ΣΥΛΛΟΓΗ:
Ο ΠΟΝΟΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ


ΘΑΝΑΤΟΙ

Εἶναι ἄνθρωποι ποὺ τὴν κακὴν ὥρα
τὴν ἔχουν μέσα τους.

Χεράκια ποὺ κρατώντας τὰ τριαντάφυλλα
κι ἀπ᾿ τὴ χαρὰ ζεστὰ τῶν φιλημάτων,
χεράκια ποὺ κρατώντας τὰ τριαντάφυλλα
χτυπήσατε τὶς πόρτες τῶν θανάτων·

ματάκια μου ποὺ κάτι τὸ ἐδιψάσατε
καὶ διψασμένα ἐμείνατε ποτήρια,
ματάκια μου ποὺ κάτι τὸ ἐδιψάσατε
κι ἐμείνατε κλεισμένα παραθύρια·

ὤ, πού ῾χατε πολλὰ νὰ εἰπεῖτε, στόματα,
κι ὁ λόγος σας ἐδιάλεξε γιὰ τάφο,
ὤ, πού ῾χατε πολλὰ νὰ εἰπεῖτε, στόματα,
καὶ τὸν καημὸ δὲν εἴπατε ποὺ γράφω·

μάτια, χεράκια, στόματα, ἱστορῆστε μου
τὸν πόνο κάποιας ὥρας, κάποιου τόπου
μάτια, χεράκια, στόματα, ἱστορῆστε μου
τὸν Πόνο τῶν Πραγμάτων καὶ τοῦ Ἀνθρώπου.


GALA

Θὰ γλεντήσω κι ἐγὼ μία νύχτα

Μαυροντυμένοι ἀπόψε, φίλοι ὠχροί,
ἐλᾶτε στὸ δικό μου περιβόλι,
μ᾿ ἕναν παλμὸ τὸ βράδυ τὸ βαρὺ
γιὰ νὰν τὸ ζήσουμ᾿ ὅλοι.

Τ᾿ ἀστέρια τρεμουλιάζουνε καθὼς
τὸ μάτι ἀνοιγοκλείνει προτοῦ δακρύσει.
Ὁ κόσμος τῶ δεντρῶνε ρέβει ὀρθός.
Κλαίει παρακάτου ἡ βρύση.

Ἀπὸ τὰ σπίτια ποὺ εἶναι σὰ βουβά,
κι ἂς μίλησαν τὴ γλῶσσα τοῦ θανάτου,
μὲ φρίκη τὸ φεγγάρι ἀποτραβᾷ
τ᾿ ἀσημοδάχτυλά του.

Εἶναι τὸ βράδυ ἀπόψε θλιβερὸ
κι ἐμεῖς θᾶν τὸ γλεντήσουμε τὸ βράδυ,
ὅσοι ἔχουμε τὸ μάτι μας ὁγρὸ
καὶ μέσα μας τὸν ᾅδη.

Οἱ μπάγκοι μᾶς προσμένουν. Κι ὅταν βγεῖ
τὸ πρῶτο ρόδο στ᾿ οὐρανοῦ τὴν ἄκρη,
ὅταν θὰ σκύψει ἀπάνου μας ἡ αὐγὴ
στὸ μαῦρο μας τὸ δάκρυ

θὰ καθρεφτίσει τ᾿ ἁπαλό της φῶς.
Γιομάτοι δέος ὀρθοὶ θὰ σηκωθοῦμε,
τὸν πόνο του θὰ εἰπεῖ κάθε ἀδερφὸς
κι ὅλοι σκυφτοὶ θ᾿ ἀκοῦμε

Κι ὡς θὰ σᾶς λέω γιὰ κάτι ὡραῖο κι ἁβρὸ
ποὺ σκυθρωποὶ τὸ τριγυρίζουν πόθοι,
τὴ λέξη τὴ λυπητερὴ θὰ βρῶ
ποὺ ἀκόμα δὲν εἰπώθη.

Μαυροντυμένοι ἀπόψε, φίλοι ὠχροί,
ἐλᾶτε στὸ δικό μου περιβόλι,
μ᾿ ἕναν παλμὸ τὸ βράδυ τὸ βαρὺ
γιὰ νὰν τὸ ζήσουμ᾿ ὅλοι.


ΧΑΜΟΓΕΛΟ

Χωρὶς νὰ τὸ μάθει ποτέ, ἐδάκρυσε,
ἴσως γιατί ἔπρεπε νὰ δακρύσει,
ἴσως γιατί οἱ συφορὲς ἔρχονται.

Ἀπόψε εἶναι σὰν ὄνειρο τὸ δείλι·
ἀπόψε ἡ λαγκαδιὰ στὰ μάγια μένει.
Δὲν βρέχει πιά. Κι ἡ κόρη ἀποσταμένη
στὸ μουσκεμένο ξάπλωσε τριφύλλι.

Σὰ δυὸ κεράσια χώρισαν τὰ χείλη·
κι ἔτσι βαθιά, γιομάτα ὡς ἀνασαίνει,
στὸ στῆθος της ἀνεβοκατεβαίνει
τὸ πλέον ἁδρὸ τριαντάφυλλο τ᾿ Ἀπρίλη

Ξεφεύγουνε ἀπ᾿ τὸ σύννεφον ἀχτίδες
καὶ κρύβονται στὰ μάτια της· τὴ βρέχει
μιὰ λεμονιὰ μὲ δυὸ δροσοσταλίδες

ποὺ στάθηκαν στὸ μάγουλο διαμάντια
καὶ ποὺ θαρρεῖς τὸ δάκρυ της πὼς τρέχει
καθὼς χαμογελάει στὸν ἥλιο ἀγνάντια.


ΖΩΕΣ

Κι ἔτσι πᾶνε καὶ σβήνουνε ὅπως πᾶνε.

Λέω τὶς ζωὲς ποὺ δόθηκαν στὸ φῶς
ἀγάπης γαλήνης, κι ἐνῷ κυλοῦν
σὰν ποταμάκια, ἐντός τους τὸ σφαλοῦν
αἰώνια κι ἀξεχώριστα, καθὼς
μὲς στὰ ποτάμια φέγγει ὁ οὐρανός,
καθὼς στοὺς οὐρανοὺς ἥλιοι κυλοῦν.
Λέω τὶς ζωὲς ποὺ δόθηκαν στὸ φῶς...

Λέω τὶς ζωοῦλες πού ῾ναι κρεμαστὲς
ἀπ᾿ τὰ ρουμπίνια χείλη γυναικὸς
ὡς κρέμονται στὰ εἰκονοστάσια ἐμπρὸς
τὰ τάματα, οἱ καρδιὲς ἀσημωτές,
κι εἶναι ὅμοια ταπεινές, ὅμοια πιστὲς
στ᾿ ἀγαπημένα χείλη γυναικός.
Λέω τὶς ζωοῦλες πού ῾ναι κρεμαστές...

ποὺ δὲν τὶς ὑποψιάζεται κανείς,
ἔτσι ὅπως ἀκολουθᾶνε σιωπηλὲς
καὶ σκοτεινὲς καὶ ξένες καὶ θλιβὲς
τὸ βῆμα, τὴν ἰδέα μιᾶς λυγερῆς
(κι αὐτὴ δὲν ὑποψιάστη), ποὺ στὴ γῆς
θὰ γείρουνε, θὰ σβήσουν σιωπηλὲς
Ποὺ δὲν τὶς ὑποψιάζεται κανείς...

Ποὺ διάβηκαν ἀμφίβολα, θαμπὰ
σὰν ἄστρα κάποιας ὥρας αὐγινῆς,
ἀπὸ τὴ σκέψη μιᾶς περαστικῆς
πού, γιὰ νὰ τρέχει τόσο χαρωπά,
δὲν εἶδε τὶς ζωὲς ποὺ σβηοῦν σιγὰ
σὰν τὴν ψυχὴ καντήλας αὐγινῆς.
Ποὺ διάβηκαν ἀμφίβολα, θαμπά...


ΑΝΟΙΞΗ

Ἔτσι τοὺς βλέπω ἐγὼ τοὺς κήπους.

Στὸν κῆπο ἀπόψε μου μιλεῖ μιὰ νέα μελαγχολία.
Βυθίζει κάποια μυγδαλιὰ τὸν ἀνθοχαμόγελό της
στοῦ βάλτου τὸ θολὸ νερό. Καὶ ἡ θύμηση τῆς νιότης
παλεύει τόσο θλιβερὰ τὴν ἄρρωστη ἀκακία...

Ἐξύπνησε μία κρύα πνοὴ μὲς στὴ σπασμένη σέρα,
ὅπου τὰ ρόδα εἶναι νεκρὰ καὶ κάσα ἡ κάθε γάστρα.
Τὸ κυπαρίσσι, ἀτελείωτο σὰ βάσανο, πρὸς τ᾿ ἄστρα
σηκώνει τὴ μαυρίλα του διψώντας τὸν ἀέρα.

Καὶ πᾶνε, πένθιμη πομπὴ λές, τῆς δεντροστοιχίας
οἱ πιπεριὲς καὶ σέρνονται τὰ πράσινα μαλλιά τους.
Οἱ δυὸ λατάνιες ὕψωσαν μὲς στὴν ἀπελπισιά τους
τὰ χέρια. Κι εἶναι ὁ κῆπος μας κῆπος μελαγχολίας.


ΝΥΧΤΑ

Εἶναι ἀξημέρωτη νύχτα ἡ ζωή.

Στὶς μεσονύχτιες στράτες περπατᾶνε
ἀποσταμένοι οἱ ἔρωτες
κι οἱ γρίλιες τῶν παράθυρων ἐστάξανε
τὸν πόνο ποὺ κρατᾶνε

Στὶς στέγες ἐκρεμάστη τὸ φεγγάρι
σκυμμένο πρὸς τὰ δάκρυά του
κι ἡ μυρωμένη λύπη τῶν τριαντάφυλλων
τὸ δρόμο της θὰ πάρει

Ὁλόρθο τὸ φανάρι μας σωπαίνει
χλωμὸ καὶ μυστηριώδικο
κι ἡ πόρτα τοῦ σπιτιοῦ μου εἶναι σὰ ν᾿ ἄνοιξε
καὶ λείψανο νὰ βγαίνει.

Σαρκάζει τὸ κρεβάτι τὴ χαρά τους
κι αὐτοὶ λὲν πὼς ἔτριξε·
δὲ λὲν πὼς τὸ κρεβάτι ὁραματίζεται
μελλοντικοὺς θανάτους.

Καὶ κλαῖνε οἱ ἀμανέδες στὶς ταβέρνες
τὴ νύχτα τὴν ἀστρόφεγγη
ποὺ θά ῾πρεπε ἡ ἀγάπη νὰν τὴν ἔπινε
καὶ παίζουν οἱ λατέρνες.

Χυμένες στὰ ποτήρια καρτεροῦνε
οἱ λησμονιὲς γλυκύτατες·
οἱ χίμαιρες τώρα θὰ εἰποῦν τὸ λόγο τους
καὶ οἱ ἄνθρωποι θ᾿ ἀκοῦνε

Καθημερνῶν χαμῶνε κοιμητήρι
τὸ πάρκον ἀνατρίχιασε
τὴν ὥρα ποὺ νεκρὸς κάποιος ἐκίνησε
νὰ πάει στὴ χλόη νὰ γείρει.


ΜΥΓΔΑΛΙΑ

Κι ἀκόμα δὲν μπόρεσα νὰ καταλάβω
πῶς μπορεῖ νὰ πεθάνει μία γυναῖκα
ποὺ ἀγαπιέται.

Ἔχει στὸν κῆπο μου μιὰ μυγδαλιὰ φυτρώσει
κι εἶν᾿ ἔτσι τρυφερὴ ποὺ μόλις ἀνασαίνει·
μὰ ἡ κάθε μέρα, ἡ κάθε αὐγὴ τηνε μαραίνει
καὶ τὴ χαρὰ τοῦ ἀνθοῦ της δὲ θὰ μοῦ δώσει.

Κι ἀλοίμονό μου! ἐγὼ τῆς ἔχω ἀγάπη τόση...
Κάθε πρωὶ κοντά της πάω καὶ γονατίζω
καὶ μὲ νεράκι καὶ μὲ δάκρυα τὴν ποτίζω
τὴ μυγδαλιὰ πού ῾χει στὸν κῆπο μου φυτρώσει.

Ἄχ, τῆς ζωούλας της τὸ ψέμα θὰ τελειώσει·
ὅσα δὲν ἔχουν πέσει, θὰ τῆς πέσουν φύλλα
καὶ τὰ κλαράκια της θὲ ν᾿ ἀπομείνουν ξύλα.
Τὴν ἄνοιξη τοῦ ἀνθοῦ της δὲ θὰ μοῦ δώσει

Κι ὅμως ἐγὼ ὁ φτωχὸς τῆς εἶχ᾿ ἀγάπη τόση...


ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

Μεσ᾿ ἀπὸ τὸ βάθος τῶν καλῶν καιρῶν
οἱ ἀγάπες μας πικρὰ μᾶς χαιρετᾶνε.

Δὲν ἀγαπᾷς καὶ δὲ θυμᾶσαι, λές.
κι ἂν φούσκωσαν τὰ στήθη κι ἂν δακρύζεις
ποὺ δὲν μπορεῖς νὰ κλάψεις ὅπως πρῶτα,
δὲν ἀγαπᾷς καὶ δὲν θυμᾶσαι, ἂς κλαῖς.

Ξάφνου θὰ ἰδεῖς δυὸ μάτια γαλανὰ
-- πόσος καιρός! -- τὰ χάιδεψες μιὰ νύχτα·
καὶ σὰ ν᾿ ἀκοῦς ἐντός σου νὰ σαλεύει
μιὰ συφορὰ παλιὰ καὶ νὰ ξυπνᾷ.

Θὰ στήσουνε μακάβριο τὸ χορὸ
οἱ θύμησες στὰ περασμένα γύρω·
καὶ θ᾿ ἀνθίσει στὸ βλέφαρο σὰν τότε
καὶ θὰ πέσει τὸ δάκρυ σου πικρό.

Τὰ μάτια ποὺ κρεμοῦν -- ἥλιοι χλωμοί --
τὸ φῶς στὸ χιόνι της καρδιὰ καὶ λιώνει,
οἱ ἀγάπες ποὺ σαλεύουν πεθαμένες
οἱ πρῶτοι ξανὰ ποὺ ἄναψαν καημοί...


ΑΓΑΠΗ

Κι ἤμουν στὸ σκοτάδι. Κι ἤμουν τὸ σκοτάδι.
Καὶ μὲ εἶδε μία ἀχτίδα

Δροσούλα τὸ ἱλαρὸ τὸ πρόσωπό της
κι ἐγὼ ἤμουν τὸ κατάξερο ἀσφοδίλι.
Πῶς μ᾿ ἔσεισε τὸ ξύπνημα μιᾶς νιότης,
πῶς ἐγελάσαν τὰ πικρά μου χείλη!

Σάμπως τὰ μάτια της νὰ μοῦ εἶπαν ὅτι
δὲν εἶμαι πλέον ὁ ναυαγὸς κι ὁ μόνος,
κι ἐλύγισα σὰν ἀπὸ τρυφερότη,
ἐγὼ ποὺ μ᾿ εἶχε πέτρα κάνει ὁ πόνος.


ΘΑΛΑΣΣΑ

Ὅμως τὰ στήθια ποὺ τὰ ταράζει κάποιο
θανάσιμο πάθος δὲν θὰ γαληνέψουν

Τὰ σύννεφα γιγάντικα φαντάζουν κι ἀσημένια
στὸ μολυβένιον οὐρανὸ
σὰν τὰ χτυπᾷ τοῦ ἥλιου τὸ φῶς· σὰν τὰ χτυπᾷ ὁ ἀγέρας
φεύγουνε πίσω ἀπ᾿ τὸ βουνό.

Κι εἶναι θεριὸ ἡ θάλασσα. Τὸ παρδαλό της χρῶμα
δίνει της -- μπλαβὸ ἐκεῖ μακριά,
πιὸ δῶθε ἀνοιχτοπράσινο κι ἀκόμα δῶθε γκρίζο --
κάποια παράξενη θωριά.