Κικὴ Δημουλᾶ - Ἡ ἐφηβεία τῆς λήθης

Ποιητικὴ Συλλογή, Γ´ ἔκδ. Στιγμή, 1994


Σὲ ἀλφαβητικὴ σειρά

PASSÉ-PARTOUT

Ἀνοίγω τὰ παράθυρα τῆς φωτογραφίας
ν᾿ ἀεριστεῖ. Ἔμεινε καιρὸ κλεισμένη
ὅπως πολλὰ ἐξοχικὰ παρελθόντα.

Εἶσαι στὸ μπαλκόνι. Μὲ τὴν καλὴ παλιά σου
στάση· ὄρθιος· φορᾷς τὴν ἔγχρωμη ἐπίγεια
ἐφαρμοστὴ στολὴ τῶν ἐπιπέδων: μιὰ κεραμιδένια
στέγη τὸ φουσκωτὸ μπουφὰν τοῦ πεύκου,
μπαλωμένο μ᾿ ἐνδιάμεση θάλασσα
στὰ μέρη ποὺ σκίστηκαν τὰ κλαδιὰ
παίζοντας μὲ δυνατοὺς ἀνέμους.
Εἶναι σὲ παλίρροια τὰ περιβόλια
Ἔχουν ἀνέβει ὡς τὰ τηλεγραφόξυλα
καὶ κρέμονται λεμόνια στὰ καλῴδια
ἄγουρα ἑορταστικὰ γλομπάκια.

Κάνεις ὑποστολὴ ἡλίου.
Ἀνεβάζεις τὴν τέντα συνθλίβοντας
πάνινα λουλούδια. Ἀνυπόμονος περιστρέφεις
τὴν κίνηση σὰ νά ῾ναι ὁ ἴσκιος τὸ δυσεύρετο.

Ὡς ἐδῶ λογικὰ συμπεριφέρεται ἡ φωτογραφία.
Ὥσπου ἐμφανίζομαι ἐγώ, παρανοϊκὰ νεόφερτη
στὴν εἰκόνα σὰν μὲ πλαστικὴν ἀφαίρεση.

Ἐνῷ ἤμουν μαζί σου ἐξ ἀρχῆς
κοινοκτήμων τῆς παλίρροιας καὶ τῶν περιβολιῶν
λίγο πιὸ πίσω ἀπὸ σένα καθισμένη
σ᾿ ἕνα πολὺ ἀναπαυτικὸ pliant μειδίαμά μου
μοιάζει τώρα
σὰν μόλις νὰ προστέθηκα στὴ φωτογραφία.
Μὲ σημερινὸ τὸ πρόσωπό μου, μαῦρο βλέμμα
μακρὺ σέρνεται ἡ οὐρά του χάμω στὸ μπαλκόνι
λὲς πῶς κάλεσε ἐμένα τὸ ἐπίσημο σκοτάδι.
Τείνομαι ἄπνους σὰ νὰ θέλω
νὰ σὲ ἀπομακρύνω ἀπὸ τὴν τέντα
μὴ σοῦ πέσει κι ἄλλο
νταμάρι ἴσκιου ἀπάνω σου.
Ἀρκετὰ ἀνήλιος ἔγινες.

Πῶς ἐνημερώθηκε ἡ φωτογραφία.
Χρόνος ἀληθινός σε χρόνο χάρτινο πῶς μπῆκε.
Μὲ ποιὰν οἰκειότητα ἡ ὀδύνη
μίλησε στὴν ἀπάθεια τῶν ἀψύχων.
Ἄραγε τί βαθύτερο νὰ εἶναι αὐτὰ τὰ ἄψυχα.
Μήπως τίποτα ζωὲς προηγούμενες ἐμψύχων
ποὺ μὲ τὴν πρώτη ἐπώδυνη εὐκαιρία
ὑποτροπιάζουν;

 


ΑΠΡΟΣΔΟΚΙΕΣ

Θεέ μου τί δὲν μᾶς περιμένει ἀκόμα.

Κάθομαι ἐδῶ καὶ βρέχομαι.
Βρέχει χωρὶς νὰ βρέχει
ὅπως ὅταν σκιὰ
μᾶς ἐπιστρέφει σῶμα.

Κάθομαι ἐδῶ καὶ κάθομαι.
Ἐγὼ ἐδῶ, ἀπέναντι ἡ καρδιά μου
καὶ πιὸ μακριὰ
ἡ κουρασμένη σχέση μου μαζί της.
Ἔτσι γιὰ νὰ φαινόμαστε πολλοὶ
κάθε ποὺ μᾶς μετράει τὸ ἄδειο.

Φυσάει ἄδειο δωμάτιο.
Πιάνομαι γερὰ ἀπὸ τὸν τρόπο μου
ποὺ ἔχω νὰ σαρώνομαι.

Νέα σου δὲν ἔχω.
Ἡ φωτογραφία σου στάσιμη.
Κοιτάζεις σὰν ἐρχόμενος
χαμογελᾷς σὰν ὄχι.
Ἄνθη ἀποξηραμένα στὸ πλάι
σοῦ ἐπαναλαμβάνουν ἀσταμάτητα
τὸ ἀκράτητο ὄνομα τοὺς semprevives

semprevives - αἰώνιες, αἰώνιες
μὴν τύχεις καὶ ξεχάσεις τί δὲν εἶσαι.

Μὲ ρωτάει ὁ καιρὸς
Ἀπὸ ποὺ θέλω νὰ περάσει
ποῦ ἀκριβῶς τονίζομαι
στὸ γέρνω ἢ στὸ γερνώ.
Ἀστειότητες.
Κανένα τέλος δὲν γνωρίζει ὀρθογραφία.

Νέα σου δὲν ἔχω.
Ἡ φωτογραφία σου στάσιμη.
Ὅπως βρέχει χωρὶς νὰ βρέχει.

Ὅπως σκιά μου ἐπιστρέφει σῶμα.
Κι ὅπως θὰ συναντηθοῦμε μία μέρα
ἐκεῖ πάνω.
Σὲ κάποιαν ἀραιότητα κατάφυτη
μὲ σκιερὲς ἀπροσδοκίες
καὶ ἀειθαλεῖς περιστροφές.
Τὸν διερμηνέα τῆς σφοδρῆς
σιωπῆς ποὺ θὰ αἰσθανθοῦμε
—μορφὴ ἐξελιγμένη τῆς σφοδρῆς
μέθης ποὺ προκαλεῖ μία συνάντηση
ἐδῶ κάτω— θά ῾ρθει νὰ κάνει ἕνα κενό.
Καὶ θὰ μᾶς συνεπάρει τότε
μιὰ ἀγνωρισιὰ παράφορη
—μορφὴ ἐξελιγμένη τοῦ ἀγκαλιάσματος
ποῦ ἐφαρμόζει ἡ συνάντηση ἐδῶ κάτω.

Ναὶ θὰ συναντηθοῦμε. Εὐανάπνευστα, κρυφὰ
ἀπὸ τὴν ἕλξη. Κάτω ἀπὸ δυνατὴ βροχὴ
ραγδαίας ἔλλειψης βαρύτητας. Σὲ κάποιαν
ἴσως ἐκδρομὴ τοῦ ἀπείρου στὸ ἐπ᾿ ἄπειρον·
στὴν τελετὴ ἀπονομῆς ἀπωλειῶν στὸ γνωστό,
γιὰ τὴ μεγάλη προσφορά του στὸ ἄγνωστο·
καλεσμένοι σὲ ἀστροφεγγιὰ προορισμοῦ,
σὲ διασκεδάσεις παύσεων γιὰ φιλευδιάλυτους
σκοποὺς καὶ ἀποχαιρετιστήριες οὐρανῶν
πρώην μεγάλες σημασίες.

Μόνο ποὺ ἐτούτη ἡ συντροφιὰ τῶν ἀποστάσεων
θὰ εἶναι κάπως ἄκεφη, ἀνεύθυμη
κι ἂς εὐθυμεῖ ἐκ τοῦ μηδενὸς ἡ ἀνυπαρξία.
Ἴσως γιατὶ θὰ λείπει ἡ ψυχὴ τῆς παρέας.

Ἡ σάρκα. Φωνάζω τὴ στάχτη νὰ μὲ ξαρματώσει.
Καλῶ τὴ στάχτη μὲ τὸ συνθηματικό της ὄνομα: Ὅλα.
Θὰ συναντιέστε ὑποθέτω τακτικὰ ἐσὺ
κι ὁ θάνατος ἐκείνου τοῦ ὀνείρου.
Τὸ στερνοπαίδι ὄνειρο.

Ἀπ᾿ ὅσα εἶχα τὸ πιὸ φρόνιμο.
Ξεθολωμένο, πρᾶο, συνεννοητικό.
Ὄχι καὶ τόσο βέβαια ὀνειροπόλο
Ἀλλὰ οὔτε καὶ φτηνὰ χαμηλωμένο,
Ὄχι σουδάριο κάθε γῆς.

Πολὺ οἰκονόμο ὄνειρο,
σὲ ἔνταση καὶ λάθη.
Ἀπὸ τὰ ὄνειρα ποὺ ἀνάθρεψα
τὸ πιὸ πονετικό μου: νὰ μὴ
γερνάω μόνη.

Θὰ συναντιέστε ὑποθέτω τακτικὰ
ἐσὺ κι ὁ θάνατός του.
Δίνε του χαιρετίσματα, πές του νὰ ῾ρθεῖ
κι αὐτὸ μαζὶ ἐξάπαντος ὅταν συναντηθοῦμε
ἐκεῖ, στὴν τελετὴ ἀπονομῆς ἀπωλειῶν.

Ὅσο δὲ ζεῖς νὰ μ᾿ ἀγαπᾶς.
Ναὶ ναὶ μοῦ φτάνει τὸ ἀδύνατον.
Κι ἄλλοτε ἀγαπήθηκα ἀπ᾿ αὐτό.
Ὅσο δὲ ζεῖς νὰ μ᾿ ἀγαπᾶς.
Διότι νέα σου δὲν ἔχω.
Καὶ ἀλίμονο ἂν δὲ δώσει
σημεῖα ζωῆς τὸ παράλογο.

 


ΜΟΝΟΚΛΙΝΟ ΣΥΜΠΤΩΜΑ

Ἀποροῦν κάθε φορὰ οἱ ξενοδόχοι
ποὺ ζητῶ μονόκλινο δωμάτιο στὴν πρόσοψη.
Μὲ κοιτάζουν σὰν ν᾿ ἀπαιτῶ θάνατο μὲ θέα.

Ἔβαλα ἐνέχυρο τὴ θάλασσα
κι εἶπα νὰ κάνω φέτος διακοπὲς σὲ βουνὸ
μὴ καὶ ξορκίσουν τὰ θροΐσματα τοῦ δάσους
ἐκεῖνο τὸ δαιμονισμένο σύνδρομο ἐπιστροφῆς
ποὺ κυριεύει αὐτοστιγμεὶ κάθε διαφυγή μου.
Ἂν μ᾿ ἀγκαλιάσει σκέφτηκα ἑνὸς δέντρου
ὁ σάτυρος κορμὸς μπορεῖ καὶ νὰ ριζώσω.

Καὶ στὸ βουνὸ τὰ ἴδια.
Σὰν νά ῾ταν σιδερένιο τὸ δωμάτιο
κι ὁ καθαρὸς ἀνάλαφρος ἀέρας ἀπέπνεε κλειδαριά.
Νὰ ξεκλειδώσω πάλευα μὲ τὰ ἠρεμιστικά μου
ἀλλὰ ἐκεῖνα ἤτανε πιὸ ἄρρωστα ἀπὸ μένα.
Τὰ ἴδια ποὺ ἔγιναν στὴν Πύλο
ἡ ἴδια ἄτακτος φυγὴ πρόπερσι ἀπὸ τὴ Σύρο
στὴν Καλαμάτα πέρσι τρισχειρότερα
γεμάτο τὸ τραῖνο καὶ θέλανε τὰ κλάματα
νὰ πᾶμε πίσω στὴν Ἀθήνα μὲ τὰ πόδια.
Τέτοια μανία καταδιώξεως μοῦ κυριεύει τοὺς τόπους.

Νὰ μοῦ λείπει ἡ ἀπουσία σου;
Δὲν ἔρχεται μαζί μου τὴν ἀφήνω σπίτι.
Ὅρος ρητὸς τῆς ἀλλαγῆς νὰ μὴν ἀκολουθήσει.

Ἄπληστο ποὺ εἶσαι Ἀνεξήγητο.
Τόση διαφάνεια καταπάτησες γιὰ τὴ διασφάλισή σου
κι ἔκανες θέρετρό σου τώρα
αὐτὸ τὸ ἀνεξήγητο σύμπτωμα ἐχθρικό μου.
Νὰ ἐπιστρέφω ἀμέσως. Μὲ λεωφορεῖο ταξὶ
ἂν πετύχω κανένα φεγγάρι ποὺ ἐπιστρέφει κι ἐκεῖνο
στὴν πιάτσα του ἀδειανό.

Ὀλέθρια συνήθεια. Ὄχι τίποτ᾿ ἄλλο
μὰ ἂν δὲν μ᾿ ἀρέσει νὰ δοῦμε πῶς θὰ ἐπιστρέψω
ἀπὸ τὸν κάτω κόσμο σου Ἀνεξήγητο.

 


ΣΑΝ ΝΑ ΔΙΑΛΕΞΕΣ

Παρασκευὴ εἶναι σήμερα θὰ πάω στὴ λαϊκὴ
νὰ κάνω ἕναν περίπατο στ᾿ ἀποκεφαλισμένα περιβόλια
νὰ δῶ τὴν εὐωδιὰ τῆς ρίγανης
σκλάβα σὲ ματσάκια.

Πάω μεσημεράκι ποὺ πέφτουν οἱ τιμὲς τῶν ἀξιώσεων
βρίσκεις τὸ πράσινο εὔκολο
σὲ φασολάκια κολοκύθια μολόχες καὶ κρινάκια.
Ἀκούω ἐκεῖ τί θαρρετὰ ἐκφράζονται τὰ δέντρα
μὲ τὴν κομμένη γλῶσσα τῶν καρπῶν
ρήτορες σωροὶ τὰ πορτοκάλια καὶ τὰ μῆλα
καὶ παίρνει νὰ ροδίζει λίγη ἀνάρρωση
στὶς κιτρινιάρικες παρειὲς
μιᾶς μέσα βουβαμάρας.

Σπάνια νὰ ψωνίσω. Γιατὶ ἐκεῖ σοῦ λένε διάλεξε.
Εἶναι εὐκολία αὐτὴ ἢ πρόβλημα; Διαλέγεις καὶ μετὰ
πῶς τὸ σηκώνεις τὸ βάρος τὸ ἀσήκωτο
ποὺ ἔχει ἡ ἐκλογή σου.
Ἐνῷ ἐκεῖνο τὸ ἔτυχε τί πούπουλο. Στὴν ἀρχή.
Γιατὶ μετὰ σὲ γονατίζουν οἱ συνέπειες.
Ἀσήκωτες κι αὐτές. Κατὰ βάθος εἶναι σὰν νὰ διάλεξες.

Τὸ πολὺ ν᾿ ἀγοράσω λίγο χῶμα. Ὄχι γιὰ λουλούδια.
Γιὰ ἐξοικείωση.
Ἐκεῖ δὲν ἔχει διάλεξε. Ἐκεῖ μὲ κλειστὰ τὰ μάτια.

 


ΤΟ ΣΠΑΝΙΟ ΔΩΡΟ

Καινούργιες θεωρίες.
Τὰ μωρὰ δὲν πρέπει νὰ τ᾿ ἀφήνετε νὰ κλαῖνε.
Ἀμέσως νὰ τὰ παίρνετε ἀγκαλιά. Ἀλλιῶς
ὑπόκειται σὲ πρόωρη ἀνάπτυξη
τὸ αἴσθημα ἐγκατάλειψης ἐνηλικιώνεται
ἀφύσικα τὸ παιδικό τους τραῦμα
βγάζει δόντια μαλλιὰ νύχια γαμψὰ μαχαίρια.

Γιὰ τοὺς μεγάλους, οὕτως εἰπεῖν τοὺς γέροντες
«ὅ,τι δὲν εἶναι ἄνοιξη εἶναι γερόντιο πιά»
ἰσχύουν πάντα οἱ παμπάλαιες ἀπόψεις.
Ποτὲ ἀγκαλιά. Ἀφῆστε τους νὰ σκάσουνε στὸ κλάμα
μέχρι νὰ τοὺς κοπεῖ ἡ ἀνάσα
δυναμώνουν ἔτσι τὰ ἀποσιωπητικά τους.
Ἂς κλαῖνε οἱ μεγάλοι. Δὲν ἔχει ἀγκαλιά.
Γεμίστε μοναχὰ τὸ μπιμπερό τους
μὲ ἄγλυκην ὑπόσχεση «δὲν κάνει νὰ παχαίνουν
οἱ στερήσεις» πὼς θά ῾ρθει μία καὶ καλὴ
νὰ τοὺς ἐπικοιμήσει λιπόσαρκα
ἡ ἀγκαλιὰ τῆς μάνας τους.
Βάλτε κοντά τους τὸ μηχάνημα ἐκεῖνο
ποὺ καταγράφει τοὺς θορύβους τοῦ μωροῦ
ὥστε ν᾿ ἀκοῦτε ἀπὸ μακριὰ
ἂν εἶναι ρυθμικὰ μοναχικὴ ἡ ἀναπνοή τους.
Ποτὲ μὴ γελαστεῖτε νὰ τοὺς πάρετε ἀγκαλιά.
Τυλίγονται ἄγρια
γύρω ἀπ᾿ τὸν σπάνιο λαιμὸ αὐτοῦ τοῦ δώρου,
θὰ σᾶς πνίξουν.

Τίποτα. Ὅταν σᾶς ζητᾶνε ἀγκαλιὰ
μολὼν λαβὲ μωρό μου, μολὼν λαβὲ νὰ ἀπαντᾶτε.

 


Η ΕΦΗΒΕΙΑ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ

Περιμένω λίγο
νὰ σκουρήνουν οἱ διαφορὲς καὶ τ᾿ ἀδιάφορα
κι ἀνοίγω τὰ παράθυρα. Δὲν ἐπείγει
ἀλλὰ τὸ κάνω ἔτσι γιὰ νὰ μὴ σκεβρώσει ἡ κίνηση,
Δανείζομαι τὸ κεφάλι τῆς πρώην περιέργειάς μου
καὶ τὸ περιστρἐφω. Ὄχι ἀκριβῶς περιστρέφω.
Καλησπερίζω δουλικὰ ὅλους αὐτοὺς τοὺς κόλακες
τῶν φόβων, τὰ ἀστέρια.Ὄχι ἀκριβῶς καλησπερίζω.
Στερεώνω μὲ βλεμμάτινη κλωστὴ
τ᾿ ἀσημένια κουμπάκια τῆς ἀπόστασης
κάποια ποὺ ἔχουν ξηλωθεῖ τρέμουνε καὶ θὰ πέσουν.
Δὲν ἐπείγει. Τὸ κάνω μόνο γιὰ νὰ δείξω στὴν ἀπόσταση
πόσο εὐγνωμονῶ τὴν προσφορά της.

Ἂν δὲν ὑπῆρχε ἡ ἀπόσταση
θὰ μαραζώνανε τὰ μακρινὰ ταξίδια
μὲ μηχανάκι θὰ μᾶς ἔφερναν στὰ σπίτια
σὰν πίτσες τὴν ὑφήλιο ποὺ ὀρέχτηκε ἡ φυγή μας.
Θὰ ἤτανε σὰν βδέλλες κολλημένα
πάνω στὰ νιάτα τὰ γεράματα
καί θὰ μὲ φώναζαν γιαγιὰ ἀπ᾽ τὰ χαράματά μου
ἐγγόνια μου καὶ ἔρως ἀδιακρίτως.
Καί τί θὰ ἦταν τ᾿ ἄστρα
δίχως τὴν ὑποστήριξη ποὺ τοὺς παρέχει ἡ ἀπόσταση,
Ἐπίγεια ἀσημικά, τίποτα κηροπήγια τασάκια
νὰ ρίχνει ἐκεῖ τίς στάχτες του ὁ ἀρειμάνιος πλοῦτος
νὰ ἐπενδύει ὁ θαυμασμὸς τὴν ὑπερτίμησή του.

Ἂν δὲν ὑπῆρχε ἡ ἀπόσταση
στὸν ἑνικὸ θὰ μᾶς μιλοῦσε ἡ νοσταλγία.
Οἱ σπάνιες τώρα ντροπαλές της συναντήσεις
μὲ τὴν πληθυντικὴ ἀνάγκη μας
μοιραῖα τότε θ᾿ ἀφομοίωναν
τὴν ἀλανιάρα γλώσσα τῆς συχνότητας.

Βέβαια, ἂν δὲν ὑπῆρχε ἡ ἀπόσταση
δὲν θά ῾τανε σὰν ἄστρο μακρινὸ ἐκεῖνος ὁ πλησίον
θὰ ῾ρχόταν στὴν πρωτεύουσα προσέγγιση
μόνο δυὸ βήματα θ᾿ ἀπέχανε τὰ ὄνειρα
ἀπὸ τὴ σκιαγράφησή του,
Ὅπως κοντά μας θὰ παρέμενε
ἡ ὕστατη φευγάλα τῆς ψυχῆς,
Πρὸς τί ἡ τόση περιπλάνηση. Χῶρος
κενὸς ὑπάρχει. Ἐμεῖς θὰ κατεβαίναμε
νὰ ζήσουμε στὸ ὑπόγειο κορμί μας
κι ἐκείνη μὲ τὸν μύθο της καὶ τὰ συμπράγκαλά του
θὰ μετεμψυχωνότανε σὲ σῶμα.

Ἂν δὲν ὑπῆρχες ἐσὺ ἀπόσταση
θὰ πέρναγε πολὺ εὐκολότερα
πιὸ γρήγορα ἑν μιᾷ νυκτὶ ἡ λήθη
τὴ δυσκολη παρατεταμενη ἐφηβεία της
αὐτὸ ποὺ χάριν εὐφωνίας ὀνομάζουμε μνήμη.

Ὄχι ἀκριβῶς μνήμη. Στερεώνω
μὲ βλεμμάτινη κλωστὴ ὁμοιώσεις
ἔχουν ξηλωθεῖ τρέμουνε καὶ θὰ πέσουν.
Ὄχι ἀκριβῶς στερεώνω. Δουλικὰ περιστρέφομαι
γύρω ἀπ᾿ αὐτοὺς τοὺς κόλακες τοῦ χρόνου ποὺ
χάριν συντομίας τοὺς όνόμασα μνήμη.
Ὄχι ἀκριβῶς μνήμη. Ἀνεφοδιάζω διάττοντες
μὲ παρατεταμένη ἐκμηδένιση. Ἐπείγει.

 


ΚΟΙΝῌ ΥΠΑΙΤΙΟΤΗΤΙ

Δὲν εἶχα τίποτα γιὰ φαγητὸ ἀπόψε
κι εἶπα νὰ τσιμπήσω πρόχειρα
μιὰ σφραγισμένη λύση ποὺ ὑπῆρχε.
Μὲ ἡμερομηνία παραγωγῆς,
τῆς λήξης δυσανάγνωστη.
Κάτι γράμματα ποὺ βρέθηκαν.
Δός μου νὰ σ᾿ τὰ διαβάσω ἐγὼ
προθυμοποιήθηκε ἡ ἀπάθεια.

Κι ἔτσι εὐχαρίστως ποὺ τὸ δέχτηκα
κι ἔτσι ἀπαίσια ποὺ τὰ διάβαζε ἐκείνη
μὲ τὴ θηλυπρεπὴ φωνή της
σὰν νά ῾χε ἀλλάξει φύλο καὶ ἡ σημασία τους
καὶ ὁ ἀποστολέας
κατάλαβα πὼς εἴχανε χαλάσει
ἔληξε ἡ ἰσχύς τους.

Μὴν τὰ πετᾶς μὲ πρόλαβε ἡ διορατικότης
θὰ τύχει νὰ περάσει ἀπὸ δῶ
καμιὰ φτωχὴ ὀνειροπόληση, τὰ δίνεις,
Τοὺς ἀρέσουνε τὰ χαλασμένα
πράγματα ποὺ ἔχουνε λήξει.

 


ΡΑΝΤΕΒΟΥ ΜΕ ΜΙΑΝ ΑΓΝΩΣΤΗ

Τί θὰ φορᾷς συνεννόηση
νὰ σὲ γνωρίσω
ὥστε νὰ μὴ χαθοῦμε πάλι
μὲς στοὺς πολυπληθεῖς σῳσίες σου;

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΙΣ

Φυσικὰ καὶ ὀνειρεύομαι.
Ζεῖ κανεὶς μόνο μ᾿ ἕνα ξερὸ μισθό;

Πόσο συχνά;
Κάθε ποὺ ἐγκαταλείπουν συχνότατα ὅλοι.

Ἐπηρεάζουν τοὺς ἀπόντες τὰ ὄνειρά σας;
Βέβαια. Τὸ ξανασκέφτονται καλὰ
καὶ μᾶλλον μετανιώνουν ὁριστικά τους ὅλοι.

Εἶναι ἐλευθέρα ἡ εἴσοδος;
Ὄχι ἐντελῶς. Ζητάω τὴν ἄδεια τοῦ ὀνείρου
πρὶν ἐλπίσω. Μοῦ τὴν δίνει ἐν γένει
μαζὶ μὲ κάποιες ὁδηγίες αὐστηρές.
Νὰ πιστέψω δίχως ν᾿ ἀγγίξω
νὰ μὴ μιλήσω διόλου στὸν καπνὸ
γιατὶ εἶναι ὑπνοβάτης καὶ θὰ πέσει
μόνο διὰ τοῦ βλέμματος ν᾿ ἀφήσω
τὸ αἴτημά μου στὴν κρεμάστρα
ὅ,τι μοῦ δοθεῖ νὰ τὸ δεχτῶ
κι ἂς μὴν ἔχει καμιὰ ὁμοιότητα
μ᾿ αὐτὸ ποὺ ζωγραφίζει ἡ ἔκκλησή μου -
θὰ τὴν ἐπανέβρει μόλις ξαναχαθεῖ.

Ἕνα μόνο δὲ μοῦ δίνει τὸ ὄνειρο.
Τὸ ὅριο. Ὣς ποῦ νὰ κινδυψέψω.
Γιατὶ τότε πιὰ δὲν θὰ ἦταν ὄνειρο,
Θά ῾ταν γεράματα.

 


ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ

ΙΙ

Ἔχω νὰ δῶ τὴν ἁρπαγὴ τοῦ Δία
ἀπὸ τὴν ἅρπαγα ὀμορφιὰ τοῦ Γανυμήδη
πρὸ ἀμνημονεύτων ἀναμνήσεων
πολὺ πρὸ τῆς νίκης ποὺ ἔδρεπαν δολίως
τὰ χρόνια φιλεύοντάς μας μέρες.

Περίεργο. Σὰν νὰ μοῦ φαίνεται ἡ ἁρπαγὴ
λίγο συρρικνωμένη. Δὲν τὴν κρατάει σφιχτὰ
μὲ τὴν παλιά της περιπάθεια ἡ αἴσθησή μου.
Εἷναι ποὺ τὸ ἐπιβάλλει ἡ τέχνη καὶ παραμένει
ἡ εὐδαιμονία στὴν ἔκφραση τοῦ ζεύγους
ἀλλιῶς θὰ εἶχε φύγει.

Μὴ γίνεσαι τυραννικὸς στὶς ἀναμνήσεις.
Δὲν ζητᾶς μόνο τὴν περίμετρο
τῶν αἰσθημάτων ποὺ τοὺς ἔδωσες πρὸς φύλαξιν.
Ἐπακριβὴ τὴ διάμετρο τῆς ἔντασής τους ἀπαιτεῖς.

Τρομάζουν. Εἷναι σὰν νὰ τὶς βάζεις νὰ γδυθοῦν
μπροστὰ σὲ ξένο. Ξένος τοὺς εἷσαι ὅπως ἄλλαξες
ξένος ὁ χῶρος κι ἂς γεννήθηκαν ἐδῶ.
Ὅμως μεγάλωσαν ἀλλοῦ στὰ ξένα χέρια
τῆς ἐπισκίασής τους
ἀπ᾿ τίς νεότερες γενιὲς λησμονητέων.
Ἀπόμειναν
ἡμίεργον ἥττας ἰσχυρῶς διαρεβρωμένον.
Μόνο θελήματα τοῦ ποδαριοῦ ἀναλαμβάνουν
νὰ μεταφέρουν χαιρετίσματα καὶ χρόνια πολλὰ
ποὺ στέλνει κάποιο τέλος σὲ συμπολεμιστή του.

Ξέχασέ τες. Διαβαίνουν τὴ Στοὰ τῆς Ἠχοῦς
κι ἀπορροφῶνται ἀναστενάζοντας.
Ἀναστενάζοντας. Εἷναι τὸ μόνο ποὺ θυμοῦνται.