Γεώργιος Βιζυηνός
Προλεγόμενα στὸ ἔργο «Ἀτθίδες αὖραι»
Τοῦ Γιώργου Μπλάνα

Ἔτσι πηγαίνει, τρέχει, ψάχνει. Τί ψάχνει; Στὰ σίγουρα, αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος,
αὐτὸς ὁ μοναχικός, ὁ προικισμένος μὲ ἐνεργητικὴ φαντασία, ταξιδεύοντας
πάντα μέσα στὴν μεγάλη ἀνθρώπινη ἔρημο, ἔχει ἕνα σκοπὸ πιὸ ὑψηλὸ
ἀπὸ αὐτὸν ἑνὸς ἁπλοῦ σουλατσαδόρου, ἕνα σκοπὸ πιὸ γενικό,
διαφορετικὸ ἀπὸ τὴν φευγαλέα ἀπόλαυση τῆς περίστασης.
Ψάχνει αὐτὸ τὸ κάτι ποὺ θὰ μᾶς ἐπιτραπεῖ
νὰ ὀνομάσουμε Modernité.

CHARLES BAUDELAIRE

Ὁ Γεώργιος Βιζυηνὸς γεννήθηκε στὶς 8 Μαρτίου τοῦ 1849 στὴ Βιζύη ἢ Βιζὼ ἢ Βίζα ἢ Βίζη ἢ Βιζοὺ τῆς ἀνατολικῆς Θράκης, πόλη μὲ βαθιὲς ἱστορικὲς ρίζες -ἀφοῦ ὑπῆρξε πρωτεύουσα τοῦ ἀρχαίου βασιλείου τῶν πολεμοχαρῶν Ἄστων ἢ Ἀστῶν- ἐξαιρετικὰ ὄμορφη, πλάι στὶς δυτικὲς πηγὲς τοῦ Ἐργίνου ποταμοῦ, καὶ πολὺ κεντρική, ἀνάμεσα στὴν Ἀδριανούπολη καὶ στὴν Κωνσταντινούπολη. Ἡ μητέρα του, Δέσποινα, ἦταν μία ἀγαθὴ καὶ εὐσεβῆς γυναίκα, ψυχικῶς καλλιεργημένη στὸ πλαίσιο τῆς ἐξαιρετικὰ πλούσιας ἀπὸ αἰσθητικὴ καὶ ἠθικὴ ἄποψη θρακικῆς παράδοσης. Ὀρφάνεψε μικρή, ἀλλὰ εὐτύχησε νὰ μεγαλώσει σὲ οἰκογένεια οἰκονομικὰ τακτοποιημένων ἀνθρώπων. Ὁ πατέρας του, Μιχαῆλος, ἦταν περιφερόμενος ἔμπορος καὶ γιὰ λίγο διάστημα παντοπώλης. Ἡ οἰκογένεια εἶχε ἤδη ἕνα μεγαλύτερο παιδί, γεννημένο στὰ 1846, τὸν Χρηστάκη. Ἕνα κορίτσι μὲ τὸ ὄνομα Ἀννιώ, γεννημένο τρία χρόνια περίπου πρὶν ἀπὸ τὸν ποιητή, εἶχε τραγικὸ τέλος. Τὸ πλάκωσε στὸν ὕπνο της ἡ Δέσποινα καὶ τὸ ἔσκασε. Ἀργότερα, ἡ οἰκογένεια ἀπέκτησε κι ἄλλο κορίτσι ποὺ τοῦ ἔδωσαν τὸ ἴδιο ὄνομα μὲ τὸ ἀδικοχαμένο. Ἀλλὰ κι αὐτὸ πέθανε σὲ μικρὴ ἡλικία.

Μέχρι ἐκείνη τὴν ἐποχή, ἡ οἰκογένεια δὲν φαίνεται ν᾿ ἀντιμετωπίζει κάποιο πρόβλημα. Ὁ ποιητής, κατὰ τὰ φαινόμενα, ὑπῆρξε ζωηρὸ παιδάκι μὲ καλλιτεχνικὲς καὶ ἐρωτικὲς ἀνησυχίες. Ἡ τέχνη -μὲ τὴ μορφὴ τοῦ τραγουδιοῦ- καὶ ὁ ἔρωτας ἔπαιζαν πάντα σπουδαῖο ρόλο στὴ ζωὴ τῶν Θρακῶν. Τὸ θρακικὸ τραγούδι «εἶναι ξεχωριστὸ πράγμα», γράφει ὁ Θράκας Πολύδωρος Παπαχριστοδούλου στὸ βιβλίο τοῦ Θρακικὲς Ἐκπομπὲς τοῦ Ραδιοφωνικοῦ Σταθμοῦ Ἀθηνῶν κατὰ τὰ ἔτη 1952-1955, «τὸ χαρακτηρίζει ὄχι πομπικὸς λαρυγγισμός, ὄχι ὁ πολεμικὸς οἶστρος τῆς μάχης, ὅπως τὸ μοραΐτικο τραγούδι, ἀλλὰ ἡ ὁμαλότητα, ἡ κατάνυξη, τὸ πάθος, καὶ σὲ συνεπαίρνει τὸ ποιόν του καὶ ἡ γλυκύτητά του, ποὺ τὴ δανείζεται ἢ ὁ λαὸς ἀπὸ τὴν ὑμνωδία ἢ ὁ ἱεροψάλτης ἀπὸ τὸ λαό. [...] Τὰ γνωρίσματά τους εἶναι ἡ ἁπλότης τους, ἡ λιτότης τους, τὸ ὑπερβολικό τους πάθος, ἡ κατάνυξή τους, ἡ ὁμοιότης πολλῶν μὲ ἐκκλησιαστικὰ τροπάρια. Τὰ χαρακτηρίζει τὸ σκῶμμα, ἡ ὑπερβολικὴ ἐκφραστικότης καὶ ἱκανότης γιὰ τὴν ἑρμηνεία τοῦ συναισθήματος τῆς στιγμῆς ἢ τῆς ὥρας, εἴτε εἶναι γάμος εἴτε τραπέζι εἴτε ξενύχτι γλεντιοῦ. Οἱ Θράκες στὰ τραγούδια τους εἶναι πολὺ ἐκφραστικοί. Μὲ τὰ λεπτότερα μουσικὰ μέσα ἐκφράζουν τὰ λεπτότερα συναισθήματά τους. Στοὺς ἀπέραντους κάμπους τῆς Θράκης εἶναι ὁμαλὴ ἡ θρακικὴ μελωδία, εἶναι σφιχτοδεμένη, εἶναι δουλεμένη. Τὰ τραγούδια δὲν τραγουδιοῦνται μονόφωνα ἀλλὰ ὁμαδικὰ πάντα τὰ τραγουδοῦν οἱ πολλοί, ὁ λαός, οὔτ᾿ ἔχουν ἀναρίθμητα τσακίσματα καὶ λαρυγγισμούς. Εἶναι μελωδίες, ποὺ ὁ λαὸς πολύφωνος τὰ τραγουδεῖ σὰν ἐκκλησιαστικὰ τροπάρια, εἴτε ὑποδέχεται τὸν ξενητεμένον, εἴτε συνοδεύει τὴ νύφη στὸ ἐξόδιό της γιὰ τὴν ἐκκλησία καὶ τὰ στεφανώματα, εἴτε στήνει τὸ χορὸ ποὺ τὸν σέρνει ἡ νύφη. Εἶναι οἱ θρακικὲς λαϊκὲς μελωδίες ἐξομαλυμένα μουσικὰ κείμενα, ὅπως εἶναι ἐξομαλυμένα τὰ ὑπέροχα τραγούδια τους καὶ γλωσσικὰ καὶ ρυθμικά. Δὲν ὑπάρχουν χασμωδίες καὶ παραπατήματα, δὲν ὑπάρχουν αὐτοσχεδιασμοί. Εἶναι κατασταλάγματα πολλῆς δουλειᾶς καὶ φροντίδας. Γι᾿ αὐτὸ καὶ στὴν ἐκτέλεσή τους δημιουργοῦν τὴν καλλιτεχνικὴ τέρψη, τὴν ἡδονὴ τοῦ πηγαίου τραγουδιοῦ ἀλλὰ καὶ τοῦ δουλεμένου».

Ὡς ἐκ τούτου, μποροῦμε εὔκολα νὰ ἑρμηνεύσουμε τὴν ἀρτιότητα τῶν πρώτων στιχουργικῶν προσπαθειῶν τοῦ Βιζυηνοῦ. Ἡ συνεχὴς ἐπαφὴ μὲ τὸ τραγούδι δημιουργεῖ ἕνα εἶδος αἰσθητικῆς καλλιέργειας, ἡ ὁποία λείπει ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῶν ἀστικῶν κέντρων, ἀκόμη καὶ στὴ διάρκεια τοῦ 19ου αἰώνα.

Ὅσο γιὰ τὸν ἔρωτα, «ὁ ἐρωτισμὸς ἦταν στοιχεῖο συνοδευτικὸ τῆς φήμης, τῆς μυθολογίας καὶ τῆς ἱστορίας τῶν Θρακῶν καὶ μάλιστα διαχρονικά», μᾶς διαβεβαιώνει ὁ συγγραφέας Π.Σ. Ἀθανασιάδης στὸ βιβλίο του Ψηφίδες ἀπὸ τὴ Θράκη τοῦ Χτές. «Στὴν εἰκόνα αὐτή, συνέβαλε βασικὰ ἡ πολυγαμία τῶν ἀρχαίων Θρακῶν, ἀλλὰ καὶ ἡ διαδεδομένη λατρεία θεοτήτων, ποὺ σχετίζονταν μὲ ὀργιαστικὲς τελετὲς καὶ ἄλλα στοιχεῖα, στὰ ὁποῖα σήμερα δίδεται διάθεση ἐρωτική, ἀλλὰ καὶ καθαρὰ σεξιστική. [...] Στοὺς σχετικὰ νεώτερους χρόνους, ὅπου μποροῦμε νὰ χρησιμοποιήσουμε σὰν καθρέφτη τῶν κοινωνικῶν δρωμένων τὰ δημοτικὰ τραγούδια, βλέπουμε ὅτι πολλὰ ἀπὸ αὐτὰ ὑμνοῦν κάθε εἴδους ἐρωτικὴ ἀταξία, ἀπὸ ἕνα ἁπλὸ καὶ ἀθῶο φλὲρτ ἕως τὸν ἄνομο ἔρωτα πρὸς τὴν ... κουμπάρα, θέμα κοινὸ καὶ σὲ δημοτικὰ τραγούδια ἄλλων περιοχῶν τῆς χώρας. [...] Ὁ ἐρωτισμός, ποὺ ἦταν διάχυτος ἀπὸ τὶς τρυφερὲς ἡλικίες, τραγουδήθηκε πολλὲς φορὲς ἀπὸ τὸ λαὸ τῆς Θράκης μὲ στόχους πολλαπλούς, εἴτε τῆς κοινωνικῆς κριτικῆς (πολλὲς φορὲς τὴ λένε καί... κουτσομπολιὸ οἱ σύγχρονοι συνέλληνες) εἴτε τῆς διακωμώδησης. Ἔρωτες ποὺ ὑμνήθηκαν ἦταν καὶ αὐτοί, ποὺ ὑπερέβαιναν τὶς φυλετικὲς προκαταλήψεις, τοὺς κοινωνικοὺς διαχωρισμοὺς καὶ ἀποκλεισμοὺς καὶ τοὺς θρησκευτικοὺς περιορισμούς».

Ὁ Γεώργιος πέρασε, λοιπόν, τὰ πρῶτα παιδικὰ χρόνια του εὐχάριστα, ἐκπαιδευόμενος στὸ τραγούδι καὶ τὴ ζωντανή, κοινωνικὰ λειτουργικὴ αἴσθηση τοῦ ἔρωτα, ἐφόδια ἂν ὄχι ἀπαραίτητα τουλάχιστον πολύτιμα γιὰ κάθε πραγματικὸ ποιητή. Μὰ καὶ ἀπὸ ὑλικὴ ἄποψη δὲν πρέπει νὰ στερήθηκε τίποτε. Ἤδη ἀπὸ τὸ 1840 ἡ Βιζύη ὑπάγεται διοικητικὰ στὴν Ἀνδριανούπολη. Διαιρεῖται σὲ 4 συνοικίες, μὲ χίλιες οἰκογένειες: ἑξακόσιες ἑλληνικὲς καὶ τετρακόσιες τουρκικές. Συνεπῶς δὲν ἦταν χωριό, ἀλλὰ μικρὴ πόλη μὲ συγκροτημένη κοινωνικὴ καὶ οἰκονομικὴ ζωή.

Μεσοῦντος τοῦ 1854, ὁ πατέρας τοῦ ποιητῆ, Μιχαῆλος, ἐπιστρέφοντας μὲ ἐμπορεύματα ἀπὸ τὴ Βουλγαρία, προσβάλλεται ἀπὸ τύφο καὶ πεθαίνει. Ἡ χήρα Δέσποινα ἔχει ν᾿ ἀντιμετωπίσει ὅλα τὰ βάρη τῆς οἰκογενείας. Τὸ μεγαλύτερο παιδί της εἶναι μόνο ἐννέα ἐτῶν καὶ ὁ ποιητὴς ἕξι. Σὰν νὰ μὴν ἔφταναν ὅλα αὐτά, εἶναι ἔγκυος στὸ τελευταῖο παιδὶ τοῦ Μιχαήλου. Σὲ λίγο, γεννᾶ τὸ στερνοπαίδι καὶ τοῦ δίνει τὸ ὄνομα τοῦ νεκροῦ συζύγου. Ὁ Γεώργιος εἶχε τὴν ἀμέριστη ἀγάπη τῆς μητέρας του καὶ δὲν φαίνεται νὰ τραυματίστηκε ψυχικά, πέραν τῆς φυσιολογικῆς θλίψης γιὰ τὴν ἀπουσία τοῦ πατέρα καὶ τῆς αἴσθησης τῆς διαφορετικότητας, τὴν ὁποία δημιουργοῦσε ὁ χαρακτηρισμὸς «ὀρφανό» ἀπὸ τοὺς γείτονες. Ἀντίθετα, στὸ βάθος τοῦ χαρακτήρα του ὑπέφωσκε πάντα κάποια ὑπερηφάνεια γιὰ ὅλα ὅσα κατόρθωσε ὣν ὀρφανός, καὶ εἶναι φανερὸ πώς, μέχρι τὴν ἐποχὴ ποὺ τὸν ἔπληξε ἡ νευρικὴ νόσος, χαρακτηριζόταν ἀπὸ ἀπόλυτη ψυχικὴ ἰσορροπία. Φοίτησε γιὰ μικρὸ διάστημα στὸ Δημοτικὸ Σχολεῖο τῆς Βιζύης, τὸ ὁποῖο σημειωτέον ἦταν τὸ πρῶτο ποὺ ἱδρύθηκε στὴ Θράκη, τὸ 1839. Ἀλλὰ ἡ οἰκογένεια ἔπρεπε νὰ ἐπιβιώσει. Ἔτσι, ὁ μεγαλύτερος ἀδελφός του, ποὺ ἦταν ἤδη περιφερόμενος ἔμπορος, τὸν ἔβαλε σ᾿ ἕνα ραφτάδικο τῆς Κωνσταντινούπολης γιὰ νὰ μάθει τὴν τέχνη. Τρία χρόνια πέρασε ἐκεῖ ὁ μικρὸς Γεώργιος καὶ δὲν ἦταν χωρὶς παράπονα. Τὸ ἀντίθετο μάλιστα. Διαμήνυε συνεχῶς στὴ μητέρα του νὰ τὸν πάρει ἀπὸ μία τόσο σκληρὴ δουλειὰ κι ἕναν τόσο σκληρὸ μάστορα.

Ὅμως, ἡ μοίρα ἀναλαμβάνει πολλὲς φορὲς νὰ ἐπιλύσει προβλήματα ποὺ οἱ ἄνθρωποι ἀδυνατοῦν νὰ διευθετήσουν. Ὁ ράφτης πεθαίνει. Τὸ ραφτάδικο κλείνει καὶ ὁ Γεώργιος ἀπευθύνεται στὸν Κύπριο ἔμπορο Γεωργιάδη, τὸν ὁποῖο εἶχε γνωρίσει στὸ ραφτάδικο. Ὁ πλούσιος ἔμπορος τὸν κρατᾶ κοντά του καὶ μάλιστα τὸν ἐνθαρρύνει στὴ μελέτη θρησκευτικῶν θεμάτων. Τότε ἀρχίζει νὰ στιχουργεῖ. Τὸ 1868 τὸν βρίσκει στὴν Κύπρο. Εἶναι πιὰ δεκαοκτὼ ἐτῶν καὶ ἀρκετὰ μορφωμένος. Ὁ Γεωργιάδης τὸν γνωρίζει στὸν Ἀρχιεπίσκοπο Κύπρου Σωφρόνιο Γ´ (1825-1900). Ἔτσι καταλήγει προστατευόμενός του. Βάζει τὸ ράσο τοῦ ἀναγνώστη καὶ παρακολουθεῖ τὴν Ἑλληνικὴ Σχολὴ τῆς Λευκωσίας, μὲ σκοπὸ νὰ γίνει κληρικός. Ἀλλὰ τὰ ἐρωτικὰ ἐνδιαφέροντά του, ποὺ ἐκδηλώθηκαν πολὺ νωρίς, δὲν τὸν ἀφήνουν σὲ ἡσυχία. Κάποια περιπέτεια μὲ παντρεμένη κυρία δὲν ἔχει ἐπιβεβαιωθεῖ. Ἐρωτεύεται ὅμως μία μικρούλα καὶ ἀρχίζει τὰ ραβασάκια, τὶς κουβέντες, τὶς καντάδες καί, φυσικά, τὰ ποιήματα. Ὁ προστάτης του τοῦ ἐπιβάλλει προσευχὲς καὶ προβληματίζεται γιὰ τὸ μέλλον. Σύμφωνα μὲ ἄλλες πληροφορίες, ὁ Σωφρόνιος δὲν εἶδε μὲ πολὺ κακὸ μάτι τὸν ἔρωτα τοῦ νεαροῦ. Ἀπ᾿ ὅλη αὐτὴν τὴν ἱστορία, ὁ Βιζυηνὸς βγαίνει ἀποφασισμένος ν᾿ ἀσχοληθεῖ μὲ τὴν ποίηση καὶ λογοδοσμένος μὲ τὴν μικρούλα. Ἂν εἶναι ἀλήθεια πὼς τὸ ποίημα Θεέ μου, μὴν εἶσαι... (τὸ ὁποῖο ἡ κυρία Ἑλένη Φυσεντζίδου, ἡ μικρούλα «ἀρραβωνιάρα», ἰσχυρίστηκε πὼς τῆς ἀφιέρωσε ὁ Γεώργιος) ἀνήκει σ᾿ αὐτὴν τὴν ἐποχή, τότε βρισκόμαστε μπροστὰ σὲ ἕνα πολὺ ἐλπιδοφόρο ταλέντο. Οἱ στίχοι

Θεέ μου! Μὴν εἶσαι
μὲ ρόδα πλασμένη,
μὴν εἶσαι ἀδελφὴ
τῶν ἀγγέλων, Ἑλένη;
Βαδίζεις κι ἀκούω
νὰ ἠχεῖ ἡ φωνή σου.
Δὲ λάμπουν τὰ ρόδα
ὡς λάμπει ἡ μορφή σου.
Λευκότερος εἶναι
ὁ λαιμός σου τοῦ κρίνου...

διαθέτουν εἰκονοποιΐα διαυγῆ, γλώσσα φυσική, στιχουργία ἀπόλυτα λειτουργικὴ καὶ μία τουλάχιστον ἐνδιαφέρουσα ἰδέα (Βαδίζεις κι ἀκούω νὰ ἠχεῖ ἡ φωνή σου) ποὺ προϋποθέτει ἕναν, ἔστω καὶ ἄγουρο ἀκόμη, συμβολιστικὸ τύπο εὐαισθησίας, τὸν ὁποῖο δὲν μποροῦμε νὰ ἀνιχνεύσουμε οὔτε στὸ περίφημο ποίημα She walks in beauty... (1814) τοῦ Μπάιρον [George Gordon Noel Byron, 1788-1824] ποὺ ἀπηχοῦν οἱ παραπάνω στίχοι.

Καὶ ἡ μοίρα ἔρχεται γιὰ ἄλλη μιὰ φορὰ νὰ παίξει τὰ παιχνίδια της. Στὰ 1872, ὁ Γεώργιος ἀναγκάζεται νὰ φύγει ἀπὸ τὴν Κύπρο. Δὲν πρόκειται νὰ ξαναγυρίσει γιὰ νὰ ἱκανοποιήσει τὴν ὑπόσχεση γάμου ποὺ ἔδωσε, παρ᾿ ὅλο ποὺ γιὰ ἀρκετὸ καιρὸ ἐπικοινωνεῖ μὲ τὴν «ἀρραβωνιάρα». Τὸ Πατριαρχεῖο τῆς Κωνσταντινούπολης, προκειμένου ν᾿ ἀντιμετωπίσει τὴν ἀποσχιστικὴ τακτικὴ τῆς βουλγαρικῆς Ἐκκλησίας, καλεῖ τὸν Σωφρόνιο, κι ἐκεῖνος παίρνει μαζί του τὸν νεαρὸ ἀναγνώστη. Στὴ διάρκεια αὐτοῦ τοῦ ταξιδιοῦ θὰ τοῦ δοθεῖ ἡ εὐκαιρία νὰ ἐπισκεφθεῖ τὸν τόπο του. Εἶναι πιὰ ἕνας νέος κύριος ποὺ γεννᾶ κάθε προσδοκία ἐπιτυχίας. Πίσω, στὴν Κωνσταντινούπολη, πλησιάζει τὸν διευθυντὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ Λυκείου τοῦ Πέραν, Γεώργιο Χασιώτη. Ζητᾶ τὴν προστασία του, τὴν ἀποσπᾶ καὶ βρίσκεται ἱεροσπουδαστὴς στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ τῆς Χάλκης. Ἡ Θεολογικὴ Σχολὴ τῆς Χάλκης στόχευε στὴν κατάρτιση τοῦ ὀρθόδοξου κλήρου καὶ στὴν ἀντιμετώπιση τῶν ἰδεολογιῶν τῆς Δύσης μὲ κριτικὴ στάση ἀπέναντι στὸν Χριστιανισμό.

Ἐκείνη τὴν ἐποχὴ (1844), ὁ θεοσεβισμὸς τοῦ σπουδαίου δασκάλου τῆς φιλοσοφίας Θεοφίλου Καΐρη (1784-1853) καὶ οἱ προσηλυτιστικὲς δραστηριότητες τῶν δυτικῶν ἱεραποστολῶν δημιουργοῦσαν ἔντονο φόβο στοὺς ὀρθόδοξους ἱερεῖς. Ἡ κατάρτιση τῶν σπουδαστῶν σὲ θέματα φιλολογίας, φιλοσοφίας, ἱστορίας καὶ τέχνης, πέρα ἀπὸ τὸν αὐστηρὰ θεολογικὸ προσανατολισμό της, ἦταν ὑψηλοῦ ἐπιπέδου. «Ὁ ἐξερχόμενος ἐξ αὐτῆς», ὅπως ἐπισήμανε ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Βαρθολομαῖος σὲ ὁμιλία του στὴν Ἑστία Θεολόγων Χάλκης, «δὲν ἦτο μόνον κάτοχος ὄγκου γνώσεων, δυναμένων νὰ ἀποκτήσουν διὰ τῆς μελέτης, ἀλλ᾿ ἦτο φορεὺς μιᾶς πνευματικῆς ἐμπειρίας, τῆς ἐμπειρίας τοῦ πνευματικοῦ ἀγῶνος, τῆς ἐμπειρίας τῆς προσευχῆς, τῆς ἐμπειρίας τῆς μυστηριακῆς ζωῆς, τῆς ἐμπειρίας -ἐν ἑνὶ λόγῳ- τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ ὡς αἰσθητὴς πραγματικότητος, διαποτιζούσης τὴν ὅλην ὕπαρξιν, καὶ μεταβαλλούσης αὐτὴν εἰς σῶμα Χριστοῦ, ἔχον νοῦν Χριστοῦ καὶ ἐπιθυμίας Χριστοῦ. Ἡ ἐπιτυχία της καὶ ἡ ὑπεροχή της ἔναντι τῶν Πανεπιστημιακῶν Σχολῶν δὲν ἀφεώρα εἰς τὸν πλοῦτον τῶν γνώσεων, ὁ ὁποῖος παρὰ ταῦτα ἦτο μέγας, ἀλλὰ εἰς τὸ διαμορφούμενον ἦθος τοῦ ἀποφοίτου. Καὶ τὸ ἦθος αὐτὸ δὲν ἦτο βεβαίως ἐξωτερική τις καλὴ συμπεριφορά, ἀρετή τις ὁρατὴ καὶ μετρητή, ἀλλὰ ἐμποτισμὸς τῆς ὑπάρξεως μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ Χριστοῦ, τὸ ἀντίθετον μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ κόσμου, ὄχι λόγω τῆς ἀπορρίψεως τῆς δημιουργίας τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ λόγω ἀπομακρύνσεως ἀπὸ τοῦ παντοειδοῦς ὀντολογικοῦ ψεύδους, ἀπὸ τῆς ἐπιπλάστου εἰκόνος ἑνὸς θρησκευτικοῦ τύπου». Ἐξαιρετικοὶ ἦσαν καὶ οἱ διδάσκοντες, ἀνάμεσα στοὺς ὁποίους ὁ ποιητὴς Ἠλίας Τανταλίδης (1818-1876), ὁ ἄνθρωπος ποὺ θὰ κατηύθυνε τὸν Βιζυηνὸ πρὸς τὴν ἑνότητα ποίησης καὶ ἀκάματου στοχασμοῦ. Ἡ ἐπίδραση τοῦ τυφλοῦ Φαναριώτη θὰ εἶναι ἀποφασιστικῆς σημασίας γιὰ τὴν πνευματικὴ ἐξέλιξη τοῦ νεαροῦ Γεώργιου. Ὁ Τανταλίδης δὲν ἦταν σημαντικὸς ποιητής. Ξεχώριζε ὅμως ἀπὸ τοὺς ὑπόλοιπους «καθαρευουσιάνους» γιατὶ τουλάχιστον στὴν ἀρχὴ τῆς ποιητικῆς καριέρας του, δὲν ὑπῆρξε πρότυπο λογιώτατου. Ἀρκετοὶ στίχοι του ξέφευγαν ἀπὸ τὸ πλαίσιο τῆς φαναριώτικης ἀφέλειας καὶ -γραμμένοι στὴ δημοτική- ἀπέβαιναν τουλάχιστον πνευματώδεις ἂν ὄχι ἰδιότυπα εἰρωνικοί. Κάποτε κάποτε, σάρκαζε τοὺς Φαναριῶτες γιὰ τὶς πνευματικὲς συνήθειές τους. Ὅμως, τὸ πιὸ ἐνδιαφέρον χαρακτηριστικό του ἦταν ἡ τόλμη τῆς ὁμοιοκαταληξίας. Συχνά, ἂν καὶ ὄχι πάντα μὲ τὴν ἴδια ἐπιτυχία, ὁ δεύτερος ὅρος τῆς ὁμοιοκαταληξίας ἀποτελοῦσε ἕνα ἀπρόοπτο σχόλιο στὸν πρῶτο. Τὸ χαρακτηριστικὸ αὐτὸ τὸ ἐπεξεργάστηκε ὁ Βιζυηνὸς καὶ τὸ κληροδότησε τουλάχιστον στὸν Καρυωτάκη καὶ τὸν Βάρναλη, ὅπως θὰ δοῦμε στὴ συνέχεια.

Τὸ 1873 ἐκδίδει, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Τανταλίδη, τὴν ποιητικὴ συλλογὴ Ποιητικὰ Πρωτόλεια, καὶ τὴν ἀφιερώνει στὸν Χασιώτη. Πρόκειται γιὰ ἕνα βιβλίο στὸ ὁποῖο κυριαρχοῦν τὰ ποιήματα ποὺ εἶναι γραμμένα στὴν ἁπλὴ καθαρεύουσα. Ὡστόσο, σὲ ἕνα τουλάχιστον ποίημα δείχνεται ἐξαιρετικὸς χειριστὴς τῶν ἐκφραστικῶν δυνατοτήτων τῆς μητρικῆς του γλώσσας.

ΕΠΙ ΤΟΥ ΤΑΦΟΥ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΜΟΥ

1873 Ἰανουαρίου 14.

                    Ξύπνα, πατέρα! χαραυγὴ
                    τὸν οὐρανὸ χρυσώνει,
                    κι᾿  ὅλη ξυπνᾶ ἡ μαύρη γῆ.
Ξύπνα καὶ σὺ μὲ τὴν Αὐγή, ν᾿ ἀκούσουμε τ᾿ ἀηδόνι.

                    Μὲ τὴ μητέρα μία ψυχή,
                    σὲ κάθε τέτοιαν ὥρα
                    πετούσατε στὴν προσευχή.
Τὸ σήμαντρό μας ἀντηχεῖ. Γιατί κοιμᾶσαι τώρα;

                    Εἶναι τὸ ὄνειρο μακρὸ
                    ῾ποὺ βλέπεις αὐτοῦ πέρα;
                    Κοιμήθηκες, κι᾿ ἤμουν μικρό,
κι᾿ ὣς νὰ τελειώσῃ τὸ πικρό, ἐτράνεψα, πατέρα!

                    Ξύπνα νὰ ἰδῆς. Χλωμή, γρηά,
                    ἡ δόλια μας μητέρα!
                    Καὶ τὴ φτωχή μας τὴ γιαγιὰ
᾿Κει κάτου, στὴ χλωρὴ βαϊά... τὴν θάψαμε μιὰ ᾿μέρα!

                    Πές μου, πατέρα, τὸ χωριὸ
                    ποὺ πᾶν οἱ πεθαμένοι
                    ᾿μπορῶ νὰ ᾿πάγω νὰ τὸ διῶ;
Δυὸ λουλουδάκια μόνο, δυό, νὰ πάρω στὴν καϋμένη!

                    Μὲ εἴπαν - εἶναι ζοφερὴ
                    ἡ νύχτα πώχουν σκέπη -
                    Μὰ ᾿γώ τῆς ἔβαλα κερὶ
Στὴ δεξιὰ τὴν κρυερή. Τ᾿ ἀνάφτει καὶ μὲ βλέπει·

                    Θυμᾶσαι; Μ᾿ ἔκλεψες φιλὶ
                    μιὰ ᾿μέρα παιχνιδιάρη,
                    καὶ μ᾿ εἴπες - Ἀφτερο πουλί,
χρειάζεσαι καιρὸ πολὺ νὰ γένῃς παλλικάρι. -

                    Ἦρθ᾿ ὁ καιρός. Νἆμαι τρανό!
                    Διέ με, καλὲ πατέρα,
                    Σοῦ ᾿τράνεψα· μά... ὀρφανό!
Στὸ δρόμο, ᾿πού συχνὰ περνῶ, μὲ εἴπανε μιὰ ᾿μέρα.

                    Περνᾶ τὸ δόλιο τ᾿ ὀρφανό!
                    Δὲ γνώρισε πατέρα!
                    Τὸν ἔχασε τριῶ χρονῶ!
- Μοιάζει σὰν ἔρημο πτηνό! - Ἂς τὸ χαρῆ ἡ μητέρα!

                    Πές μου, πατέρα, τὴν αὐγή,
                    ᾿πού καίει τὸ λιβάνι
                    ἡ μάνα καὶ μυρολογεῖ,
Ἡ μυρωδιὰ περνᾶ τὴ γῆ; ᾿Μπορεῖ νὰ σὲ ζεστάνη;

                    Τὸ βράδυ πώρχομαι γοργὸ
                    κι᾿ ἀνάφτω τὸ κανδύλι
                    τὸ ξέρεις ποὺ τ᾿ ἀνάφτω ᾿γώ;
Ξύπνα, πατέρα! θὰ καγῶ, σὰ λυχναριοῦ φυτήλι!

                    Μὲ ᾿φώναζες νὰ κοιμηθῶ
                    στὸ σπλαχνικὸ πλευρό σου.
                    - Ἔλα, μικρό, νὰ ζεσταθῶ. -
Κι᾿ ἐγὼ πετοῦσα νὰ χωθῶ στὸν κόρφο τὸ γλυκό σου.

                    Τώρα, πατέρα, στὴν πικρὴ
                    τὴ γῆ τὴ χιονισμένη,
                    στὴν κρύα κλίνη τὴ μικρή,
σ᾿ αὐτὴ τὴ νύχτα τὴ μακρή, πές μου ποιὸς σὲ ζεσταίνει;...

                    Θέλεις ἐγὼ ν᾿ ἀποκριθῶ;
                    Κανείς, καμιὰν ἡμέρα!
                    Μὰ ἦρθα ᾿γώ πιὰ νὰ χωθῶ
Στὸν κόρφο σου νὰ κοιμηθῶ, νἆσαι ζεστός, πατέρα.

Ἐντύπωση προκαλεῖ ἡ φυσικὴ αἴσθηση τῆς γλώσσας καὶ ἡ διαύγεια τῶν εἰκόνων. Τὰ συναισθήματα εἶναι ἄκρως ἐπεξεργασμένα, ἀντιστοιχοῦν σὲ καθημερινοὺς ἀνθρώπους καὶ ἀκολουθοῦν τὴν προσεκτικὰ κτισμένη δομὴ μὲ ἥσυχες κινήσεις. Ὅλα τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς ποιητικῆς τέχνης καὶ τῆς προσωπικῆς ἀνθρωπολογίας τοῦ ποιητῆ βρίσκονται ἐπαρκῶς ἐκπεφρασμένα στὸ ἐν λόγω ποίημα. Πρῶτα πρῶτα ἡ δραματικότητα, ἡ ὁποία ἔγινε πολλὲς φορὲς ἀφορμὴ νὰ ἐπισημανθεῖ ἡ στενὴ σχέση τοῦ ποιητῆ μὲ τὸν θεατρικὸ λόγο. Ἡ δραματικότητα, ὑπὸ τὴν ἔννοια τῶν ἔντονων συναισθηματικῶν ἀλλαγῶν στὴν ἐσωτερικὴ πλοκὴ τοῦ ποιήματος, χαρακτηρίζει καὶ τὴν ποιητικὴ μεγαλοφυΐα τοῦ Σολωμοῦ. Ὀφείλεται κατὰ κύριο λόγο στὴ ρυθμικὴ καὶ γλωσσικὴ ἀγωγὴ ποὺ προσφέρει ἡ τριβὴ μὲ τὸ λαϊκὸ τραγούδι, κατὰ τὰ πρῶτα στάδια τῆς ἀνάπτυξης τοῦ ἀτόμου, ἡ ἐνσωμάτωση τοῦ ἀναφυόμενου ὑποκειμένου στὸ κατεξοχὴν ὑπαρκτικὸ δρώμενο δηλαδή. Ἕνα δεύτερο χαρακτηριστικὸ εἶναι ἡ προσεκτικὴ ἐπιλογὴ ἐπιθέτων στὴ βάση τοῦ ἤδη ὑπάρχοντος συναισθηματικοῦ φορτίου των. Δὲν πρόκειται μόνο γιὰ ἐπανάληψη τυποποιημένων ἀπὸ τὸν καθημερινὸ λόγο ἀντιστοιχιῶν, ἀλλὰ γιὰ διερεύνηση τῶν ἐσωτερικῶν νοηματικῶν σχέσεων ποὺ συνιστοῦν τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ὑφαίνεται τὸ συναισθητικὸ καὶ γλωσσικὸ ὑπόστρωμα τοῦ παραδοσιακοῦ ὑπαρκτικοῦ ὁρίζοντα. Ἀρκεῖ νὰ παρατηρήσουμε πὼς χειρίζεται τὴ λέξη μυρολογεῖ στὴ στροφή:

              Πές μου, πατέρα, τὴν αὐγή,
                    ᾿πού καίει τὸ λιβάνι
                    ἡ μάνα καὶ μυρολογεῖ,
Ἡ μυρωδιὰ περνᾶ τὴ γῆ; ᾿Μπορεῖ νὰ σὲ ζεστάνη;

Οἱ περισσότερες ἐκδόσεις -πλὴν τῆς ἔκδοσης Κουτριανοῦ- προσπαθοῦν νὰ ἐξομαλύνουν ὀρθογραφικὰ τὰ ποιήματα τοῦ Βιζυηνοῦ, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ χάνονται σημαντικὲς πλευρές τους. Ἡ συγκεκριμένη λέξη ἔχει πολλὲς φορὲς γραφεῖ μοιρολογεῖ. Ὡστόσο, ἡ σαφὴς διεύρυνση τῆς σημασίας τοῦ μοιρολογιοῦ πρὸς τὸ τελετουργικὸ μύρωμα τοῦ τάφου, τὴν καύση λιβανιοῦ δηλαδή, εἶναι ἤδη μιὰ ἀπόδειξη τῆς τοποθέτησης τοῦ ποιητῆ ἀπέναντι στὴ γλώσσα ὡς δεξαμενὴ ἱστορικῶν καὶ ὑπαρκτικῶν δράσεων. Ἂν μάλιστα λάβουμε ὑπόψη μας καὶ τὸ γεγονὸς πὼς «μυρωδιά» δὲν σημαίνει πάντα «ὀσμή», ἀλλὰ ἐνίοτε καὶ «ἦχος», τότε εἶναι φανερὴ ἡ ἀπόδοση στὸ μοιρολόγι τοῦ κατηγορήματος «ζεστό». Σ᾿ αὐτὴν τὴν περίπτωση ἔχουμε νὰ κάνουμε μ᾿ ἕναν ποιητὴ μεγέθους παράδοξου γιὰ τὰ δεδομένα τῆς ἐποχῆς του, ἕναν ποιητὴ πού, ἀπὸ τὴν ἄποψη τῆς γνήσιας ἐκφραστικότητας, μόνο δίπλα στὸν Σολωμὸ ἢ στὸν Κάλβο θὰ μποροῦσε νὰ σταθεῖ.

Τέλος, ἡ αἴσθηση τῆς ἐγκατάλειψης σ᾿ ἕναν σκληρὸ κόσμο -ἄλλο ἕνα χαρακτηριστικὸ ποὺ μοιράζεται ὁ Βιζυηνὸς μὲ τὸν Σολωμό- διαχέεται στοὺς τόσο σπαρακτικοὺς αὐτοὺς στίχους, ὑπερβαίνοντας τὴν τυπικὰ ρομαντικὴ ἐπιθυμία τῆς ὁλοκλήρωσης μέσω τοῦ θανάτου. Τὸ ποιητικὸ ὑποκείμενο ἐδῶ παρουσιάζει μία γοητευτικὴ τάση νὰ ἐγκαταλείψει τὴν ἀτομικότητά του, γιὰ χάρη μιᾶς θυσίας. Δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ ταφεῖ μὲ τὸν νεκρὸ πατέρα γιὰ νὰ ζεσταθεῖ, ἀλλὰ γιὰ νὰ ζεστάνει. Τὸ εἶδος αὐτὸ ψυχικῆς διαλεκτικῆς εἶναι ὁπωσδήποτε δουλειὰ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς καὶ τοῦ Τανταλίδη, ἀλλὰ ἤδη ἐξηγεῖ τὴ στροφὴ τοῦ Βιζυηνοῦ πρὸς τὴν ψυχολογία, ὅταν βρέθηκε στὴ Γερμανία.

Τὰ Ποιητικὰ Πρωτόλεια θὰ γίνουν ἀφορμὴ γιὰ τὴ γνωριμία του μὲ τὸν Γεώργιο Ζαρίφη (1806-1884). Ὁ Ζαρίφης, γιὸς Φιλικοῦ, ἦταν σταθερὰ προσηλωμένος στὴν ἀναγκαιότητα ὁλοκλήρωσης ἑνὸς ἑλληνικοῦ διαφωτιστικοῦ προγράμματος καὶ δαπανοῦσε τεράστια ποσὰ στὴν προώθηση τῶν γραμμάτων καὶ τῆς ἐκπαίδευσης. Ὁ Τανταλίδης κατάφερε νὰ θέσει τὸν Γεώργιο ὑπὸ τὴν προστασία τοῦ ζάπλουτου καὶ φιλοπρόοδου ἐπιχειρηματία. Ἕνα πολὺ μεγάλο πρόβλημα εἶχε λυθεῖ μονομιᾶς: τὸ οἰκονομικό. Τὸ ἴδιο καλοκαίρι, ὁ νεαρὸς ποιητὴς ἐπισκέπτεται τὴν πατρίδα του, ἔχοντας νὰ ἐπιδείξει τὴν πρώτη πραγματικὴ ἐπιτυχία του. Τὸ φθινόπωρο ἐγκαθίσταται στὴν Ἀθήνα καὶ γράφεται στὴν τελευταία τάξη τοῦ Γυμνασίου τῆς Πλάκας. Φυσικά, φαίνεται ἀποφασισμένος νὰ ἀσχοληθεῖ περαιτέρω μὲ τὴν ποίηση. Ἡ Ἀθήνα ὅμως ἔχει διαμορφώσει τὸν δικό της ποιητικὸ κόσμο, ποὺ κάθε ἄλλο παρὰ εὐχάριστος εἶναι.

«Ἡ κίνηση τοῦ Κοραῆ», γράφει ὁ Νίκος Γ. Σβορῶνος, «ποὺ κατὰ τὸ τέλος τῆς ξένης κυριαρχίας ἦταν σπουδαῖος σταθμὸς τῶν προσπαθειῶν τῆς ἑλληνικῆς μεταρρυθμιστικῆς σκέψης γιὰ τὴ δημιουργία ἑνὸς πολιτισμοῦ ἔγκυρου γιὰ ὅλο τὸ ἔθνος, στηριζόμενη, ἐν μέρει σὲ ἕναν συμβιβασμό, φαινόταν νὰ ᾿χει ὅλες τὶς δυνατότητες ἐπιβολῆς στὴν ἀπελευθερωμένη Ἑλλάδα. Ἡ δημιουργία ὅμως τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους ἀποτελεῖ ὀπισθοδρόμηση γιὰ τὴν πνευματικὴ ἐξέλιξη, καθὼς καὶ γιὰ τὶς ἄλλες ἐθνικὲς ἐκδηλώσεις. Ἡ προσπάθεια τοῦ Κοραῆ ἐγκαταλείπεται καὶ ἡ πνευματικὴ ζωὴ τείνει νὰ ξανασυνδεθεῖ ἀποκλειστικὰ μὲ τὴν κλασικὴ Ἑλλάδα. Οἱ φιλόλογοι καὶ οἱ ἀρχαΐζοντες γραμματικοὶ προσπαθοῦν ν᾿ «ἀποκαθάρουν» τὴ γλώσσα καὶ νὰ τὴ διαπλάσουν πάνω στὰ κλασικὰ ἑλληνικὰ μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ τὰ κάνουν νὰ ξαναζήσουν. Αὐτὴ ἡ γεμάτη ἀντιφάσεις τάση, ποὺ εἶναι σύμφωνη μὲ τὸ πνεῦμα τῆς διαποτισμένης ἀπὸ τὴ «Μεγάλη Ἰδέα» γενικῆς πολιτικῆς τοῦ βασιλείου, αὐτοαποκαλεῖται ἐθνικιστικὴ κι ὀρθόδοξη καὶ ἀντιδρᾶ βίαια ἐναντίον τῶν νέων ἰδεῶν ποὺ ἔρχονται ἀπὸ τὴ Δύση. Ὁ Κοραὴς χαρακτηρίζεται ὡς «φράγκος». Στὴν πραγματικότητα ὅμως, ὁ ὀρθόδοξος ἐθνικισμός, ποὺ περιφρονεῖ ἐν τούτοις τὸ «ρυπαρὸ χαρακτήρα τοῦ Βυζαντίου», δὲν ἐμποδίζει τὴ λογοτεχνία ἐκείνων τῶν χρόνων, ποὺ ἀντιπροσωπεύεται ἀπ᾿ τοὺς Φαναριῶτες (1800 ἕως 1860 περίπου) κι ἀργότερα ἀπὸ τὴν παλαιὰ Ἀθηναϊκὴ σχολὴ (1840-1875 περίπου), νὰ μιμηθεῖ ἐξωτερικὰ κι ἐπιπόλαια τοὺς τρόπους τῆς γαλλικῆς λογοτεχνίας, τὸν νεοκλασικισμὸ τοῦ ΙΗ´ αἰώνα καὶ κατόπιν τὸν ρομαντισμό. Τέχνη καὶ ποίηση εἶναι σπάνιες στιγμὲς σ᾿ αὐτὴ τὴν ἄφθονη παραγωγή. Τὸ μοναδικό της ἐνδιαφέρον εἶναι ὅτι ἀντανακλᾶ τὶς πολιτικὲς καὶ κυρίως τὶς ἐθνικὲς ἀπογοητεύσεις».

Στὴν πραγματικότητα, τὸ πνευματικὸ πλαίσιο ἐκείνης τῆς ἐποχῆς ἐπρόκειτο περὶ ἑνὸς ἀχανοῦς τοπίου ἀπόψεων καὶ προσδοκιῶν. Οἱ ἀδελφοὶ Ἀλέξανδρος (1803-1862) καὶ Παναγιώτης Σοῦτσος (1806-1868), Φαναριῶτες ποιητές, θὰ μποροῦσαν νὰ συμφωνοῦν μὲ τοὺς Ἑπτανήσιους δημοκρατικοὺς στὴ βάση τῆς προώθησης ἑνὸς διαφωτιστικοῦ προγράμματος, ἀλλὰ ἦσαν σαφῶς ἀντίθετοι στὸ θέμα τῆς γλώσσας καὶ τῆς σχέσης τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους μὲ τὴν ἀρχαία Ἑλλάδα. Ἡ «καθαρεύουσα» φαινομενικὰ τοὺς τοποθετοῦσε στὸ ἴδιο στρατόπεδο μὲ τοὺς «λογιότατους», ἀλλὰ οἱ ρομαντικὲς ἰδέες τοὺς δημιουργοῦσαν πάντα μίαν ἀπόσταση ἀπὸ τοὺς «πανεπιστημιακούς». Οἱ δημόσιοι παράγοντες ἦσαν κατὰ κύριο λόγο ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη, ἐπιθυμοῦσαν μία μεγάλη Ἑλλάδα, ἀλλὰ περιφρονοῦσαν τοὺς προερχόμενους ἀπὸ τὶς ὑπόδουλες περιοχές. Ἐπιζητοῦσαν τὴν «ἀνάσταση» τοῦ κλασικοῦ πολιτισμοῦ, ἀπὸ κοινοῦ μὲ τὴ σταθερὰ ἐχθρικὴ πρὸς τὸ ἀρχαιοελληνικὸ στοιχεῖο Ἐκκλησία, ἀλλὰ κατέφευγαν σὲ μιμήσεις ξένων συγγραφέων. Τὸ φαινομενικὸ αὐτὸ χάος ὀφείλεται στὸ γεγονὸς πὼς δὲν ὑπῆρχε ἄλλη συμπαγὴς ἰδεολογία ἀπὸ τὴν πίστη στὴν ὑποτέλεια. Οἱ «ἄρχοντες» τοῦ νεοσύστατου κράτους γνώριζαν νὰ διοικοῦν μόνο κρατικοὺς μηχανισμοὺς ποὺ ἀνῆκαν σὲ ἄλλους. Ἦσαν ὑπάλληλοι τῶν Τούρκων καὶ δὲν ἐπιθυμοῦσαν τίποτε περισσότερο ἀπὸ τὴν ὑπαλληλία σὲ μία ἐξαρτημένη χώρα. Ἐξυπηρετοῦσαν μόνο τὰ συμφέροντά τους ὅπως τὰ ὅριζαν οἱ κατὰ καιροὺς ἐργοδότες τους. Ἡ «καθαρεύουσα», ὁ ρομαντισμός, τὸ κλασικὸ πνεῦμα καὶ τὸ ἐνδιαφέρον τους γιὰ τὴ λογοτεχνία ἦσαν περιστασιακὲς ἐπιλογές, δίχως πραγματικὸ ἰδεολογικὸ ἀντίκρισμα. Δὲν ἀπεχθάνονταν τοὺς Ἑπτανήσιους ἐπειδὴ ἔγραφαν στὴ «χυδαία» γλώσσα τοῦ λαοῦ, ἀλλ᾿ ἐπειδὴ φοβοῦνταν πὼς ἂν κατεῖχαν καίριες θέσεις, θὰ προέκυπταν προβλήματα μὲ τὴ διοίκηση ἑνὸς κράτους ἤδη ὑποτελοῦς.

Ἡ λογοτεχνία ἔπρεπε νὰ ἀσκεῖται σὰν ἕνα εἶδος διατεταγμένης ἐνασχόλησης, στὸ πλαίσιο τοῦ μόνου ρόλου ποὺ ἀναγνώριζαν στὸ νέο κράτος οἱ προστάτες του: σὰν ἀπόδειξη πὼς οἱ νέοι Ἕλληνες εἶναι ἀπόγονοι τῶν ἀρχαίων. Ἡ λειτουργία αὐτὴ τῆς λογοτεχνίας ἦταν ἡ μόνη ποὺ ἀναγνωριζόταν ἀπὸ τὸ ἑλληνικὸ κράτος μέχρι πολὺ πρόσφατα. Εἶναι χαρακτηριστικὸ τὸ θέμα τῆς ὁμιλίας τοῦ Πέτρου Χάρη ὡς προέδρου τῆς Ἀκαδημίας, περὶ τὰ ἑκατὸν πενήντα χρόνια μετὰ τὴν ἵδρυση τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους: Μιὰ Ἐθνικὴ Ὑπηρεσία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας. Λέει λοιπὸν ὁ ἀκαδημαϊκός: «...θεώρησα ἀπαραίτητο νὰ συμπληρώσω τὸν ἀπολογισμὸ ἐκεῖνον μὲ μίαν εὐρύτερη ἔρευνα, ποὺ νὰ ἐξηγεῖ ποιὰν ἐθνικὴ ὑπηρεσία προσφέρει ἡ σημερινὴ ἑλληνικὴ λογοτεχνία στὸ σύνολό της, ὄχι μόνο σὰν παιδευτικὴ ἀξία γιὰ τὴ διαμόρφωση πνευματικοῦ πολιτισμοῦ στὸν τόπο μας ἀλλὰ καὶ σὰν φωνὴ ποὺ πέρασε τὰ ἑλληνικὰ σύνορα καὶ διαλαλεῖ σὲ ὅλο τὸν κόσμο ὅτι σ᾿ αὐτὸ τὸ μικρὸ κομμάτι γῆς ζεῖ ἕνας λαὸς ποὺ δὲν ἀξίζει μόνο ἐπειδὴ ἔρχεται ἀπὸ πολὺ μακριὰ κι ἀπὸ ἐνδόξους προγόνους, ἀλλὰ καὶ γιατὶ ἔχει δική του ὑπόσταση, δική του ζωή, δικές του δυνάμεις, καὶ μπορεῖ πολὺ καλὰ νὰ σταθεῖ πλάι στοὺς ἄλλους πολιτισμούς».

Αὐτὴν τὴ φωνὴ ἔπρεπε νὰ συγκρατήσει ἡ διανόηση τοῦ νεοσύστατου κράτους, ποὺ εἶχε ἀνακηρύξει σὲ ἐθνικὸ ποιητή του ἕναν ἀσήμαντο στιχουργό, ἀλλὰ γενναῖο δημοκράτη, τὸν Ἀλέξανδρο Σοῦτσο. Τὶς δημοκρατικές του ἀπόψεις δὲν τὶς χρειαζόταν ἡ Ἀθήνα τῶν λογίων. Χρειαζόταν ὅμως τὴν ἀνούσια ποίηση καὶ τὶς ἐξωπραγματικὲς ἀπόψεις του γιὰ τὴ γλώσσα. Ὁ Ἀλέξανδρος Σοῦτσος ποτὲ δὲν κατάλαβε πὼς ἡ ἀποδοχὴ τῆς ἀσήμαντης ποίησής του ἦταν ὁ πολιτικὸς εὐνουχισμός του. Ἡ ἄποψη γιὰ τὴν ποίηση ποὺ ἐπικρατοῦσε στὴν Ἀθήνα τῆς δεκαετίας τοῦ 1870, ἦταν ἡ ἴδια ποὺ κατέθεσε ὁ Ἀλέξανδρος Σοῦτσος στὸ ποίημά του Ἡ Ποίησις τῆς Νεωτέρας Ἑλλάδος, ποὺ δημοσιεύθηκε στὸ περιοδικὸ Ἀποθήκη τῶν Ὠφελίμων Γνώσεων, τὸ 1839.

Εἰς τὸν ὡραῖον Βόσπορον, εἰς τῆς τρυφῆς τὰ στήθη,
 ἡ ποίησις τῆς νέας μας Ἑλλάδος ἐγεννήθη.
 Ἐκεῖ ὁ Ἀθανάσιος, ὁ νέος Ἀνακρέων,
 ὡραῖα πρῶτος ἔψαλε τὰ κάλλη τῶν ὡραίων·
 οἱ στίχοι του, εἰς ἀνθηροὺς λειμώνας ἐμπνευσμένοι,
 κ᾿ εἰς τῶν ρυάκων τὸν τερπνὸν ψιθυρισμὸν γραμμένοι,
 τῶν ρόδων καὶ τῶν μυρσινῶν τὴν εὐωδίαν ἔχουν,
 καὶ φυσικοὶ ὡς ρεύματα γλυκῶν ναμάτων τρέχουν,
 ᾿ς τοῦ οἴνου τὴν ἀμέριμνον ζωὴν παραδομένος,
 καὶ Βάκχος εἰς τὴν τράπεζαν κισσοστεφανωμένος,
 τῆς μέθης ὅταν τὴν χαρὰν ἐντέχνως ζωγραφίζη,
 τὰς ἰδικάς του ἡδονὰς εἰς ἔπη καλλωπίζει.

 Μ᾿ ἀρχαίαν γεννηθεὶς ψυχήν, μ᾿ ἀρχαῖον χαρακτήρα,
 τὴν λύραν ὅταν ἔλαβεν ὁ Ρίζος εἰς τὴν χείρα,
 ᾿ς τὰς ἀκοάς μας ἤχησε γενναία μελωδία,
 κ᾿ ἐστρέψαμεν τὰ ὄμματα ᾿ς τ᾿ ἀρχαῖα μας μνημεῖα·
 εἶν᾿ ἄπορον πῶς, γεννηθεὶς εἰς δουλικὰς ἡμέρας,
 πρὸ χρόνων τόσων ἔγραψεν ἰδέας ἐλευθέρας.

 Σκοπὸν λαμπρότερον ποτὲ δὲν ἔλαβον αἱ Μοῦσαι,
 παρ᾿ ὅταν τοῦ Τυρταίου μας ἡ σάλπιγξ ἀντηχοῦσε·
 τὰ θούριά του ἄσματα μᾶς πυρπολοῦν ἀκόμα,
 καὶ βρέχομεν μὲ δάκρυα τοῦ τάφου του τὸ χῶμα.

 Τοῦ Ἀπουλήου μιμητὴς πιστὸς ὁ Περδικάρης
 ἀστεῖος εἶν᾿ ἐνίοτε, ἀλλὰ τὸν λείπ᾿ ἡ χάρις,
 κ᾿ εἰς τὸν Ἑρμῆλον του συχνὰ τοῦ Ἀριστάρχου τ᾿ ὄμμα
 εὑρίσκει τὸν ἀδάμαντα κρυμμένον εἰς τὸ χῶμα.

 Ὁ Κάλβος καὶ ὁ Σολωμός, ᾠδοποιοὶ μεγάλοι,
 κ᾿ οἱ δύο παρημέλησαν τῆς γλώσσης μας τὰ κάλλη·
 ἰδέαι ὅμως πλούσιαι, πτωχὰ ἐνδεδυμέναι,
 δὲν εἶναι δι᾿ αἰώνιον ζωὴν προωρισμέναι.

 Ἡ ποίησίς μας ἔλαβε καὶ νεῦρα κ᾿ εὐγλωττίαν
 ᾿ς τοῦ Ὁδοιπόρου τὴν λαμπρὰν καὶ τραγικὴν μανίαν.
 Ὁ Ὁδοιπόρος, θησαυρὸς ποικίλων νοημάτων,
 καὶ νέος κόσμος ἰδεῶν, εἰκόνων κ᾿ αἰσθημάτων,
 μὲ δυνατὴν καὶ ἠχηρὰν ὀργάνων ἁρμονίαν,
 ἐκφράζει τοῦ Δημιουργοῦ τὴν παντοδυναμίαν.

 Κ᾿ ἡμεῖς τὰς ἀδυνάτους μας καὶ πρωτοπείρους χείρας,
 κι ἡμεῖς ἐδοκιμάσαμεν ᾿ς τὸ τόξον τῆς Σατύρας,
 καὶ ψόγους δὲν ἐλάβομεν τῆς τόλμης μας μεγάλους.
 Εὐχόμεθα εἰς ποιητὰς δοκιμωτέρους ἄλλους
 τὸν δρόμον ποὺ ἀνοίξαμεν νὰ τρέξωσιν αἰσίως.
 Γλυκύτατος καὶ χάρπιμος θὰ μὲ φανῇ ὁ βίος,
 ἐὰν περὶ τὴν δύσιν μου ἰδῶ πολλοὺς ἀστέρας
 νὰ λάμπουν εἰς τοῦ Παρνασσοῦ τοὺς φωτεινοὺς αἰθέρας.

Εἰλικρινὴς ἄνθρωπος ὁ Ἀλέξανδρος Σοῦτσος· εἰλικρινής, γενναῖος ἀλλὰ καὶ μύωψ. Δὲν μπόρεσε νὰ διακρίνει τὸ στοιχειῶδες: πὼς τὰ ὁράματά του τὰ ρομαντικὰ καὶ τὰ δημοκρατικὰ θὰ θάβονταν στὰ θεμέλια του σπιτιοῦ ποὺ ἔχτισε. Σὰν ἀπὸ εἰρωνεία τῆς τύχης, κάτω ἀκριβῶς ἀπὸ τὸ ποίημά του, στὴν ἴδια σελίδα τῆς Ἀποθήκης τῶν Ὠφελίμων Γνώσεων, φιγουράριζε τὸ ἀκόλουθο ρητὸ τοῦ «Βάκωνος» [Sir Francis Bacon, 1561-1626]: «Ἡ μάθησις δὲν πρέπει νὰ χρησιμεύῃ ὡς παλλακή, πρὸς ἡδονὴν καὶ μόνον ἢ ἐπίδειξιν· οὔτε ὡς δούλη, διὰ ν᾿ ἀποκτᾷ καὶ νὰ κερδαίνῃ πρὸς χρῆσιν τοῦ κυρίου της· ἀλλ᾿ ὡς σύζυγος, διὰ τεκνοποιΐαν, καρπόν, καὶ παραμυθίαν».

Τὸ περιεχόμενο τοῦ ποιήματος τοῦ Ἀλέξανδρου Σούτσου θὰ γίνει στὴ διάρκεια τῶν ἑπομένων σαράντα χρόνων ἡ πραγματικότητα τῆς ἀθηναϊκῆς ποίησης. Ἀρχικά, ἔγιναν ἀπολύτως ἀποδεκτὲς οἱ ἀπόψεις του γιὰ τὸν Σολωμό. Τὸ 1853, θὰ δημοσιευθοῦν στὸ περιοδικὸ Εὐτέρπη δυὸ ποιήματα τοῦ Σολωμοῦ, ἡ Αὐγούλα καὶ Ὁ Θάνατος τοῦ Βοσκοῦ. Κάτω ἀπὸ τὸ δεύτερο, δημοσιευόταν καὶ τὸ ποίημα Ὁ Βοσκὸς τινὸς ὑπογράφοντος μὲ τὸ ψευδώνυμο «Μύρων». Προφανῶς, ἡ Εὐτέρπη ἤθελε νὰ καταδείξει τὴν ποιητικὴ ἀνωτερότητα τῆς Ἀθηναϊκῆς Σχολῆς:

Παῦσε, βοσκέ, τὴν κάιδα σου κι ὁ χάρος καταβαίνει.
Βαστᾶ δρεπάνι κοφτερό,
πετὰ μαζὴ μὲ τὸν καιρό,
θερίζει καὶ διαβαίνει.

-Ὅπ᾿ ἀγαπᾶ ἕναν ἄγγελο, τὸ Χάρο δὲν φοβιέται.
Πατεῖ καὶ σιέται τὸ βουνό,
καὶ ἀπὸ τὴ γῆ στὸν οὐρανὸ
ὡσὰν ἀετὸς πετιέται...

Ὁ παραπάνω Χάρος εἶναι βέβαια μιὰ ἀναπαραγωγὴ τοῦ Χάρου τῆς φλαμανδικῆς ζωγραφικῆς. Ἡ γλώσσα εἶναι ἕνα κακόηχο κατασκεύασμα ποὺ ξενίζει καὶ τὸν πιὸ ἀνεκτικὸ ἀναγνώστη. Τὰ δυὸ αὐτὰ χαρακτηριστικὰ θὰ τυποποιηθοῦν καὶ θὰ χαρακτηρίσουν τὴν ποιητικὴ παραγωγὴ γιὰ περισσότερο ἀπὸ τρεῖς δεκαετίες, ἀφοῦ τὸ περιοδικὸ Εὐτέρπη ἀπηχοῦσε τὶς ἀπόψεις τοῦ Ἀλέξανδρου Ρίζου Ραγκαβῆ (1809-1892), ἑνὸς πολυπράγμονος Φαναριώτη, ὁ ὁποῖος χρημάτισε καθηγητὴς τοῦ πανεπιστημίου, πρόεδρος παντὸς εἴδους σωματείου καὶ ἐταιρείας, ὑπουργός, διπλωματικός, καὶ φυσικὰ πολυγραφότατος διανοούμενος: ὁ ὁλοκληρωμένος ὑπάλληλος τῆς βρετανικῆς αὐτοκρατορίας δηλαδή.

Ἡ θετικότερη ἄποψη γιὰ τὴν ἐπιμονὴ αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου ὄχι μόνον νὰ πατάρει ἀκατάσχετα στίχους ἀλλὰ νὰ ἀπαιτεῖ νὰ θεωρεῖται καὶ μέγας δάσκαλος τῆς ποίησης -ἐκτὸς φυσικὰ ἀπὸ τὴν ἀπεριόριστη ἐκτίμηση ποὺ ἔτρεφε πρὸς αὐτὸν ὁ Παλαμᾶς- βρίσκεται στὰ λίγα λόγια ποὺ τοῦ ἀφιέρωσε ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ ἰσορροπημένους πνευματικοὺς ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὁ Δημήτριος Βικέλας. Γράφει στὴ μικρὴ αὐτοβιογραφία του: «Ἐκτὸς τῶν ποιημάτων καὶ τῶν δραμάτων του, ἐδημοσίευσε μεταφράσεις πεζὰς καὶ ἐμμέτρους, ἔγραψε διηγήματα, ἔγραψε βιβλία περὶ ἀρχαιολογίας, ἔγραψε βιβλία παιδικά, σχολικά... καὶ τί δὲν ἔγραψε! Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονηθῇ, ὅτι ὀλίγοι τότε ἦσαν οἱ δυνάμενοι νὰ γράφουν πρὸς φωτισμὸν τοῦ ἔθνους, αἱ δὲ ἀνάγκαι ἦσαν πολλαὶ καὶ ποικίλαι. Ὁ Ραγκαβὴς διὰ νὰ τὰς θεραπεύσῃ ἐσπατάλησε τὸν διανοητικόν του πλοῦτον. Τὸν ἐσπατάλησεν ἀφειδῶς κατὰ τὴν πρώτην περίοδον τῆς ἐθνικῆς διαπλάσεως, μὲ ὅσην αὐταπάρνησιν καὶ οἱ ἔχοντες χρήματα κατὰ τὴν ἐπανάσταση τὰ ἐθυσίαζαν ὑπὲρ τοῦ Ἔθνους. Κατόπιν ἡ φιλοπονία τοῦ ἔγινε συνήθεια καὶ ἡ πολυγραφία του ἐξηκολούθησεν ἄνευ τῆς προτέρας ἀκμῆς, ἴσως δὲ καὶ ἄνευ τῆς προτέρας ἐθνικῆς ἀνάγκης. Ἀλλ᾿ ἐξ ὅσων ἔγραψεν εἰς τὴν νεότητά του, τίποτε ἴσως δὲν ἦτο περιττὸν τότε ἢ ἄσκοπον».

Ἡ ἐπιμονὴ τοῦ Ραγκαβῆ στὴν ἀναβίωση τοῦ ἀρχαίου γλωσσικοῦ κάλλους, μιὰ ἐπιμονὴ ποὺ κάλυπτε τελικῶς τὴν ἀδυναμία του νὰ κατανοήσει τὴν πραγματικὴ δυναμικὴ τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ ὡς κοινωνικοῦ παραγώγου, καθήλωσε τὴ λογοτεχνία ἀρκετὰ χρόνια. Ἄλλωστε, σὲ μιὰ παρόμοια καθήλωση προέβη καὶ ὁ μαθητής του Κωστῆς Παλαμᾶς. Ἀφοῦ ὁ δεύτερος τοῦτος, μὲ τὴ δημοσιογραφικὴ πείρα του καὶ τὴ δυνατότητα πολλαπλῶν κοινωνικῶν ἑλιγμῶν, ποὺ τὸν διέκρινε, προχώρησε στὸ σημαντικὸ καὶ ἱστορικὰ ἀπαραίτητο βῆμα τῆς καθιέρωσης τῆς δημοτικῆς ὡς γλώσσας τῆς ποίησης, δὲν ἔδωσε παρὰ μία ἐθνικὰ καταστροφικὴ ὄψη τῆς συνέχειας τοῦ ἑλληνισμοῦ, γεμάτη προπαγανδιστικὸ ὑπερσυναισθηματισμό. Τὸ χαρακτηριστικὸ αὐτὸ τοῦ τὸ μετέδωσε ἡ ἀγάπη του γιὰ τὴν ποίηση καὶ τὴ σκέψη τοῦ Ραγκαβῆ. Χαρακτηριστικὸ εἶναι τὸ γεγονὸς πὼς τὴ σχετικὴ μὲ τὴν «ἀνάσταση τοῦ τελευταίου Παλαιολόγου» παράδοση, ἐνῶ ὁ Βιζυηνὸς τὴν ἀντιμετώπισε ὡς παράδοση, ὡς πύκνωση τῶν ἐλπίδων ἑνὸς λαοῦ, ἡ ὁποία μπορεῖ νὰ ἀποτελέσει βάση γιὰ τὴ δημιουργία μιᾶς ποιητικῆς εὐαισθησίας, ὁ Παλαμᾶς τὴν ἀντιμετώπισε σὰν πραγματικότητα, σὰν ἱστορικὸ αἴτημα. Ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἄποψη ἔδρασε εὐεργετικὰ γιὰ τὴ σύγχρονή του πολιτικὴ ἀπελευθέρωσης τῶν ὑπόδουλων Ἑλλήνων, ἀλλὰ ἐνέπλεξε τὴν ποίηση σὲ μίαν ἀδιέξοδη περιπέτεια ἐξυπηρέτησης τῆς ἐθνικῆς ταυτότητας. Ἔκτοτε ὁ Παλαμᾶς ἀποδέχθηκε τὸν ρόλο τοῦ ἐθνικοῦ βάρδου καὶ ἀπέρριπτε κάθε προσπάθεια ἀνανέωσης τοῦ ποιητικοῦ λόγου.

Ἡ ποιητικὴ στερεοτυπία ὅμως δὲν ἦταν τὸ μόνο χαρακτηριστικό της ποιητικῆς παραγωγῆς στὴν πρωτεύουσα τοῦ νεοσύστατου κράτους. Ἡ προγραματικότητα ἐρχόταν πάντα νὰ ὁλοκληρώσει τὸ ἔργο τῆς ἀποδυνάμωσης κάθε δημιουργικότητας. Ἡ εὐχὴ τοῦ Ἀλέξανδρου Σούτσου νὰ δεῖ «πολλοὺς ἀστέρας νὰ λάμπουν εἰς τοῦ Παρνασσοῦ τοὺς φωτεινοὺς αἰθέρας», πραγματοποιήθηκε μὲ τὴ διοργάνωση πανεπιστημιακῶν ποιητικῶν διαγωνισμῶν, τῶν ὁποίων οἱ κριτὲς ἔθεταν αὐστηρὲς προϋποθέσεις. Οἱ «ἀστέρες» ποὺ «ἔλαμψαν» σ᾿ αὐτοὺς τοὺς διαγωνισμούς, πολλὲς φορὲς τάραξαν ἀκόμη καὶ τοὺς κριτές, ποὺ πρότυπό τους εἶχαν τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο «διηγωνίζοντο οἱ ραψωδοὶ ἐν τοῖς Παναθηναίοις ἐνταῦθα καὶ ἀλλαχοῦ ἐν ἑορταῖς...».

Φυσικά, οἱ προδιαγραφὲς ποὺ ἔθεταν οἱ ὡς ἄνω κριτὲς ἦσαν λίγο-πολὺ ἀνισορροπίες ἀποκομμένων ἀπὸ τὴν κοινωνικὴ ζωὴ «γραμματικῶν». Ἕνας λαμπρὸς ἄνθρωπος, σπουδαῖος πολεμιστὴς καὶ ἐξαιρετικὰ ἐνδιαφέρων ποιητής, ὁ Γεώργιος Ζαλοκώστας (1805-1858), ἀναγκάστηκε μὲ κείμενό του στὸ περιοδικὸ Εὐτέρπη, νὰ τοὺς θυμήσει πὼς ἡ ποίηση εἶναι «Φῶς καὶ ἀλήθεια, καρδία καὶ νοῦς, γενναιότης καὶ ὑπερηφάνεια, ἀγάπη καὶ ἔρως, πατρὶς καὶ καθῆκον, καὶ ὁ μάρτυς πολεμιστὴς ὅταν κραδαίνη τὴν λόγχην, καὶ ὁ παῖς ὅταν ἐπιδιώκη τὴν χρυσαλίδα, ἡ ἀγρία τῆς τρικυμίας κραυγή, τὸ γλυκὺ τῆς ἀηδόνος κελάδημα, ἡ μοσχοβόλος ἀνθοδέσμη τῆς νεονύμφου, τὸ σπαραξικάρδιον νεκροφίλημα. Ἀλλ᾿ ἂς ἔρπωσιν, ἔχιδναι φαρμακεραὶ τῆς κοινωνίας, ὁ φθόνος καὶ ἡ σχολαστικότης, ἂς βασανίζη τὸν ἄδικον πλοῦτον ὁ κόρος, ὡς ὁ ἅδης τοῦ Δάντη τὴν κολαζομένην κακίαν. Ταῦτα ὡς λώβην τὰ ἀποφεύγει ἡ ποίησις, ὅταν ὅμως τὰ ἁπαντᾶ τὰ στιγματίζει...».

Μάταιο ἦταν τὸ «μάθημα» τοῦ Ζαλοκώστα, ὁ ὁποῖος θ᾿ αὐτοκτονοῦσε μετὰ ἀπὸ τρία χρόνια. Μάταια οἱ Ἑπτανήσιοι συνέχιζαν νὰ πραγματοποιοῦν τὸ εὐεργετικὸ ἔργο τῆς συγκρότησης μιᾶς ἐθνικῆς λογοτεχνίας. Ἡ «διακοσμική» ποίηση τῆς Ἀθήνας παρέμενε πιστὴ στὶς ἐπιταγὲς τῶν πανεπιστημιακῶν διαγωνισμῶν, ποὺ μόνο στόχο εἶχαν νὰ βεβαιώσουν τοὺς Εὐρωπαίους πὼς οἱ Ἕλληνες δὲν ἔχουν ἀπαίτηση ἄλλη ἀπὸ τὴν ἐπιβίωση ὡς ὑπολείμματα τοῦ ἐνδόξου παρελθόντος τους. Ἡ ἐπανάσταση εἶχε τελειώσει γιὰ τοὺς Ἕλληνες. Τὰ «ἀνατρεπτικά» φαντάσματα ποὺ πλανώνταν πάνω ἀπὸ τὴν Εὐρώπη δὲν θὰ σκίαζαν τὴ νομοταγῆ ἑλληνικὴ γῆ! Ἀκόμη καὶ ἡ περίφημη διαμάχη Ροΐδη-Βλάχου ὑπῆρξε μία ἀδιέξοδη τρύπα, στὸ ἐσωτερικὸ τῆς ὁποίας ἔσπαγε τὸ αὐγὸ μιᾶς φρικτῆς γιὰ τοὺς διανοούμενους ἠττοπάθειας.

«Ποίησιν ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ ἐλπίζῃ», διακήρυττε ὁ Ροΐδης (1836-1904) ἀπὸ τὸ βῆμα τοῦ Παρνασσοῦ. «Εἶναι ἀδύνατον νὰ νοηθῆ καὶ νὰ ὑπάρξει ποιητὴς ἐκτὸς μιᾶς οἱασδήποτε ποιητικῆς ἀτμοσφαίρας καὶ τοιαύτην σήμερον δὲν ἔχομεν εἰσέτι οὐδὲ τὴν ἐμπνέουσαν τοὺς ἑσπερίους ποιητὰς νόσον τοῦ αἰῶνος νοσοῦμεν». Σωστὴ σκέψη, παράλογο συμπέρασμα. Ἀσφαλῶς δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει ποιητὴς χωρὶς ποιητικὴ ἀτμόσφαιρα. Ἀλλὰ ποιητικὴ ἀτμόσφαιρα δὲν μποροῦσε νὰ ὑπάρξει στὴν Ἀθήνα, στὴν πρωτεύουσα ποὺ «καλλιεργοῦσε τὰ ἀρχαῖα γράμματα μὲ σχολαστικὸ πάντοτε τρόπο, τὴν καθαρεύουσα γλώσσα μὲ τὰ ἀνάλογα ἀψυχολόγητα παιδαγωγικὰ συστήματα καὶ ὅλες τὶς ψευτοκλασικὲς παραδόσεις», ὅπως σημείωνε μετὰ ἀπὸ πολλὰ χρόνια ὁ Γ. Σκληρός. Στὴν Ἑλλάδα ποὺ παρέμενε σκλαβωμένη, αὐτὴ ἡ ἀτμόσφαιρα ὑπῆρχε. Μπορεῖ νὰ μὴν ἦταν ἀνάλογη μὲ τὴν «ἀσθένεια τοῦ αἰώνα», τὴν περίφημη ἀσθένεια τοῦ «Fin de siecle», ἀλλὰ εἶχε τὴ δύναμη νὰ στηρίξει πολλοὺς ποιητὲς μὲ τὸ πλάτος καὶ τὸ βάθος τῆς παράδοσής της. Ὁ Ἄγγελος Βλάχος, βέβαια, δὲν τολμοῦσε νὰ χρησιμοποιήσει τέτοια ἐπιχειρήματα. Ἀρκέστηκε νὰ ὑποβάλει σὲ τυπικὸ λογικὸ ἔλεγχο τοὺς συλλογισμοὺς τοῦ Ροΐδη. Τὸ ἀπόλυτο ἀδιέξοδο: ἡ μοχθηρὴ ἀπαισιοδοξία ἀπέναντι στὴ λογιστικὴ τῆς ζωῆς! Κι ὅμως ὁ Ροΐδης κάτι ἤθελε νὰ πεῖ, μὰ δὲν μποροῦσε νὰ τὸ ἐκφράσει, γιατὶ δὲν γνώριζε νὰ σκέπτεται μὲ πολιτικοὺς ὅρους, ὅπως οἱ περισσότεροι διανοούμενοι τῆς Ἀθήνας. Σκέπτονταν μὲ ὅρους ἄμεσου τακτικοῦ ἑλιγμοῦ, προκειμένου νὰ ἐπιβιώσουν σ᾿ ἕνα ἁρπακτικὸ περιβάλλον μικροσυμφερόντων. Ἤθελε νὰ πεῖ πὼς «ἐνῶ στὴν Εὐρώπη ἔβραζε [...] ἡ κοινωνικὴ πρόοδος, στὴν Ἑλλάδα πολλοὶ ἠλιθίως ἐμακάριζαν τὸν τόπον τους ὡς τὸν καλύτερο τῆς Εὐρώπης...». Ἀλλὰ τὰ παραπάνω λόγια ἀνήκουν καὶ αὐτὰ στὸν Γ. Σκληρό. Ὅπως ἀνήκει καὶ ἡ σαφέστερη περιγραφὴ τῆς κατάστασης τῆς ποίησης τῆς Ἀθήνας: «Ἡ ποίησις, ἐμπνευσθεῖσα καὶ ἀναπτύξασα κατὰ τὸν ἀπελευθερωτικὸν ἀγώνα ὅλην της τὴν εἰλικρίνειαν καὶ τὸν ἐνθουσιασμόν, περιῆλθεν κατόπιν εἰς μαρασμόν, ὡς ἐκ τῆς ἐλλείψεως νέων κοινωνικῶν ἰδεωδῶν».

Δὲν ἦταν ἡ γλώσσα οὐσιαστικὰ αὐτὸ ποὺ δημιουργοῦσε τὸ μεγάλο πρόβλημα, οὔτε ἡ μακρὰ λογοτεχνικὴ παράδοση. Ἦταν ἡ ἀπουσία νέων κοινωνικῶν ἰδεωδῶν. Αὐτὴ ἡ ἀπουσία ἀνάγκασε τὸν Ἰωάννη Παπαδιαμαντόπουλο (1856-1910) νὰ φύγει ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα καὶ νὰ γίνει γιὰ πάντα Jean Moréas. Αὐτὴ ἡ ἀπουσία ἀνάγκασε τὸν Βιζυηνὸ νὰ περιφέρεται στὴν Εὐρώπη, γυρεύοντας νὰ ξεδιψάσει μὲ ἰδέες, καὶ στὸν σχεδιασμὸ τῆς ὑπέρβασης αὐτῆς τῆς ἀπουσίας ἦταν ποὺ ἔπαιξε σημαντικότατο ρόλο.

Τέτοιο ἦταν τὸ κοινωνικὸ καὶ φιλολογικὸ περιβάλλον τῆς Ἀθήνας, ὅταν ὁ Γεώργιος, μαθητὴς ἀκόμη, ὑποβάλλει τὸ ἐπικολυρικὸ ποίημα Ὁ Κόδρος στὸν Βουτσιναῖο ποιητικὸ διαγωνισμὸ τοῦ 1874. Ἔδωσε στοὺς κριτὲς αὐτὸ ποὺ ἤθελαν καὶ πῆρε τὸ πρῶτο βραβεῖο. Ὁ Ἀλέξανδρος Ραγκαβῆς, ἐπικεφαλῆς τῆς κριτικῆς ἐπιτροπῆς, ἔχοντας ἀρχίσει νὰ ἐρωτοτροπεῖ μὲ τὸν παρνασσισμό, προκρίνει τὸ κλασικιστικὸ ποίημα τοῦ νεαροῦ μαθητῆ.

Ὁ Κόδρος εἶναι γραμμένος σὲ γλώσσα ἀρχαΐζουσα, ἡ ὁποία ὅμως χαρακτηρίζεται ἀπὸ ἕνα εἶδος ρώμης, ποὺ ὀφείλεται στὴν ἀπουσία ψευτοδημοτικῆς μετρικῆς. Πότε ἡ φυσικότητα τῶν σκηνῶν καὶ πότε οἱ ὁμηρότροπες μεταφορὲς εἰδοποιοῦν τὸν ἀναγνώστη γιὰ τὸ ποιητικὸ ταλέντο καὶ τὶς φιλολογικὲς γνώσεις τοῦ ποιητῆ. Στ᾿ ἀλήθεια, ἐὰν οἱ παρακάτω στίχοι δὲν ἦσαν ἀναγκασμένοι νὰ ἀκολουθήσουν τὴν τακτικὴ τῶν ὁμοιοκαταληξιῶν, τὸ κείμενο ποὺ θὰ προέκυπτε θὰ ἦταν ἐνδεχομένως ἀπολαυστικότητα μὲ τὰ σημερινὰ μοντερνιστικὰ δεδομένα:

Ἐστηριγμένος εἰς μέγα δόρυ
τῆς Ἀκροπόλεως ὁ σκοπὸς
διὰ τὴν ἔκτακτον ἐδυσφόρει
ὁμίχλην, γίγας ἀγριωπός.
Τραχὺς ὁ ἦχος τὸ οὖς του πλήττει·
ἀλλὰ τὸν ἥρωα τίς ἐκπλήττει;
Ὡς δασυχαίτης βρυχᾶται λέων
καὶ τῶν φαράγγων κλονεῖ τὴν γῆν,
οὕτω «Σ᾿ τὰ ὅπλα» μένεα πνέων
ἐκεῖνος ρήγνυσι τὴν κραυγήν.

Κ᾿ εὐθύς, ἡσύχους πρίν, τὰς Ἀθῆνας
ἀνατινάσσει ἐπὶ ποδός.
Μὲ ποτάμιας ὅμοιον δίνας
ὁρμᾶ τὸ πλῆθος ταραχωδῶς.
Ἄλλος τὴ πύλη πρόμαχος τρέχει·
ἄλλος τὸ τόξον ἕτοιμον ἔχει·
πάντες ταχύποδες ἀναβαίνουν
τὴν Κεκροπίαν μετὰ βοῆς,
ἐνῶ αἱ σύζυγοι, ποῦ πηγαίνουν,
τοὺς ἐρωτῶσι περιδεεῖς.

Ἂς τὸ διαβάσουμε τώρα ὡς ἑξῆς:

Γίγας ἀγριωπός, ἐστηριγμένος εἰς μέγα δόρυ,
τῆς Ἀκροπόλεως ὁ σκοπὸς ἐδυσφόρει διὰ τὴν ἔκτακτον ὁμίχλην.
Τραχὺς πλήττει τὸ οὖς του ὁ ἦχος·
ἀλλὰ τίς ἐκπλήττει τὸν ἥρωα;
Ὡς δασυχαίτης λέων βρυχᾶται καὶ κλονεῖ τὴν γῆν τῶν φαράγγων,
οὕτω ἐκεῖνος μένεα πνέων ρήγνυσι τὴν κραυγὴν «᾿Σ τὰ ὅπλα».
Κ᾿ εὐθὺς τὰς ἡσύχους πρὶν Ἀθήνας ἀνατινάσσει ἐπὶ ποδός.
Μὲ ποτάμιας δίνας ὅμοιον ὁρμᾶ ταραχωδῶς τὸ πλῆθος.
Ἄλλος τὴ πύλη πρόμαχος τρέχει·
ἄλλος τὸ τόξον ἕτοιμον ἔχει·
πάντες ταχύποδες τὴν Κεκροπίαν ἀναβαίνουν μετὰ βοῆς,
ἐνῶ αἱ σύζυγοι περιδεεῖς, τοὺς ἐρωτῶσι ποῦ πηγαίνουν.

Τὸ παραπάνω κείμενο πολὺ λίγο ἀπέχει ἀπὸ τὸ ποιητικὸ ἰδίωμα τοῦ Κωνσταντίνου Καβάφη (1863-1933). Κι αὐτὸ μαρτυρεῖ τὴν ἐσωτερικὴ δυναμικὴ τῆς ποίησης τοῦ Βιζυηνοῦ· καὶ τὴν ἐσωτερικὴ ἑνότητά της, ἀσφαλῶς, ἐπὶ τῆς ὁποίας τόσο ἐπέμενε ὁ Ἄγγελος Σικελιανὸς (1884-1951).

Τον Ἰούνιο τῆς ἴδιας χρονιᾶς, ὁ Γεώργιος τελειώνει τὸ Γυμνάσιο καὶ τὸν Σεπτέμβριο ἐγγράφεται στὴ Φιλοσοφικὴ Σχολή. Ἀμέσως καταλαβαίνει πὼς ἐκεῖ δὲν πρόκειται νὰ ξεδιψάσει εὔκολα τὴ φιλομαθῆ ψυχή του. Στὴ Φιλοσοφικὴ Σχολὴ δίδασκαν ἐκείνη τὴν ἐποχὴ φιλολογία οἱ Στέφανος Κουμανούδης (1818-1899) καὶ Γεώργιος Μιστριώτης (1840-1916), ἄριστοι ἐπιστήμονες, ἂν καὶ καθηλωμένοι στὸ ὅραμα τῆς νεκρανάστασης τοῦ ἀρχαίου πολιτισμοῦ. Ὡστόσο, ὁ Βιζυηνὸς δὲν σκόπευε νὰ δαπανήσει τὴ ζωή του στὴ γραμματική. Θέλει νὰ φύγει στὸ ἐξωτερικό. Μόλις τελειώνουν τὰ μαθήματα τοῦ πρώτου ἔτους, φεύγει γιὰ τὴν πατρίδα του καὶ ὕστερα ἐπισκέπτεται τὸν Ζαρίφη. Ἐκεῖνος συμφωνεῖ μὲ τὴν ἰδέα γιὰ σπουδὲς στὴν Εὐρώπη. Ὁ Γεώργιος ἐπιστρέφει στὴν Ἀθήνα, παίρνει πιστοποιητικὸ σπουδῶν καὶ στὶς 23 Ὀκτωβρίου τοῦ 1875 ἐγγράφεται στὸ Πανεπιστήμιο τῆς Γοττίγγης, στὴ Γερμανία. Γοττίγη, Λειψία, Βερολίνο: ἕξι χρόνια σπουδὲς στὴν καρδιὰ μιᾶς Εὐρώπης ποὺ εἶχε περάσει μὲ ἐπιτυχία τὶς ἐξετάσεις στὴν περίοδο τῆς ἐξέγερσης τοῦ 1848, ἀλλὰ δὲν μποροῦσε ἀκόμη ν᾿ ἀποφασίσει γιὰ τὴ σταδιοδρομία της. Γιὰ περίπου δυὸ χρόνια θὰ παρακολουθήσει τοὺς σημαντικότερους δασκάλους τῶν ἀνθρωπιστικῶν ἐπιστημῶν. Ὁ ρομαντικὸς κόσμος τῆς μοναρχίας, τῆς φιλοσοφικῆς μεταφυσικῆς καὶ τῆς ἀγροτικῆς νοοτροπίας γκρεμιζόταν δίνοντας τὴ θέση του στὸν ἀνερχόμενο κόσμο τῆς δημοκρατίας, τῶν θετικῶν ἐπιστημῶν καὶ τοῦ ὀργανωμένου καπιταλισμοῦ. Τὰ πάντα ἄλλαζαν καὶ οἱ ἀλλαγὲς αὐτὲς ἄφηναν ἀνερμάτιστο τὸ κοινωνικὸ ὑποκείμενο. Ἡ ἀνακάλυψη πὼς τὸ Σύμπαν εἶναι φτιαγμένο ἀπὸ «σκέτη» ὕλη, πὼς ἴσως ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι παρὰ μία ἐξέλιξη τοῦ πιθήκου, πὼς τὰ συναισθήματα καὶ οἱ σκέψεις δὲν εἶναι παρὰ «προϊόντα» του νευρικοῦ συστήματος καὶ πὼς ὁ Θεὸς δὲν ὑπάρχει (τουλάχιστον πάνω ἀπὸ τὰ σύννεφα), δὲν ἦταν κάτι ἀνώδυνο· ἰδίως ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ αὐτὴ ἡ εἰκόνα τοῦ κόσμου πυροδοτοῦσε τὴν εἰσβολὴ στὸ ἱστορικὸ προσκήνιο ἀδρανῶν μέχρι ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἀνθρώπων. Τὸ χεγκελιανὸ φιλοσοφικὸ σύστημα, ποὺ συνέδεε τὴ φιλοσοφία μὲ τὴ θρησκεία καὶ τὴν πολιτικὴ εἶχε πρὸ πολλοῦ καταρρεύσει κάτω ἀπὸ τὰ χτυπήματα τῆς ἀνελέητης κριτικῆς τοῦ Μάρξ. Τὴν ἴδια στιγμή, οἱ φυσικὲς ἐπιστῆμες ἐργάζονταν μὲ πυρετώδεις ρυθμοὺς γιὰ τὴν ἀποκάλυψη ὅλο καὶ περισσοτέρων πλευρῶν τῶν φυσικῶν φαινομένων. Ἐπιπροσθέτως, ἡ ἐπιστημονικὴ ἤπειρος τῆς Ἱστορίας σχηματιζόταν ἀργὰ ἀλλὰ καὶ ἁδρὰ στὸ κέντρο τοῦ δυτικοῦ πολιτισμοῦ. Ἦταν πιὰ φανερὸ πὼς ἔπρεπε νὰ μετατραποῦν οἱ λογικὲς προκείμενες ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζονταν τὰ δικαιώματα τοῦ κράτους, τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς θεσμοθετημένης σκέψης. Κι ἀκόμη ἔπρεπε ν᾿ ἀλλάξει ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον οἱ ἄνθρωποι ἀντιμετώπιζαν τὸν ἔρωτα, τὸν θάνατο, τὴν τέχνη, τὴ λογική, τὴν ἠθική. Οἱ Εὐρωπαῖοι λοιπὸν ἦταν στριμωγμένοι ἀνάμεσα στὸν παλιὸ ρομαντισμὸ τοῦ ἠθικὰ ὑπεύθυνου ὑποκειμένου καὶ στὸν νέο ὑλισμὸ τοῦ «ἐξελιγμένου» ζώου. Στὴ λογοτεχνία, ὁ ρομαντισμός, τὸν ὁποῖο ὁ Ἐρρίκος Χάινε εἶχε πρὸ πολλοῦ χαρακτηρίσει σὰν μία προσπάθεια ἀναβίωσης τοῦ πρωτοχριστιανικοῦ πνεύματος, διατηροῦσε ἀκόμη τὸ κύρος του, δεδομένου ὅτι δὲν ὑπῆρχε ἄλλο παράδειγμα ἔκφρασης. Οἱ ἐφραστικὲς ἀναζητήσεις ὑποχωροῦν σχετικά, ἀκολουθώντας τὴν ὑποχώρηση τῆς ἡγεμονικῆς θέσης τῆς Γερμανίας στὸ εὐρωπαϊκὸ στερέωμα. Ὁ ποιητὴς καὶ δημοκράτης πολιτικὸς Λούντβιχ Οὔλαντ [Ludwig Uhland, 1787-1862], ποὺ ἐκλαΐκευσε τὸν ποιητικὸ ρομαντισμὸ στιχουργώντας γερμανικοὺς λαϊκοὺς μύθους, ἔχει ἀκόμη πέραση. Ἡ συνεχὴς ὑπόμνηση τοῦ παρελθόντος μὲ τὶς δοκιμασμένες ἀξίες ἐτόνωνε τὸ ἐθνικὸ συναίσθημα τῶν Γερμανῶν, καὶ παράλληλα συντηροῦσε τὴ γλωσσικὴ καλαισθησία, ἀφοῦ οἱ στίχοι τοῦ Οὔλαντ χαρακτηρίζονται ἀπὸ μορφικὴ τελειότητα καὶ προσεκτικὰ λαξευμένο πάθος. Τὰ ποιήματά του προσέφεραν συγκίνηση, χωρὶς ἀκρότητες καὶ πειραματισμούς. Εἶναι φανερὸ πὼς ὁ Οὔλαντ ὑπῆρξε πρότυπο γιὰ τὸν Βιζυηνό, στὸν βαθμὸ ποὺ ὁ ποιητής μας προσπάθησε νὰ ὁριοθετήσει τὸ χρέος του.

Ἀπὸ τὴν ἐποχὴ αὐτὴ πρέπει νὰ χρονολογεῖται ἡ σύλληψη ἑνὸς ποιητικοῦ προγράμματος, τὸ ὁποῖο ὁ Βιζυηνὸς δὲν μπόρεσε κὰν νὰ θέσει σὲ ἐφαρμογή. Πρόκειται γιὰ τὴν παραγωγὴ ἀφηγηματικῶν ποιημάτων μὲ θέματα παρμένα ἀπὸ τὶς λαϊκὲς παραδόσεις. Στὴ σύλληψη αὐτοῦ τοῦ προγράμματος φαίνεται πὼς ἔπαιξαν ρόλο ἀρκετοὶ παράγοντες. Ὁ σημαντικότερος ἀπὸ αὐτοὺς ἦταν ἡ στροφὴ τοῦ ποιητικοῦ λόγου σὲ ὅλη τὴν Εὐρώπη πρὸς τὸν διδακτισμό. Ἡ ρομαντικὴ ἐξέγερση ἐνάντια στὴ σταδιακὴ «βιομηχανοποίηση» τῆς κοινωνικῆς ζωῆς εἶχε ξεπέσει σὲ μία διαδικασία παχύσαρκης ἀναπαραγωγῆς «ἐρωτοπαθῶν» ἡρώων, καὶ ὁ πεζὸς λόγος ἀνερχόταν μὲ ὁρμὴ στὶς προτιμήσεις τῶν ἀναγνωστῶν παρουσιάζοντας μίαν ἔντονη τάση ἐμπορευματοποίησης. Οἱ ποιητὲς ἔπρεπε νὰ ἀντιδράσουν. Ἡ μέριμνα περὶ τὴ μορφὴ φαινόταν σχεδὸν ἀπαραίτητη, προκειμένου νὰ μὴν χάσει τὸν ἰδιάζοντα αἰσθητικὸ ρόλο της ἡ ποίηση. Ἀπαραίτητη ἐπίσης φαινόταν ἡ διατήρηση ὁρισμένων ἀξιῶν μὲ βαθιὲς ἱστορικὲς ρίζες καὶ πλατιὰ ἀποδοχὴ ἀπὸ τὸν ἁπλὸ λαό. Ἐπιπλέον, ἡ ραγδαία ἀνάπτυξη μιᾶς ὕστερης ρομαντικῆς συμπάθειας πρὸς τὸ λαϊκὸ στοιχεῖο, σὰν ἀντίδραση πρὸς τὸν λαϊκισμὸ τῆς ἀγορᾶς, ποὺ διέβρωνε σταδιακὰ τὸν κοινωνικὸ ἱστό, ἔστρεψε τοὺς ποιητὲς ἐνάντια στὸν χριστιανισμό, μὲ τὴν καλυμμένη μορφὴ τοῦ ἐνδιαφέροντος γιὰ τὸ παγανιστικὸ παρελθὸν ἢ μὲ τὴ στροφὴ πρὸς τὸν πανθεϊσμό. Ἀξίζει νὰ ἐπισημάνουμε πὼς ὁ Ἐρρίκος Χάινε εἶχε δώσει μεγάλη προσοχὴ σ᾿ αὐτὴν τὴ στροφὴ πρὸς τὸν πανθεϊσμό, θεωρώντας τὸν σοσιαλισμὸ ὡς μιὰ μορφὴ πανθεϊσμοῦ. Ἡ μπαλάντα καὶ τὸ σονέτο ἦσαν ἐκεῖνα τὰ ποιητικὰ εἴδη ποὺ συγκέντρωναν τὶς περισσότερες ἀρετὲς γιὰ τὴ διεκπεραίωση τῶν παραπάνω καλλιτεχνικῶν προσταγῶν. Τὸ σονέτο ὅμως ἔχει χαρακτήρα κάπως ἀριστοκρατικό, ἐπικεντρώνεται ἀποκλειστικὰ στὴν προσωπικὴ φωνὴ τοῦ ποιητῆ. Ἡ μπαλάντα ἔχει τὴ δυνατότητα νὰ προσφέρει τὴν ἀπόλαυση ποὺ προσφέρει ἕνα διήγημα στὸν ἀναγνώστη, ἐπειδὴ μπορεῖ νὰ ἀφηγηθεῖ μίαν ἱστορία. Ἔπειτα ἐξασφαλίζει στὸν ποιητὴ κάποιον χῶρο γιὰ διδαχή, δίχως τὴν ἀπροκάλυπτη ἀμεσότητα τοῦ σονέτου. Τέλος, εἶναι ἢ μπορεῖ νὰ εἶναι στιχουργικὰ περίτεχνη. Τὸ ποιητικὸ πρόγραμμα ποὺ συνέλαβε ὁ Βιζυηνὸς βρισκόταν σὲ ἀπόλυτη ἁρμονία μὲ τὶς εὐρωπαϊκὲς ἐξελίξεις καὶ ἐπιπλέον μποροῦσε νὰ ἐκτελέσει εὐεργετικὲς λειτουργίες σὲ μία χώρα ποὺ ἀγωνιζόταν νὰ ὁλοκληρωθεῖ ἐδαφικά, πολιτικὰ καὶ πολιτιστικά. Δυστυχῶς εἶχε ἕνα μεγάλο ἀρνητικό: ἔδινε φωνὴ σ᾿ ἕναν λαὸ ποὺ οἱ ἄρχοντές του πάλεψαν μὲ κάθε μέσο νὰ δαμάσουν καὶ νὰ φιμώσουν. Ἀρκεῖ νὰ σκεφτεῖ κανεὶς πὼς ἐν ἔτει 1922 ὁ διορισμένος ἀπὸ τὸ ἑλληνικὸ κράτος ἔπαρχος τῆς Σμύρνης πίστευε πὼς ἦταν καλύτερα νὰ μείνουν στὴν Ἰωνία οἱ Ἕλληνες καὶ νὰ σφαγοῦν ἀπὸ τοὺς Νεοτούρκους παρὰ νὰ μεταβοῦν στὴν κυρίως Ἑλλάδα καὶ νὰ ἀνατρέψουν τὶς πολιτικὲς ἰσορροπίες.

Τὸ ποιητικὸ αὐτὸ πρόγραμμα ἦταν τὸ δεύτερο ποὺ ἐτίθετο στὴν ἱστορία τῆς νέας ἑλληνικῆς ποίησης. Τὸ πρῶτο ἦταν τὸ ἀδικοχαμένο πρόγραμμα τοῦ Σολωμοῦ γιὰ τὴ δημιουργία ἑνὸς μεγάλου συνθετικοῦ ἔργου, ποὺ θὰ πραγματοποιοῦσε τὴν ἰδέα τοῦ ἔθνους μέσω τῆς ποίησης, ὅπως ἡ ἀπόλυτη ἰδέα τοῦ Χέγκελ πραγματοποιεῖ τὸν ἑαυτό της περνώντας πρῶτα μέσα ἀπὸ τὴ σάρκα τοῦ κόσμου. Ὁ Βιζυηνὸς διδάχθηκε ἀπὸ σοφοὺς ποὺ εἶχαν ἤδη ἀποδεχθεῖ τὴν ἀναγκαιότητα ἀντιστροφῆς τοῦ χεγκελιανοῦ φιλοσοφικοῦ συστήματος. Ὁ θετικισμὸς ποὺ εἶχε ἀπελευθερώσει ἀκαριαία ὁ Μὰρξ ἐπέβαλε, ἀκόμη καὶ στοὺς ἀντιπάλους του, μιὰ πιὸ ρεαλιστικὴ σκέψη. Ἔτσι, γιὰ τὸν Βιζυηνὸ ἡ ὑποδοχὴ τῶν προϊόντων τοῦ ἔθνους στὴν ποίηση φαινόταν νὰ εἶναι μόνο τὸ πρῶτο βῆμα γιὰ τὴ σταδιακὴ συγκρότηση τῆς ἰδέας τοῦ ἔθνους. Τὸ πρόγραμμα τοῦ Βιζυηνοῦ τὸ ἐξετέλεσε ὁ Παλαμᾶς, μὲ ἀξιοθαύμαστη ποιητικὴ ἐπάρκεια, ἀλλὰ ἐπιστρέφοντας μάταια καὶ ἐντελῶς ἀναχρονιστικὰ στὸν ἰδεαλισμὸ τοῦ Σολωμοῦ. Δυστυχῶς, δὲν ἦταν Σολωμὸς καὶ τὸ ἔθνος δὲν εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ μία «Μεγάλη Ἰδέα». Εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ ἰδέες. Ἡ ἀδυναμία ἰδεῶν ὁδήγησε στὴν ἐκτὸς τόπου καὶ χρόνου φρικτὴ συντριβή.

Ἡ συλλογὴ Ἄραις, Μάραις, Κουκουνάραις ἢ Βοσπορίδες Αὖραι, τὴν ὁποία ὁ Βιζυηνὸς κατέθεσε στον Βουτσιναῖο ποιητικὸ διαγωνισμὸ τοῦ 1876, δὲν ἔχει σχέση μὲ τὸ ποιητικό του πρόγραμμα. Ὡστόσο, ἀποδεικνύει πὼς ἡ γλωσσικὴ ἁπλότητα καὶ ὁ εἰκονοπλαστικὸς νατουραλισμὸς ἀποτελοῦν πιὰ στοιχεῖο τοῦ προσωπικοῦ ὕφους. Ὁ Ἀποχωρισμὸς εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ ἐπιτυχημένα ποιήματα ποὺ ἔχουν γραφτεῖ στὴν καθομιλουμένη γλώσσα μας, καὶ ὁδηγεῖ τὸν ποιητὴ πολὺ μακριὰ ἀπὸ τὰ ἐπίπλαστα αἰσθήματα τοῦ τυποποιημένου φιλολογικοῦ κόσμου. Δραματικὴ ἔνταση, βάθος συναισθημάτων, ἁρμονικὴ συνεργασία τῶν εἰκόνων μὲ τὸ θέμα, γλωσσικὴ διαύγεια, μουσικὸς λυρισμός, καὶ εἰκαστικὴ τόλμη, ποὺ προωθεῖ τὴν ἐσωτερικὴ δυναμικὴ τοῦ λαϊκοῦ λόγου, συνθέτουν ἕνα ἀριστούργημα, στὸ ὁποῖο ἐκδηλώνεται μία ποιητικὴ ἰδιοφυία μὲ ὑπαρκτικὸ βάθος καὶ ὑπαρξιακὸ πλάτος. Ἡ καρδιὰ τῆς μάνας εἶναι «κρύσταλλο», ὁ νοῦς της «σαλεύει σὰν δενδρί». Μπροστὰ στὰ μάτια τοῦ παιδιοῦ, «τρέχει ἡ στράτα σὰν νερό». Τέτοιες εἰκόνες δὲν εἶχε ξαναδεῖ ἡ ἑλληνικὴ ποίηση ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Σολωμοῦ καὶ τοῦ Κάλβου. «Σὰν τὰ κλαδιὰ τῶν δέντρων εἶναι τὰ μαλλιά», θὰ γράψει μετὰ ἀπὸ πενήντα χρόνια ὁ Μίλτος Σαχτούρης, φωτίζοντας τὸν μοντερνισμὸ τοῦ Βιζυηνοῦ μὲ τὸν τρόπο ποὺ μόνο ἕνας ποιητὴς μπορεῖ νὰ φωτίσει ἕναν ποιητή: μὲ τὴν πράξη τῆς ποίησης. Στὸ ἴδιο βιβλίο, τὸ «σκωπτικό» ποίημα Ὁ Νέος Τροβαδοῦρος ἐν Ἀθῆναις ἐπιτίθεται κατὰ τῆς κακογραφίας τῶν συγχρόνων του μὲ τόσο γοητευτικὸ τρόπο, ὥστε δὲν ἀφήνει περιθώρια γιὰ θυμοὺς καὶ ἀντιδράσεις.

Ο ΝΕΟΣ ΤΡΟΒΑΔΟΥΡΟΣ ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ

Μὰ τοῦ Παρνασσοῦ τὰς κίσσας
καὶ τὸ δέρμα τοῦ Μαρσύου,
κ᾿ ἐγὼ πρέπω μεταξύ σας,
ποιηταὶ ἀπὸ γραφείου!
Δόξαν ἐπαιτῶν καὶ κλέος,
σύρω ἐκ τετριμμένης πήρας,
τροβαδοῦρος κ᾿ ἐγὼ νέος,
λείψανον θραυσθείσης λύρας
καὶ σᾶς ψάλλω καθαρά:
τραλαλά, τραλαλαρά,
«ἄραις μάραις
 κουκουνάραις».

Κ᾿ ἐγὼ μέλπων, καταισχύνω
τὰς Ἀρκαδικὰς Σειρήνας
καὶ γενναῖον ζύθον πίνω
εἰς τὰς κλασικὰς Ἀθῆνας
καὶ σοβῶ διὰ τοῦ πλήθους
ὑψηλαύχην μουσοπῶλος,
ὑπὸ θέρμης κακοήθους
παρακρούων ἀσυστόλως,
δεξιὰ κι᾿ ἀριστερά:
τραλαλά, τραλαλαρά,
«ἄραις μάραις
κουκουνάραις».

Κ᾿ ἐγὼ γράφω. Κι᾿ ἂν ὁ χάρτης
λείψη ἐκ τῆς πολυγραφίας
(ὁ πιστός μου κύων μάρτυς,
μετασχῶν τῆς ἐργασίας)
πάσαν θύραν, πάντα τοῖχον,
πρὸς τὸ πεῖσμα τῶν κυρίων,
καταβρέχω διὰ στίχων
καὶ τὸν κάλαμόν μου ξύων,
σχεδιάζω τολμηρά:
τραλαλά, τραλαλαρά,
«ἄραις μάραις
κουκουνάραις».

Τοὺς κριτὰς κ᾿ ἐγὼ φορτίζω,
 ὡς τὸν Ἡρακλῆν Αὐγείας
καὶ τὴν δάφνην τοῖς χαρίζω,
ἂν μοὶ δώσουν τὰς χιλίας.
Ἂν μ᾿ ἐκδάρουν πλὴν τὸ δέρμα,
παρ᾿ ἀξίαν ἐννοεῖται
καὶ τὸ τελευταῖον σπέρμα
τοῦ νοός μου ἐξαντλεῖται
ἐν τῷ σπείρειν μοχθηρά:
τραλαλά, τραλαλαρά,
«ἄραις μάραις
κουκουνάραις».

Λοιπόν, μὰ τὰς λάλους κίσσας
καὶ τὸν μάρτυρα Μαρσύαν,
κ᾿ ἐγὼ πρέπω μεταξύ σας,
κύκνοι κατὰ φαντασίαν.
Ἀφοῦ πρὸς κοινόν μας κλέος,
τὴν πατρώαν λύραν σύρας,
τρουβαδοῦρος ἐγὼ νέος,
ἐκ τῆς παλαιᾶς μου πείρας,
σᾶς τὰ εἶπον φανερά:
τραλαλά, τραλαλαρά,
«μ᾿ ἄραις μάραις
κουκουνάραις».

Ἐν ἐκστάσει κ᾿ ἐγὼ θῶκον
ποιητοῦ καὶ δάφνην εἶδον
καὶ οἰστρήλατος διώκων
τὸν χορὸν τῶν Ἰλισίδων,
ἄχ, προσκρούσας ἐκυλίσθην
εἰς τοῦ ποταμοῦ τοὺς βράχους
καὶ ὁπόταν ἀφυπνίσθην,
ἔψαλον μὲ τοὺς βατράχους,
εἰς τ᾿ ἀκάθαρτα νερά:
τραλαλά, τραλαλαρά,
«ἄραις μάραις
κουκουνάραις».

Κ᾿ ἐγώ, ὁσάκις εἰς τὴν πόλιν
μείνει ἡ Μοῦσα ἄνευ ζωπύρου,
ἀνταλλάσω τὴν ἀσβόλην
μὲ τὴν δρόσον τοῦ Φαλήρου·
κι᾿ ἀσπασθεῖς, διὰ τῆς αὔρας,
τὰς γυμνὰς τῶν Ναϊάδων,
κυνηγῶ χελώνας, σαύρας,
δι᾿ ἀκάρπων πεδιάδων,
τονθορίζων σοβαρά:
τραλαλά, τραλαλαρά,
«ἄραις μάραις
κουκουνάραις».

Τὸ ποίημα αὐτὸ ἀκολουθεῖ ἕνα ἰδιαίτερο γλωσσικὸ μοντέλο, συνηθισμένο στὴν ποίηση τῶν τροβαδούρων τῆς Προβηγκίας, ὅπου τὸ καυτηριάζειν εἶναι μία εὐκαιρία γιὰ πνευματώδη ποίηση καὶ ὄχι ἡ ποίηση ἕνα μέσο γιὰ σάτιρα. Δὲν πρόκειται γιὰ τὴν ἑπτανησιακή, ἰταλικῆς προέλευσης σάτιρα, ποὺ χώνει βαθιὰ τὰ νύχια της στὸ ἤδη καταδικασμένο θύμα. Πρόκειται γιὰ μία εἰρωνεία ποὺ σπάζει κόκαλα, ἀντιμετωπίζοντας μὲ συμπάθεια τὸν σατιριζόμενο - ὁ ὁποῖος συνήθως εἶναι ὁ ἴδιος ὁ ποιητής, δημιουργώντας ἕνα πλαίσιο εἰρωνείας ἐντελῶς ἄγνωστο στὴ νέα ἑλληνικὴ λογοτεχνία, ὄχι ὅμως καὶ στὴν ἑλληνικὴ γλώσσα.

Τὴν ἑπόμενη χρονιὰ θὰ πάρει πάλι μέρος στὸν Βουτσιναῖο ποιητικὸ διαγωνισμὸ μὲ τὴ συλλογὴ Ἑσπερίδες, στὴν ὁποία θέτει σὲ ἐφαρμογὴ τὸ ποιητικό του πρόγραμμα. Στιχουργεῖ ἐκτενῆ ποιήματα μὲ θέματα παρμένα ἀπὸ λαϊκὲς παραδόσεις. Θὰ τιμηθεῖ μόνο μὲ ἔπαινο. Ἡ πρότασή του δὲν ἔγινε ἀποδεκτή. Ὁρισμένα ἀπὸ τὰ ποιήματα ἐκείνης τῆς συλλογῆς ποὺ δὲν ἐκδόθηκε ποτὲ -ὅπως καὶ οἱ Βοσπορίδες Αὖραι ἄλλωστε- θὰ τὰ γνωρίσουμε ἐκ νέου ἐπεξεργασμένα στὶς Ἀτθίδες Αὔραις.

Ἀφοῦ παρουσιάζει στὴ Γοττίγη τὴ διδακτορικὴ διατριβή του, μὲ θέμα τὴν ψυχολογικὴ καὶ παιδαγωγικὴ σημασία τοῦ παιχνιδιοῦ, καὶ ἀνακηρύσσεται διδάκτωρ τῆς φιλοσοφίας, ἐπιστρέφει στὴν Ἀθήνα τὸν Νοέμβριο τοῦ 1881, μέσω Παρισίων. Διαθέτει τὶς σημαντικότερες γνώσεις ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ διαθέτει ἕνας διανοούμενος τῆς ἐποχῆς του, καὶ σκοπεύει νὰ τὶς προσφέρει στὴν πατρίδα του. Ὅμως οἱ πρῶτες κιόλας ἐνέργειές του προκαλοῦν τὴν ὀργὴ τοῦ παρασιτικοῦ -πανεπιστημιακοῦ ἢ ὄχι, καθεστωτικοῦ ἢ μή-κατεστημένου. Στὴ διάρκεια τῶν ἐτῶν ποὺ ἀπουσίαζε εἶχαν ἀλλάξει πολλά.

Παρὰ τὴ σχετικὴ ἀνάπτυξη τῶν δεικτῶν τῆς οἰκονομίας καὶ τὴ διεύρυνση τῆς κοινωνικῆς ζωῆς, ἡ Ἑλλάδα μαστιζόταν ἀπὸ τὴν πολιτικὴ πόλωση. Οἱ κοινωνικὲς δραστηριότητες στρέφονταν γύρω στὴ δίχως κανένα νόημα σύγκρουση μεταξὺ πολιτικῶν ποὺ ἐκπροσωποῦσαν ἢ δὲν μποροῦσαν παρὰ νὰ ἐκπροσωποῦν τὰ καιροσκοπικὰ συμφέροντα μιᾶς ἀστικῆς τάξης ἕτοιμης νὰ πουλήσει τὰ πάντα γιὰ νὰ κερδοσκοπήσει. Τὸ συνδεδεμένο μὲ τὴν ἐθνικοαπελευθερωτικὴ ἐπανάσταση κεφάλαιο βρισκόταν οὐσιαστικὰ ἐκτὸς ἑλληνικοῦ ἐδάφους, καὶ μόνον στὸ τυχοδιωτικὸ ἐφοπλιστικὸ κεφάλαιο ἐπιχειροῦσε νὰ μεταβάλει σὲ κέντρο διερχομένων τὴ χώρα, ποὺ μέχρι τὸ τέλος τῆς δεκαετίας τοῦ 1880 θὰ εἶχε χρεοκοπήσει. Τὴν κατάσταση τῆς κοινωνικῆς ζωῆς τὴν περιγράφει μὲ σκληρὰ λόγια ὁ Γ. Σκληρός:

«Κάτω ἀπὸ τὶς πομπώδεις, δημαγωγικὲς ἀγύρτικες φράσεις, ἡ κυριαρχοῦσα τάξη χωρὶς καμιὰ σοβαρὴ ἀντιπολίτευση καὶ πραγματικὴ ἐξέλεγξη, ἐκοίταζε τὶς προσωπικὲς μικροφιλοδοξίες της καὶ τὰ συμφέροντά της, παίζοντας τὸν ψευτοπόλεμο ἀναμεταξύ της γιὰ νὰ δείξη στὸ λαὸ ὅτι καταγίνεται καὶ αὐτὴ μὲ σπουδαῖα ζητήματα.

Ἀλλὰ καθένας μπορεῖ εὔκολα νὰ καταλάβη τί εἶδος πάλη καὶ ἀντιπολίτευση μποροῦσε νὰ ὑπάρχη μεταξὺ ἑνὸς Κουμουνδούρου καὶ Δεληγιώργη, Τρικούπη καὶ Δεληγιάννη, Θεοτόκη καὶ Ράλλη, ἀφοῦ ὅλοι τους ἦσαν παιδιὰ μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς κοινωνικῆς τάξεως, μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς πολιτικῆς κλίκας.

Ἔτσι ἐξηγεῖται γιατί καὶ τὰ προγράμματά τους στὸ βάθος ἦσαν τὰ ἴδια καὶ περιωρίζοντο σὲ κάτι ἐπιπόλαιες διοικητικὲς μεταρρυθμίσεις, χωρὶς σπουδαία σημασία καὶ χωρὶς νὰ θίξουν καμιὰ βαθύτερη φυλετική, ἱστορικὴ καὶ κοινωνικὴ ἀνωμαλία ποὺ ἀποτελοῦσε τὴν οὐσία τοῦ ζητήματος.

Πραγματικὴ διαφορὰ πολιτικῶν, κοινωνικῶν καὶ ἰδεολογικῶν προγραμμάτων, πραγματικὴ ἀντιπολίτευση καὶ πάλη μεταξὺ κομμάτων μπορεῖ νὰ ὑπάρξη μόνον ὅταν τὰ κόμματα ἀντιπροσωπεύουν διάφορες κοινωνικὲς τάξεις, μὲ διάφορα οἰκονομικά, κοινωνικὰ καὶ ἰδεολογικὰ συμφέροντα. Πράγμα ποὺ γίνεται στὴν Εὐρώπη καὶ ποὺ ἔλειπε ἀκριβῶς στὴν Ἑλλάδα ἕως τὰ χθές (1919).

 Το πόσον ἀόριστα καὶ ἀχρωμάτιστα ἦσαν τὰ τότε κόμματα φαίνεται καὶ ἀπὸ τὸ χαρακτηριστικὸ γεγονὸς μὲ πόση εὐκολία οἱ βουλευταὶ ἄλλαζαν κόμμα, πράγμα ἄλλως τε πολὺ φυσικὸ γιατὶ δὲν εἶχαν κανένα ἰδιαίτερο πρόγραμμα, ἰδανικὸ ἢ τάξη νὰ ὑποστηρίξουν.

 Ἡ μεσαία καὶ μικρὴ ἀστικὴ τάξη μας, ποὺ ἀποτελοῦσαν τὸν ὄγκο τῆς κοινωνίας μας, εἴτε γιατὶ ἦσαν τελείως ἀδιοργάνωτες καὶ δὲν εἶχαν συνείδηση τῆς θέσεώς τους, εἴτε γιατὶ δὲν εἶχαν καὶ ἰδιαίτερα σπουδαῖα συμφέροντα νὰ διεκδικήσουν, δὲν ἐλάμβαναν ἐνεργὸ μέρος στὴν πολιτικὴ ζωὴ τῆς χώρας καὶ ἄφηναν τὴν κυριαρχοῦσα τάξη νὰ κάνη ὅ,τι θέλει.

 Αυτές μόνον ἐπρομήθευαν τὴν ἀρκετὰ πολυπληθῆ ρουσφετολογικὴ καὶ παρασιτικὴ ἐκείνη τάξη «τῶν φαυλοκρατῶν», ἡ ὁποία ἐπωφελούμενη τὸ ἀνεξέλεγκτο τῆς κυβερνήσεως καὶ τὴν ἀδράνεια τῆς κοινωνίας ὑπεστήριζε τὴν κυριαρχοῦσα τάξη στὸ σύστημά της γιὰ νὰ νέμεται διάφορα ρουσφέτια καὶ θέσεις κυβερνητικὲς παρ᾿ ἀξίαν».

Τὸ κατ᾿ οὐσίαν παρακμιακὸ αὐτὸ περιβάλλον ἁπλωνόταν σὰν μόλυνση καὶ στὸν χῶρο τοῦ πολιτισμοῦ. Οἱ συγκρούσεις τῶν συγγραφέων καὶ τῶν διανοουμένων χαρακτηρίζονταν ἀπὸ τὴν ἴδια μικροπρέπεια. Δὲν ἔχουν διαφορετικὲς ἰδέες. Ἔχουν διαφορετικὰ συμφέροντα. Οἱ ἐξωπανεπιστημιακοὶ διανοούμενοι ἐπιζητοῦν τὴν ἐξόντωση τῶν πανεπιστημιακῶν. Οἱ πανεπιστημιακοὶ βλέπουν μὲ τρόμο νὰ σχηματίζεται μία ἀγορὰ ἰδεῶν τὴν ὁποία δὲν μποροῦν νὰ ἐλέγξουν. Στὸ πανεπιστήμιο ἐπικρατεῖ ἡ ἀρχαΐζουσα γλώσσα. Στὴν ἐλεύθερη ἀγορὰ τῶν ἰδεῶν ἡ δημοτική. Ἡ σύγκρουση μεταξὺ «καθαρευουσιάνων» καὶ «δημοτικιστῶν» εἶναι μία σύγκρουση συμφερόντων. Ποιὸς θὰ ἄγει καὶ θὰ φέρει τὴν ἀδρανῆ μάζα τῶν μικροαστῶν Ἀθηναίων. Χρειάστηκαν πολλὰ χρόνια ἀκόμη γιὰ νὰ πάρει ὁ δημοτικισμὸς πολιτικὸ χαρακτήρα, κι αὐτὸ ἔγινε ἀναγκαστικά, ἀφοῦ φορέας τῆς δημοτικῆς ἦταν ὁ φτωχὸς λαός. Ἡ πολιτικὴ ποὺ ἀντιπροσώπευαν καθαρευουσιάνοι καὶ δημοτικιστὲς ἦταν οὐσιαστικὰ ἡ ἴδια. Εἶναι χαρακτηριστικὸ πὼς ἕνας λαμπρὸς ὑπέρμαχος τῆς δημοτικῆς, ὁ λόγιος, ἱστορικός, φιλόλογος, θεολόγος καὶ δραματουργὸς Δημήτριος Βερναρδάκης (1834-1907), ποὺ πρῶτος διακήρυξε τὴν ἀνάγκη νὰ γίνει ἐπίσημη γλώσσα τοῦ κράτους ἡ δημοτική, καὶ ὑπέβαλε σὲ σκληρὴ κριτικὴ τὶς θεωρίες τῶν ὑπέρμαχων τῆς καθαρεύουσας, ὅταν τοῦ ζητήθηκε, στὰ 1907, νὰ ἀφιερώσει δυὸ λόγια στὴν ἐνηλικίωση τοῦ διαδόχου Κωνσταντίνου, τὸ ἔκανε στὰ ἀρχαῖα ἑλληνικά.

Σ᾿ αὐτὸ τὸ περιβάλλον ὁ Βιζυηνὸς ἦταν πραγματικὰ μετανάστης. Οἱ χειρότερες ἐπιθέσεις τοῦ ἔγιναν ἀπὸ ἕναν νέο σχετικὰ χῶρο, τὸν χῶρο τῶν διαχειριστῶν τῆς ἐπικοινωνίας. Ὅσο κι ἂν φαίνεται παράδοξο, αὐτὸ ποὺ σήμερα ὀνομάζουμε «κίτρινος Τύπος» εἶναι ἀρκετὰ παλιὰ ὑπόθεση. Οὐσιαστικὰ γεννήθηκε μαζὶ μὲ τὴν ἀστικὴ δημοκρατία. Οἱ ρίζες του φτάνουν μέχρι καὶ τὴν ἀρχαία ἀθηναϊκὴ δημοκρατία. Εἶναι αὐτοὶ οἱ ἀριστοκράτες ποὺ ἔσυραν τὸν Σωκράτη στὰ δικαστήρια, προσπαθώντας νὰ πείσουν τοὺς δικαστὲς πὼς ἦταν ἐπικίνδυνος γιὰ τὴ δημοκρατία. Πρόκειται γιὰ ἕνα εἶδος ἀνθρώπων ποὺ ζοῦν ἀπὸ τὰ προβλήματα τῆς δημοκρατίας, πουλώντας τάχα ἡθικὴ ἀκεραιότητα σ᾿ ἕνα πολίτευμα στὸ ὁποῖο ὁ σχετικισμὸς εἶναι μόνιμη κατάσταση ἰδεῶν. Μιὰ τέτοια ὁμάδα ἐξέδιδε τὴν ἐφημερίδα Μὴ Χάνεσαι, μὲ τὸ κυνικὸ σύνθημα «Ἰσχύς μου ἡ ἀγάπη τοῦ δημοσίου». Καταφέρονταν κατὰ τῶν πολιτικῶν ἀνεξαιρέτως, καυτηριάζοντας τὴ σαθρότητα τῶν διαδικασιῶν, ἀλλὰ ὅταν τελικὰ ἐμφανίστηκε μία προοπτικὴ ἀντιπροσώπευσης τοῦ λαοῦ μὲ τὸν σοσιαλιστὴ Ρόκκο Χοϊδᾶ (1830-1890), ὁ συνεργάτης τοῦ Μὴ Χάνεσαι, «Ὁνολούλου» (δημοσιογραφικὸ ψευδώνυμο τοῦ Κωστῆ Παλαμᾶ) γελοιοποίησε τὸν δικαστή, ὁ ὁποῖος πέθανε ἀργότερα στὴ φυλακή.

Ἕνας χρόνος στὴν ἐχθρικὴ Ἀθήνα ἦταν ἀρκετὸς γιὰ τὸν Βιζυηνό. Ἀποφάσισε νὰ ἀναζητήσει τὴν τύχη του στὸ Παρίσι. Φεύγοντας, τὸν ξεπροβόδισε ὁ συντάκτης «Φρού-Φρού» τοῦ Μὴ Χάνεσαι μὲ τὸ παρακάτω ἀπερίγραπτο ἄρθρο: «Ὁ κ. Γεώργιος Βιζυηνός, κατὰ τὴν «Ἐφημερίδα», ἀπῆλθε εἰς Γαλλίαν, Ἀγγλίαν, ἐκεῖθεν εἰς Ρωσσίαν, Κωνσταντινούπολιν, Μικρὰν Ἀσίαν, Αἴγυπτον, ἵνα ἀνθρώπων ἄστεα καὶ χρῆμα, καθ᾿ ἡμᾶς, γνῶ, θέλει δὲ ἐπανακάμψει ἐνταῦθα μετὰ τὸ θέρος, ὅτε διόλου φαιδρὰ δὲν θὰ τὸν ὑποδεχθῶμεν, ἔχων ἤδη παρεσκευασμένην καὶ τὴν ἔκδοσιν τῶν μέχρι τοῦδε ἔργων του καὶ εἰς τρεῖς τόμους κ.τ.λ. Ἀναγκαζόμεθα νὰ μὴ ἀντιπαρέλθωμεν τὴν ὡς Κραβαρίτου μὲ τὴν λύραν καὶ τὸν κορβανᾶν τοῦ ἐπαίτου περιοδείαν αὐτὴν τοῦ κ. Βιζυηνοῦ διὰ τῶν δυὸ κόσμων, ὅπου ὑπάρχουν Ἕλληνες, πρὸς συλλογὴν συνδρομητῶν, μὲ τόσον ἐλαφρὰν καρδίαν μὲ ὅσην ἡ «Νέα Ἐφημερίς» συνήθως ἀναγράφει τὰ γεγονότα αὐτά, ἅμα τύχωσιν ἥρωες αὐτῶν φίλοι της, ἐνθαρρύνουσα οὕτω τοὺς νέους εἰς τὸ κακόν, εἰς τὴν μικροφιλοτιμίαν, εἰς τὸν ἐξευτελισμὸν καὶ εἰς τὸν παρασιτισμόν.

Ὁ κ. Γεώργιος Βιζυηνὸς ἐπαναφέρει δυστυχῶς τοὺς χρόνους ἐκείνους τῆς ἑλληνικῆς παρακμῆς, τοὺς χρόνους οὓς περιέλαβεν ὁ Λουκιανὸς ἐν τῇ δριμείᾳ σατίρᾳ του, ζωγραφίσας τὸν ἐξευτελισμὸν τῶν Ἑλλήνων λογίων ἐν Ρώμῃ, οἵτινες τὴν ἀκμὴν τῶν σοφιστῶν ἐταπείνωσαν μέχρις αἰσχρᾶς δουλείας διὰ πορισμὸν ἄρτου βρεγμένου εἰς τὰ ὑγρὰ τῆς ταπεινώσεως. Δυστυχῶς δὲ ὁ κ. Γεώργιος Βιζυηνὸς εἶναι γεννημένος διὰ νὰ παίξῃ τοιοῦτον ρόλο ἐπαίτου. Διελθῶν, δὲν λέγομεν τοῦτο πρὸς ἐξευτελισμόν του, ἀλλὰ γράφομεν ἱστορίαν, ὅλα τὰ ἀποκτηνοῦντα στάδια, τοῦ ὑπηρέτου παντοπωλείου, τοῦ ψάλτου, τοῦ ράπτου, τοῦ παπαδοπαίδου, τοῦ ἱεροσπουδαστοῦ, καὶ ἀναρπαγεῖς αἰφνιδίως ἐκ τῶν στρωμάτων τῆς καταγωγῆς του διὰ χειρὸς τοῦ κ. Ζαρίφη τῆς Κωνσταντινουπόλεως, δὲν εἶχε τόσην ψυχὴν μεταβαλλὼν τύχην νὰ μεταβάλῃ χαρακτήρα, ἀλλὰ διέσωσεν ἀμόλυντα τὰ κεφάλαια τῆς χυδαιότητος καὶ τῆς ἀφιλοτιμίας καὶ μετὰ ἑπταετῆ ἴσως διαμονὴν ἐν Γερμανίᾳ μεθ᾿ ὅλην τὴν μικρὰν ποιητικήν του ἀξίαν καὶ ἕνεκα τῆς στερήσεως τῶν ὑλικῶν παροχῶν τοῦ κ. Ζαρίφη, δυστυχῶς παθόντος τὴν ὑγείαν, περιέφερε τὰ κεφάλαια αὐτὰ τοῦ παιδὸς παντοπώλου εἰς ὅλα τὰ ἀθηναϊκὰ σαλόνια ἐξευτελισθείς, κολακεύσας, παρασιτήσας, γενόμενος περίγελως ὅλων, καὶ αὐτῶν ἀκόμη τῶν μικρῶν βασιλοπαίδων, ἀναγκασθέντων παρὰ τὴν ἀνατροφήν των βεβαίως μόνον καὶ μόνον, ὡς σεμνῶς διετείνετο ὁ ἴδιος, ἵνα ἐξασφαλίσῃ ἑαυτῷ συνδρομὰς εἰς τὴν μέλλουσαν ἔκδοσιν τῶν βιβλίων του. Ὑπερασπιζόμεθα τὴν τιμὴν τῆς τάξεως τῶν λογίων, καὶ μετὰ λύπης ἀποκηρύττομεν τόσω πικρῶς ἓν μέλος τῆς λογίας τάξεως, ὅπερ ἔχει ἐπιτέλους τὴν ἀξίαν του, παρεκτραπὲν εἰς τόσην ταπείνωσιν ἐν Ἀθήναις, ὥστε ἀπὸ ποιητὴς οἶος εὔχεται εἶναι νὰ καταντήσῃ Καραγκιόζης τῶν σαλονιῶν. Καὶ μᾶς φαίνεται ὀδυνηρότερα διὰ τὰ ἑλληνικὰ γράμματα αὐτὴ ἡ διὰ τῶν μεγαλουπόλεων, ὅπου Ἕλληνες, περιφορὰ δίκην ἐπαίτου τοῦ κ. Γεωργίου Βιζυηνοῦ, φορτώσαντος ἤδη τὸ δισάκι του συστατικὰ ἐξ Ἀθηνῶν μὲ τὴν γενναίαν ἀπόφασιν νὰ μὴν ἀφήσῃ ἐπ᾿ ὀνόματι τῆς κανδυλαναπτικῆς του Μούσης κανὲν βαλάντιον ἑλληνικὸν ἀφορολόγητον. Θὰ ἐκλιπαρῇ πάλιν τραπέζια καὶ συναναστροφάς, διὰ νὰ ἀπαγγέλλῃ τὸ Μαριώ του, νὰ ἐπιδεικνύῃ τὴν φαλάκραν του, νὰ λυγώνῃ τοὺς κινεζικοὺς ὀφθαλμούς του καὶ νὰ ὠθῇ εἰς ἀναιδῆ ἅλματα τὴν παροιμιώδη ἐκείνην γαστέρα, τὴν ὁποίαν εἴμεθα βέβαιοι ὅτι οὐδεμία Ἀγγλὶς δέσποινα ἦτο ποτὲ δυνατὸν νὰ δεχθῇ εἰς τὸ σαλόνι της. [...]

Ὁ ἐξευτελισμὸς αὐτὸς τῶν γραμμάτων πρέπει ἐπὶ τέλους νὰ κτυπηθῇ, διότι τέτοιων ποιητῶν ὑπάρχει ὀρμαθιὰ καὶ ἅμα ἐπιτύχῃ αὐτὸς θὰ τὸν ἀκολουθήσουν ἄλλοι».

Ἀπὸ τὸ Παρίσι -μὲ σύσταση φαίνεται τοῦ Δημητρίου Βικέλα, ποὺ τόσο τὸν βοήθησε- ταξιδεύει στὸ Λονδίνο. Μόλις ἔφτασε ἐκεῖ, ἐγκαταστάθηκε στὸ προάστιο Stoke Newington -ὅπου γενήθηκε καὶ πέρασε ὅλη τὴ ζωή του ὁ Ντανιὲλ Ντιφόου [Daniel Defoe, 1660-1731], τὸ ὁποῖο ἤδη ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ 19ου αἰῶνα ὑπῆρξε τόπος κατοικίας τῶν εὔπορων ἐμπόρων ποὺ δραστηριοποιοῦνταν στὸ κέντρο τοῦ Λονδίνου. Ἀρκεῖ νὰ σημειωθεῖ πὼς ὁ καπνέμπορος Τζὸν Ἄλαν, θετὸς πατέρας τοῦ Πόε, ἐγκατέστησε ἐκεῖ τὴν οἰκογένεια, ὅταν ἔπρεπε νὰ μεταβεῖ στὴν Ἀγγλία, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ παρακολουθήσει ὁ μικρὸς Ἐντγκαρ τὸ σχολεῖο τῆς ὁδοῦ Church. Ἡ περιοχὴ ἦταν γεμάτη μὲ πολυτελεῖς κατοικίες. Πυκνὰ δρομολόγια τρένων καὶ ἱππήλατων λεωφορείων τὴ συνέδεαν μὲ τὸ κέντρο τῆς βρετανικῆς πρωτεύουσας, στὸ ὁποῖο ἔπρεπε νὰ πηγαίνει καθημερινὰ ὁ ποιητής, ἀφοῦ μελετοῦσε στὶς βιβλιοθῆκες, ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ ἴδιος σὲ ἐπιστολή του πρὸς τὸν Δημήτριο Βικέλα, στὶς 24 Μαρτίου τοῦ 1883, προκειμένου νὰ ὁλοκληρώσει τὴ διατριβὴ μὲ τὴν ὁποία σκόπευε νὰ διεκδικήσει θέση καθηγητὴ στὸ Πανεπιστήμιο τῆς Ἀθήνας. Ἐδῶ, στὸ Λονδίνο, θὰ ἐκδώσει τὴ μνημειώδη συλλογὴ Ἀτθίδες Αὖραι.

Ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ ἴδιος σὲ ἐπιστολή του -ποὺ τώρα βρίσκεται στὴν ἔκδοση τοῦ ἀκάματου ἐρευνητὴ Γιάννη Παπακώστα Γεωργίου Βιζυηνοῦ Ἐπιστολές- «ὁ Κος Κοργιαλένιος μετὰ τοῦ Κου Βαλιέρη ἀνεδέχθησαν 50 λίρας ὁ δὲ Κος Ἰωνίδης τὰ λοιπὰ τῶν ἐξόδων» γιὰ τὴν ἔκδοση τῶν Ἀτθίδων Αὐρῶν. Τὰ πρόσωπα αὐτὰ δὲν ἦσαν μόνο ἑλληνικῆς καταγωγῆς ἐπιχειρηματίες, ἀπὸ τοὺς ὁποίους «ζητιάνευε» μίαν ἔκδοση ὁ ποιητής, ἀλλὰ πνευματικοὶ ἄνθρωποι μὲ ἔντονη καλλιτεχνικὴ δραστηριότητα. Εἰδικὰ ὁ Ἀλέξανδρος Κωνσταντίνου Ἰωνίδης (1810-1890) καὶ τὰ παιδιά του μὲ τὴν Εὐτέρπη Σγούτα (1816-1892), Ἀλέξανδρος Ἀλεξάνδρου Ἰωνίδης (1840-1898), Λουκᾶς Ἰωνίδης (1837-1924), Ἀγλαΐα Ἰωνίδη (1834-1906) καὶ Χαρίκλεια Ἰωνίδη (1844-1923). Ὁ Ἀλέξανδρος Κωνσταντίνου ἀγαποῦσε μὲ πάθος τὴν τέχνη καὶ μετέφερε τὴν ἀγάπη αὐτὴ στὰ παιδιά του. Ἡ Ἀγλαΐα ἦταν ὁ φύλακας ἄγγελος τοῦ ζωγράφου, ποιητῆ καὶ θεωρητικοῦ τοῦ σοσιαλισμοῦ Οὐίλιαμ Μόρις [William Morris] καὶ στενὴ φίλη τοῦ ἐπίσης μεγάλου ζωγράφου καὶ ποιητὴ Ντάντε Γκάμπριελ Ροσέτι [D. G. Rossetti]. Ὁ Λουκᾶς συνδέθηκε μὲ στενὴ φιλία μὲ τὸν ζωγράφο Οὐίστλερ [Whistler] καὶ ἡ Χαρίκλεια ὑπῆρξε ἔξοχη ἑρμηνευτῆς τῶν φωνητικῶν συνθέσεων τοῦ Σούμαν [Schumann]. Τὸ σπίτι τῶν Ἰωνίδη στὸ Tulse Hill τοῦ νοτίου Λονδίνου, ἦταν μέρος συγκέντρωσης διπλωματῶν, κληρικῶν, καλλιτεχνῶν, συγγραφέων καὶ μουσικῶν. Ὁ πατέρας Ἰωνίδης ὑπῆρξε ὁ σημαντικότερος συλλέκτης ἔργων τέχνης στὸ βικτωριανὸ Λονδίνο. Οἱ χορηγίες του πρὸς τοὺς καλλιτέχνες ἦσαν πλουσιοπάροχες, καὶ στὴν εὐεργετικὴ αὐτὴ δραστηριότητα ἔπαιξε σημαντικὸ ρόλο ὁ στενὸς φίλος του, Γάλλος ζωγράφος Ἀλφόνσος Λεγκρὸς [Alphonse Legros 1837-1911], ὁ ὁποῖος εἰκονογράφησε τὶς Ἀτθίδες Αὖρες, προφανῶς μὲ προτροπὴ τοῦ Ἰωνίδη. Σήμερα ἡ συλλογὴ Ἰωνίδη περιλαμβάνει 1.158 ἐκθέματα ἀνυπολόγιστης ἀξίας. Αὐτὸ ἦταν, λοιπόν, τὸ «ἑλληνικὸν βαλάντιον» ποὺ δὲν σκόπευε νὰ ἀφήσει «ἀφορολόγητον» ὑπὲρ «τῆς κανδυλαναπτικῆς του Μούσης» ὁ Βιζυηνός, σύμφωνα μὲ τὸν ἀνόητο «Φρού-Φρού» τοῦ Μὴ Χάνεσαι.

Προφανῶς, μὲ τὴν οἰκογένεια Ἰωνίδη τὸν ἔφερε σὲ ἐπαφὴ ὁ πρέσβυς Πέτρος Βράιλας-Ἀρμένης (1812-1884). Αὐτοὶ οἱ τόσο ἐκλεπτυσμένοι καλλιτεχνικὰ καὶ τόσο πολυάσχολοι ἄνθρωποι δὲν θὰ ξεσήκωναν στὸ πόδι ὅλο τὸ Λονδίνο γιὰ νὰ τυπώσουν τὰ ποιήματα ἑνὸς συμπατριώτη τοὺς ἂν δὲν ἀναγνώριζαν σὲ αὐτὸν ἕναν πραγματικὸ ποιητή. Ὁ οἶκος Trubner & Company δὲν ἦταν τὸ πρῶτο τυχαῖο «τυπογραφεῖο». Ἱδρύθηκε τὸ 1851 ἀπὸ τὸν διακεκριμένο ἀνατολιστὴ Johann Nicolaus Trubner (1817-1884), ὁ ὁποῖος βρισκόταν σὲ μόνιμη ἐπαφὴ μὲ τοὺς σημαντικότερους Εὐρωπαίους συγγραφεῖς καὶ ἐπιστήμονες τῆς ἐποχῆς. Ἐξέδιδε μόνο μελέτες σχετικὲς μὲ τοὺς πολιτισμοὺς καὶ μεταφράσεις κλασικῶν τῆς ἀρχαιότητας. Τὸ σύνολο αὐτῶν τῶν βιβλίων εἶναι σήμερα σὲ κυκλοφορία καὶ ἀποτελοῦν τμῆμα τοῦ θησαυροῦ τῆς εὐρωπαϊκῆς σκέψης. Εἶναι ἀπολύτως βέβαιο πὼς ὁ Trubner δὲν θὰ προχωροῦσε στὴν ἔκδοση ἑνὸς βιβλίου ἂν δὲν ἦταν βέβαιος γιὰ τὴν ἀξία του. Ἄλλωστε τὸ προώθησε σὲ σημεῖο ὥστε νὰ ἀπασχολήσει τὶς στῆλες ἑνὸς ἐξαιρετικὰ αὐστηροῦ ἐντύπου, τῆς δημοκρατικῆς πνευματικῆς ἐπιθεώρησης Nation τῆς Νέας Ὑόρκης.

Ἕνα ὁποιοδήποτε ἔντυπο δὲν ἦταν οὔτε ἡ ἐπιθεώρηση Academy, A Weekly Review of literature, science, and art. Ἄρχισε νὰ ἐκδίδεται τὸ 1869 ἀπὸ τὸν στοχαστὴ Κάρολο Ἄπλετον [Charles Edward Appleton, 1841-1879] καὶ συγκέντρωνε -ἔστω καὶ κατὰ καιροὺς ἀνυπόγραφα- κείμενα πολὺ σημαντικῶν Ἄγγλων διανοουμένων. Ἐξάλλου, τὸ κείμενο γιὰ τὶς Ἀτθίδες Αὖρες, ποὺ ἀναδημοσίευσε τὸ Δελτίον τῆς Ἑστίας στὶς 15 Ἀπριλίου τοῦ 1884 εἶναι πολὺ πιθανὸ νὰ ἔχει γραφτεῖ ἀπὸ τὸν Οὐίλιαμ Μόρις, ὁ ὁποῖος βρισκόταν σὲ συχνὴ ἐπαφὴ μὲ τὴν Ἀγλαΐα Ἰωνίδη ἐκείνη τὴν ἐποχή. Ὅσο γιὰ τὴν ἐφημερίδα To-Day, the Monthly Magazine of Scientific Socialism, στὴν ὁποία πρόλαβε νὰ δημοσιεύσει μεταφράσεις ὁρισμένων ποιημάτων τοῦ Βιζυηνοῦ ὁ Αἰδεσιμότατος Ἔνμουντ Μάρτιν Τζέλνταρτ [Edmund Martin Geldart, 1844-1885], τὰ πράγματα ἦσαν ἀκόμη πιὸ αὐστηρά. Ἡ ἐφημερίδα Τo-Day, δὲν εἶχε καθόλου χῶρο γιὰ φιλολογικὲς «ἐξυπηρετήσεις». Ἱδρύθηκε στὰ τέλη τοῦ 1883 ἀπὸ τὰ μέλη τῆς Σοσιαλδημοκρατικῆς Ὁμοσπονδίας Ἔρνεστ Μπέλφορτ Μπὰξ [Ernest Belfort Bax, 1854-1925], Οὐίλιαμ Μόρις, καὶ Ἐλεονόρα Μὰρξ [Eleanor Marx, 1855-1898] μὲ στόχο τὴν «ἀντιπροσώπευση τοῦ ἐπιστημονικοῦ σοσιαλισμοῦ καὶ τὴν ἀδυσώπητη κριτικὴ κάθε εἴδους σχετικισμοῦ ποὺ σπείρει τὴν ἀναρχία», ὅπως ἔγραφε ὁ Μπὰξ στὸ φύλλο τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ 1884. Ὁ αἰδεσιμότατος Ἔντμουντ Μάρτιν Τζέλνταρτ ὑπῆρξε σημαντικότατη προσωπικότητα τῆς φιλελεύθερης σκέψης στὴ βικτωριανὴ Ἀγγλία. Ἀντιτριαδιστὴς ἱερωμένος, σοσιαλιστής, μελετητὴς τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας καὶ τοῦ ἑλληνικοῦ λαϊκοῦ πολιτισμοῦ, ἔζησε ἀρκετὸ καιρὸ στὴν Ἀθήνα καὶ ἐξέδωσε κλασικὰ πιὰ βιβλία, μεταξὺ τῶν ὁποίων τὰ περίφημα The Modern Greek Language In Its Relation To Ancient Greek, Oxford, Clarendon Press, 1870 καὶ Folk-Lore of Modern Greece; The Tales of the People. London, W. Swan Sonnenschein, 1884. Ἤδη ἀπὸ τὸ 1869 εἶχε δημοσιεύσει ἐνθουσιώδη κρίση γιὰ τὴν Πάπισσα Ἰωάννα τοῦ Ροΐδη στὸ λογοτεχνικὸ περιοδικὸ τοῦ Λονδίνου Athenaeum Review (Pope Joan: a Study of Middle Ages, January 16, 1869). Δυστυχῶς, ὁ δραστήριος αὐτὸς ὑπερασπιστὴς τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ ἐξαφανίστηκε ὑπὸ ἀδιευκρίνιστες συνθῆκες, στὶς 10 Ἀπριλίου τοῦ 1885, ἀπὸ τὸ πλοιάριο ποὺ τὸν μετέφερε ἀπὸ τὸ Νιούχεβεν στὴ Διέπη, κι ἔτσι δὲν πρόφθασε νὰ ὁλοκληρώσει τὴ μετάφραση τῶν Ἀτθίδων Αὐρῶν.

Ἀπὸ τὰ ὡς ἄνω προκύπτει πὼς ἡ ἔκδοση τῶν Ἀτθίδων ὑπῆρξε σημαντικὸ γεγονὸς γιὰ τὴν ἑλληνομαθῆ εὐρωπαϊκὴ διανόηση. Οἱ συγκεντρωμένοι γύρω στὸν σοσιαλιστὴ λόγιο, κοινωνικὸ ἐπαναστάτη καὶ καθηγητὴ τῆς Νεοελληνικῆς Φιλολογίας στὸ Πανεπιστήμιο τῆς Ὀξφόρδης, Πλάτωνα Δρακούλη (1858-1934) ἐντόπισαν στὰ ποιήματα τοῦ Βιζυηνοῦ τὴν τελειότητα τῆς λυρικῆς ἔκφρασης, μίαν «ἑλληνικότητα» ζωντανὴ καὶ ἐνδιαφέρουσα, καθὼς καὶ μία ποιητικὴ ἀτμόσφαιρα ἐντελῶς διαφορετικὴ ἀπὸ τὴ συνειδητὰ «ἐπαρχιωτική» στιχουργία τῶν ὑπόλοιπων ποιητῶν. Δὲν εἶναι τυχαῖο τὸ γεγονὸς πὼς ἡ Elizabeth Mayhew Edmonds στὴν ἀνθολογία της Ἑλληνικὲς μπαλλάντες, εἰδύλια, θρύλοι κ.λπ. (Greek lays, idylls, legends, etc. A selection from recent and contemporary poets, Trubner & Co., 1885, 1986) μετέφρασε μεταξὺ ἄλλων τὸ ποίημα Ἡ Ἑσπέρα, οὔτε πὼς ὁ Ὄσκαρ Οὐάιλτ [Oscar Fingal O᾿Flahertie Wills Wilde, 1854-1900] στὴν κριτικὴ γιὰ τὸ ὡς ἄνω βιβλίο, ποὺ δημοσιεύτηκε στὴν ἐφημερίδα Pall Mall Gazette, ἐπισημαίνει τὴν ἀνωτερότητα τῶν στίχων «...καὶ προβαίνουνε δειλά/πρὸς τὴν δύση καὶ τ᾿ ἀστέρια», ἀπὸ τὸ ἴδιο ποίημα. Ὁ Οὐάιλτ ὑπῆρξε σκληρὸς καὶ σκληρὰ γυμνασμένος στὴν αἰσθητικὴ τελειότητα κριτής. Κατάλαβε πὼς ὁ χαρακτηρισμὸς «δειλά» προκειμένου γιὰ τ᾿ ἀστέρια ποὺ ἀκολουθοῦν τὴ δύση τοῦ ἡλίου εἶναι ἕνας γνήσια ποιητικὸς χαρακτηρισμός. Ἐξάλλου, χρησιμοποιώντας τὸ ποίημα Ἑαρινὴ Ἑσπέρα -σὲ μετάφραση τῆς Edmonds- ὡς παράδειγμα, ἡ Ἀμερικανὴ σοσιαλιστὴς δημοσιογράφος Λίλιαν Οὐάιτινκ [Lilian Whiting, 1847-1942] γράφει στὸ βιβλίο της Ἀθήνα ἡ ροδοστέφανος (Athens: the violet-crowned, Little, Brown, And Company, Boston, 1913): «Ἕνας ἀπὸ τοὺς πλέον ἐξαιρετικοὺς λυρικοὺς ποιητὲς ποὺ ἔβγαλε ἡ Ἑλλάδα εἶναι ὁ Γεώργιος Βιζυηνός». Οἱ ἀναγνῶστες αὐτοὶ (οἱ δυὸ κυρίες ἀνῆκαν στὸν κύκλο τοῦ Πλάτωνος Δρακούλη καὶ ὁ Οὐάιλτ δὲν ἀνῆκε ὁπωσδήποτε στὸν κύκλο τῆς οἰκογένειας Ἰωνίδη, δεδομένου ὅτι ἔτρεφε μίσος γιὰ τὸν Οὐίστλερ) ἦταν γυμνασμένοι στὴν ποίηση τοῦ Χάινε [Christian Johann Heinrich Heine, 1797-1856], τοῦ Πόε [Edgar Allan Poe, 1809-1849], τοῦ Μποντλὲρ [Charles Pierre Baudelaire, 1821-1867]. Δὲν τοὺς ἀπασχολοῦσε ἡ «καθαρεύουσα», ἀφοῦ δὲν τοὺς ἐπηρέαζε ἄμεσα ὡς σύμβολο μιᾶς στάσης ἀπέναντι στὸν ἑλληνικὸ πολιτισμό. Καὶ γιὰ νὰ εἴμαστε δίκαιοι, τὸ πρόβλημα τῆς ἑλληνικῆς λογοτεχνίας δὲν βρισκόταν στὴν καθαρεύουσα. Βρισκόταν στὴν ἀπουσία ποιητῶν. Μέχρι τὴ δεκαετία τοῦ 1880, ἡ ποίηση ἦταν στὴν Ἀθήνα ἕνας τρόπος «κοινωνικῆς διάκρισης» τῶν κρατικῶν ὑπαλλήλων. Ἔπειτα ἔγινε ἕνας τρόπος «κοινωνικῆς διάκρισης» τῶν δημοσιογράφων. Οἱ πραγματικοὶ ποιητὲς συνθλίβονταν ἀνάμεσα σὲ ὁμάδες μορφωμένων μέν, ἀτάλαντων δὲ συγγραφέων ποὺ προσπαθοῦσαν νὰ ἐπιβάλουν τὰ μέτρια -ἀλλὰ χρήσιμα σὲ ἀρκετὲς περιπτώσεις ἀπὸ πολιτιστικὴ ἄποψη- ἔργα τους.

Ἡ συλλογὴ Ἀτθίδες αὖραι ἂν καὶ δὲν εἶναι, ἀπὸ τὴν τόσο προσφιλῆ στὴν κριτική μας τυπικὴ ληξιαρχικὴ ἄποψη, ἡ πρώτη ἐκδήλωση τοῦ ποιητικοῦ κλίματος ποὺ σήμερα ἀναγνωρίζουμε στὴ γενιὰ τοῦ 1880, πρόκειται γιὰ ἕνα βιβλίο ποὺ περιλαμβάνει σχεδὸν τὸ σύνολο τῶν ἐξελίξεων στὴν ἑλληνικὴ ποίηση. Στὸν κορμό τους, οἱ Ἀτθίδες αὖραι ἔχουν χαραγμένα ὅλα τὰ στοιχεῖα τῆς ποιητικῆς ἀνανέωσης: γλώσσα δημοτική, καθαρὴ καὶ ξάστερη στὰ περισσότερα ποιήματα, λόγος ἁπλός, καθημερινὸς καὶ σταράτος, εἰκόνες διαυγεῖς καὶ καθημερινές, συναισθήματα ρεαλιστικὰ καὶ ἀνθρώπινα, θέματα σύγχρονα, στιχουργία ζωντανή, χωρὶς περιττὰ στολίδια καὶ πάνω ἀπ᾿ ὅλα βάθος, ἀγωνία ὑπαρξιακή. Ἐπιπρόσθετα, ὁ Βιζυηνὸς ἐπεξεργάζεται μὲ περισσότερη ἀμεσότητα τὸ πρόγραμμά του γιὰ ποιητικὴ ἀξιοποίηση τῶν ἑλληνικῶν παραδοσεων.

Ἀλλὰ στὶς Ἀτθίδες αὖρες ὑπῆρχαν πολλὰ περισσότερα ἀπ᾿ ὅσα μποροῦσε νὰ ἀντέξει ἡ γενιὰ τοῦ 1880. Ἀνάμεσα σὲ αὐτά, καὶ ἡ ἰδιόμορφη χρήση τῆς καθαρεύουσας καὶ τῆς ὁμοιοκαταληξίας, ποὺ θὰ ἐπιδροῦσαν εὐεργετικὰ στοὺς ποιητὲς τοῦ Μεσοπολέμου. Ὁ νευρικὸς τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο κινεῖται ὁ Βιζυηνὸς στὸ ἐσωτερικὸ τοῦ στίχου, ξεσπώντας σὲ ἀναφωνήσεις, ἀποστροφές, κραυγές, παρενθέσεις καὶ ὑπονοούμενα, βρίσκεται πολὺ πιὸ κοντὰ στὴν ἀποδιάρθρωση τῆς παραδοσιακῆς μετρικῆς καὶ εἰκονοποιΐας ποὺ ἐπιχείρησαν οἱ ποιητὲς τοῦ Μεσοπολέμου παρὰ στὸ νέο ποιητικὸ δόγμα ποὺ ἔπλασαν οἱ ποιητὲς τοῦ 1880. Ἐξάλλου, τὸ ποίημα τοῦ Βιζυηνοῦ λειτουργεῖ ὡς ἄμεσος λόγος, ἀπαλλαγμένος ἀπὸ τὴ σύμβαση τοῦ πλασματικοῦ ἀφηγητῆ καί, ἀπὸ ἐπικοινωνιακὴ ἄποψη, δίνει περισσότερη προσοχὴ στὸ φατικὸ στοιχεῖο παρὰ στὸ ποιητικό, καθ᾿ ἑαυτό.

Τέλος, στὶς Ἀτθίδες αὖρες παρουσιάζεται ἕνα ποιητικὸ ὑποκείμενο μὲ παράδοξα γιὰ τὴν ἐποχή του χαρακτηριστικά. Ἂν ὁ συμβολισμός, σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν ρομαντισμό, ἀπαιτεῖ ἕνα ὑποκείμενο ποὺ ἀντιλαμβάνεται τὴν ἐξωτερικότητα σὰν μία καλὴ εὐκαιρία σήμανσης τῆς ἐσωτερικότητας καὶ ἀναζητᾶ συνεχῶς ἀντιστοιχίες ἀνάμεσα στὰ πράγματα καὶ τὰ συναισθήματα, τότε ὁ Βιζυηνὸς εἶναι ἡ πρώτη ἐκδήλωση στὴν Ἑλλάδα τῆς συμβολιστικῆς εὐαισθησίας. Εἶναι φανερὸ πὼς τὸ ποίημα Τὸ Παιδὶ στὸ Ποτάμι ἐπιχειρεῖ νὰ σχολιάσει τὴ σχέση ἀνάμεσα στὸ στοιχεῖο τῆς εὐδαιμονίας καὶ στὸ στοιχεῖο τοῦ τυχαίου ποὺ εἰσάγει τὸν παραλογισμὸ στὴν ὕπαρξη. Μόνον ὁ νατουραλισμὸς τῶν περιγραφῶν ἐμποδίζει τὸν συμβολισμὸ νὰ ἀναπτυχθεῖ ἄνετα, πράγμα ποὺ γίνεται σὲ ὁρισμένες στροφὲς τοῦ ποιήματος Πῶς Ἀλλάζουν οἱ Καιροί!:

Ἐχθὲς ὁ ἥλιος μιὰ χαρὰ
μ᾿ ὅλη τὴν οἰκουμένη
᾿πὰ στ᾿ ἅρμα του ᾿ζαχάρωνε.
Καὶ μὲ τὰ ἥμερα νερὰ
ἡ θάλασσ᾿ ἁπλωμένη,
τὴν λάμψη του ᾿καμάρωνε.

Σήμερα ἡ ὄψη του γκαβή,
σὰν ἄπλυτο τηγάνι,
ζαρώνει μες᾿ στ᾿ ἀχούρι του.
Κ᾿ ἡ θάλασσα, σὰν παλαβή,
τὰ ροῦχα της δαγκάνει
καὶ τοῦ τὰ φτεῖ στὴν μούρη του.

Οἱ δυὸ εἰκόνες τῆς δεύτερης στροφῆς θὰ μποροῦσαν νὰ εἶχαν ἐπινοηθεῖ ἀπὸ τὸν Ἀρτὶρ Ρεμπὸ [Jean Arthur Rimbaud, 1854-1891), στὸ Μεθυσμένο Καράβι ἂς ποῦμε. Ἀλλὰ ὁ Ρεμπὸ μποροῦσε νὰ πλάσει συμβολιστικὰ ποιήματα, ἐνῶ ὁ Βιζυηνὸς μόνο συμβολιστικὲς στροφές. Τὰ ὁλοκληρωμένα ἔργα προϋποθέτουν ἀποφάσεις ποὺ δὲν τὶς παίρνει πάντα ὁ ποιητής, ἀλλὰ συχνὰ οἱ συνθῆκες ὑπὸ τὶς ὁποῖες ἀρθρώνει τὸν λόγο του. Ὁ Βιζυηνὸς μπορεῖ νὰ εἶχε τὴν ψυχοσύνθεση ποὺ γεννᾶ τὸν συμβολιστὴ ποιητή, ἀλλὰ δὲν εἶχε κανέναν νὰ τὸν ἀκούσει ὡς συμβολιστῆ ποιητή. Τὸ ἴδιο συνέβη καὶ μὲ τὸν Πόε. Ὑπῆρξε ψυχολογικὰ συμβολιστής, ἀλλὰ δὲν ζοῦσε στὸ Παρίσι. Γι᾿ αὐτὸ ἔπρεπε νὰ τὸν ἀνακαλύψει ἕνας Παριζιάνος σὰν τὸν Μποντλέρ, προτοῦ βρεῖ τὴ θέση του στὴν ἱστορία τῆς ποίησης. Σημασία ἔχει πὼς πρῶτος ὁ Βιζυηνὸς ἄρχισε νὰ ψάχνει πρὸς τὴν κατεύθυνση τοῦ συμβολισμοῦ. Κι ἔχει ἀκόμη μεγαλύτερη σημασία τὸ γεγονὸς πὼς παρουσιάζει ἐκθαμβωτικὲς ὁμοιότητες στὴν ἔκφραση μὲ τὸν Πόε καὶ τὸν Οὐίλιαμ Μπλέικ [William Blake, 1757-1827]. Εἰδικὰ τὸν δεύτερο εἶναι σχεδὸν ἀπίθανο νὰ τὸν εἶχε διαβάσει.

Τὸ παράταιρο μὲ τὴν ἐποχή του ὑποκείμενο, γιὰ τὸ ὁποῖο μιλᾶμε, ἔρχεται νὰ συμπληρωθεῖ μὲ μία σκιὰ ἀπογοήτευσης ποὺ στρέφεται κατὰ τῆς ἱκανότητας τοῦ κόσμου νὰ καλύψει ὑπαρκτικὰ τὰ ἔλλογα παιδιά του. Αὐτὸ ποὺ ἀναγνωρίζουμε σὰν χαρακτηριστικὴ ποιητικὴ εὐαισθησία τοῦ Καρυωτάκη (1896-1928), ἐδῶ ἀναπτύσσεται γιὰ πρώτη φορὰ καὶ σὲ μεγάλο βαθμό. Τὸ ποίημα Ὑποθῆκαι τοῦ Καρυωτάκη (Ἐλεγεία καὶ Σάτιρες) ἀπηχεῖ τὸ ποίημα Ὑποθῆκαι τοῦ Βιζυηνοῦ, ὄχι μόνο συναισθηματικά, ὄχι μόνο ἰδεολογικά, ἀλλὰ καὶ μὲ ἕναν διάχυτο τρόπο ποὺ θὰ μπορούσαμε νὰ τὸν ὀνομάσουμε «κοινὸ ψυχοτροπισμό».

ΥΠΟΘΗΚΑΙ

Ὅταν οἱ ἄνθρωποι θέλουν νὰ πονεῖς,
μποροῦνε μὲ χίλιους τρόπους.
Ρίξε τὸ ὅπλο καὶ σωριάσου πρηνής,
ὅταν ἀκούσεις ἀνθρώπους.

Ὅταν ἀκούσεις ποδοβολητὰ
λύκων, ὁ Θεὸς μαζί σου!
Ξαπλώσου χάμου μὲ μάτια κλειστὰ
καὶ κράτησε τὴν πνοή σου.

Κράτησε κάποιον τόπο μυστικό,
στὸν πλατὺ κόσμο μία θέση.
Ὅταν οἱ ἄνθρωποι θέλουν τὸ κακό,
τοῦ δίνουν ὄψη ν᾿ ἀρέσει.

Τοῦ δίνουν λόγια χρυσά, ποὺ νικοῦν
μὲ τὴν πειθώ, μὲ τὸ ψέμα,
ὅταν οἱ ἄνθρωποι διαφιλονικοῦν
τὴ σάρκα σου καὶ τὸ αἷμα.

Ὅταν ἔχεις μία παιδικὴ καρδιὰ
καὶ δὲν ἔχεις ἕνα φίλο,
πήγαινε βάλε βέρα στὰ κλαδιά,
στὴ μπουτονιέρα σου φύλλο.

Ἄσε τὰ γύναια καὶ τὸ μαστροπὸ
Λαό σου, Ρῶμε Φιλύρα.
Σὲ βάραθρο πέφτοντας ἀγριωπό,
κράτησε σκῆπτρο καὶ λύρα.

Ἐντυπωσιακὸς εἶναι ὁ πυκνὸς ἐντοπισμὸς τῶν στοιχείων τῆς ἰδεολογικῆς προβληματικῆς τοῦ Καρυωτάκη στὰ περισσότερα ποιήματα τοῦ Βιζυηνοῦ. Ἡ συνομιλία ἀνάμεσα στοὺς δυὸ ποιητὲς εἶναι φανερή. Στοὺς στίχους τοῦ Βιζυηνοῦ, ὁ κλόουν, ὁ πιερότος, ὁ σαρκαστὴς τοῦ Μεσοπολέμου σχηματίζεται ἁδρά. Θὰ ἀκινητήσει γιὰ μερικὲς δεκαετίες, ὅσο χρειάζεται γιὰ νὰ ἐνεργοποιηθοῦν τὰ συμβολιστικὰ ἀνακλαστικὰ τῆς ποίησής μας.

Ἄριστο παράδειγμα εἶναι τὸ ποίημα Εἰς τὴν Νόρμαν. Στοὺς δυὸ πρώτους στίχους, ἡ ὁμοιοκαταληξία ἀνάμεσα στὸ «Νόρμα» καὶ στὸ «παρώρμα» ἰσχυρίζεται μίαν ἀναλογία, ἡ ὁποία ἔρχεται σὲ σύγκρουση μὲ τὴ διαφορὰ τῶν σημαινομένων. Τί δουλειὰ μπορεῖ νὰ ἔχει ἕνα διάσημο καὶ ἐκλεπτυσμένο ὄνομα μὲ τὶς παρορμήσεις; Ἀλλὰ βέβαια, ἂν ὑπάρχει μία τέτοια σχέση, ὀφείλει νὰ περιορίζεται σὲ αὐτὴ τὴ λέξη. Ὁρμὲς καὶ ἔνστικτα ἔχουν μόνο τὰ ζῶα. Οἱ κυρίες μὲ λεπτὰ ὀνόματα ἔχουν παρορμήσεις. Ἐδῶ ἡ λέξη «παρώρμα» λειτουργεῖ σὰν ἕνα εἰρωνικὸ σχόλιο στὴ λέξη «Νόρμα». Παρακάτω, καταλαβαίνουμε πὼς ἡ «Νόρμα» εἶναι σκυλίτσα καὶ τότε ἡ συγκεκριμένη ὁμοιοκαταληξία δημιουργεῖ ἕνα ὁλόκληρο ἰδεολογικὸ πλαίσιο. Ἀκόμη καὶ τὰ σκυλιὰ τῶν ἀνθρώπων τοῦ «καλοῦ κόσμου» δὲν μπορεῖ νὰ ἔχουν ὁρμὲς καὶ ἔνστικτα, ἀλλὰ παρορμήσεις! Ὁ Καρυωτάκης φαίνεται νὰ χρησιμοποιεῖ αὐτὴ τὴν τεχνικὴ ποὺ μόνο στὸν Βιζυηνὸ ἐντοπίζεται καὶ νὰ τὴν ὁδηγεῖ στὰ ἄκρα, ὅταν, λόγου χάρη, ὁμοιοκαταληκτοῦσε τὴ λέξη «φύσις» μὲ τὴ λέξη «ποίησις», ποὺ στὴν περίπτωση αὐτὴ ἀκούγεται σὰν «ποίσις», εἰρωνευόμενος τὴν αἰσθητικὴ θεωρία τῆς ἐποχῆς του ἢ καὶ τὸν ἀρχοντοχωριατισμὸ τῶν φιλολογικῶν σαλονιῶν [«Εἴμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες», στὸ Ἐλεγεῖα καὶ Σάτιρες]. Ἐξάλλου, θιασώτης αὐτῆς τῆς τεχνικῆς ὑπῆρξε καὶ ὁ Ἀνδρέας Ἐμπειρίκος. Διαβάζουμε στὸ ποίημά του Διεθνές:

Δὲν λέγω λόγια σπέρνω στὸ χαρτὶ
Δὲν ἀσχολοῦμαι μὲ τὴν μοίρα ἢ τὴν λίρα
Καὶ βλέπω πάντα στὰ μάτια τὴν ζωὴ
Σὰν νἆταν ὄμορφη παρθένα ἢ ζωντοχήρα.

Καμιὰ φορὰ στὸν δρόμο σταματῶ
Στραγάλια ν᾿ ἀγοράσω ἢ φουντούκια
Καὶ λέγω καμιὰ φορὰ ἕναν σκοπὸ
Ποὺ τραγουδιέται -δόξα τῷ Θεῷ-
Χωρὶς μπουζούκια.

Καὶ ὅταν τὸ βράδυ πέφτη ἡ σιγαλιὰ
Πηγαίνω τ᾿ ἄλογά μου νὰ ποτίσω
Καὶ ὡς κατουρᾶν ἢ πίνουνε νερὸ
Τὰ ραδιόφωνα τριγύρω μου σκορποῦν
Πότε τοῦ Χαῖντελ τὸ «Ἀλληλούϊα»
Πότε μίαν ἄρια ἀπὸ τὴν «Κάρμεν» ἢ τὴν «Τόσκα»
Κ᾿ αἴφνης -σὲ ἄλλες στιγμές-
Σὰν ξέσπασμα μιᾶς προσευχῆς
Ἀκούω τὸν ὕμνο τῆς Διεθνοῦς ἀπὸ τὴν Μόσχα.

Ἡ τεχνικὴ γιὰ τὴν ὁποία μιλήσαμε καὶ τὴν ὁποία συνειδητὰ πρῶτος ἀξιοποίησε ὁ Βιζυηνός, βρίσκεται ἐδῶ σὲ ὅλο τὸ μεγαλεῖο της. Φτάνει νὰ σκεφτοῦμε πάνω στὴν ὁμοιοκαταληξία «Τόσκα»-«Μόσχα», καὶ θὰ μπορούσαμε νὰ ὑποθέσουμε ὄχι μόνο πὼς ὁ ποιητὴς ἐπιχειρεῖ νὰ ὑποβάλει τὴ δημιουργικὴ φυσιογνωμία τῆς κομμουνιστικῆς ἰδεολογίας, ἀλλὰ καὶ πὼς ὁ κομμουνισμὸς ἔχει μέσα του κάτι ζωῶδες, πρωτόγονο, ἐνστικτικό. Τὸ «χι» τῆς «Μόσχας» ἕλκεται ἀπὸ τὸ «κάπα» τῆς «Τόσκας», μὲ ἀποτέλεσμα τὸ «Μόσχα» νὰ ἀκούγεται σὰν «Μάσκα», μὲ ὅλες τὶς ὁμολογουμένως πολύπλοκες ὑποδηλώσεις καὶ συνυποδηλώσεις.

Τὴν ὁμοιοκαταληξία συνήθως τὴν ἐξετάζουμε στὸ πλαίσιο μιᾶς λίγο-πολὺ ἰσχύουσας ἀκόμη εὐγλωττίας ποὺ δὲν γεννᾶ σημασίες, ἀλλὰ διευθετεῖ τὴ ρυθμοτονικὴ φυσιογνωμία τοῦ κειμένου. Ἡ ἀλήθεια εἶναι πὼς ἡ ὁμοιοκαταληξία, μέχρι τουλάχιστον τὰ μισὰ τῆς ρομαντικῆς κυριαρχίας στὴν ποίηση, χρησιμοποιεῖται μὲ ἀνάλογες προθέσεις. Ὅμως, τὰ νέα ποιητικὰ φαινόμενα ποὺ παρουσιάστηκαν στὰ τέλη τοῦ 19ου καὶ στὶς ἀρχὲς τοῦ 20οῦ αἰώνα, μᾶς ὑποχρεώνουν νὰ ἀντιμετωπίσουμε τὴν ὁμοιοκαταληξία μὲ διαφορετικὸ τρόπο. Πρέπει ἤδη νὰ τὴν ἐξετάσουμε στὸ πλαίσιο μιᾶς ἐπινοητικότητας ποὺ σκοπός της εἶναι ἡ εἰσαγωγὴ σημασιῶν. Ἡ ὁμοιοκαταληξία, ἀπὸ μία ἀπόλυτα λειτουργικὴ ἄποψη, ἀποτελεῖ ρητορικὸ τρόπο, ἀφορᾶ στὴν κατασκευὴ εἰκόνων μὲ χρήση τῆς μετωνυμίας, τῆς μεταφορᾶς καὶ τῆς συνεκδοχῆς. Πολλὰ εἶναι τὰ παραδείγματα ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ ἀντληθοῦν ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ ποίηση, τῆς ὁποίας τὸ μεγαλύτερο μέρος κάνει χρήση τῶν τριῶν προαναφερθέντων νοοτροπισμῶν. Στόχος τῆς ὁμοιοκαταληξίας αὐτῆς τῆς ποιότητας εἶναι ἡ διατήρηση τῆς νοηματικῆς ὁμοιογένειας τοῦ ἐκφερομένου καὶ ἡ δημιουργία μιᾶς ὁμαλῆς ἀντιστοιχίας ἀνάμεσα στὰ συναισθήματα καὶ στὶς ἰδέες, πάντα κατὰ τὶς ἰδεολογικὲς προδιαγραφὲς τῆς ἐποχῆς. Ἀπὸ μίαν ἄποψη θὰ μπορούσαμε νὰ ἀντιμετωπίσουμε αὐτὸν τὸν τρόπο ὁμοιοκαταληξίας ὡς περίπτωση παραγωγῆς ἐνδείξεων, σημείων δηλαδή, ποὺ δὲν μεταφέρουν κάποια ἰδιαίτερη σημασία, δὲν διαθέτουν ἐκεῖνο ποὺ ἡ φαινομενολογία ὀνομάζει ἐμπρόθετο νόημα (bedeutung) καὶ εἶναι ἀπαραίτητο στοιχεῖο κάθε ἔκφρασης. Αὐτὸ δὲν σημαίνει πὼς ἡ ποίηση ποὺ χρησιμοποιεῖ μὲ τέτοιον τρόπο τὴν ὁμοιοκαταληξία δὲν εἶναι ἐκφραστική. Τὸ βάρος τῆς ἔκφρασης πέφτει στὴν ἐπινοητικότητα ποὺ ἐξετάζεται στὸ πλαίσιο τῆς δημιουργικῆς φαντασίας τῆς ἐκφραστικῆς διάθεσης, ἐνῶ ἡ ὁμοιοκαταληξία παραμένει δέσμια τῆς εὐφράδειας. Ἀντίθετα, ὁ τρόπος ὁμοιοκαταληξίας ποὺ εἰσηγεῖται ὁ Βιζυηνός, χρησιμοποιεῖ μικτοὺς τρόπους συμπαράθεσης νοημάτων, τοὺς τρόπους ποὺ ἡ σύγχρονη ρητορικὴ καλύπτει ὑπὸ τὸν ὅρο συλλήψεις (trope mixte). Εἶναι φυσικό, σ᾿ αὐτὴν τὴν περίπτωση, ἡ ὁμοιοκαταληξία νὰ παίζει πιὸ ἐνεργὸ ρόλο στὴ διαμόρφωση τοῦ ἰδεολογικοῦ περιβάλλοντος ποὺ διαμορφώνει τὸ ποίημα. Ὁ Βιζυηνὸς μπορεῖ νὰ μὴν ὑπῆρξε ποτὲ ἕνας ποιητὴς «μεγάλων ἰδεῶν», ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ συνηθίζουμε νὰ ἀποκαλοῦμε «ἐθνικούς», περιορίζοντας τελικὰ τὴν ἴδια τὴ δυναμικὴ τοῦ ἐθνικοῦ στοιχείου στὴν αὐτάρεσκη ἀπομόνωση, ἀλλὰ ἡ κάθε εἴδους συμβολή του στὴν ποιητικὴ τέχνη ἦταν πολὺ μεγάλη καὶ πάντα μπροστὰ ἀπὸ τὴν ἐποχή της.

Ἕνα δεύτερο χαρακτηριστικὸ ποὺ ἀπαντᾶται στὸ ποίημα Εἰς τὴν Νόρμαν εἶναι ἡ χρήση τῆς καθαρεύουσας ὡς ὑφολογικὴ ἐπιλογή. Ἐδῶ, ἡ καθαρεύουσα δὲν εἶναι μία γλώσσα ἀλλὰ ἡ διάλεκτος μιᾶς κοινωνικῆς ὁμάδας μὲ συγκεκριμένη νοοτροπία. Ὁ Καρυωτάκης θὰ χρησιμοποιήσει μὲ τέτοιον τρόπο τὴν καθαρεύουσα, ἀλλὰ μόνον ὁ Ἀνδρέας Ἐμπειρίκος (1901-1975) θὰ ἀναγάγει τὴν ἄποψη αὐτὴ σὲ στοιχεῖο ποιητικῆς. Κατὰ κάποιον τρόπο, τὸ ποίημα τοῦ Βιζυηνοῦ, μὲ τὰ συνεχῆ ἐκφραστικὰ παιχνίδια ποὺ ἐκθέτουν τὴ σεξουαλικότητα ὡς γλωσσικὸ γεγονός, εἶναι ἕνα ἐγχείρημα ποὺ παρουσιάζει μεγάλη ὁμοιότητα μὲ τὸ ἐγχείρημα τῆς ποίησης τοῦ Ἐμπειρίκου. Μπορεῖ οἱ λέξεις «ὁρμή», «ἔνστικτο» καὶ «παρόρμηση» νὰ ἀναφέρονται στὸ ἴδιο ψυχοσωματικὸ γεγονός, ἀλλὰ ὁρίζουν δυὸ διαφορετικὲς στάσεις, ἡ δεύτερη ἐκ τῶν ὁποίων, προσπαθεῖ νὰ ἀπωθήσει αὐτὸ καθ᾿ ἑαυτὸ τὸ γεγονός. Ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἄποψη, ἴσως μποροῦσε κάτι νὰ προσφέρει στὴ διακειμενικὴ ἔρευνα ἡ γλωσσικὴ συνεξέταση τῶν ἔργων τῶν δυὸ ποιητῶν μας. Τὸ ἴδιο καὶ ἡ συνεξέταση Βιζυηνοῦ-Καρυωτάκη ἢ Βιζυηνοῦ-Βάρναλη. Εἰδικὰ ἡ σχέση του μὲ τὸν Βάρναλη πλησιάζει στὰ ὅρια ὕπαρξης μιᾶς σχολῆς ποιητικοῦ «παγανισμοῦ». Φυσικά, παίζει τεράστιο ρόλο ἡ θρακικὴ καταγωγή. Τὸ θρακικὸ σκῶμμα εἶναι μὲν καυστικό, ἀλλὰ ἐκφέρεται σ᾿ ἕνα πλαίσιο ἀπόλυτης παραδοχῆς τῆς κοινωνικῆς λειτουργίας του. Κι ἐπιχειρεῖ νὰ ἐπαναφέρει στὴν τάξη τὸν παρεκτρεπόμενο, καὶ ὄχι νὰ ἀποδώσει μίαν ἐντελῶς ἀφηρημένη δικαιοσύνη. Οἱ Θράκες τοῦ 19ου αἰῶνα δὲν ἤθελαν μὲ κανέναν τρόπο νὰ «βγοῦν τραγούδι». Ἡ κοινωνικὴ δυναμικὴ τοῦ ἀρχιλόχειου ἰάμβου παρέμενε λειτουργική. Σχεδὸν ὅλη ἡ πολιτικὴ ποίηση τοῦ Κώστα Βάρναλη (1884-1974) βρίσκεται ἤδη στὸ Συναξάρι τοῦ Ἁγίου Κασσιανοῦ, ὄχι μόνο ἀπὸ ὑφολογικὴ ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἰδεολογικὴ ἄποψη.

Οἱ Ἀτθίδες αὖραι στάθηκαν ἀνεξάντλητη πηγὴ ποιητικῆς ἐπινοητικότητας καὶ στοχασμοῦ, ἀπὸ κοινοῦ μὲ τὰ Εὑρισκόμενα τοῦ Σολωμοῦ, παρὰ τὴ συστηματικὴ ἀποσιώπηση τῆς δυναμικῆς τους. Σ᾿ αὐτὴν τὴ διαδικασία ἀποσιώπησης ἀνήκει καὶ ὁ μύθος ποὺ θέλει τὸν Βιζυηνὸ ἕνα εἶδος «τρελοῦ» ποιητή. Στὴν πραγματικότητα, ὁ Βιζυηνὸς ἔπεσε θύμα μιᾶς φοβερῆς ἀσθένειας, ποὺ στέρησε τὴ λογοτεχνία μας ἀπὸ μία προσωπικότητα μεγάλου μεγέθους. Τὸ παράξενο στὴν ὅλη ὑπόθεση δὲν εἶναι τὰ τραγικὰ γεγονότα ποὺ πέρασε, γιατὶ ἡ ζωὴ τῶν περισσοτέρων ἀνθρώπων τῆς ἐποχῆς περιελάμβανε ἀρκετοὺς θανάτους. Τὸ παράξενο -καὶ τραγικό- εἶναι πὼς ἡ ἴδια ἡ ζωὴ καὶ τὸ ἔργο του ὑπῆρξαν σπάνια περίπτωση σωματοποίησης τῆς περιπέτειας ποὺ περνοῦσε ἡ ποίησή μας στὸ τέλος τοῦ 19ου αἰώνα. Εἶναι χαρακτηριστικὸ πὼς ὅσο ὁ ποιητὴς δὲν κυριαρχεῖται ἀπὸ τὰ συμπτώματα τῆς ἀρρώστιας του, προχωρεῖ μὲ μεγάλα βήματα πρὸς τὴν ἀνανέωση τῆς ποίησής του. Μάλιστα, ἐκδηλώνει τάσεις ποὺ ὑπερβαίνουν τὰ ἀνύπαρκτα ἀκόμη ὅρια τῆς γενιᾶς τοῦ 1880. Βεβαίως, παλεύει νὰ τιθασεύσει τὰ ἀπομεινάρια τῆς πανεπιστημιακῆς ρητορικῆς. Δὲν εἶναι παρθένος, ἀλλὰ εἶναι ἔμπειρος καὶ τολμηρός. Καὶ ξαφνικά, αὐτὴ ἡ πάλη σωματοποιεῖται. Ἡ νευροπάθεια τὸν πηγαίνει πίσω, πρὸς τὴν καθαρεύουσα καὶ τὴ ρητορεία τῶν καθαρευουσιάνων. Τὸ τσακισμένο πνεῦμα του συμπεριφέρεται σὰν Φαναριώτης. Τί περίεργο, ἀλήθεια, διάλεξε νὰ πεθάνει σὰν Φαναριώτης! Τὰ περίφημα «ποιήματα τοῦ φρενοκομείου», ποὺ τόσο θαύμασαν ὅσοι τὸν μυθοποίησαν, δὲν ἦταν παρὰ τμήματα ποιημάτων ποὺ εἶχε γράψει στὸ παρελθόν. Μὲ τὸν θάνατό του σκότωσε συμβολικὰ τὴν παλιὰ ποίηση. Ἄφησε πίσω του, ὅμως, ὅλο τὸ σχέδιο τῆς ἑλληνικῆς ποίησης γιὰ τὰ ἑπόμενα πενῆντα χρόνια.

Τὴν ἀξία τοῦ ἔργου ἑνὸς ποιητὴ ὅπως ὁ Βιζυηνός, δὲν μποροῦμε νὰ τὴν ἐκτιμήσουμε ἐξ ὁλοκλήρου στὸ πλαίσιο μιᾶς κριτικῆς τακτικῆς, ἡ ὁποία ἀντιμετωπίζει τὸ ποιητικὸ ἔργο ὡς συμπαγὲς αἰσθητικὸ ἀντικείμενο. Εἶναι ἀναγκαῖο νὰ ἀντιληφθοῦμε τὸ ποιητικὸ ἔργο ὡς δυναμικὸ πεδίο, στὸ ἐσωτερικὸ τοῦ ὁποίου ἀλληλεπιδροῦν δυνάμεις ποὺ ἔρχονται ἀπὸ δικούς τους δρόμους καὶ διαγράφουν δικές τους πορεῖες. Τί συνθέτει ἕνα ποιητικὸ ἔργο, σὲ τελευταία ἀνάλυση; Μιὰ ποιητικὴ στάση καὶ μία ποιητικὴ πρακτική. Μπορεῖ νὰ μὴν ἔχουν συμπαγῆ χαρακτήρα, μπορεῖ νὰ ἐξελίσσονται, μπορεῖ νὰ μὴν ὀργανωθοῦν ποτέ. Ἀλλὰ σχηματίζουν αὐτὸ ποὺ λέμε φωνὴ τοῦ ποιητῆ ἢ τύπο εὐαισθησίας. Ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἄποψη -καὶ ἀπὸ πολλὲς ἄλλες, γιὰ νὰ μὴν συνυπολογίσουμε τὴ θαυμαστὴ ἀντοχὴ ὁρισμένων ποιημάτων ποὺ μόνο στὸν Σολωμὸ βρίσκει κανεὶς ἀντίστοιχά τους- ὁ Βιζυηνὸς εἶναι μία γιγάντια ποιητικὴ φυσιογνωμία. Τὰ «ληξιαρχικά» προβλήματα ποὺ συνάντησε, δὲν τὸν βαρύνουν. Εἶναι προβλήματα ποὺ προκύπτουν ἀπὸ τὴν ἀνεπάρκεια τῆς ἑλληνικῆς κριτικῆς νὰ ἀκολουθήσει τὴν ἀρχαιότερη ποιητικὴ παράδοση τοῦ δυτικοῦ κόσμου.

Παραπομπή: http://www.snhell.gr/anthology/writer.asp?id=74

Προέλευση κειμένου: http://www.e-poema.eu/dokimio.php?id=36&pid=14