν ἐδῶ θεοὶ καὶ χρόνοι
παλιοί, χρυσοί.
Ἐδῶ, φτωχή, κρυφὴ ἀνεμώνη,
τί θὲς ἐσύ; -

Καὶ στὴν Ἀκρόπολη, στὸ βράχο
δειλὰ δειλὰ
μὲ βλέπει τἄνθος τὸ μονάχο
καὶ μοῦ μιλᾶ:

- Ἐγὼ εἶμαι τἄνθος τὸ παρθένο
καὶ τὸ κρυφὸ
ἀπὸ τὸν κόσμο μακρυσμένο
τὸ φῶς ρουφῶ.

Κι ἀνθῶ καὶ χαίρομαι τὰ κάλλη
ποὺ ἔχ᾿ ἡ ζωὴ
μακριὰ ἀπ᾿ τὰ πλήθη κι ἀπ᾿ τὴ ζάλη
κι ἀπ᾿ τὴ βοή.

Κι ἀπὸ τοῦ κάμπου τἄνθη τἄλλα
στέκω μακριά,
δειλό, λογόζωο, μιὰ στάλα,
μέσ᾿ στὴ σκιά.

Μέσ᾿ στὴ σκιὰ ποὺ ρίχνει ἐμπρός μου
μιὰ πέτρα ἁπλὴ
ξεχνῶ τὴν ψεύτική του κόσμου
φεγγοβολή.

Κι ἀγνώριστο, κι ἀχνό, μιὰ στάλα,
ζῶ ταιριαστὰ
μὲ τὰ λαμπρά, μὲ τὰ μεγάλα,
μὲ τἀκουστά.

Γιατί στὸν κόσμο εἶναι ζευγάρι
χαρὰ τοῦ νοῦ
καὶ ἡ δόξα τοῦ τρανοῦ κ᾿ ἡ χάρη
τοῦ ταπεινοῦ.

Γιατί στὸν κόσμο - ἄκου καὶ τάλλο -
καὶ στὸν καιρὸ
δὲν εἶναι τίποτα μεγάλο,
οὔτε μικρό.

Γιατί σὰν τἄστρο φῶς ἀφίνει
καὶ τὸ ξανθὸ
τἄνθος, γιατί καὶ τἄστρο σβύνει
σὰν τὸν ἀνθό.

Κι ὁ Παρθενώνας φεγγοβόλος
ποὺ ἐδῶ θωρῶ
ἐρείπιον εἶναι, ἐρείπιον ὅλος
λυπητερό.

Ἐνῶ σ᾿ ἐμένα φτωχὰ νιάτα,
διαβατικά,
ὅλα εἶν᾿ ἀπείραχτα, δροσάτα,
κι ἁρμονικά.

Ἐγὼ εἶμαι τἄνθος ποὺ κρυμμένο,
τρεμουλιαστό,
μὲ δροσοδάκρυα ραντισμένο
καὶ γελαστό,

μέσα στὰ κάλλη, στὴ γαλήνη
τὴ ζωντανὴ
ποὺ ἡ Τέχνη ἁπλώνει καὶ ποὺ ἀφίνει
παντοτεινή,

σκορπίζω μίαν ἀνατριχίλα,
μιὰ νέα ζωή,
σά μου χαιδεύει τἀχνᾶ φύλλα
αὔρας πνοή.

Καὶ τὰ λιθάρια τἀκουσμένα
καὶ τὰ παλιὰ
νομίζεις παίρνουν κι ἀπὸ μένα
φεγγοβολιά.

Καὶ κοίτα! καθεμιὰ Καρυάτις
ποὺ καρτερεῖ
καὶ στέκει μὲ τὴν ὀμορφιά της
τὴ λαμπερὴ

καὶ τίποτε δὲν ἔχει πλάνο
κι ἀνθρωπινό,
μοῦ φανερώνει, πρὶν πεθάνω
τὸν οὐρανό.

Καὶ κοίτα! καθεμιὰ Καρυάτις
γλυκὰ γλυκὰ
θαρρῶ μὲ βλέπει στὰ ὄνειρά της
τὰ μυστικά.

Ἐδῶ στὴ δόξα τῶν αἰώνων,
στὸ φῶς τοῦ νοῦ,
ποὺ στέκεις ἡ Ὀμορφιὰ σὲ θρόνον,
ἄστρο οὐρανοῦ,

ἐδῶ στὴν ἔρμη ἀθανασία,
εἶμαι ἡ καρδιά,
ἡ νιοτ᾿ ἡ ἀγάπη κ᾿ ἡ θυσία,
καὶ ἡ μυρουδιὰ

κάποιας παράδεισος, μαζί σου
μὲ δένει τί;
τί ἄλλο ἀκόμα; - Εἶμαι ἡ ψυχή σου,
Ποιητή!


Οὐράνια

...
Ἥλιε, ἐσύ, πηγὴ ἀστείρευτη
κάθε ζωῆς, εἰκόνα
τοῦ ὡραίου ὑπερτέλεια
καὶ τοῦ Ἀπείρου κορῶνα.

Πρὶν ἀρχίσουν τὸ διάβα τους
τῶν θεῶν οἱ λεγεῶνες,
πρῶτο θεὸ σὲ ἀγνάντεψαν
καὶ μοναχὸν οἱ αἰῶνες.

Καὶ πάλι θεὸς ὕστατος
σὲ νεκρικὴ λαμπάδα
τοῦ τελευταίου θρησκεύματος
θὰ φέξης τὴν κρυάδα.

Ἡ γῆ μας γῆ ἄφθαρτων
ἀερικῶν καὶ εἰδώλων,
πασίχαρος καὶ ὑπέρτατος
θεός μας εἶν᾿ ὁ Ἀπόλλων.

Στὰ ἐντάφια λευκὰ σάβανα
γυρτὸς ὁ Ἐσταυρωμένος
εἶν᾿ ὁλόμορφος Ἀδωνις
ροδοπεριχυμένος.

Ἡ ἀρχαία ψυχὴ ζῆ μέσα μας
ἀθέλητα κρυμμένη,
ὁ Μέγας Πᾶν δὲν πέθανεν,
ὄχι, ὁ Πᾶν δὲν πεθαίνει!

...
Μίαν αὐγὴ χειμωνιάτικη
ποῦ φοροῦσε κορῶνα
τὴν καταχνιά, σὰν ὅραμα
εἶδα τὸν Παρθενώνα.

Μαγικὸ μισοδιάφανο
τὸν ἔζωνε μαγνάδι
στὸν ἥλιο ἀγνάντια, κ᾿ ἔλεγεν:
- Ἐγὼ εἶμαι τὸ σημάδι

τοῦ ὡραίου ποὺ δείχνει ἀπόμακρα
στὴν πλατωσιὰ τοῦ Ἀπείρου
καὶ τ᾿ ἄσπρο στέρεο μάρμαρο
σὰν τὸν ἀχνό τοῦ ὀνείρου.

Θαῦμα θαυμάτων μέσα μου
σαλεύει, ἐνῶ κοιμᾶται...
Ἀδέλφια μου, νὰ πλάσουμε
νέαν θρησκείαν ἐλᾶτε!

Ἀσάλευτη, πανύψηλην
ἀλήθεια, ἕνα παλάτι
τῶν ὅλων γιὰ ὅλους! Ἄφραστη
θρησκεία ποὺ νἄχει κάτι

πλέον βαθὺ ἀπ᾿ τὸν Ἔρωτα,
πιὸ μέγα ἀπ᾿ τὴ Θυσία,
καὶ κάτι πλέον ἀπέραντο
κι ἀπ᾿ τὴν Ἀθανασία!


Ὁ Σάτυρος

Ὅλα γυμνὰ τριγύρω μας,
ὅλα γυμνὰ ἐδῶ πέρα,
κάμποι, βουνά, ἀκροούρανα,
ἀκράταγ᾿ εἶναι ἡ μέρα.
Διάφαν᾿ ἡ πλάση, ὁλάνοιχτα
τὰ ὁλόβατα παλάτια
τὸ φῶς χορτάστε, μάτια,
κιθάρες, τὸ ρυθμό.

Ἐδῶ εἶν᾿ ἀριὰ κι ἀταίριαστα
λεκκιάσματα τὰ δένδρα,
κρασὶ εἶν᾿ ὁ κόσμος ἄκρατο,
ἐδῶ εἶν᾿ ἡ γύμνια ἀφέντρα.
Ἐδῶ εἶν᾿ ὁ ἴσκιος ὄνειρο,
ἐδῶ χαράζει ἀκόμα
στῆς νύχτας τ᾿ ἀχνὸ στόμα
χαμόγελο ξανθό.

Ἐδῶ τὰ πάντα ξέστηθα
κι ἀδιάντροπα λυσσᾶνε
ἀστέρι εἶν᾿ ὁ ξερόβραχος,
καὶ τὸ κορμὶ φωτιά ῾ναι.
Ρουμπίνια ἐδῶ, μαλάματα,
μαργατιτάρια, ἀσήμια,
μοιράζει ἡ θεία σου γύμνια,
τρισεύγενη Ἀττική!

Ἐδῶ ὁ λεβέντης μάγεμα,
ἡ σάρκα ἀποθεώθη,
οἱ παρθενιές, Ἀρτέμιδες,
Ἑρμῆδες εἶναι οἱ πόθοι.
Ἐδῶ κάθε ὥρα ὁλόγυμνη,
θάμα στὰ ὑγρόζωα κήτη,
πετιέται κ᾿ ἡ Ἀφοδίτη
καὶ χύνεται παντοῦ.

- Παράτησε τὸ φόρεμα
καὶ μὲ τὴ γύμνια ντύσου
Ψυχή, τῆς γύμνιας ἱέρισσα,
ναὸς εἶναι τὸ κορμί σου.
Μαγνήτεψε τὰ χέρια μου,
τῆς σάρκας κεχριμπάρι,
τ᾿ ὀλύμπιο τὸ νεχτάρι
τῆς γύμνιας δὸς νὰ πιῶ.

Σκίσε τὸν πέπλο, πέταξε
τὸν ἄμοιαστο χιτώνα
καὶ μὲ τὴ φύση ταίριασε
τὴν πλαστική σου εἰκόνα.
Λύσε τὴ ζώνη, σταύρωσε
τὰ χέρια στὴν καρδιά σου
πορφύρα τὰ μαλλιά σου,
μακρόσυρτη στολή.

Καὶ γίνε ἀτάραχο ἄγαλμα,
καὶ τὸ κορμί σου ἂς πάρη
τῆς τέχνης τὴν ἐντέλεια
ποῦ λάμπει στὸ λιθάρι
καὶ παῖξε καὶ παράστησε
μὲ τῆς ἰδέας τὴ γύμνια
τὰ λυγερὰ τ᾿ ἀγρίμια,
τὰ φίδια, τὰ πουλιά.

Καὶ παῖξε καὶ παράστησε
τὰ ἡδονικά, τὰ ὡραῖα,
λαγάρισε τὴ γύμνια σου
καὶ κάμε τὴν ἰδέα.
Τὰ στρογγυλά, τὰ ὁλόισα,
χνούδια, γραμμές, καμπύλες,
ὦ θεῖες ἀνατριχίλες,
χορεῦτε ἕνα χορό.

Μέτωπο, μάτια, κύματα
μαλλιά, γλουτοί, λαγόνες,
κρυφὰ λαγκάδια, τοῦ Ἔρωτα
ρόδα, μυρτιές, κρυψῶνες,
πόδια ποὺ ἁλυσοδένετε,
βρύσες τοῦ χάιδιου, ὦ χέρια,
τοῦ πόθου περιστέρια,
γεράκια τοῦ χαμοῦ!

Καὶ ὁλόκαρδα, κι ἀμπόδιστα
λογάκια, ὦ στόμα, ὦ στόμα,
σὰν τὸ κερὶ τῆς μέλισσας,
σὰν τοῦ ροδιοῦ τὸ χρῶμα.
Τὰ κρίνα τ᾿ ἀλαβάστρινα,
τοῦ ἀπρίλη θυμιατήρια,
ζηλεύουν τὰ ποτήρια
τοῦ κόρφου σου. - Ὢ νὰ πιῶ,

Νὰ πιῶ στὰ ροδοχάραγα,
στὰ ὀρθά, στὰ σμαλτωμένα,
τὸ γάλα ποὺ ὀνειρεύτηκα
τῆς εὐτυχίας ἐσένα.
Ἐγὼ εἶμαι ἱεροφάντης σου,
βωμοὶ τὰ γόνατά σου,
στὴν πύρινη ἀγκαλιά σου
θεοὶ θαυματουργοῦν.

Μακριά μας ὅσα ἀταίριαστα,
ντυμένα καὶ κρυμμένα,
τὰ μισερὰ καὶ τ᾿ ἄσκημα
καὶ ἀκάθαρτα καὶ ξένα.
Ὀρθὰ ὅλα, ξέσκεπα, ἄδολα,
γῆ, αἰθέρες, κορμιά, στήθια.
Γύμνια εἶναι κ᾿ ἡ ἀλήθεια,
καὶ γύμνια κ᾿ ἡ ὀμορφιά.

- Στὴ γύμνια τὴν ἡλιόκαλη
τῆς ἀθηναίϊσσας μέρας
κι ἀνίσως καὶ φαντάξη σου
κάτι ἄντυτο σὰν τέρας,
κάτι σὰ δέντρο ἀφύλλιαστο
καὶ δίχως ἴσκιου χάρη,
ἀδούλευτο λιθάρι,
ξεραγκιανὸ κορμί,

Κάτι γυμνὸ καὶ ξέσκεπο
στὰ ὀλανοιγμένα πλάτια,
ποὺ ζωντανὸ θὰ τὄδειχναν
μόνο δυὸ φλόγες μάτια,
κάτι ποὺ ἀπὸ τοὺς σάτυρους
κρατιέται, καὶ εἶν᾿ ἀγρίμι,
καὶ εἶν᾿ ἡ φωνή του ἀσήμι, -
μὴ φύγῃς εἶμ᾿ ἐγώ,

Ὁ Σάτυρος. Καὶ ρίζωσα
σὰν τὴν ἐλιὰ ἐδῶ πέρα,
λιγώνω τοὺς ἀγέρηδες
μὲ τὴ βαθιὰ φλογέρα.
Καὶ παίζω καὶ παντρεύονται,
λατρεύονται, λατρεύουν,
καὶ παίζω καὶ χορεύουν
ἀνθρῶποι, ζᾶ, στοιχιά.


Χειμάρρα

Ἂς ἄνθισαν οἱ μυγδαλιές, κι ἂς τὴν κρυφομηνᾶτε
τὴν ἄνοιξη ἀπὸ τώρα
μὲ τὰ γλυκοχαράματα καθὼς γοργοξυπνᾶτε,
πουλάκια εἰρηνοφόρα.

Ἂς εἶναι μέσα μου ἡ καρδιὰ σκληρὰ σφιχτοδεμένη
ἀπὸ ἕνα ρήγα πόνο
ποὺ ἀπάνου σὲ χαλάσματα μαστόρεψε καὶ σταίνει
τὸ μαῦρο του τὸ θρόνο.

Ἂς ἄνθισαν οἱ μυγδαλιές. Νά! Ὁ οὐρανὸς θολώνει,
νά! τοῦ Φλεβάρη ἡ μπόρα
σὲ φοβερίζει ἀτίναχτη μὲ τὄψιμο τὸ χιόνι,
πλάση λευκή, ἀνθοφόρα.

Ἂς κλαίει καὶ μέσα μου ἡ καρδιά. Κι ἀπὸ τὰ κλάματά της
ἀθάνατο λουλούδι,
τῆς μοναξιᾶς παρηγοριά, τῆς Χώρας παραστάτης,
φυτρώνει τὸ τραγούδι.


Ὤ! Πόλη!

Ὤ! Πόλη! Ἐσὺ τοῦ πράσινου διθάλασσο ὅραμα,
Πατρίδα τῆς Πατρίδας μου, οἱ Σουλτάνοι
Σὲ ντρόπιασαν, ἐμάρανέ σε ὁ Ξεπεσμός.
Ὅμως ὁ Ἀθάνατος Ἀϊτὸς δὲ σὲ ξεχνάει.

Ἀπὸ Βοριᾶ, ἀπὸ Δύση κι ἀπ᾿ Ἀνατολή,
Ἀράδα κράδα δοξαστὴς ρηγάδων τροπαιοφόρων,
Γυρνάει τὶς νύχτες πρὸς ἐσὲ νὰ στάξει δάκρυα πύρινα.
Ἀπάνου ἀπ᾿ τοὺς τάφους τῶν Αὐτοκρατόρων.


Ἴαμβοι καὶ Ἀνάπαιστοι

Νερὸν ἤθελα νἄπινα
στῆς Ἄρνας τὰ λαγγάδια,
τῆς ἀρνησιᾶς νὰ μ᾿ ἔζωναν
τὰ τρίσβαθα σκοτάδια.

Τάχα θἄβλεπ᾿ ἀγνώριστα
κι ἀδιάφορα μπροστά μου
ὅλα τ᾿ ἀγαπημένα μου
κι ὅλα τὰ χιλάκριβά μου;

Ἢ τάχα νόμος ἅγιος,
δίχως ἐγὼ νὰ νοιώθω,
πάλι σ᾿ αὐτὰ θὰ μ᾿ ἔφερνε
μ᾿ ἕναν δεύτερο πόθο;

Καβάλλα πάει ὁ Χάροντας
τὸ Διγενῆ στὸν Ἅδη,
κι ἄλλους μαζί... Κλαίει, δέρνεται
τ᾿ ἀνθρώπινο κοπάδι.

Καὶ τοὺς κρατεῖ στοῦ ἀλόγου του
δεμένους τὰ καπούλια,
τῆς λεβεντιᾶς τὸν ἄνεμο,
τῆς ὀμορφιᾶς τὴν πούλια.

Καὶ σὰ νὰ μὴν τὸν πάτησε
τοῦ Χάρου τὸ ποδάρι,
ὁ Ἀκρίτας μόνο ἀτάραχα
κοιτάει τὸν καβαλλάρη!

- Ὁ Ἀκρίτας εἶμαι, Χάροντα,
δὲν περνῶ μὲ τὰ χρόνια.
Μ᾿ ἄγγιξες καὶ δὲ μ᾿ ἔνοιωσες
στὰ μαρμαρένια ἁλώνια;

Εἶμ᾿ ἐγὼ ἡ ἀκατάλυτη
ψυχὴ τῶν Σαλαμίνων.
Στὴν Ἑφτάλοφην ἔφερα
τὸ σπαθὶ τῶν Ἑλλήνων.

Δὲ χάνομαι στὰ Τάρταρα,
μονάχα ξαποσταίνω.
Στὴ ζωὴ ξαναφαίνομαι
καὶ λαοὺς ἀνασταίνω!

* * *

Στοῦ σοφοῦ τὸ παράθυρο
ποῦ σκύβει νύχτα μέρα
στῆς μελέτης τ᾿ ἀπόκρυφα,
ἡ Φύσις ἡ μητέρα

ἔστρωσε μοσχομύριστη
δροσερεμένη στράτα
ἀπὸ κρῖν᾿ ἀπριλιάτικα
καὶ ρόδα βελουδάτα.

Τ᾿ ἀταίριαστα καὶ τ᾿ ἄμοιαστα,
ἀδέρφια εἶναι τὰ δύο·
τὸ λουλούδι τ᾿ ὁλόχαρο,
τὸ θλιβερὸ βιβλίο.

Δίδυμα τέκνα γέννησαν
ὁ Φοῖβος κ᾿ ἡ Ἁρμονία
ἐσᾶς, Πολύμνια ψάλτρια,
φιλόσοφε Οὐρανία!

Ἡ πρώτη τὸν ἀμάραντον
ἀνθὸ παντοῦ τρυγάει,
μιὰ πεταλούδαν ἄπιαστην
ἡ ἄλλη κυνηγάει.

Ἀλλὰ τόσο ταιριάζουνε
κι ἀντάμα οἱ δυὸ καὶ χώρια,
ποὺ τὴ μία παίρνουν κάποτε
γιὰ τὴν ἄλλη πανώρια.

* * *

Μὲ πελέκι ἀστραπόμορφον
ἡ ἀλύπητη Ἐπιστήμη
χτυπάει καὶ σπάει τὸ Εἴδωλο
καὶ τὸ ρίχνει συντρίμμι.

Κ᾿ ὕστερα γίνετ᾿ εἴδωλον
ἐκείνη μέσ᾿ στὴν πλάση
ξαναγεννώντας ἄθελα
ὅ,τι ἦρθε νὰ χαλάση.

Κ᾿ ἔτσι ἁλυσίδες γύρω μας
παντοῦ, σκοτάδια θεία.
Κάθε Αἰτία, μυστήριο·
κάθε Ἀλήθεια, θρησκεία.

Ξένε σοφέ, πὼς ἤθελα
τὸ φθαρτό μου τραγούδι
νὰ σμίξω μὲ τοῦ λόγου σου
τὸ ἀθάνατο λουλούδι.

«- Μάθε πὼς τὰ συστήματα
τῶν φιλοσόφων, κάθε
νοῦ τρανοῦ φεγγοβόλημα
κάθ᾿ ἐπιστήμη, μάθε

πὼς δὲν ἀξίζουν τίποτε
τὰ πάντα ἀπ᾿ ἄκρη σ᾿ ἄκρη,
ὅσο ἀξίζει ἕνα φίλημα,
ὅσο ἀξίζει ἕνα δάκρυ!»

* * *

Ἡ μαύρη Λάμια ποὺ ἔκλεισε
στὴν καρδιά της τὸν Ἅδη,
νὰ κατέβω μὲ πρόσταξε
μεσ᾿ στὸ ξερὸ πηγάδι,

νἄβρω τὸ δαχτυλίδι της
ποὺ μέσα ἐκεῖ ἔχει πέσει
μ᾿ ἕνα διαμάντι λιόκαλο
καρφωμένο στὴ μέση.

Ψάχνω, δὲ βρίσκω τίποτε...
Ὦ νύχτα, ὦ τέρας πλάνο!
Στὰ πόδια μου μιὰν ἄβυσσο,
καὶ μιὰ Λάμια ἀποπάνω.

Ἥλιε, ἐσύ, πηγὴ ἀστείρευτη
κάθε ζωῆς, εἰκόνα
τοῦ ὡραίου ὑπερτέλεια
καὶ τοῦ Ἀπείρου κορῶνα.

Πρὶν ἀρχίσουν τὸ διάβα τους
τῶν θεῶν οἱ λεγεῶνες,
πρῶτο θεὸ σὲ ἀγνάντεψαν
καὶ μοναχὸν οἱ αἰῶνες.

Καὶ πάλι θεὸς ὕστατος
σὰ νεκρικὴ λαμπάδα
τοῦ τελευταίου θρησκεύματος
θὰ φέξης τὴν κρυάδα

Ἡ γῆ μας γῆ τῶν ἄφθαρτων
ἀερικῶν καὶ εἰδώλων,
πασίχαρος καὶ ὑπέρτατος
θεός μας εἶναι ὁ Ἀπόλλων.

Στὰ ἐντάφια λευκὰ σάβανα
γυρτὸς ὁ Ἐσταυρωμένος
εἶν᾿ ὁλόμορφος Ἄδωνις
ροδοπεριχυμένος.

Ἡ ἀρχαία ψυχὴ ζῆ μέσα μας
ἀθέλητα κρυμμένη·
ὁ Μέγας Πᾶν δὲν πέθανεν,
ὄχι· ὁ Πᾶν δὲν πεθαίνει!


Βραδινὴ Φωτιά

- Θυμᾶσαι τὴ φτωχούλα τὴν καλύβα
στὸ πλούσιο δάσος, πέρα ἀπ᾿ τὸ χωριό;
- Θυμᾶμαι τὴν καλύβα τὴ φτωχούλα, σὰν ξωκλήσι καὶ σὰν ἀσκηταριό.

—Τον ἀσκητὴ θυμᾶσαι τῆς καλύβας; (Τάχα κλέφτης; καλόγερος; βοσκός;)
- Θυμᾶμαι. Ἀκόμα κλαίει μὲς στὸν ἀγέρα τῆς φλογέρας του ὁ πόνος, μυστικός.

- Θυμᾶσαι τὴ χλωμὴ σωμένη του ὄψη καὶ τ᾿ ἀλαφροσκυμμένο του κορμί;
- Θυμᾶμαι κάτου ἀπ᾿ τὰ δασά του φρύδια τὴ σαγηνεύτρα τῆς ματιᾶς του ὁρμή.

- Θυμᾶσαι τὴ φωτιὰ στὸ πλούσιο δάσος, τὴ βραδινὴ φωτιὰ τὴν ξαφνική;
- Θυμᾶμαι. Λάμια. Στάχτη καὶ ἡ καλύβα. Τὸ πλούσιο δάσος πάει. Ὥρα κακή.

- Θυμᾶσαι; Τί ν᾿ ἀπόγινε; Κανένας δὲν τὸν ξανάειδε πιὰ τὸν ἀσκητή.
—Δεν ξέρω. Ὅμως ἀπάνου ἀπ᾿ ὅλα ὁ νοῦς μου τῆς καλύβας τὴ θύμηση κρατεῖ,
γιατὶ στ᾿ ἀποκαΐδια της γερμένος ἕνας Ἔρωτας, ξέγνοιαστα, σκληρά,
τὰ βρεφικά του ζέσταινε τὰ χέρια καὶ τ᾿ ἀρχαγγελικά του τὰ φτερά.


Δυὸ Μάτια

Τοῦ λύχνου μου τὸ λάδι σώθηκε,
καὶ ξαγρυπνῶ. Τί νύχτα! Ἄστρο κανένα,
στὴν ἄκρη ἀπ᾿ τὸ κρεβάτι μου ἕνα φάντασμα
κι ἀπάνω μου δυὸ μάτια καρφωμένα.

Ὁ κόσμος δὲν ὑπάρχει. Ἀπὸ τῆς ἄβυσσος
ῥουφήχτηκε τὰ στόματα. Σκοτάδι
Μόνο δυὸ μάτια ὑπάρχουνε στ᾿ ἀνύπαρχτα,
δυὸ μάτια μοναχὰ γιομίζουν τ᾿ ἄδεια.

Μόνο δυὸ μάτια στὰ σκοτάδια φέγγουνε.
Ὅλα κοιμοῦνται, χάνονται, ὅλα σβοῦνε,
μόνο δυὸ μάτια μὲ κοιτάζουν ἄγρυπνα,
δὲν κλείνουνε· ποτὲ δὲ θὰ κλειστοῦνε.


Ἡ Ἀγάπη μας...

Ἡ Ἀγάπη μας παιδούλα στὰ χρόνια.
Τοῦ πάθους μας ἀκόμα δὲν εἶδαν τὴν τρεμούλα τ᾿ ἀηδόνια.

Ἡ Ἀγάπη μας, παιδούλα... μὰ νά, στὸ πρόσωπό της
οὔτε ἡ δροσούλα τῆς αὐγῆς, οὔτε ἡ χαρὰ τῆς νιότης.
Σὰν νά ῾χουνε τὴν ὄψη της αἰῶνες ὀργωμένη.
Κάτι ἄναρχο κι ἀτέλειωτο στὸ πρόσωπό της μένει.

[Βραδινὴ Φωτιὰ Α´]


Στὴ γυναίκα μου

Ἐδῶ τὸ σπίτι ἄνθιζ᾿, ἐδῶ τὸ πράσινο βλαστάρι
μέσα στὸν ἴσκιο τῆς χλωρῆς χλωρῆς κληματαριᾶς.
Περιπλεχτὸ μὲς στὰ χλωρὰ τὸ μυστικὸ φεγγάρι
σὰν πνέμα πρωτοθώρητο κατέβαινε σ᾿ ἐμᾶς.

Ἐδῶ τοῦ πόθου δυὸ πηγὲς μᾶς δρόσιζαν τὰ χρόνια,
ἡ μιὰ στὰ μάτια μας μπροστά, κι ἡ ἄλλη ὀνειρευτὴ
ἡ Μούσα ἐδῶ ἀποκοίμιζε τῆς ἔγνοιας τὰ τρηζόνια
καὶ τὴ μανία ἀνάσταινε τῆς λύρας τὴν ἱερή.

Ἐδῶ γλυκαπολάψαμε τῆς πρωτογεννημένης
τὰ πρῶτα ξεπετάματα, καὶ πῆρε μας τὸ νοῦ,
σὰν ἐρχομὸς παμπόθητος ποὺ δὲν τὸν περιμένεις,
τὸ φέγγος τ᾿ ὁλοστρόγγυλο τοῦ δεύτερου καρποῦ.

Ἐδῶ πρωτοδεχτήκαμε στὴν ἀγκαλιὰ μιὰ μέρα
τὸν τρίτο τὸν ἀσύγκριτο καὶ τὸν περαστικὸ
ποὺ ὁλόγυρά μας ἄλλαξε τὸν κοσμικὸν ἀέρα
τὸ θεῖο κρασὶ στ᾿ ὀλάσπρο φῶς τοῦ Ὀλύμπου προσφερτό.

Ἐδῶ τὰ νιάτα σου ἤτανε καὶ στὴ φροντίδα ἀπάνου
μιὰ ζωγραφιὰ βενέτικη πλατιὰ ζωγραφιστὴ
ἀπὸ τὸ χέρι κανενὸς φεγγόβολου Τισιάνου,
λαμποκοπώντας τὴ χαρὰ σὲ ἁδρότατο κορμί.

Ἐδῶ τὸ σπίτι ἄνθιζ᾿, ἐδῶ τὸ πράσινο βλαστάρι
καὶ τό ᾿κρυβε ἡ κληματαριὰ στὸ ἴσκιο της χλωρή.
Τώρα δὲ μένει τίποτε... Τὸ μυστικὸ φεγγάρι
κλαίει σὲ παλάτι ἀμίλητο, τετράπατο, βαρύ.

Ἐδῶ ἡ ζωὴ ποὺ πέθανεν ἤθελε νεκροθάφτη
κάποιον Ἀπρίλη, ἀνθότατον, ἤθελε τάφον, ὤ!
Ποιὸς νὰ τὴν καταράστηκε; Δὲ βρέθηκε γιὰ δαύτη
παρὰ ἕνα μνῆμα ἀταίριαστο κι ἀναγελαστικό.


Τὰ σκολειὰ χτίστε

… Λιτὰ χτίστε τα, ἁπλόχωρα,
μεγάλα, γερὰ θεμελιωμένα,
ἀπὸ τῆς χώρας, ἀκάθαρτης,
πολύβοης, ἀρρωστιάρας, μακριά.
Μακριὰ τ᾿ ἀνήλιαγα σοκάκια,
τὰ σκολειὰ χτίστε.

Καὶ τὰ πορτοπαράθυρα τῶν τοίχων
περίσσια ἀνοῖχτε, νά ᾿ρχεται ὁ κὺρ Ἥλιος,
διαφεντευτής, νὰ χύνεται,
νὰ φεύγει, ὀνειρεμένο πίσω του
ἀργοσέρνοντας τὸ φεγγάρι.

Γιομίζοντάς τα νὰ τὰ ζωντανεύουν
μαϊστράλια καὶ βοριάδες καὶ μελτέμια
μὲ τοὺς κελαηδισμοὺς καὶ μὲ τοὺς μόσκους,
κι ὁ δάσκαλος, ποιητὴς
καὶ τὰ βιβλία νὰ εἶναι σὰν τὰ κρίνα…


Ἀγορά

Πάντα διψᾶς - ὅπως διψάει τὸ πρωτοβρόχι
Στεγνὴ καλοκαιριὰ - τὸ βλογημένο σπίτι,
Καὶ μία κρυφὴ ζωὴ σὰ δέηση ἐρημίτη,
Ἀγάπης κι ἀρνησιᾶς ζωούλα σὲ μία κώχη.
Διψᾶς καὶ τὸ καράβι ποὺ τὸ πέλαο τὄχει

Κι ὅλο τραβάει μὲ τὰ πουλιὰ καὶ μὲ τὰ κήτη,
Κ᾿ εἶναι μεστὴ ἡ ζωή του μ᾿ ὅλο τὸν πλανήτη...

Καὶ τὸ καράβι καὶ τὸ σπίτι σοῦ εἶπαν: «Ὄχι!
Μήτε ἡ παράμερη εὐτυχιὰ ποὺ δὲ σαλεύει,
Μήτε ἡ ζωὴ π᾿ ὅλο καὶ νέα ψυχὴ τῆς βάνει
Κάθε καινούργια γῆ καὶ κάθε νιὸ λιμάνι...
Μόνο τὰ᾿ ἀλάφιασμα τοῦ σκλάβου ποὺ δουλεύει...
Σέρνε στὴν ἀγορὰ τὴ γύμνια τοῦ κορμιοῦ σου,
Ξένος καὶ γιὰ τοὺς ξένους καὶ γιὰ τοὺς δικούς σου».

[Ἡ ἀσάλευτη ζωή, 1896]


Ἀπὸ πάνω ἀπὸ τὰ δέντρα

Ἀπὸ πάνω ἀπὸ τὰ δέντρα τὸ φεγγάρι
Ἀργοϋψώνεται καὶ λάμπει, θεϊκὴ χάρη.
Ἀπὰ σᾶς ἀπάνω, μαῦρα σκιάχτρα, ὦ πόνοι,
Μίαν ἐλπίδα ἔτσι τὸ φῶς της ἀργοϋψώνει.

Νύχτα μου εἶν᾿ ἡ γνώμη, πίκρα καὶ ἡ καρδιά μου.
Μὰ σοῦ φέγγει τὸ φεγγάρι, κάμαρά μου,

Σὲ γιομίζει, καὶ ἀναβρύζει, συντριβάνι
Δακρυοστάλαχτων ἀχτίδων, καὶ σὲ κάνει
Καὶ τοῦ μοιάζεις, καὶ σὲ κάνει, κάμαρά μου,
Μυστικὸ ἱερὸ κρεββάτι κάποιου γάμου.

[Τὰ Παθητικὰ Κρυφομιλήματα, 1920]


Τὰ Φτερά

Toutes blanches et toutes d ᾿ or...
CHARLES VAN LERBERGHE

Ὁλόλευκα, ὁλόχρυσα,
Τὰ φτερὰ τῶν ἀγγέλων μου φαντάζουν.
Ὅμως ὁ ἔρωτας ἔχει φτερὰ ποὺ ἀλλάζουν.
Τὰ μαλακὰ φτερά του ἀράδα - ἀράδα
Τριανταφυλλένια, βυσσινιά,
Κοκκινισμένα σὰν τὴ θάλασσα, τὴν ὥρα
Ποὺ τὴ λιγώνουν τοῦ ἥλιου τὰ φιλιά.
Τὰ ὡραῖα φτερούγια τῶν ἀγγέλων μου
Σαλεύουν πάντα ἀργά,
Καὶ ἀνοίγουν, καὶ εἶν᾿ ἀκόμα σὰν κλειστά.
Ἀλλὰ τὰ λιγερὰ φτερούγια τοῦ Ἔρωτα
Ποτὲ δὲν ἡσυχάζουν... Δὲν ἀναπαύονται...καρδοῦλες μοιάζουν.

[Ξανατονισμένη μουσική, 1890]


Ἡδονισμός

Ἀπὸ τραγούδια ἕν᾿ ἄυλο κομπολόι
Σ᾿ ἐσὲ δὲν ἦρθα σήμερα νὰ δώσω.
Μὲ τὰ τραγούδια ἐγὼ θὰ σὲ λιγώσω
Καὶ μὲ τὰ ξόρκια, ἀγάπη μου, ἑνὸς γόη.

Γυμνοί. Καὶ σὰν κισσὸς θὰ σκαρφαλώσω
Νὰ φάω τὸ κορμί σου ποὺ μὲ τρώει.
Τοῦ λαγκαδιοῦ σου τὴν δροσάτη χλόη
Μὲ τὸ χέρι θρασὰ θὰ τὴν πυρώσω.

Τὸ κρασὶ ποὺ ξανάφτει καὶ τὸ γάλα
Ποὺ κοιμίζει θὰ φέρω στάλα στάλα,
Μ᾿ ὅλο μου τὸ κορμὶ νὰ σὲ ποτίσω

Καὶ στὰ πόδια σου τ᾿ ἀσπροσκαλισμένα,
Δυὸ βάζα ποὺ μοῦ παίρνουνε τὰ φρένα,
Στερνὴ μανία τὸ μέλι μου θὰ χύσω.

[Βραδυνὴ Φωτιὰ Β´]


...στὴ Μαίρη Κουτσούρη...

...Καὶ μοῦ ῾πανε: «ξεψύχησε μὲ τοὺς δικούς σου στίχους»
Καὶ γὼ εἶπα: «μὲ τῆς ἁρμονίας ὑψώθηκε τοὺς ἤχους...»

Βαρκούλα τὴ ψυχούλα της
Πνοὴ τὴν πῆρε πρίμα
Σὰν ἄνεμος τὴν τύλιξε
Μιᾶς θάλασσας τὸ κύμα...

Μὲ τὸν ποιητὴ θὰ ὑψώθηκε μοίρα συντροφικὴ

Στὴ μεταμόρφωση αὐτή, τοῦ ὀνείρου ἡ μουσική...

Βαρκούλα τὴ ψυχούλα της
Πνοὴ τὴν πῆρε πρίμα
Μὲς στ᾿ ἄπειρο φτερώθηκε
Δὲν ἄραξε σὲ μνῆμα...


Δεκατετράστιχο [69]

Τῆς καρδιᾶς μου τὸ σκόρπισμα γυρεύει
Τὸ μάζεμα τοῦ ἀπόκοσμου σπιτιοῦ σου...
Κάτω ἀπ᾿ τὸ φῶς τὸ πράο του λυχναριοῦ σου τὸ
Μπάλσαμο τῆς χάρης σου γιατρεύει

Εἴτε κ᾿ ἡ ἀγάπη σὲ γλυκοχαϊδεύει,
Καὶ εἴτε χτυπιέται ἀπὸ τὴν ἔγνοια ὁ νοῦς σου,
Τὸ ἄγαλμα τοῦ ἀψεγάδιαστου κορμιοῦ σου
Στὸ βάθρο του ὀρθοστύλωτο μαγεύει.

Τρύπια φελούκα μισοβουλιασμένη
Παραδέρνω σὲ ἀνώφελον ἀγώνα...
Λιμιώνα, ἁπαλὰ κάπου ἀκούμπησέ με...

Μυστικολάτρα ὁρμὴ μ᾿ ἐσὲ μὲ δένει,
Τῆς ζωῆς μου, καλόβολη Μαντόνα,
Τὰ κρίματά σου τὰ ξομολογιέμαι.

[Τὰ Δεκατετράστιχα, 1919]


Δεκατετράστιχο [126]

Θεέ μου! Θεέ μου! Μὰ τίποτε δὲν ἔχω
μέσα μου ποὺ μὲ μιὰ καρδιὰ νὰ μοιάζει!
Πότε στραβὸς μὲ πάει τὸ πεῖσμα, τρέχω,
πότε βουβός, μὲ δένει ἕνα μαράζι.

Ἀπὸ βουλή, ἀπὸ γνώμη δὲν κατέχω.
Ψευτοζῶ μὲ τὸ τώρα, δὲ μὲ νοιάζει
γιὰ τὸ χτές. Καὶ γιὰ τὸ αὔριο; Δὲν προσέχω.
Ἡ ἀρνησιὰ μὲ γυμνώνει, μὲ λεκκιάζει

τὸ ψέμα...Εἶμαι σὰν ἕνα θηλυκὸ
ποὺ ὅλο σὲ ἀργὸ καθρέφτισμα ξεχνιέται,
εἶμαι αὐτὸς ποὺ τὸ μαῦρο του ἑαυτὸ

βλέπει ὅλο ἀγνάντια του...Εἶμαι τὸ κακὸ
ποὺ μὲ τὴν ἴδια του ἀσκημιὰ χτυπιέται
στὴ νύχτα ποὺ ὅλο πιὸ πολὺ σκορπιέται...

[Τὰ Δεκατετράστιχα, 1919]


Ποίημα γιὰ τὸν Καραϊσκάκη

Ἀπό «.

Πόλεμος θἄρχιζε. Στὰ ξάγναντα, μπροστά μου,
κορφή, γκρεμός· τὸ βουνὸ μαῦρο. Ξαφνικὰ
τὸ βουνὸ ἀστράφτει μέσ᾿ στὴν ὑπνοφαντασιά μου
σὰν ἀπὸ φάσγανα γυμνὰ γιὰ φονικά.

Ὅσο κι ἂν ἔγερν᾿ ἐμὲ δείλια πρὸς τὰ χάμου,
μὲ μάτια πρόσμενα ὑψωμένα ἐκστατικὰ
τὰ πρῶτα βόλια νὰ σφυρίξουνε στ᾿ αὐτιά μου
κ᾿ ἔνιωθα κάτι σὰ φτερὸ στὰ σωθικά.

Καὶ νά! ἀπὸ τοῦ βουνοῦ τὴν κορωμένη ράχη
δὲ χύμησε μουγγρίζοντας ἡ ἀντάρα ἡ μάχη.
Τὸ βουνὸ χρυσὴ σκάλα, κλέφτες καὶ κουρσάροι

τὴν κατεβαίνανε, καὶ σ᾿ ὅλους μέσα ποιός;
Ἕνας ξεχώριζε, τοῦ Γένους τὸ καμάρι,
τῆς Καλογριᾶς ὁ Γιός!

[«Τὰ δεκατετράστιχα»,
Ἅπαντα, τόμος 7ος, σ. 420, Ἀθήνα 1972]


Σ᾿ αὐτὸν τὸ λάκκο 3

Σ᾿ αὐτὸν τὸ λάκκο τὸν πιὸ πικρὸ
κι ἀπὸ τὸ μνῆμα, (εἶναι ἀπὸ πλήξη
κι ἀπὸ ἕναν ἄβουλο στοχασμό)
ποιὸς μ᾿ ἔχει ρίξει;

Σ᾿ αὐτὸν τὸ λάκκο τὸν πιὸ βαθὺ
κι ἀπὸ τὸ μνῆμα, γιατί εἶναι πάλι
ἀπὸ μία θύμηση ποὺ δὲ σβεῖ,
ποιὸς μ᾿ ἔχει βάλει;

[Τὰ Παθητικὰ Κρυφομιλήματα, 1920]


Ὅταν ἤμουνα Βασιλιάς...

PIERRE BAUDRY

Στὴν χώρα τὴν ὀνειρευτὴ ποὺ ζοῦσα βασιλιάς,
Σ᾿ ἀγνάντεψα βασίλισσα μπροστά μου νὰ περνᾶς.
Μὰ πρὶν προφτάσω ἴσα μ᾿ ἐσὲ νὰ φτάσω, ἀλλοίμονό μου!
Σὲ χάσανε τὰ μάτια μου στὸ γύρισμα τοῦ δρόμου.

Καὶ τότε τῶν προγόνω μου πετώντας τὴν πορφύρα,
Δάση, βουνά, ζητώντάς σε, καὶ κάθε στράτα πῆρα,
Καὶ ἱερωμένους ρώτησα καὶ μαντολόγων πλήθη.
῾μερόνυχτα ὅλο σ᾿ ἔκραζα. Κανεὶς δὲ μ᾿ ἀποκρίθη.

Γιὰ νὰ μπορέσω πιὸ καλὰ νὰ ψάξω ἀπάνου, χάμου,
Γῆ κι οὐρανό, τὴν ἄφησα καὶ τὴν κληρονομιά μου,
Καὶ τράβηξα προσκυνητὴς μακριὰ μακριὰ στὰ ξένα.

Καὶ τώρα ἐγὼ πού, ἀφορισμένος, λείψανο, ρημάδι,
Τοῦ Χάρου διάτα καρτερῶ νὰ κατεβῶ στὸν Ἅδη,
Σὲ ξαναβρίσκω. Πιὸ ὄμορφη σὲ ξαναβρίσκω, ὀϊμένα!

[Ξανατονισμένη μουσική, 1890]


Τὸ χάρισμα

Σοῦ φέρνω ἀπ᾿ τὴ γαλάζια μου πατρίδα
Κι ἀπ᾿ τὰ φωτοσπαρμένα τῆς τὰ μέρη,
Μιᾶς μάγισσας δουλειά, μίαν ἁλυσίδα
Ποῦ ἀνθρώπου δὲ μπορεῖ νὰ πλάσει χέρι.

Εἶδα τὸν ἥλιο κι εἶδα κάθε ἀστέρι,
Μὰ νά ῾χουνε τὴ λάμψη της δὲν εἶδα...
Μονάχα σὲ σοῦ πρέπει, ἁγνό της ταίρι
Ἀγάπη μου εἶσαι σύ, καμαροφρύδα!

Ρουμπίνια ἐδῶ κι ἐκεῖ μαργαριτάρια
Τὴν πλέκουν...ἀπὸ δάκρυα ἔχουν γίνει,
Ὅλο ἀπὸ δάκρυα τὰ μαργαριτάρια

Κι εἶναι ἀπὸ αἷμα κάθε τῆς ρουμπίνι...
Καὶ τὸ διαμάντι ποὺ σφιχτὰ τὴ δένει
Ὁ ἔρωτας εἶναι, πολυαγαπημένη.

[Τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μου, 1892]


Ὕστερ᾿ ἀπὸ τὴ ζωή

Σὰν πεθάνω, σὰν τὸ κερὶ θὰ σβήσω,
Θὰ πάω μὲ τὰ στοιχεῖα, μηδέν, ἀχνὸς;
Σὰν πεθάνω, σὰν τὸ κερὶ θὰ σβήσω; Κανένας οὐρανός,

Κανένας οὐρανὸς δὲ θὰ μὲ πάρει;
Ἅδης κανεὶς δὲ θὰ μὲ καταπιεῖ;
Κανένας οὐρανὸς δὲ θὰ μὲ πάρει; Τοῦ πόνου μου ἡ πηγὴ

Θὰ χαθεῖ; Δὲ θὰ γίνει γαλαξίας;
Δὲ θὰ σύρει τῶν ἄστρων τὸ χορὸ;
Θὰ χαθεῖ; Δὲ θὰ γίνει γαλαξίας; Ὀλάσπρο ἢ πορφυρὸ

Τὸ ἄστρο τῆς ἀνυπόταχτης ἀγάπης
Τὴ βαθιά μου ἀνυπόταχτη ψυχή,
Τὸ ἄστρο τῆς ἀνυπόταχτης ἀγάπης, Πῶς! Δὲ θὰ τὴ δεχτεῖ;


Ὁ Ὀλυμπιακὸς Ὕμνος

Ἀρχαῖο Πνεῦμ᾿ ἀθάνατο, ἁγνὲ πατέρα
τοῦ ὡραίου, τοῦ μεγάλου καὶ τ᾿ ἀληθινοῦ,
κατέβα, φανερώσου κι ἄστραψε ἐδῶ πέρα
στὴ δόξα τῆς δικῆς σου γῆς καὶ τ᾿ οὐρανοῦ.

Στὸ δρόμο καὶ στὸ πάλεμα καὶ στὸ λιθάρι,
στῶν εὐγενῶν Ἀγώνων λάμψε τὴν ὁρμὴ
καὶ μὲ τ᾿ ἀμάραντο στεφάνωσε κλωνάρι
καὶ σιδερένιο πλάσε κι ἄξιο τὸ κορμί.

Κάμποι, βουνὰ καὶ πέλαγα φέγγουν μαζί σου
σὰν ἕνας λευκοπόρφυρος μέγας ναός.
Καὶ τρέχει στὸ ναὸ ἐδῶ προσκυνητής σου,
Ἀρχαῖο Πνεῦμ᾿ ἀθάνατο κάθε λαός.

(Ἀσάλευτη Ζωή, 1896)

* Ὁ ὕμνος παραγγέλθηκε στὸν ποιητὴ τὸν Μάϊο τοῦ 1895 ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴ Ὀλυμπιακῶν Ἀγώνων, ὕστερα ἀπὸ ἐπιμονὴ τῶν Δημ. Βικέλα καὶ Τιμ. Φιλήμονος. Ἡ παραγγελία θεωρήθηκε σὰν μία νίκη τῆς Δημοτικῆς. Μελοποιήθηκε ἀπὸ τὸν Κερκυραῖο μουσουργὸ Σπύρο Σαμάρα καὶ ἀπετέλεσε τὸν ὕμνο τῶν Ὀλυμπιακῶν Ἀγώνων, ποὺ ὠργανώθηκαν στὸ Στάδιο τὸ 1896. Ἀπὸ τὸ 1952 εἶναι ὁ ἐπίσημος ὕμνος τῶν Ἀγώνων καὶ ἀκούγεται ἀπὸ τότε σὲ ὅλες τὶς τελετὲς ἔναρξης στὰ Ἑλληνικά.

Πάει καὶ τὸ Λίγο Φῶς...

Πάει καὶ τὸ λίγο φῶς, δετός, ἄνεργος, νύχτα, τρέμω, καίω.
Χέρι ἁπλωμένο, λυτρωμός, ἢ χέρι ποὺ θὰ μὲ συντρίψης,
σαρκικὴ γλύκα μυστική, μόνο μ᾿ ἐσὲ ἀναπνέω,
δὲν ξέρω ποιό σου τ᾿ ὄνομα, σοῦ δέομαι, μὴ μοῦ λείψῃς.


Τὸ Διαμαντένιο του Ὄρθρου μου...

Τὸ διαμαντένιο του ὄρθρου μου πετράδι!
―Σ᾿ ἀγαπῶ μὲ τὸ πάθος ποὺ δὲν ξέρει
παρὰ ἐσένα οὐρανὸ κ᾿ ἐσένανε ᾅδη,
μὲ τὸ πάθος τυφλό του σφιχτοχέρη.

Σ᾿ ἀγαπῶ μὲ τὸν ἥλιο, μὲ τὸ ἀστέρι
ποῦ ὁλογλυκαίνει τὸ πικρὸ ἀχνὸ βράδι,
καὶ μὲ τοῦ Γεναριοῦ τὸ καλοκαῖρι,
μ᾿ ἐσᾶς τῆς μυγδαλιᾶς ὁλόανθοι κλάδοι.

Σ᾿ ἀγαπῶ μὲ τῆς ἄνοιξης τ᾿ ἀηδόνια,
μὲ τὰ ξερὰ τὰ φύλλα ποὺ χρυσάφι
στρώνουν ταπὶ στ᾿ Ἅγίου Ἀντρεὸς τὸ μῆνα.

Σ᾿ ἀγαπῶ μὲ τῆς θλίψης τὰ τρηδόνια
καὶ μὲ τῆς ἀναγάλλιασης τὰ κρῖνα.
M᾿ ὅσα οἱ κούνιες κρατᾶν καὶ μ᾿ ὅσα οἱ τάφοι.


Τὸ Φάντασμα

Ὡραῖε νεκρέ, μονάρχη ἐσὺ τοῦ μυστικοῦ οὐρανοῦ μου
ἀστέρινε, ᾖρθες πάλι,
σ᾿ ἔφερε ἡ νύχτα, φάντασμα τοῦ λατρευτοῦ μου
στὴν ὀρφανή μου ἀγκάλη.
Καὶ σὲ κρατοῦσα ὅπως ποτὲ δὲν κράτησε μητέρα
τὸ πρωτογέννητο παιδὶ στὴν ἀγκαλιά της,
καὶ κάποιου πόνου μία ψυχή, χυμένη ἀπ᾿ ἄλλο ἀέρα,
τὴν ὄψη σου τὴν ἅγιαζε μὲ τ᾿ ἀντιφέγγισμά της.
K᾿ εἴσουν ὡραῖος, ὅπως ποτὲ κανένας ἔρωτάς μου
δὲν εἴτανε στῆς νιότης μου τὰ χρόνια,
καὶ σώπαινες, ὅπως ποτὲ δὲ μίλησαν τ᾿ ἀηδόνια
τῶν ποιητῶν στὰ βάθη τῆς καρδιᾶς μου.


Ὕμνος τῶν Αἰώνων

Μητέρα μας πολύπαθη, ὦ ἀθάνατη,
δὲν εἶναι μόνο σου στολίδι οἱ Παρθενῶνες·
τοῦ συντριμμοῦ σου τὰ σπαθιὰ στὰ κάμανε
φυλαχτὰ καὶ στεφάνια σου οἱ αἰῶνες.

Καὶ οἱ πέτρες ποὺ τὶς ἔστησε στὸ χῶμα σου
τὸ νικηφόρο χέρι τοῦ Ῥωμαίου,
κ᾿ ἡ σταυροθόλωτη ἐκκλησιὰ ἀπὸ τὸ Βυζάντιο,
στὸν τόπο τοῦ πολύστυλου ναοῦ τοῦ ἀρχαίου,

Κι αὐτὸ τὸ κάστρο ποὺ μουγγρίζει μέσα του
τῆς Βενετιᾶς ἀκόμη τὸ λιοντάρι,
κι ὁ μιναρὲς ποὺ στέκει, τῆς ὁλόμαυρης
καὶ τῆς πικρότατης σκλαβιᾶς ἀπομεινάρι,

Καὶ τοῦ Σλάβου τὸ διάβα ἀντιλαλούμενο
στ᾿ ὄνομα ποὺ μᾶς ἔρχεται στὸ στόμα
-μὲ τὸ γάλα τῆς μάννας ποὺ βυζάξαμε-
σὰν ξένη ἀνθοβολιὰ στὸ ντόπιο χῶμα,

Ὅλα ἕνα νύφης φόρεμα σοῦ ὑφαίνουνε,
σοῦ πρέπουνε, ὦ βασίλισσα, σὰ στέμμα,
στὴν ὀμορφάδα σου ὀμορφιὰ ἀπιθώσανε
κ᾿ εἶναι σὰ σπλάχνα ἀπ᾿ τὸ δικό σου τὸ αἷμα.

Ὦ τίμια φυλαχτά, στολίδια ἀταίριαστα,
ὦ διαβατάρικα, ἀπὸ σᾶς πλάθετ᾿ αἰώνια,
κόσμος ἀπὸ παλιὰ κοσμοσυντρίμματα,
ἡ νέα τρανὴ Πατρίδα ἡ παναρμόνια!


Ὦ Πηνελόπη, Ἀγρύπνησα...

Ὦ Πηνελόπη, ἀγρύπνησα, ῾τι μοῦ εἶχες γίνει ταῖρι,
τὴ νύχτα ἑνὸς ἑξάμετρού μας φώτιζε τ᾿ ἀστέρι,
γυναῖκα, λύρα, καὶ τὰ δυὸ κυρίαρχα, τόσο ὡραῖα!
Ὅσο δὲν εἴταν τρομερὸ τὸ τόξο σου, Ὀδυσσέα!


Ἔρχομ᾿ Ἐγώ...

Ἔρχομ᾿ ἐγώ, φτάνω ἐγὼ πρὸς Ἐσένα!

K᾿ ἔτσι σὲ ἡμέραν ἠλιόκαλην ὅπως
τὸ βραδινὸ ξαφναπλώνουμε σκότος
κλείνοντας γύρω μας κάθε φεγγίτη
γιὰ νὰ χαρούμ᾿ ἐκεῖ ἀπάνου στὸν τοῖχο
κάποιους ριγμένους μ᾿ ἕν᾿ ἄλλο φῶς ἤσκιους,
ἔτσι στὸ φῶς τῆς ζωῆς μου ἕνα σκότος
ἔξαφν᾿ ἁπλώνω. Τῆς εἶπα τῆς Νύχτας:
―Kλέφτρα, δὲν τρέμω, νὰ ψάξω ῾σὲ στάσου.―
K᾿ ἔκλεισα μέσα μου κάθε φεγγίτη
γιὰ νὰ χαρῶ ξανοιγμένον ἀπάνου
στοῦ μυστηρίου τὸν ἀγκρέμιστο τοῖχο,
ὤ! τὸν ὁλόφωτον ἤσκιον, Ἐσένα!

Καὶ τῆς καρδιᾶς: ―Ξερριζώσου, τῆς εἶπα,
καὶ τῆς βουλῆς μου: ―Παράλυτη πέσε!
Σβύσου! Τῆς μνήμης, τῆς γνώμης: Κοιμήσου!
Τὴ φαντασία τὴν ἔπνιξα, σπρώχνω
κάθε χαρὰ στὸ γκρεμό, κάθε λύπη
τὴ μαχαιρώνω, κι ὀλάγρια μαδώντας
ποδοπατῶ τῆς ἀγάπης τὰ ρόδα.
K᾿ ἔκραξα: ―Μάτια, κλειστῆτε, καὶ χείλη
μοῦ, βουβαθῆτε, κι αὐτιά, μὴν ἀκοῦτε.
Κι ὅταν τὸ εἶναι μου ὁλόγυμνον, ἄλλο,
ξένο καὶ ἀπ᾿ ὅλα του γύρω καὶ ὁλοῦθε
σὰν ἀπὸ ἀέρα καὶ σὰν ἀπὸ λαύρα
τὸ γοργοφύσημ᾿ ἀκράτητο πῆρε
πρὸς τ᾿ ἀξεδιάλυτου χάους τὸ δρόμο,
εἶπα:
―Eσύ τώρα, ἐσὺ τώρα, ἐσὺ τώρα,
γίνε Καρδιά, Φαντασία καὶ Μνήμη,
δείξου Βουλή, γλυκοπρόσταξε Γνώμη,
κᾶψε μὲ Λύπη, Χαρὰ φίλησέ με,
κλεῖσε μ᾿ ἐσὺ στὴν ἀγκάλη σου, ἀγάπη,
στόμα μου ἐσὺ καὶ ἀκοές μου καὶ μάτια.
Κᾶμε μ᾿ Ἐσύ, κλείσου μέσα μου Ἐγώ μου
καὶ μὲ τοῦ εἶναι μου σμίξου τὸ εἶναι!


«Σατυρικὰ γυμνάσματα», δεύτερη σειρά

1.
Στ᾿ ἀκάθαρτα κυλῆστε μας τοῦ βούρκου,
καὶ πιὸ βαθιά. Πατῆστε μας μὲ κάτι
κι ἀπὸ τὸ πόδι πιὸ σκληρό του Τούρκου.

Διαβασμένοι, ντοτόροι, σπιρουνάτοι,
ρασοφόροι, δασκάλοι, ρουσφετλῆδες,
οἰκοπεδοφαγάδες, ἀβοκᾶτοι,

κομματάρχηδες καὶ κοτζαμπασῆδες,
καὶ τῆς γραμματικῆς οἱ μανταρίνοι
καὶ τῆς πολιτικῆς οἱ φασουλῆδες,

ταρτούφοι, ραμπαγάδες, ταρταρίνοι!
-Ἀμάν! Ἀγά, στὰ πόδια σου! ἄκου! στάσου!
Βυζαντινοὶ — Γασμοῦλοι — Λεβαντίνοι.

Ρωμαίικο, νά! Μὲ γειά σου, μὲ χαρά σου.

μέρος β´

Οἱ βωμοὶ συντριμμένοι καὶ σβησμένα
τὰ πολυκάντηλα ὅλα τῆς λατρείας.
Οὔτ᾿ ἡ Ἀθηνᾶ, πολεμικὴ παρθένα,
καὶ μήτε ἡ εὐλογία τῆς Παναγιᾶς.
Σ᾿ ἀρχαῖα καὶ νέα, παλάτια καὶ ρημάδια
τ᾿ ἄδειο παντοῦ· τὸ κρύο τῆς ἀθεΐας.

Σὰν ἀγριμιῶν καὶ σὰν ἀρνιῶν κοπάδια
ζοῦν οἱ ζωές, τρῶν, τρώγονται καὶ πᾶνε.
Κι ἀπάνου ἀπ᾿ ὅλα τῶν θεῶν τὰ βράδια
ὑπέρθεα ξωτικὰ φεγγοβολᾶνε
μακριὰ ἀπὸ μᾶς Ἰδέα καὶ Ἐπιστήμη.

Βάρβαροι σὲ ναοὺς τὶς προσκυνᾶνε.

Τ᾿ ἄτι σου ἀκόμα μᾶς πατᾷ, Μπραΐμη!

4
Σκύλος κοκκαλογλύφτης φέρνει γύρα
κράκ! τάκ! τῆς γειτονιᾶς τοὺς τενεκέδες.
Ὁ ποσαπαίρνης μὲ τὸ θεσιθήρα

γιὰ τὴν πατρὶς καυγᾶ στοὺς καφενέδες.
Οἱ γάτοι λυγεροὶ στὰ κεραμίδια
ταιριάζουν ἐρωτόπαθους γιαρέδες.

Φαγοπότι, ξαπλωταριό, τὰ ἴδια.
Τὰ θέατρα, τὶς ταβέρνες, τὰ πορνεῖα,
φάμπρικες, μπάνκες, σπίτια, ἀποκαΐδια,

τ᾿ ἀνταμώνει ἀττικώτατη ἁρμονία.
Καὶ κοιμισμένη στὰ ὄνειρά της βλέπει
μουρλὴ γλωσσοκοπάνα Πολιτεία

τὸν Περικλῆ. Μὰ ὁ Χασεκὴς τῆς πρέπει.


Σταλμένο τοῦ ποιητῆ Λ. Μαβίλη

Στὴ σιγαλιὰ ἡ ψυχή σου εἶναι φευγάτη,
μόνη· μισεῖς τὸ στόμα ποὺ γαυγίζει,
ἀλλ᾿ ὦ τοῦ ἀρχοντικοῦ σονέττου ἐργάτη,
τῆς πατρίδας ἡ ἀγάπη σὲ φλογίζει.

Σ᾿ ἀλαβαστρένια γάστρα ὁλογιομάτη
ἀπ᾿ ἁγνὴ ντόπια γῆ μοσκομυρίζει
καὶ τρέμει ἕνα λουλούδι ὀνείρου,
κάτι ποὺ δύσκολα ὁ καθεὶς τὸ ξεχωρίζει.

Γάστρα εἶν᾿ ὁ στίχος, καὶ λουλούδι ὁ νοῦς σου.
Μὰ τὴ γάστρα τὴ σύντριψ᾿ ἕνα χέρι,
κ᾿ ἡ γαλανὴ ὀμορφιὰ τοῦ λουλουδιοῦ σου

τὸν καπνὸ τῆς μπαρούτης ηὗρε ταίρι
στὴν Κρήτη, στὴν κορώνα τοῦ πελάγου,
μάννα τῆς ρίμας καὶ τοῦ τουρκοφάγου.

1896


Μικρούλα

Ἔλα μικρούλα, καὶ στ᾿ ἀχνὸ
ἂς πᾶμε ἐκεῖνο τὸ βουνὸ
νὰ χτίσουμε καλύβι.
Τὸ βλέπεις; Σύγνεφα πολλὰ
σὰ γερο - γίγας κουβαλᾷ
στὴ ράχη του καὶ σκύβει.

Ἐκεῖ τὰ χιόνια του ὁ Χιονιᾶς
μὲς στὴν καρδιὰ τῆς σκοτεινιᾶς
διπλόχουφτα σωριάζει.

καὶ σὰν παλεύουν τὰ στοιχειά,
πύρινη γλῶσσα σὰν ὀχιὰ
ὁ κεραυνὸς τινάζει.

Ἐκεῖ εἶναι ὁ Λύκος ποὺ πεινᾷ,
καὶ λάμπει του στὰ σκοτεινὰ
τὸ λιμασμένο μάτι...
Ὤ, πᾶμε, ναί. Σὰν ἀλυχτᾷ,
θὰ μ᾿ ἀγκαλιάζῃς πιὸ σφιχτὰ
στοῦ πόθου τὸ κρεβάτι.


Ὁ γκρεμιστής

Ἀκοῦστε. Ἐγὼ εἶμαι ὁ γκρεμιστής, γιατί εἶμ᾿ ἐγὼ κι ὁ κτίστης,
ὁ διαλεχτὸς τῆς ἄρνησης κι ὁ ἀκριβογιὸς τῆς πίστης.
Καὶ θέλει καὶ τὸ γκρέμισμα νοῦ καὶ καρδιὰ καὶ χέρι.
Στοῦ μίσους τὰ μεσάνυχτα τρέμει ἑνὸς πόθου ἀστέρι.
Κι ἂν εἶμαι τῆς νυχτιᾶς βλαστός, τοῦ χαλασμοῦ πατέρας,
πάντα κοιτάζω πρὸς τὸ φῶς τὸ ἀπόμακρο τῆς μέρας.
ἐγὼ ὁ σεισμὸς ὁ ἀλύπητος, ἐγὼ κι ὁ ἀνοιχτομάτης·
τοῦ μακρεμένου ἀγναντευτής, κι ὁ κλέφτης κι ὁ ἀπελάτης
καὶ μὲ τὸ καριοφίλι μου καὶ μὲ τ᾿ ἀπελατίκι
τὴν πολιτεία τὴν κάνω ἐρμιά, γῆ χέρσα τὸ χωράφι.
Κάλλιο φυτρῶστε, ἀγκριαγκαθιές, καὶ κάλλιο οὐρλιάστε, λύκοι,
κάλλιο φουσκῶστε, πόταμοι καὶ κάλλιο ἀνοῖχτε τάφοι,
καί, δυναμίτη, βρόντηξε καὶ σιγοστάλαξε αἷμα,
παρὰ σὲ πύργους ἄρχοντας καὶ σὲ ναοὺς τὸ Ψέμα.
Τῶν πρωτογέννητων καιρῶν ἡ πλάση μὲ τ᾿ ἀγρίμια
ξανάρχεται. Καλῶς νὰ ῾ρθῆ. Γκρεμίζω τὴν ἀσκήμια.
Εἶμ᾿ ἕνα ἀνήμπορο παιδὶ ποὺ σκλαβωμένο τό ῾χει
τὸ δείλιασμα κι ὅλο ρωτᾷ καὶ μήτε ναὶ μήτε ὄχι
δὲν τοῦ ἀποκρίνεται κανείς, καὶ πάει κι ὅλο προσμένει
τὸ λόγο ποὺ δὲν ἔρχεται, καὶ μία ντροπὴ τὸ δένει
Μὰ τὸ τσεκοῦρι μοναχὰ στὸ χέρι σὰν κρατήσω,
καὶ τὸ τσεκοῦρι μου ψυχὴ μ᾿ ἕνα θυμὸ περίσσο.
Τάχα ποιὸς μάγος, ποιὸ στοιχειὸ τοῦ δούλεψε τ᾿ ἀτσάλι
καὶ νιώθω φλόγα τὴν καρδιὰ καὶ βράχο τὸ κεφάλι,
καὶ θέλω νὰ τραβήξω ἐμπρὸς καὶ πλατωσιὲς ν᾿ ἀνοίξω,
καὶ μ᾿ ἕνα Ναὶ νὰ τιναχτῶ, μ᾿ ἕνα Ὄχι νὰ βροντήξω;
Καβάλα στὸ νοητάκι μου, δὲν τρέμω σας ὅποιοι εἶστε
γκρικάω, βγαίνει ἀπὸ μέσα του μιὰ προσταγή: Γκρεμίστε!


Βραχώρι

Πόσες μᾶς θρέψανε στιγμές, καὶ πῶς τὶς λησμονοῦμε!
Τοῦ Ζαλοκώστα τὸ τραγούδι ἀκόμα τὸ θυμοῦμαι,
ψάλτης του καθὼς τό ῾λεγα στῶν χρόνων μου τῶν νέων
τὸ λυρικό, τὸ ἀκράταγο μεθύσι:
«Τριίππουρος πασὰς κινεῖ ἀπὸ Βραχώρι πνέων
                                           ἄγρια μίση …».

Χαρά, τρισύλλαβο ὄνομα λαμπρόηχο, τὸ Βραχώρι!
κ᾿ ἐσὺ λαμπρή, τῆς Ρούμελης χαρά, δουλεύτρα κόρη,
κι᾿ ἂν ἄλλο πῆρες, ὄνομα θαμμένο στὰ βιβλία,
μ᾿ ἀρέσει τ᾿ ἀρματωλικὸ ὄνομά σου
μὲ τοῦτο, καὶ ὁλοζώντανη, τὴ βλέπει ἡ φαντασία
                                           τὴ ζωγραφιά σου.

Ηὗρα μές᾿ στὰ λαγκάδια σου παρθένα κατατόπια.
Καὶ ἀπὸ τοὺς βράχους τῆς Κλεισούρας, κάστρα σὰν κυκλώπεια
πέρασα στὰ νερόχαρα τοῦ Ἀλάμπεη τὰ γιοφύρια
παιδὶ γιὰ νὰ ῾ρθῶ ἀσήμαντο σ᾿ ἐσένα.
Κῆποι, νερά, σπίτια πουλιά, γαστροῦλες, παραθύρια
                                            σ᾿ Ἐσὲ ἦταν ἕνα.

Θυμοῦμαι: Κάποιας λίμνης σου φανταχτερῆς μία μέρα
θωριά, σὰ νὰ μὲ φτέρωσε σ᾿ ἄλλου πλανήτη ἀέρα,
καὶ τ᾿ Ἀσπροπόταμου ἄκουσα κι ἀπὸ μακριὰ τὸ ρέμα
νὰ μοῦ βουίζη, ὁρμὴ ἑνὸς πλάστη κόσμου.
Δειλός, ὀκνός, μὰ ὀρθώνονταν μὲ ξαναμμένο τὸ αἷμα
                                            τὰ νιάτα ἐμπρός μου.

Τῆς Μούσας ὑποτακτικός, δικούς μου ἀνοίγω δρόμους
καὶ δένω τὶς ἀγάπες μου στῆς ἁρμονίας τοὺς νόμους.
-Πρόκοβε, γῆ, πληθαίνοντας τὸ γνώριμο βοτάνι,
τὴν ὥρα, ἡδονικὰ σὰν τὸ ροφοῦμε,
μές᾿ στοὺς ἀχνούς του γαλανοὺς πιὸ γαληνὴ μᾶς κάνει
                                                       νὰ τὴ χαροῦμε.

Πρόκοβε, χώρα εὐλογητή, καθάρια, καρποφόρα.
Μέρες καὶ Μοῖρες τάχα ποιὲς μᾶς καρτεροῦνε, χώρα;
Καὶ ὁ καταλύτης πόλεμος κι᾿ ἡ πλουτοδότρα εἰρήνη
θυσίας βωμοί, πάντα νὰ ζεῖ ἡ Πατρίδα.
Γιὰ ὅσα περνοῦν ἢ μέλλονται βοηθὸς Θεὸς ἂς δίνῃ
                                                θύμηση, ἐλπίδα.

Γραμμένο γιὰ τὸ «Θάρρος». Ἀθήνα, 14-12-1926.


Χριστούγεννα

Νἄμουν τοῦ σταύλου ἕν᾿ ἄχυρο, ἕνα φτωχὸ κομάτι
τὴν ὥρα π᾿ ἄνοιγ᾿ ὁ Χριστὸς στὸν ἥλιο του τὸ μάτι.
Νὰ ἰδῶ τὴν πρώτη του ματιὰ καὶ τὸ χαμόγελό του,
τὸ στέμμα τῶν ἀκτίνων του γύρω στὸ μέτωπό του.
Νὰ λάμψω ἀπὸ τὴ λάμψι του κι᾿ ἐγὼ σὰν διαμαντάκι
κι᾿ ἀπὸ τὴ θεία του πνοὴ νὰ γίνω λουλουδάκι.
Νὰ μοσκοβοληθῶ κι᾿ ἐγὼ ἀπὸ τὴν εὐωδία,
ποὺ ἄναψε στὰ πόδια του τῶν Μάγων ἡ λατρεία.
Νἄμουν τοῦ σταύλου ἕνα ἄχυρο ἕνα φτωχὸ κομμάτι
Τὴν ὥρα π᾿ ἄνοιγ᾿ ὁ Χριστὸς στὸν ἥλιο του τὸ μάτι.


Ὁ ἑλληνικὸς ὕμνος
Mistral (βραβεῖο Νόμπελ λογοτεχνίας 1904)
μετάφραση: Κωνσταντῖνος Παλαμᾶς

Μὲ τὴν αὐγὴ καὶ ἡ θάλασσα μενεξεδένια
λάμπει, καὶ μὲ τὸ φῶς τὰ πάντα ξανανιώνουν.
Νὰ ἡ ἄνοιξη γυρίζει, νὰ τὸ χελιδόνι
στὸν Παρθενώνα ξαναχτίζει τὴ φωλιά του!
Πανίερη Ἀθηνᾶ, τίναξε τὸ πουλί σου
στ᾿ ἀμπέλια μας ἀπάνω τὰ σαρακωμένα.
Κι ἂν πρέπει νὰ πεθάνουμε γιὰ τὴν Ἑλλάδα,
θεία εἶν᾿ ἡ δάφνη! Μία φορὰ κανεὶς πεθαίνει.

Ἀγάλια ἀγάλια ἀποχρυσώνεται τὸ κύμα,
νὰ ἡ ἄνοιξη γυρίζει, μέσ᾿ στὰ κορφοβούνια
τοῦ Προμηθέα τὰ σπλάχνα σκίζοντας ἕνα ὄρνιο
μεγάλο, ἀσάλευτο ξανοίγεται μακριάθε
γιὰ νὰ διώξεις τὸ μαῦρο γύπα ποὺ σὲ τρώει,
ἁρμάτωσέ μας, νέε νησιώτη, τὸ καράβι.
Κι ἂν πρέπει νὰ πεθάνουμε γιὰ τὴν Ἑλλάδα,
θεία εἶν᾿ ἡ δάφνη! Μία φορὰ κανεὶς πεθαίνει.

Τ᾿ ἀνάκρασμα τ᾿ ἀκοῦτε τῆς ἀρχαίας Πυθείας;
«Νίκη στῶν ἡμιθέων τ᾿ ἀγγόνια!» Ἀπὸ τὴν Ἴδη
ὡς τῆς Νικαίας τ᾿ ἀκρογιάλια ξανανθίζουν
αἰώνιες οἱ ἐλιές. Μὲ τ᾿ ἄρματα στὰ χέρια
ἐμπρός! Τὰ ὕψη τῶν βουνῶν ἂς τ᾿ ἀνεβοῦμε,
τοὺς Σαλαμίνικους ἀντίλαλους ξυπνώντας!
Ἂν πρέπει νὰ πεθάνουμε γιὰ τὴν Ἑλλάδα,
θεία εἶν᾿ ἡ δάφνη! Μία φορὰ κανεὶς πεθαίνει.

Κ᾿ ἔλα, ἑτοιμάστε τὰ λευκὰ φορέματά σας,
ἀρραβωνιαστικές, γιὰ νὰ στεφανωθῆτε
στὸ γυρισμὸ τοὺς ἀκριβούς σας μέσ᾿ στὸ λόγγο
γι᾿ αὐτοὺς ποὺ σᾶς γλυτώσανε κόφτε τὴ δάφνη.
Ἀγνάντια στὴ σκυφτὴ καὶ ντροπιασμένη Εὐρώπη,
ἂς πιοῦμε ξέχειλη τὴ δόξα παλληκάρια.
Κι ἂν πρέπει νὰ πεθάνουμε γιὰ τὴν Ἑλλάδα,
θεία εἶν᾿ ἡ δάφνη! Μία φορὰ κανεὶς πεθαίνει.

Ὅ,τι ἔγινε μπορεῖ νὰ ξαναγίνει, ἀδέρφια!
Στῶν πυρωμένων τούτων βράχων τὴν λαμπάδα
μὲ σάρκα θεία μπόρεσ᾿ ὁ ἄνθρωπος νὰ νοιώσῃ
τὸ φωτερώτερο κι ἀπ᾿ ὅλα τὰ ὄνειρά του.
Κι ἡ χριστιανὴ ψυχὴ βωβὴ ἐκεῖ πέρα θὰ εἶναι;
Κ᾿ ἐμεῖς ἑνὸς κορμιοῦ ξερόκλαδα ἐκεῖ πέρα;
Κι ἂν πρέπει νὰ πεθάνουμε γιὰ τὴν Ἑλλάδα,
θεία εἶν᾿ ἡ δάφνη! Μία φορὰ κανεὶς πεθαίνει.

Τὸ Μαραθώνιο πεζοδρόμο ἀκολουθώντας
κι ἂν πέσουμε, τὸ χρέος μας ἔχουμε κάμει!
Καὶ μὲ τὸ αἷμα τοῦ προγόνου μας Λεωνίδα
τὸ αἷμα μας, θριάμβων αἷμα, ταιριασμένο,
θὰ πορφυρώσει τὸν καρπὸ τὸν κοραλλένιο
καὶ τὸ σταφύλι τὸ κρεμάμενο στὸ κλῆμα.
Κι ἂν πρέπει νὰ πεθάνουμε γιὰ τὴν Ἑλλάδα,
θεία εἶν᾿ ἡ δάφνη! Μία φορὰ κανεὶς πεθαίνει.

Τῆς ἱστορίας μας φέγγουν τρεῖς χιλιάδες χρόνια,
Ὀρθοί! Καὶ πρόβαλε ἀπὸ τώρα τὸ παλάτι
στὸν τόπο ἐκεῖ ποὺ λύθηκαν τὰ κακὰ μάγια,
κι ὁ φοίνικας ξαναγεννιέται ἀπὸ τὴ στάχτη.
Στὶς ἀμμουδιὲς τῆς Μέκκας διῶξέ το ἥλιε,
τὸ μισοφέγγαρο μακριὰ ἀπ᾿ τὸν οὐρανό μας...
Ἂν πρέπει νὰ πεθάνουμε γιὰ τὴν Ἑλλάδα,
θεία εἶν᾿ ἡ δάφνη! Μία φορὰ κανεὶς πεθαίνει.


Ἡ ἀρχή

Σὲ ξένη χώρα γυριστὴς καλέστηκα σὲ γάμο,
ἡ νύφη εἶναι πεντάμορφη, καὶ μάγος ὁ γαμπρός,
καὶ καβαλλάρης βρίσκομαι καὶ τρέχω νὰ προκάμω·
δὲν ἔχει ὁ δρόμος τελειωμὸ κι ὅλο τραβάω ἐμπρός.

Ὅλο καὶ δρόμος, κι ὅλο ἐμπρός· μὰ ὅσο νὰ φτάσω σὲ ἄκρη,
τοῦ ἀλόγου ἀσημοπέταλου βαστῶ τὴ γαύρη ὁρμή,
καὶ συμμαζεύω συνετά του ταξιδιοῦ τὰ μάκρη
μὲ κάποιους ἤχους ποὺ ξυπνοῦν ἐντός μου σὰν καημοί.

Ἦχοι παλιοὶ καὶ γνώριμοί μου γλυκοψιθυρίζουν
τῶν γυναικῶν τὶς ὀμορφιές, τοὺς ἴσκιους τῶν σπιτιῶν,
λουλούδια μου μοσκοβολοῦν κι ἀνθοὶ ποὺ δὲ μυρίζουν
ἔχουν τὴ γλώσσα τῶν βουβῶν ὁλάνοιχτων ματιῶν.

Καὶ ξανασμίγω ἀθέλητα καὶ ξαναλέω τὴ ρίμα
ποὺ ἀντιλαλεῖ μονοτροπα τὶς φλόγες τῶν καρδιῶν,
κι ὅσα φιλάκια σπαταλᾶ στὴν ἀμμουδιὰ τὸ κύμα
κι ὅσα πουλάκια κελαϊδᾶν στὰ χείλη τῶν παιδιῶν.

Ἀσάλευτη ζωή, 1904
Ἅπαντα, τόμ. Γ´, σελ. 105


Ἀγάπες

Ἄλλοι ἀγαπᾶν τὰ ντροπαλὰ καὶ τὰ μικρούλια,
μέσ᾿ στὰ κλουβιὰ γλυκοταΐζουν τὰ πουλάκια,
μὲ τοῦ περιβολιοῦ στολίζονται τὰ γιούλια,
καὶ πίνουν τὸ νερὸ ποὺ κελαϊδεῖ στὰ ρυάκια.

Εὐφραίνουν ἄλλους γύρω στῆς γωνιᾶς τὰ θράκια
τὰ παραμύθια· ἄλλοι γρικᾶν τὰ νυχτοπούλια
καὶ σπαρταρᾶν· κι ἄλλοι, τρανοῦ καημοῦ σκλαβάκια,
λιβάνι καῖνε ἁγνὸ στῆς ὀμορφιᾶς τὴν πούλια.

Κι ἄλλοι βαθιοὺς διψᾶν τοὺς ἴσκιους μέσ᾿ στὰ δάση,
καὶ σεντεφένια τὴν αὐγή, καὶ ματωμένη
τὴ δύση, τὴ γυμνὴ ἐρημιὰ φωτοκαμένη·

ἐσένα ἀγάπη δὲ σὲ δένει μὲ τὴν πλάση·
ἐκεῖ ποὺ σμίγ᾿ ἡ θάλασσα μὲ τὸν αἰθέρα
δρόμο ζητᾶς γιὰ νὰ διαβῆς· νὰ φύγης πέρα!

1896

Ἀσάλευτη ζωή, 1904
Ἅπαντα, τόμ. Γ´, σελ. 29


Ἀγορά

Πάντα διψᾶς –ὅπως διψάει τὸ πρωτοβρόχι
στεγνὴ καλοκαιριὰ– τὸ βλογημένο σπίτι,
καὶ μιὰ κρυφὴ ζωὴ σὰ δέηση ἐρημίτη,
ἀγάπης καὶ ἀρνησιᾶς ζωούλα σὲ μιὰ κώχη.

Διψᾶς καὶ τὸ καράβι ποὺ τὸ πέλαο τὸ ᾿χει,
κι ὅλο τραβάει μὲ τὰ πουλιὰ καὶ μὲ τὰ κήτη,
κ᾿ εἶναι μεστὴ ἡ ζωὴ τοῦ μ᾿ ὅλο τὸν πλανήτη·
καὶ τὸ καράβι καὶ τὸ σπίτι σου εἶπαν : «Ὄχι!

Μήτε ἡ παράμερη εὐτυχιὰ ποὺ δὲ σαλεύει,
μήτε ἡ ζωὴ π᾿ ὅλο καὶ νέα ψυχὴ τῆς βάνει
κάθε καινούργια γῆ καὶ κάθε νιὸ λιμάνι·

μόνο τ᾿ ἀλάφιασμα τοῦ σκλάβου ποὺ δουλεύει·
σέρνε στὴν ἀγορὰ τὴ γύμνια τοῦ κορμιοῦ σου,
ξένος καὶ γιὰ τοὺς ξένους καὶ γιὰ τοὺς δικούς σου.»

1896

Ἀσάλευτη ζωή, 1904
Ἅπαντα, τόμ. Γ´, σελ. 28


Χαλάσματα

Γύρισα στὰ ξανθὰ παιδιάτικα λημέρια,
γύρισα στὸ λευκό της νιότης μονοπάτι,
γύρισα γιὰ νὰ ἰδῶ τὸ θαυμαστὸ παλάτι,
γιὰ μὲ χτισμένο ἀπ᾿ τῶν Ἐρώτων τ᾿ ἅγια χέρια.
Τὸ μονοπάτι τὸ ᾿πνιξαν οἱ ἀρκουδοβάτοι,
καὶ τὰ λημέρια τὰ ᾿καψαν τὰ μεσημέρια,
κ᾿ ἕνας σεισμὸς τὸ ᾿ρριξε κάτου τὸ παλάτι,
καὶ μέσ᾿ στὰ ἐρείπια τώρα καὶ στ᾿ ἀποκαΐδια
ἀπομένω παράλυτος· σαῦρες καὶ φίδια
μαζί μου ἀδερφοζοῦν οἱ λύπες καὶ τὰ μίση·
καὶ τὸ παλάτι ἕνας σεισμὸς τό ῾χει γκρεμίσει.

Ἀσάλευτη ζωή, 1904
Ἅπαντα, τόμ. Γ´, σελ. 72


Τραγούδι ἑνὸς πατέρα

Ὢ τοῦ σπιτιοῦ μου πρωτογέννητο καμάρι,
θυμᾶμαι τοῦ ἐρχομοῦ σου τὴν ἁγία τὴ μέρα·
μιὰ χαραυγούλα σὰν μαργαριτάρι
λεύκαινέ τον ἀστρόσπαρτο ἀκόμα αἰθέρα.

Τὸ ρόδο ὁλόδροσο δὲν ἔμοιαζες πρὶν πάρῃ
ν᾿ ἀνοίξῃ, ἀγκαλιασμένο ἀπ᾿ τὴ χλωρὴ μητέρα,
σὰν ἄπλερο καὶ σὰν ἐλεεινὸ σφαχτάρι
ἦρθες ριμμένο ἀπὸ σκληρόχερο ἐδῶ πέρα,

καὶ σὰ νὰ ζήταγες βοήθεια, ἄρχισες θρῆνο
πιὸ θλιβερὸ ἀπὸ χτύπο νεκρικῆς καμπάνας,
κ᾿ ἔσμιξε μὲ τὸ βόγγο τὸ στερνὸ τῆς μάννας

ὁ πρῶτος θρῆνος. Ἄρχισε τὸ μέγα Δράμα!
Τ᾿ ἀκολουθῶ, κ᾿ αἰστάνομαι μπροστὰ σὲ κεῖνο
ἐλέου καὶ φόβου μυστικὸ μέσα μου κλάμα.

1894

Ἀσάλευτη ζωή, 1904
Ἅπαντα, τόμ. Γ´, σελ. 35


Τὸ φάντασμα

Ὡραῖε νεκρέ, μονάρχη ἐσὺ τοῦ μυστικοῦ οὐρανοῦ μου
ἀστέρινε, ἦρθες πάλι,
σ᾿ ἔφερε ἡ νύχτα, φάντασμα τοῦ λατρευτοῦ μου
στὴν ὀρφανή μου ἀγκάλη.
Καὶ σὲ κρατοῦσα ὅπως ποτὲ δὲν κράτησε μητέρα
τὸ πρωτογέννητο παιδὶ στὴν ἀγκαλιά της,
καὶ κάποιου πόνου μιὰ ψυχή, χυμένη ἀπ᾿ ἄλλο ἀέρα,
τὴν ὄψη σου τὴν ἅγιαζε μὲ τ᾿ ἀντιφέγγισμά της.
Κ᾿ εἴσουν ὡραῖος, ὅπως ποτὲ κανένας ἔρωτάς μου
δὲν εἴτανε στῆς νιότης μου τὰ χρόνια,
καὶ σώπαινες, ὅπως ποτὲ δὲ μίλησαν τ᾿ ἀηδόνια
τῶν ποιητῶν στὰ βάθη τῆς καρδιᾶς μου.

1906

Ἡ πολιτεία καὶ ἡ μοναξιά, 1912
Ἅπαντα, τόμ. Ε´, σελ. 470


Σὲ μιὰ ποὺ πέθανε

Ζωούλα ἐσύ, ποὺ σ᾿ ἔσβησε τὸ φύσημα τοῦ Χάρου
στὴν ἀγκαλιὰ τῶν ἁπαλῶν ὀνείρων τῆς αὐγῆς,
στὴ σκαλιστὴ δὲ δύναμαι λαμπράδα τοῦ μαρμάρου
νὰ σ᾿ ἀναστήσω ἀθάνατη, φτωχὸς τραγουδιστής.

Ὦ σωπασμένη μουσική, ποὺ ἡ μνήμη δὲ μπορεῖ μου,
νὰ θυμηθῇ τὸν ἦχο σου καὶ νὰ τὸν ξαναπῇ,
γι᾿ αὐτὸ μὲ κάτι πιὸ βαθὺ τὴ δένεις τὴν ψυχή μου,
ἐσὺ ἀτραγούδιστη κ᾿ ἐσὺ ἀζωγράφιστη πνοή.

Σὰ μακρινὸ ξημέρωμα χάραξες μέσ᾿ στὸ νοῦ μου,
πολὺ γλυκό, πολὺ δειλό, πολὺ διαβατικό.
Μιὰ μέρα ἀπάνω ἀπὸ τ᾿ ἁγνὸ κεφάλι τοῦ παιδιοῦ μου
ἀνθοῦ χαμόγελο ἔσκυψες καὶ χάϊδεμ᾿ ἀγαθό.

Καὶ κάτι μέσα μου ἄφησες ξανθὸ σὰν κεχριμπάρι,
καὶ πέρασες ἀγύριστη. Καὶ τώρα στὴ βραδιά,
ποὺ ἀργὰ ἀνεβαίνει μέσα μου, τὴν ὄψη σου ἔχει πάρει
τῶν γαλανῶν παραμυθιῶν ἡ ἄϋλη ξωτικιά.

Ἡ ἀσάλευτη ζωή, 1904
Ἅπαντα, τόμ. Γ´, σελ. 115


Τοὺς μενεξέδες...

Τοὺς μενεξέδες ἔλυωσε
τὸ πέταλο τοῦ ἀλόγου,
τὴ φοινικιὰ τὴ σώριασε
γοργὰ τὸ ἀργὸ πριόνι,
τοῦ κήπου ἡ πόρτα κλείστηκε,
γυρνῶ στὸ σπίτι, πάει,
σεισμὸς τὸ ξεθεμέλιωσε·
στὸ μνῆμα πάω, μὲ διώχνει.

Ἡ ἀσάλευτη ζωή, 1904
Ἅπαντα, τόμ. Γ´, σελ. 146


Καὶ τέτοιος...

Καὶ τέτοιος ποὺ εἶμαι, καὶ μὲ τέτοια
καρδιά, πουλὶ ὁλοτρέμουλο σ᾿ ἀρρωστημένα στήθια,
ἀπὸ τοὺς δυνατοὺς καὶ τοὺς μεστοὺς τοῦ κόσμου
ἐγὼ εἶμαι πιὸ κοντὰ στὸ φῶς καὶ στὴν ἀλήθεια.

Γι᾿ αὐτὸ μουγκρίζει μέσα μου βαθιά,
καὶ μ᾿ ὅλη τὴν ἀχάμνια μου καὶ μ᾿ ὅλο τὸ μαράζι,
πρὸς ὅλους τους μεστοὺς καὶ δυνατοὺς τοῦ κόσμου
μιὰ καταφρόνεση. Καὶ μοῦ ταιριάζει.

Ἡ ἀσάλευτη ζωή, 1904
Ἅπαντα, τόμ. Γ´, σελ. 146


Πάει τὸ ταξίδι...

Πάει τὸ ταξίδι, φτάσαμε. Τ᾿ ὡραῖο νησάκι νά το!
Διπλὰ ἀκρογιάλια. Τ᾿ ἀνοιχτό, φῶς ὅλο, τὸ χιονάτο,
μὲ τὰ γραμμένα ἐρείπια καὶ μὲ τὰ μαυροπούλια·
καὶ τ᾿ ἄλλο. Ὢ δάση ἀπὸ μυρτιές, ὢ κῆποι ἀπὸ ζουμπούλια,
καὶ κάτω ἀπὸ τῆς νεραντζιᾶς τῆς φουντωτῆς τα κλώνια,
ὢ ἴσκιοι! οἱ ἔρωτες μιλοῦνε, ἀντιμιλοῦν τ᾿ ἀηδόνια.
Τὸ ἕν᾿ ἀκρογιάλι Ἐδῶ! μᾶς λέει, τ᾿ ἄλλο ἀκρογιάλι Νἄμε!
Βαρκούλα, ποῦ θ᾿ ἀράξουμε; Βαρκάρη, ποῦ θὰ πᾶμε;

Ἡ ἀσάλευτη ζωή, 1904
Ἅπαντα, τόμ. Γ´, σελ. 155


Τὸν πόνο σου...

Τὸν πόνο σου ἐδῶ πέρα μὴ τὸν παρατᾶς,
μὲ μιὰ φροντίδα μητρικὴ ταξίδεψέ τον,
ὅπου ζωή, ὅπου ὄνειρο, στὰ μακρινὰ καὶ στὰ ψηλά·
καὶ πήγαινέ τον ὕστερα καὶ ριζοφύτεψέ τον
ἐκεῖ στὴ χώρα τὴν κατανάκρη τοῦ ἀμίλητου·
στὰ μάτια του συμμάζωξε καὶ θάψε τὴ φωνή του,
κι ἀνίσως δὲ βαστάξουνε τὰ μάτια του καὶ κλείσουνε,
κλεῖσε κ᾿ ἐσὺ τὰ μάτια σου καὶ πέθανε μαζί του.

Ἡ ἀσάλευτη ζωή, 1904
Ἅπαντα, τόμ. Γ´, σελ. 158


Ἀλάφρωσε...

Ἀλάφρωσε ἀπὸ τὸ λαμπρὸ τραγούδι τὴ φωνή σου,
ρίξε στὸ ἀσκέπαστο τὸ φῶς τὸ πράσινο κρυστάλλι,
στὸ πιὸ δειλὸ ψιθύρισμα βυθίσου
ποῦ ψιθυρίζει στὸ πιὸ ἥσυχο ἀκρογιάλι,
καὶ γίνε κάτι ποὺ ὅλο σβεῖ κι ὅλο σιγὰ ρωτάει...
Ἔτσι μπορεῖ νὰ ᾿ρθῇ ξανὰ καὶ ἀπόκριση νὰ φέρη
τ᾿ ὡραῖο πουλί, ποὺ τρόμαξε καὶ πέταξε καὶ πάει
ἀπὸ τὸν ἦχο ποὺ ξαφνίζει δυνατὸς τὸ ἀγέρι.

Ἡ ἀσάλευτη ζωή, 1904
Ἅπαντα, τόμ. Γ´, σελ. 170


Σιωπή

Μιὰ ψεύτρα εἶν᾿ ἡ βοή, τὰ λόγια εἶναι μαχαίρια,
παντοῦ εἶν᾿ ἡ πλάνη. Τραγουδάει σὲ κάθε ἀπὸ τ᾿ ἀστέρια
καὶ μιὰ Σειρήνα ἕνα τραγούδι ἐπίβουλο θανάτου,
τρομάρα καὶ σπαρτάρισμα κάθε φωνὴ ἀπὸ κάτου,
κάθε ἁρμονία ἀπὸ ψηλά. Σιωπή, Σιωπή, μητέρα,
δός μου νὰ πιῶ στὸν κόρφο σου νέο γάλα, νέον αἰθέρα,
καὶ κάτι ποὺ δὲ λέγεται καὶ κάτι ποὺ ἀνασταίνει.
—Τοῦ κάκου· κάποιος μέσα μου μιλεῖ καὶ δὲ σωπαίνει...

Ἡ ἀσάλευτη ζωή, 1904
Ἅπαντα, τόμ. Γ´, σελ. 171


Νύχτα θὰ ξεκινούσαμε...

Νύχτα θὰ ξεκινούσαμε, θ᾿ ἀφήναμε τὴν πόλη,
στὸ λόφο θ᾿ ἀνεβαίναμε, ἀπὸ τὴ θάλασσα ὅλη,
στὴ δόξα του ὅλη ὅλο τὸν ἥλιο ὁλόχυτι νὰ ἰδοῦμε·
τῶν πρωτοπλάστων πρόσμενε ἡ χαρὰ νὰ τὴ χαροῦμε.

Μὰ ὁ ὕπνος μᾶς ἐγέλασε, καὶ ἀργήσαμε στὴν πόλη,
κ᾿ ὕστερα φύγαμε ἄπραχτοι πρὸς ἄλλο ἀραξοβόλι.
Ὅλα τοῦ ἥλιου τὰ ὄνειρα, σᾶς ὠνειρεύτηκα· ὅμως
ὅπου ξυπνήσω, ἀνήλιαγος πάντα στὴ νύχτα ὁ δρόμος.

Ἡ ἀσάλευτη ζωή, 1904
Ἅπαντα, τόμ. Γ´, σελ. 175


Στὸν ποιητὴ ποὺ ἔγινε κριτικός μου

Ὅ,τι κι ἂν κάμεις,
ὅπου νὰ δράμεις,
ἀπ᾿ ὅποιο γένος,
δικός μου ἢ ξένος,
τοῦ κάκου! Ἐμπρός σου
πάντα θὰ μ᾿ ἔχεις,
πίσω μου τρέχεις·
τὸ τρέξιμό σου
νὰ μὴν τὸ βιάζῃς
καὶ λαχανιάζεις.
Νὰ μὲ θυμᾶσαι,
τέτοιος ὁ νόμος:
ὁ πεζοδρόμος
μιᾶς ἔγνοιας θά ῾σαι
κ᾿ ἐγὼ μιᾶς χάρης
ὁ καβαλλάρης.

Οἱ πεντασύλλαβοι, 1925
Ἅπαντα, τόμ. Ζ´, σελ. 461


Δὲν ξέρω ἐγὼ...

Δὲν ξέρω ἐγὼ κανένα θεὸ Χρέος,
ἕνα θεὸ ἐγὼ ξέρω· τὴν Ἀγάπη.
Ἀγάπη, ἀπὸ τὸ χρέος σου εἶμαι ὡραῖος.

Ἐσὺ μὲ κάνεις δοῦλο, ἐσὺ σατράπη,
φτερὰ τὰ κάνεις τὰ σκοινιὰ τοῦ γάμου·
πότε μὲ δέρνεις, βέργα ἑνὸς ἀράπη,

πότε ἀνθεῖς, περιβόλι ὁλόγυρά μου.
Ἐσὺ μὲ τὰ βαθιά τα καταφρόνια
μὲ γιομίζεις· πλαταίνεις τὴν καρδιά μου,

σὰ θάλασσας ἀγέρας τὰ πλεμόνια.
Ἔρωτα ἐσύ, μονάρχη καὶ γενάρχη!
Ἐσὺ τυφλὴ καὶ ἡ Μοίρα, ἐσὺ καὶ ἡ Πρόνοια.

Ὅ,τι δὲν ἀγαποῦμε, δὲν ὑπάρχει.

Σατιρικὰ γυμνάσματα, 1912
Ἅπαντα, τόμ. Ε´, σελ. 260


Σ᾿ ἀγαπῶ...

Σ᾿ ἀγαπῶ μὲ τὴ γλώσσα
τοῦ πουλιοῦ τ᾿ ἀηδονιοῦ
καὶ μὲ τ᾿ ἄφραστα· μ᾿ ὅσα
στὸ θαμπό μου τὸ νοῦ

μισοζοῦν, ἀργορεύουν,
ἀπὸ χάος λαός,
κ᾿ ἐναγώνια γυρεύουν
τὴ μορφὴ καὶ τὸ φῶς.

Σ᾿ ἀγαπῶ μ᾿ ὅλα τ᾿ ἄστρα
τοῦ βαθιοῦ μου οὐρανοῦ.
Στήσου, ἀγάπη μου πλάστρα
στὸ θαμπό μου τὸ νοῦ,

καὶ τῶν ἴσκιων τὸ σμάρι
βουΐζει γύρω σου, ὢ πῶς!
ἀπὸ σὲ γιὰ νὰ πάρη
τὴ μορφὴ καὶ τὸ φῶς.

Τὰ παράκαιρα, 1919
Ἅπαντα, τόμ. Ζ´, σελ. 188


Ἀπὸ τὸ «βιβλίο τῶν ὡρῶν»

Rainer Maria Rilke

Σβύσε τὰ μάτια μου· μπορῶ νὰ σὲ κοιτάζω,
τ᾿ αὐτιά μου σφράγισέ τα, νὰ σ᾿ ἀκούω μπορῶ.
Χωρὶς τὰ πόδια μου μπορῶ νὰ ρθῶ σ᾿ ἐσένα,
καὶ δίχως στόμα, θὰ μπορῶ νὰ σὲ παρακαλῶ.
Κόψε τὰ χέρια μου, θὰ σὲ σφιχταγκαλιάζω,
σὰ νὰ εἶταν χέρια, ὅμοια καλά,
μὲ τὴν καρδιά.
Σταμάτησέ μου τὴν καρδιά, καὶ θὰ καρδιοχτυπῶ
μὲ τὸ κεφάλι.
Κι ἂν κάμῃς τὸ κεφάλι μου σύντριμμα, στάχτη, ἐγὼ
μέσα στὸ αἷμα μου θὰ σ᾿ ἔχω πάλι.

28.1.24

Ξανατονισμένη μουσική, 1930
Ἅπαντα, τόμ. ΙΑ´, σελ. 417


Τὸ τραγούδι τῶν ἄσπρων μαλλιῶν

Σὰ νὰ σὲ βλέπω γιὰ πρώτη φορὰ
κάθε φορὰ ποὺ εἶσ᾿ ἐμπρός μου·
λάμπανε κι ἄλλη φορὰ ἔτσι χλωρὰ
τ᾿ ἄνθια, τὰ νιάτα τοῦ κόσμου;

Πάντα σὲ βλέπω γιὰ πρώτη φορὰ
κι ἄσπρα εἶναι πιὰ τὰ μαλλιά μου,
ποὺ εἶσαι ἡ χαρὰ τοῦ παιδιοῦ· λαχταρᾶ
σὰν ἀπὸ φῶς μιᾶς αὐγῆς ἡ καρδιά μου.

Γιὰ τὴν Παράδεισον, Εὔα, ὁ Θεὸς
τώρα πρωτόπλασ᾿ ἐσένα;
Κι ἔγινε ἡ θάλασσα τώρα ναὸς
γιὰ τῆς Παφίας Ἀφροδίτης τὴ γέννα;

Τάχα νεοφώτιστος τώρα
πρώτη φορὰ καὶ λατρεύω;
Μέσ᾿ στὴν ἀφάνταστη χώρα
πῶς ἐγώ, ἀγύρευτος, πῶς σὲ γυρεύω!

Βραδινὴ φωτιά, 1944
Ἅπαντα, τόμ. ΙΑ´, σελ. 107


Ταπεινωσύνη

Ἡ περηφάνια μου εἶναι νὰ σταθῶ
γυμνὸς μπροστά σου· κάτου ἡ περηφάνια!
Σοῦ φέρνω τὴν ψυχή μου, ἀστάλωτον ἀνθὸ
τὴ σκέψη μου σοῦ φέρνω, τὴν ὀρφάνια,
σοῦ φέρνω τὴν ἀγάπη μου, τὴ φτώχια.
Ἦρθα, καὶ θέλω νὰ δεθῶ στοῦ πόθου σου τὰ βρόχια.

Σοῦ φέρνω τὸ γυαλὶ ποὺ καθρεφτίζει
τοῦ ἡλιοῦ τὰ γέρματα ὅλα, ὅλα τ᾿ ἀστέρια·
ὅπως σ᾿ ἀρέσει κ᾿ ἡ ὄρεξή σου ὅπως ὁρίζει,
σύντριψέ το μὲ τὰ χρυσά σου χέρια.

Στὴ χώρα τῶν ἀπέραντων ὀνειρευτὰ
ταξίδια, εὐτυχισμένα κατευόδια...
Κάλλιο ἀπὸ σᾶς ἔχω τὴ γῆ ποὺ μὲ πατᾶν τὰ λατρευτά,
τὰ πλαστικά σου πόδια...

Βραδινὴ φωτιά, 1944
Ἅπαντα, τόμ. ΙΑ´, σελ. 75


Ἡδονισμός

Ἀπὸ τραγούδια ἒν᾿ ἄυλο κομπολόϊ
σ᾿ ἐσὲ δὲν ἦρθα σήμερα νὰ δώσω.
Μὲ τὰ παιγνίδια ἐγὼ θὰ σὲ λιγώσω
καὶ μὲ τὰ ξόρκια, ἀγάπη μου, ἑνὸς γόη.

Γυμνοί. Καὶ σὰν κισσὸς θὰ σκαρφαλώσω
γιὰ νὰ φάω τὸ κορμί σου ποὺ μὲ τρώει.
Τοῦ λαγκαδιοῦ σου τὴ δροσάτη χλόη
μὲ τὸ χέρι θρασὰ θὰ τὴν πυρώσω.

Τὸ κρασὶ ποὺ ξανάφτει καὶ τὸ γάλα
ποὺ κοιμίζει, θὰ φέρω στάλα-στάλα,
μ᾿ ὅλο μου τὸ κορμί, νὰ σὲ ποτίσω.

Καὶ στὰ πόδια σου τ᾿ ἀσπροσκαλισμένα,
δύο βάζα ποὺ μοῦ παίρνουνε τὰ φρένα,
στερνὴ μανία τὸ μέλι μου θὰ χύσω.

Βραδινὴ φωτιά, 1944
Ἅπαντα, τόμ. ΙΑ´, σελ. 109


Ὅπου διαβεῖς...

Ὅπου διαβεῖς, τὸ διάβα σου
βάζει παντοῦ σημάδια,
στὶς μέρες βάζει ἰσκιώματα,
φεγγάρια στὰ σκοτάδια.

Καὶ σὲ κρατεῖ. Ὅθε διάβηκες,
ἐκεῖ σε ξαναβρίσκει·
τὰ φεγγάρια εἶν᾿ εἰκόνες σου,
λογισμοί σου εἶν᾿ οἱ ἴσκιοι.

Κι ἂν πάψῃ σου τὸ πέρασμα,
δὲ θὰ πάψῃ τὸ δράμα.
Τὰ σημάδια σου μέσα του,
σκότος καὶ φῶς, ἀντάμα.

Βωμοί, 1915
Ἅπαντα, τόμ. Ζ´, σελ. 167


Πρωΐ...

Πρωΐ· μέσα στ᾿ ἀκύμαντα
νερὰ πρὸς τ᾿ ἀκρογιάλι
τῶν σπιτιῶν βαθειά, ὁλόλευκη
ἡ ζωγραφιὰ προβάλλει.

Σὰν ἀπὸ χέρι ἀπότολμο
ξεχωριστοῦ τεχνίτη
φανταστικὸ σὰν ἄυλο
δείχνεται κάθε σπίτι.

Ἀλλ᾿ ὁ ἥλιος ὑψώθηκεν,
ἦρθε τὸ μεσημέρι.
Κ᾿ ἡ ζωγραφιά; Τὴν ἔσβησε
τὸ κύμα καὶ τ᾿ ἀγέρι...

Ἴαμβοι καὶ ἀνάπαιστοι, 1897
Ἅπαντα, τόμ. Α´, σελ. 359


Μιὰ ζωή

Στὸ Βασιλάδι χτύπησα μὲ τὸ σκληρὸ καμάκι
γιὰ τὸ ξανθὸ αὐγοτάραχο τὸν κέφαλο, ψαράς.
Ξενύχτησα στῆς Κλείσοβας τὸ πρόσχαρο ἐκκλησάκι,
ξεφαντωτὴς ἁμαρτωλός, τοῦ πειρασμοῦ ραγιάς.

Ἅη Σώστη, ἐσὺ μὲ ξάφνισες· τοῦ πλατιοῦ πέλαου βόγγοι,
καὶ τὰ καράβια τ᾿ ἄφταστα καὶ τὰ διαβατικά!
Μ᾿ ἔδειρες, λιμνοθάλασσα, μὲ πῆρες, Μισολόγγι.
Δαρμοί, πληγὲς ἀγιάτρευτες, ὀνείρατ᾿ ἀδειανά.

Οἱ καημοὶ τῆς λιμνοθάλασσας, 1912
Ἅπαντα, τόμ. Ε´, σελ. 192


Στὸ σπίτι μας...

Στὸ σπίτι μας δὲν ἔμπαινες, πετοῦσες
καημένη θειὰ Βγενούλα, ἀμάχη, μπόρα,
σὰ νὰ μὴν εἶχες μὲ κανένα γνώρα,
δὲν ἔστεκες, δὲν ἄκουες, δὲν κοιτοῦσες.

Οἱ Παναγιὲς οἱ χαμηλοβλεποῦσες
τοῦ δρόμου σοῦ κρατούσανε τὴ φόρα·
στὸ εἰκονοστάσι ἀγνάντια ρασοφόρα
γονατισμένη καὶ παρακαλοῦσες:

«Οὐράνια Χάρη, βόηθα τ᾿ ὀρφανό,
καὶ στὸ κατατρεμένο σκέπη γίνε!»
Πάντα ἡ θωριά σου μέσ᾿ στὰ μάτια μου εἶναι,

κ᾿ ἐγώ, καὶ πάντα, τὸ κατατρεμένο.
Μὰ σκέπη ἀπὸ κανέναν οὐρανὸ
δὲν περίμενα, μήτε περιμένω.

Τὰ δεκατετράστιχα, 1919
Ἅπαντα, τόμ. Ζ´, σελ. 334


Στὸν ποιητὴ Μ. Μαλακάση

Καὶ καβαλλάρης πέρναγες, ξανθόμαλλο παιδάκι,
καὶ τάραζε τὸ διάβα σου τὸ σιγαλὸ σοκκάκι,
στὰ πράσινα παράθυρα καὶ πίσω ἀπ᾿ τὰ καφάσια
νὰ σ᾿ ἀγναντέψουν τρέχανε τ᾿ ἀπάρθενα κοράσια.
Τώρα ὁ καιρὸς ξεφούντωσε τὰ φουντωτὰ μαλλιά σου
καὶ τὴν ξανθὴ ξεθώριασε θωριά σου,
καὶ στρατολάτης πέρασες ἀλλοῦ καὶ ταξιδεύεις·
μὰ τώρα εὐγενικώτερο φαρὶ καβαλλικεύεις,
καὶ τ᾿ ἄλογό σου φτερωτό, καὶ πᾶς νὰ τὸ ποτίσῃς
μὲ τὸ νερὸ τῆς Κασταλίας τῆς βρύσης.

Οἱ καημοὶ τῆς λιμνοθάλασσας, 1912
Ἅπαντα, τόμ. Ε´, σελ. 189


Ὕστερ᾿ ἀπὸ χρόνια

Στὸ φίλο Ν. Καμπᾶ

Ὁ καιρός, ἡ μελέτη, ἡ ξενιτιά,
τὴ σκέψη ἀλλοῦ σου γύρανε, σοῦ σβύσαν
τὰ τραγούδια... Θυμᾶσαι; ντροπαλὰ
τὰ τραγούδια τὸ στόμα σου φιλῆσαν.

Ἐμένα μ᾿ ηὖρεν ἄπραγο ἡ νυχτιά,
τὸ πόδια μου συχνὰ παραστρατίσαν,
μὰ ἡ Μούσα γαληνὴ φεγγοβολᾶ,
τὰ μητρικά της χέρια μὲ κρατῆσαν.

Τάχα καὶ ποιοὺς νὰ λάτρεψες θεούς,
ἀπὸ πίσω ποιὲς χίμαιρες νὰ πῆρες;
Δὲν ξέρω· ἂν εἶναι ἀταίριαστες οἱ μοῖρες,

δὲν κάνουν οἱ καρδιὲς τοὺς ἀδερφούς;
Σὲ ξανακούω, στὸ πλάι μου σ᾿ ἀγναντεύω,
κι ἀπὸ χαρὰ ὁ ἀσάλευτος σαλεύω.

1912

Ἡ πολιτεία καὶ ἡ μοναξιά, 1912
Ἅπαντα, τόμ. Ε´, σελ. 475


Κάποτε κάπου...

Κάποτε κάπου ἀφάνταστο τραγούδησα τραγούδι
σὲ τοῦτον τὸ σκοπό,
κάποτε, πρώτη καὶ στερνὴ φορά· καὶ δὲν τὸ βρίσκω
γιὰ νὰ τὸ ξαναπῶ.

Στ᾿ ἄδειο σεντούκι του γυρτὸς ὁ σφιχτοχέρης, ἴδιος,
πάθος, χαμός, ὢ λύπη!
Τοῦ τρέμουνε τὰ δάχτυλα σὰ νὰ μετρᾶν ἀκόμα
τὸ θησαυρὸ ποὺ λείπει.

Βαστῶ μιᾶς φλόγας τὸν καπνὸ κ᾿ ἑνὸς καπνοῦ τὸν ἴσκιο
σὲ τοῦτον τὸ σκοπό.
Κάποτε κάπου ἀφάνταστο τραγούδησα τραγούδι·
ξανὰ δὲ θὰ τὸ πῶ.

Τὰ παθητικὰ κρυφομιλήματα, 1925
Ἅπαντα, τόμ. Ζ´, σελ. 479


Καὶ μέσ᾿ στὸν τάφο...

Καὶ μέσ᾿ στὸν τάφο ἀσάλευτο καὶ μεσ᾿ στὸ ζόφο ποὺ μὲ κλεῖ,
σὰν κάποιο σάλεμα μὲ πάει πρὸς τὴν ἀνατολή,
μὲ τὴν ἀσύγκριτην αὐγὴ ποὺ ὁ Χάρος δὲν τὴ σβύνει.
Καὶ λάμπει ἡ λυρικὴ ψυχὴ καὶ μεσ᾿ στὸ μνῆμα ἐκείνη!

1939

Πρόσωπα καὶ μονόλογοι
Ἅπαντα, τόμ. ΙΑ´, σελ. 193


Ἀγρύπνησα...

J᾿ai fait ce que je pus...
Victor Hugo

Ἀγρύπνησα, ὑπηρέτησα, ἔκαμα ὅ,τι μποροῦσα,
κ᾿ εἶδα πὼς εἶχε ὁ πόνος μου συχνὰ γιὰ πληρωμὴ
περίγελο. Μὲ μάτιασε τὸ μίσος, καὶ ἀποροῦσα,
γιατὶ πολὺ καὶ ὑπόφερα καὶ δούλεψα πολύ.

27.2.22

Ξανατονισμένη μουσική, 1930
Ἅπαντα, τόμ. ΙΑ´, σελ. 240


Τὸ τέλος

Σὲ ξένη χώρα γυριστῆς καλέστηκα σὲ γάμο,
ἡ νύφη εἴταν πεντάμορφη καὶ μάγος ὁ γαμπρός,
καὶ καβαλλάρης βρέθηκα κ᾿ ἔτρεχα νὰ προκάμω·
δὲν εἶχε ὁ δρόμος τελειωμό, κι ὅλο τραβοῦσα ἐμπρός.

Καὶ ἡ ξένη χώρα εἶν᾿ ὅραμα, κ᾿ εἶναι καπνὸς τὸ ἄτι,
καὶ ὁ γάμος ἀγγελόσκιασμα, καὶ –ὢ ξύπνημα σκληρὸ–
πάντα εἶμ᾿ ἐγὼ ὁ παράλυτος καὶ ρέβω στὸ κρεββάτι.
Ἦχοι παλιοὶ καὶ γνώριμοι, μονάχα ἐσὰς κρατῶ.

Καὶ σᾶς κρατῶ καθὼς κρατεῖ τὸ ἀξέχαστο παιγνίδι
ἀπὸ τὴ θέρμη λυώνοντας καὶ λάμποντας μαζὶ
ἀπὸ νιοφύτρωτα λευκὰ φτεράκια γιὰ ταξίδι,
τὸ βαριαρρωστημένο, τὸ χαδιάρικο παιδί.

Ἐγώ, τ᾿ ἀδέξιο, τ᾿ ἄβουλο παιδὶ τ᾿ ὀνειροπλάνο.
Ἦχοι παλιοὶ καὶ γνώριμοι, στ᾿ ἀφράτα σας φτερὰ
πάρτε μ᾿ ἐσεῖς καὶ φέρτε μὲ νὰ γιάνω ἢ νὰ πεθάνω
στὸν ἴσκιο τοῦ λευκοῦ σπιτιοῦ μέσα σὲ μιὰ ἀγκαλιά.

Ἀσάλευτη ζωή, 1904
Ἅπαντα, τόμ. Γ´, σελ. 126