Κικὴ Δημουλᾶ - Ἑνὸς λεπτοῦ μαζί

Ποιητικὴ Συλλογή, ἐκδόσεις Ἴκαρος, 1998


 


ΕΚΔΟΧΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ

Εἶμαι διατηρητέο, εἶπε τὸ χάος στοὺς ἐργολάβους.
Μέσα, τὰ πράγματα θὰ μείνουν ὅπως εἶναι.
Μικροαλλαγὲς μόνο στὴν πρόσοψη ἐπιτρέπω.

Ἐν ἀρχῇ ἐγένετο χτές. Τάχιστα,
μόλις ἡ διορατικὴ αἴσθηση
πρωτοβλέποντας τὴ μέρα χτισμένη ἔκραξε
ἀλίμονο, τί μικρὴ ποὺ εἶσαι. Δὲ φτάνεις
οὔτε γιὰ ἑνὸς ἀτόμου μοναξιά.

Ἀναστατώθηκε ὁ πηλός. Τί συνέβη;
Στὰ σχέδια ἡ μέρα ἔδειχνε ἀτελεύτητη.
Εἶδα φορτωμένο μὲ πλίνθους καὶ χοῦν
ἕνα ὕποπτο πορτοκαλὶ φορτηγάκι.
Βρωμοδουλειὰ τῆς δύσης;

Ἄφαντος ὁ κατασκευαστής.

Ἐκλήθη τότε ἐπειγόντως ἡ διακοσμήτρια τέρψη.
Εἰδικὴ νὰ μεγαλώνει τὸ χρόνο
ὅπως τοὺς μικροὺς χώρους τὰ κάτοπτρα.

Καὶ ἐγένετο ἡ ἀπατηλότης.
Ντυμένη παράδεισος:

Ὕδατα βαθύφωνα, κιθαριστὲς ρυάκια
ὁ θόλος ἐπάνω μὲ τὴ γαλάζια τοπικὴ
ἐνδυμασία τῆς ἀπόστασης ἀτσαλάκωτος,
χωριουδάκια οἰκισμοὶ θέρετρα κελαηδισμῶν
ψηλὰ στὶς κορφὲς τῆς αἰώρησης
κάτω ἀλσύλλια περιβόλια ὀπῶρες ὀφιοειδεῖς
φλογέρες ποὺ ὑπνώτιζαν δηλητηριώδη μῆλα
τζιτζίκια διαρκείας καθ᾿ ὅλες τὶς τέσσερις
μπορεῖ καὶ παραπάνω θερμὲς ἐποχὲς — δὲν ξέρω
ὅταν ἔφτασα ἐγὼ ἤτανε κρύο —
ἰσορροπίστριες δροσοσταλίδες πάνω σὲ φυλλαράκια
φιγοῦρες κοζάκικου χοροῦ οἱ παπαροῦνες
ὁ ρεμβασμὸς μερακλωμένος νὰ ρουφάει
μὲ τὸ καλαμάκι τοῦ ἀπανωτὰ ἀεριούχα ἀηδόνια
ἡ αἰδὼς μ᾿ ἕνα πολὺ σκιστὸ στὸ πλάι
κατακόκκινο φύλλο συκῆς νὰ χορεύει
μ᾿ ἕναν νοσταλγὸ μετανάστη λόγο
ἡ δὲ ὑπακοὴ
ποῦ ραβόταν στὴν ἴδια μοδίστρα μὲ τὴν ἀπατηλότητα
ντυμένη κι αὐτὴ παράδεισος.

Τὰ πρῶτα καλλιστεῖα.

Μὶς κόσμος ἐξελέγη ἡ αἰωνιότης.
Δὲν παρέστη.

Καὶ ἐγένετο πάλι χτές.
Γιὰ νὰ μὴ χαθεῖ ὅπως τὸ προηγούμενο
τὸ συνόδεψαν λίγο παρακάτω
οἱ φωτογραφίες.

Ἔπεσε ἄπνους ἡ διάρκεια.
Νόμιζαν πῶς κοιμόταν.
Τὴν μπάτσιζαν τῆς ἔριχναν κουβάδες φιλιά.
Τίποτα.

Μόνον ἀτελεύτητος νύχτα.

Κι ἀκούστηκε ὁ πρῶτος δίποδος λυγμός.
Τὸν εἶχε δαγκώσει τὸ μῆλο.

Ποῦ ἦταν οἱ πρῶτες βοήθειες τῶν ὀνείρων.
Δὲν τοὺς εἶχε δοθεῖ προτεραιότης;
Λάθος.
Κάθε μεγαλεπήβολη πήλινη περιπέτεια
ἐν ἀρχῇ πλάθει τοὺς τραυματιοφορεῖς της.
Ἆρον ἆρον ἐγένετο αὔριο
Ἀλλὰ ἦταν πλέον πολὺ ἀργά.

 


ΣΑΝ ΜΠΛΟΥΖ

Τί μοῦ χτυποῦσες νύκτωρ ἀπὸ πάνω Ὕψιστε
τὸ πάτωμα μὲ τὸ πάνθ᾿ ὁρῶν μπαστούνι σου;
Τὸ πιὸ σωστὸ νὰ ῾ρχόσουν νὰ βοηθήσεις.
Δὲ μ᾿ ἔβλεπες; Μάζευα πεταμένη ἀνθρωπότητα
ἀπὸ τὸ σκουπιδιάρικο ἑνὸς ντοκιμαντὲρ — ἀποπνικτικὴ
ἡ πείνα ἀνάδινε θλίψη σκουρόχρωμης φυλῆς σου.
Δὲν ἔβλεπες πόσο βαριὰ ἔκλειναν ἕνας ἕνας
οἱ μαῦροι κύκλοι γύρω ἀπὸ τὰ μάτια της;

Καλά, τί ἔγιναν οἱ ἄρτοι; Ὁ Ἅγιος
φούρναρης ποὺ ζύμωσε τὸν πολλαπλασιασμό τους
καὶ ἔφαγαν πάντες καὶ ἐχορτάσθησαν
μήπως ἦταν ρατσιστής;

Κορίτσια — οἰκεῖο τρυφερὸ παιχνίδι
κατάλληλο δῶρο γιὰ κοῦκλες μικρῆς ἡλικίας —
κεῖνται στὰ φορεῖα τοῦ ἥλιου.
Ἐβιάσθη ἡ διάπλασή τους, ὅπου νά ῾ναι
θὰ ἀποκτήσουν ἀραπάκι χῶμα νόθο
Σὺ μᾶλλον ὁ Πατέρας.

Βρέφη κρεμασμένα στὴ θηλὴ τοῦ γόου
κάτι πέτσες μάνες ποὺ στίβουν στίβουν
τὴν εἰκόνα νὰ κατεβάσει γάλα.

Ἰσχνότης ζωγραφίζει ἐπὶ διαφανοῦς μεμβράνης
ταχεῖς σκελετοὺς ποὺ πλέκουν ἀγόρια.
Δεκάχρονα περίπου —σύγκρινε· στὴν ἡλικία τους
Ἐκεῖνος δωδεκαετὴς ἐκήρυττε ναὸν συσσυτιάρχην·
ἁπανταχοῦ.

Δὲ θὰ τὸ πιστέψεις, ἐτοῦτα δῶ τὰ πλάσματα
μαζὶ καὶ τὸν Χριστὸ ὅταν ἀκόμα ἤτανε σταυρουλάκι
κόσμημα πανάλαφρο στὸν ἀνήφορο λαιμὸ
ἐγὼ τά ῾χω γεννήσει· ρόδινα. Τότε ποὺ ἦταν δυνατόν.
Τότε ποὺ συνέλαμβανα εὐθὺς
μὲ τὸν παραμικρὸ ἄγγελο τοὺς κρίνους
μυρίζοντας ἁπλῶς καὶ μόνο τὸν λευκὸ
παρθενικὰ ἀνύποπτον ἀκόμα εὐώδη κόσμο.

Γι᾿ αὐτὸ κι ἐγώ·
τρύπησε ὁ κουβὰς τῆς ματαιοπονίας
καὶ δὲν τῆς ἀγοράζω ἕναν καινούργιο.

 


ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ

 


Η ΧΩΡΙΣΤΡΑ ΤΩΝ ΦΥΛΩΝ

 


Η ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΕΥΛΟΓΟΥ

 


ΕΥΓΕ ΣΟΥ ΗΧΩ. ΕΜΑΘΕΣ ΑΠ᾿ ΕΞΩ ΤΑ ΛΟΓΙΑ

 


ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ ΘΕΡΙΝΩΝ ΑΝΑΓΚΩΝ

 


ΕΠΕΙΓΟΝ

 


ΣΤΟΥΣ ΟΜΟΙΟΥΣ ΜΟΥ ΟΜΙΛΩ

 


ΠΛΑΓΙΟΣ ΥΜΝΟΣ

 


ΚΛΕΦΤΕΣ ΣΤΗ ΣΚΕΨΗ

Κλαίγοντας περιγράφει
πῶς ρήμαξαν τὸ σπίτι της λῃστὲς
τῆς πήρανε χρυσαφικὰ καὶ βίασαν οἱ ἄθλιοι
γερόντισσες ἀξίες.

Δὲ χαίρεται;

Ἐμένα ἔχει χρόνια νὰ πατήσει
κλέφτης τὸ πόδι του στὸ σπίτι
οὔτε γιὰ καφέ.
Ἐπίτηδες ἀφήνω ξεκλείδωτο τὸ μπρίκι.

Κάθε φορὰ ἐπιστρέφοντας προσεύχομαι
νὰ βρῶ σπασμένους τοὺς κυνόδοντες τῆς πόρτας

νὰ σείονται τὰ φῶτα σὰν μόλις νὰ κουτούλησαν
μὲ σεισμοῦ πανύψηλου κεφάλι

νὰ δῶ κλεμμένα τὰ κτερίσματα
ἀπὸ τὶς μούμιες βασιλεῖες τοῦ καθρέφτη

σὰν κάποιος νὰ ξυρίστηκε στὸ μπάνιο
καὶ στὴ σπανὴ ἁφή μου νά ῾χουν φυτρώσει γένια
χάμω δεμένη χειροπόδαρα νὰ κεῖται ἡ διάψευσή τους

κι ἀπ᾿ τὴν κουζίνα νά ῾ρχεται μὲ τὸ πάσο του ἀτμὸς
ζεστῆς πατημασιᾶς μὲ μπόλικη κανέλα ἀπὸ πάνω.

 


ΣΥΝΘΕΣΗ

 


ΤΩΝ ΑΣΩΜΑΤΩΝ

Μυστηριώδης ἡ ἀτμόσφαιρα. Σὰν καπνὸς προσκυνητὴς
μιᾶς φλόγας ποὺ δὲν ἄναψε καὶ ὅμως ἔχει σβήσει.

Πολλὰ στεφάνια στὶς ὁδοὺς καὶ τὰ στενὰ τῶν ἥλων.
Πλαστικὰ τὰ περισσότερα ὥστε
νὰ μὴ μαραίνεται ἡ προτίμηση Βαραββᾶν Βαραββᾶν ἀπολῦσαι
καὶ νὰ στρογγυλοποιοῦνται εὐθυνότεροι οἱ πόνοι.

Γεμάτα λεμονανθοὺς τ᾿ ἀσθενοφόρα πεζοδρόμια.
Κι ὅπως ἀφουγκραζόμουν πικραμένες τὶς καμπάνες
νὰ σκαμπιλίζουν τ᾿ ἀσεβὴ εὐώδη μάγουλα τοῦ ἀνέμου
νὰ λιθοβολοῦν τὶς Μαγδαληνὲς ἀκακίες ποὺ
μυροβόλα ἔπεφταν ἀπ᾿ τὸν ἐρωτικὸ ὄροφο τῆς ἄνθισης
στὰ πόδια τῆς ἐσταυρωμένης Του ἀνταπόκρισης
ἀφηρημένη σκόνταψα σὲ κορμὸ σφοδρῆς ἐπιθυμίας
μετὰ ἀπὸ τόσα κι ἀπὸ τόσα μεσολαβήσαντα ἀργύρια
νὰ μεταλάβω τὸ ἄχραντο σῶμα τῆς ἀνάμνησης
ἀπὸ τὸ δισκοπότηρο στὴν ἱερὴ ποσότητα ἔστω ἑνὸς
μικροῦ κοχλιαρίου
— πάλι τσιγκουνεύεσαι; ἄντε, κερνάω ἐγὼ τὸ αἷμα.

Θυμᾶμαι, δὲν ξεχνῶ ποτὲ
ὅσα δὲ μοῦ ζητοῦν νὰ τοὺς τὸ ἀποδείξω.

 


ΘΥΜΑΜΑΙ, ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ ΠΟΤΕ

 


ΤΟ ΑΛΛΟΘΙ

Κάθε ποὺ σ᾿ ἐπισκέπτομαι
μονάχα ὁ καιρὸς ποὺ μεσολάβησε
ἀπὸ τὴ μιὰ φορὰ στὴν ἄλλη ἔχει ἀλλάξει.
Κατὰ τὰ ἄλλα, ὅπως πάντα
τρέχει ἀπὸ τὰ μάτια μου ποτάμι
θολὸ τὸ χαραγμένο ὄνομά σου
- ἀνάδοχος τῆς μικρούλας παύλας
ἀνάμεσα στὶς δυὸ χρονολογίες
νὰ μὴ νομίζει ὁ κόσμος ὅτι πέθανε
ἀβάπτιστη ἡ διάρκεια τῆς ζωῆς σου.
Ἐν συνεχείᾳ σκουπίζω τὶς μαραμένες
κουτσουλιὲς τῶν λουλουδιῶν προσθέτοντας
λίγο κοκκινόχωμα ἐκεῖ ποὺ ἐτέθη μαῦρο
κι ἀλλάζω τέλος τὸ ποτήρι στὸ καντήλι
μὲ ἄλλο καθαρὸ ποὺ φέρνω.

Ἀμέσως μόλις γυρίσω σπίτι
σχολαστικὰ θὰ πλύνω τὸ λερὸ
ἀπολυμαίνοντας μὲ χλωρίνες
καὶ καυστικοὺς ἀφροὺς φρίκης ποὺ βγάζω
καθὼς ἀναταράζομαι δυνατά.
Μὲ γάντια πάντα καὶ κρατώντας τὸ σῶμα μου
σὲ μεγάλη ἀπόσταση ἀπὸ τὸ νιπτηράκι
νὰ μὴ μὲ πιτσιλᾶνε τὰ νεκρὰ νερά.
Μὲ σύρμα σκληρῆς ἀποστροφῆς ξύνω
τὰ κολλημένα λίπη στοῦ ποτηριοῦ τὰ χείλη
καὶ στὸν οὐρανίσκο τῆς σβησμένης φλόγας
ἐνῷ ὀργὴ συνθλίβει τὸν παράνομο περίπατο
κάποιου σαλιγκαριοῦ, καταπατητὴ
τῆς γείτονος ἀκινησίας.

Ξεπλένω μετὰ ξεπλένω μὲ ζεματιστὴ μανία
κοχλάζει ἡ προσπάθεια νὰ φέρω τὸ ποτήρι στὴν πρώτη
τὴ χαρούμενη τὴ φυσική του χρήση
τὴν ξεδιψαστική.
Καὶ γίνεται πιὰ ὁλοκάθαρο, λάμπει
τὸ πόσο ὑποχόνδρια δὲ θέλω νὰ πεθάνω

ἀκριβέ μου - πάρτο κι ἀλλιῶς:
πότε δὲ φοβότανε τὸ θάνατο ἡ ἀγάπη;

 


ΣΥΝΕΝΟΧΕΣ ΕΑΡΙΝΕΣ ΔΙΑΘΕΣΕΙΣ

 


ΠΑΣΧΑ ΣΤΟ ΦΟΥΡΝΟ

Βέλαζε τὸ κατσίκι, ἐπίμονα βραχνά.
Ἄνοιξα τὸ φοῦρνο μὲ θυμὸ τί φωνάζεις εἶπα
σὲ ἀκοῦνε οἱ καλεσμένοι.
Ὁ φοῦρνος σου δὲν καίει, βέλαξε
κᾶνε κάτι ἀλλιῶς θὰ μείνει νηστικὴ
χρονιάρα μέρα ἡ ὠμότητά σας.

Ἔβαλα μέσα τὸ χέρι μου. Πράγματι.
Παγωμένο τὸ μέτωπο τὰ πόδια ὁ σβέρκος
τὸ χορτάρι ἡ βοσκὴ τὰ κατσάβραχα
Ἡ σφαγή.

 


Η ΚΟΙΜΩΜΕΝΗ ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗ

 


ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ ΚΑΤΩ ΟΡΟΦΟΥ

 


ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΙ ΑΙΩΝΕΣ

 


ΕΛΑ ΛΟΛΑ

 


ΒΑΣΙΛΙΑΣ Η ΠΕΝΗΣ

 


ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ

Νεφοσκεπὲς ψιλόβροχο ἡμέρας.
Κάτι μωραὶ καμπάνες πιτσιλᾶνε
τὸν ὕπνο τοῦ Λαζάρου νὰ ἐξέλθει.
Καλὰ στοκαρισμένο τὸ φῶς γύρω γύρω.

Εἶχα καὶ γὼ νὰ δεῦρο κάποιους ἔξω
μὰ δὲ μοῦ ἀποκρίθηκαν ἂν θέλουν.

Πῶς ν᾿ ἀποκριθοῦν
μὲ ὠτακουστὴ ποὺ ἄφησες καλὰ στοκαρισμένο
τὸ φῶς γύρω γύρω.

Κι ἔπειτα γιατὶ τοὺς ρωτᾷς ἂν θέλουν.
Τὸ θαῦμα δὲ ρωτάει.
Σ᾿ ἁρπάζει ἀπὸ τὸ αὐτὶ καὶ
σέρνοντας σὲ πετάει στὸ φῶς.
Χαίρεσαι βέβαια μὲ τὴν ἔκλαμψη, δὲν ἀντιλέγω
ἀλλὰ σὲ τρώει ἀπὸ μέσα σκουλήκι ἡ ἀγωνία
μὴν εἶναι καὶ τὰ θαύματα θνητά.

Ἄστους λοιπὸν καλύτερα ἐκεῖ
μὴν ἔχωμεν νὰ ἄρωμεν γιὰ δεύτερη φορὰ
κενὸν τὸν κράββατόν τους.

Τίποτα δὲν ἄκουσες;
Κι ὅμως, ὅλην αὐτὴ τὴν ὥρα ἐδῶ μέσα
μὲ ἄλλα κουβεντιάζοντας νὰ πάρω λίγο ἀέρα
σὲ σένανε μιλοῦσα ἐκεῖ κάτω.
ὅτι δὲ σὲ προσφώνησα;
Μὲ ποιὸ ἀπ᾿ ὅλα τὰ Λερναῖα ὀνόματα
νὰ σὲ πρωτοφωνάξω.
Ὅποιο κι ἂν κόψω ἀποζητώντας σε
φυτρώνει ἀμέσως ἄλλο.

 


ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΑΚΟΥΣΕΣ;

 


ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ

 


ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ, II

 


ΕΝΟΣ ΛΕΠΤΟΥ ΜΑΖΙ

Γειτονόπουλο τ᾿ οὐρανοῦ τὸ σπίτι.
Τόσο ψηλὰ χτισμένη τῆς προσέγγισης ἡ τάση
Ἐπάνω σὲ κορφῆς τὶς ἀνοιχτὲς φτεροῦγες
σὰν ἀναλόγιο ν᾿ ἀναγιγνώσκει ἡ ἐκθάμβωση
τὸ ἀνατέλλον τὸ μεσουρανοῦν τὸ δῦον εὐαγγέλιο τῆς μέρας.

Βγαίνω στὴν αὐλή. Μὲ περιμένει ἀπαστράπτουσα
μὲ γκέμια σέλα χάμουρα ἡ ἄγρια ἐλευθερία τοῦ ὁρίζοντα
ν᾿ ἀνέβω καὶ καλπάζοντας τὴν ἐπαλήθευσή της νὰ δαμάσω.
Ἄ, μόνο τὸ βλέμμα καὶ τὸ ὅραμα κατάφεραν νὰ ἱππεύουν
τὴν ἄϋλη ἐτούτη ἀτίθαση κατάκτηση.
Οἱ ὑπερφίαλες ἀπόψεις τῶν αἰθέρων πέφτουνε τσακίζονται
διότι ἐλάχιστα διαρκεῖ τὸ ἀνεμπόδιστο.

Ἰδοὺ πῶς σκοντάφτει σὲ μία σπιθαμὴ
συρματόπλεγμα γύρω ἀπὸ τὸ χτῆμα.
Χαμηλό, ἥμερο κι ὅμως ἂν τὸ καλοκοιτάξεις
τὸ καλοαισθανθεῖς διαιρεῖ τὴ δική μου καλημέρα
ἀπὸ τοῦ γείτονα ὁλημερὶς σύνορα φανατίζει σιωπηρὰ
ὀπλίζοντας ξερόχορτα ἐναντίον ἀδελφῶν τους.

Τὸ βράδυ μόνο, ἡ ἑνωτικὴ εὐωδιὰ τοῦ νυχτολούλουδου
τὸ ψαλιδίζει τόπους τόπους καὶ περνᾶ
ὑπὸ τὸ παράφρον φέγγος τῶν πυγολαμπίδων
- κωλοφωτιὲς τὶς λέγαμε ὅταν ζούσαμε.

Ἄχ, ἡρωισμοὶ ἐθελοντῶν ὀνείρων ἄδοξοι.
Τί ὠφελεῖ νὰ καταπατήσεις
δυὸ πόντους φεγγαρόσκονη ἀκόμα
κληρονομιὰ ποὺ ἄφησε τὸ θέρος στὴ φυγή του.

Ἄσε νὰ τηρήσουν ἑνὸς λεπτοῦ μαζὶ
κάτι ἀγράμματες χῆρες παρατάσεις
ποὺ δὲν τὶς πιάνει ὁ νόμος
ἂν καὶ κανεὶς δὲν ξέρει
τί τοὺς ἐπιφυλάσσει ἀκόμα ἡ ἐλπίδα.

Καλοκαίρι, Πλάτανος Αἰγιαλείας

 


ΚΑΡΤΟΥΝ

Πρέπει νὰ θυμηθῶ ἐκεῖνο τὸ πακέτο Camel
Τὴν καμήλα ποὺ ἀποτελεῖ γι᾿ ἀπόψε ἐγγύηση
Τῆς διαπιστωμένης μου ἀνασφάλειας

Μαρία Κυρτζάκη,
Ἡ γυναίκα μὲ τὸ κοπάδι

Ἀκόμη αὐτὰ καπνίζεις; Πάρε Κάμελ.

Ὄχι πῶς διαφημίζω νέα πίσσα
ποὺ ἀφαιρεῖ τοὺς δύσκολους λεκέδες τοῦ θανάτου
μήτε ὅτι πιστεύω ἀκόμα στὴν ἀλλιώτικη
γεύση τοῦ ἀδοκίμαστου, σὲ νέα ἀντοχή του.
Κάθε φιλὶ ποὺ ἀνταλάσσει ἡ γηραιὰ ἡδυπαθὴς
συνήθεια μὲ τοὺς ἑκάστοτε ζιγκολὸ καπνοὺς
ταχείας καύσεως εἶναι.
Βραδύτερη ποιότης ἐρώτων δὲν εὑρέθη.

Κάμελ ἐπειδὴ
ὅσο καλὰ κι ἂν τὰ κατάφερες ὡς τώρα
μόνος σου πεζὴ νὰ τὴν προχωρεῖς τὴν ἔρημο
ἀκολουθώντας ἀπὸ τὰ μύρια μονοπάτια της
τὸ δύσκολο ἐκεῖνο ποὺ σὲ βγάζει στὴν ἐξάλειψη
παντὸς συνοδοιπόρου

τώρα ὅπως βλέπεις ἐπαναστάτησε τὸ κλίμα
σήκωσε κεφάλι ἡ ἄμμος ἔγινε ἀμμοθύελλα
τὸ φορτίο χρόνου ποὺ κουβαλᾶς ἔγινε δριμύτερο
μολύβι καθὼς τὸ μούσκεψε ἡ βροχὴ ραγδαίων ἀριθμῶν.

Θέλεις νὰ φταίει τὸ ὄζον, νὰ παραμεγάλωσε
ἐκείνη ἡ μαύρη τρύπα τῆς ψυχῆς
θέλεις ν᾿ ἀπέτυχε ἡ στείρωση ποὺ ἔκανες
σὲ ὄνειρα νὰ μὴ γεννιοῦνται ἄλλα
τώρα παλεύεις, βογκᾶς, σκούζεις
ὅπως σκούζει ὄνειρο ποὺ παρὰ τὴ στείρωση
ὄνειρο συντρόφου σοῦ γεννᾶ.

Δέξου λοιπὸν τὶς νουθεσίες τῆς ταπείνωσης
κι ἀνέβα στὴν καμπούρα εὐκαιρία τῆς καμήλας
ποὺ σοῦ προσφέρει ἐτούτη ἡ διερχόμενη
φελλάχα νικοτίνη.

Ἀνέβα, παραδέξου το
στὴν αὐτάρκειά σου μπῆκαν συνεταῖροι φόβοι
(ἤδη τὶς προάλλες ἐθεάθης στοὺς καθρέφτες
τῆς ἡλίασης μὲ παρέα).

Ἂς μὴ γελιόμαστε ὅμοιέ μου.
Αὔταρκες εἶναι μοναχὰ τὸ μάταιον.

 


Η ΤΡΟΧΟΝΟΜΟΣ ΛΕΞΗ

 


ΤΡΙΛΑΜΠΕΣ ΚΑΙ ΟΜΟΙΟΚΑΤΑΛΗΚΤΟ