Ὕμνοι καὶ Τροπάρια τῆς Παναγιᾶς
μεταφρασμένοι ἀπὸ τὸν Φώτη Κόντογλου


Εἰς τὸ Γενέθλιον τῆς Θεοτόκου

Σήμερα εἶναι τὰ προοίμια τῆς παγκόσμιας χαρᾶς. Σήμερα φύσηξε ἡ δροσερὴ αὔρα, ποὺ μᾶς πληροφόρησε πὼς ἔρχεται ἡ σωτηρία. Ἡ στείρωσή μας γιατρεύτηκε, γιατὶ στείρα μητέρα γέννησε τὴν Παναγία, ποὺ μέλλεται νὰ δώσει σάρκα στὸν Θεὸ ὁποῦ θὰ δώσει τὴ σωτηρία στοὺς πλανημένους ἀνθρώπους, ὁ Χριστὸς φιλάνθρωπος καὶ λυτρωτὴς τῶν ψυχῶν μας.

Ἡ γέννησή σου Θεοτόκε, χαρὰ μήνυσε σ᾿ ὅλη τὴν οἰκουμένη· γιατὶ ἀπὸ σένα ἀνάτειλε ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, Χριστὸς ὁ Θεός μας. Κ᾿ ἔλυσε τὴν κατάρα κ᾿ ἔδωσε τὴν εὐλογία, κι᾿ ἀφοῦ κατάργησε τὸν θάνατο, μᾶς δώρισε τὴ ζωὴ τὴν αἰώνια.

Ἀπὸ τὴ ρίζα τοῦ Ἰεσσαὶ (1) κι᾿ ἀπὸ τὴ μέση τοῦ Δαυῒδ ἡ Μαριὰμ ἡ κόρη τοῦ Θεοῦ γεννιέται σήμερα σὲ μᾶς, καὶ γίνεται καινούργια κι᾿ ἁγιασμένη ὅλη ἡ φύση. Χαρῆτε μαζὶ ὁ οὐρανὸς μὲ τὴ γῆ· ὑμνῆστε την μαζὶ οἱ φυλὲς τῶν ἐθνῶν. Ὁ Ἰωακεὶμ εὐφραίνεται κ᾿ ἡ Ἄννα πανηγυρίζει κραυγάζοντας: Ἡ στείρα γεννᾶ τὴ Θεοτόκο καὶ μητέρα τῆς ζωῆς μας.

Ὤ, τί παράδοξο θαῦμα! Ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς ἀπὸ τὴ στείρα γεννιέται. Εὐφραίνου Ἰωακείμ, ποὺ γίνηκες πατέρας τῆς Θεοτόκου, Δὲν εἶναι ἄλλος κανένας σὰν κ᾿ ἐσένα, ἀπὸ τοὺς γονιοὺς ποὺ κάνανε παιδιὰ σὲ τοῦτον τὸν κόσμο. Γιατὶ ἡ θεοδόχος Κόρη, τοῦ Θεοῦ τὸ σκήνωμα, τὸ πανάγιον ὄρος, μὲ σένα σὲ μᾶς δωρήθηκε.

Εἰς τὰ Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου

Ὁ Ἥλιος (2) ἅπλωσε τὶς ἀκτίνες του, βλέποντας τὴ νεφέλη τοῦ φωτὸς ν᾿ ἁπλώνεται μὲ γνέψιμο τοῦ Θεοῦ μέσα στὰ ἅγια, ἀπὸ τὴν ὁποία θὰ βρέξει συγχώρεση σὲ κείνους ποὺ χερσωθήκανε ἀπὸ τὴν ἁμαρτία.

Τὰ νέφελα ἂς ράνουνε δικαιοσύνη σήμερα· γιατὶ ἁπλώνεται μία θεϊκὴ νεφέλη στὸ ναὸ τοῦ Θεοῦ σὰν νἆναι οὐρανός, ποὺ θὰ στάξει γλυκασμὸ νὰ γλυκάνει κάθε πίκρα στὶς ψυχές μας.

Σὰν νά ῾ναι δροσερὰ λουλούδια, ἂς κόψουνε ἀπὸ τὰ νοητὰ λιβάδια κι᾿ ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ Πνεύματος, κι ἂς πλέξουμε χαρμονικὰ στέφανα γιὰ τὴν γιορτή της σὰν δῶρα γιορταστικά.

Εἰς τὸν Εὐαγγελισμόν

Ἀπάνω στὴν ἔμψυχο κιβωτὸ τοῦ Θεοῦ ἂς μὴν ἀγγίζει ὁλότελα χέρι ἁμαρτωλό. Ἀλλὰ χείλια πιστὰ ἂς ψέλνουνε μὲ ἀγαλλίαση, χωρὶς νὰ σωπάσουνε, σὰν νά ῾ναι ἡ φωνὴ τοῦ Ἀγγέλου κι᾿ ἂς φωνάζουνε: Χαῖρε κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετὰ σοῦ.

Εἰς τὴν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου

Ὤ, τί παράδοξο θαῦμα! Ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς σὲ μνῆμα ἀποθέτεται, κι᾿ ὁ τάφος σκάλα γίνεται ποὺ πάγει στὸν οὐρανό. Εὐφραίνου Γεθσημανή, ἡ ἁγιασμένη ἐκκλησιὰ τῆς Θεοτόκου. Ἂς κράξουμε οἱ πιστοί, ἔχοντες τὸν Γαβριὴλ γιὰ ταξίαρχο: Κεχαριτωμένη, χαῖρε, μὲ σένα εἶναι ὁ Κύριος, ποὺ δωρίζει στὸν κόσμο μὲ σένα τὸ μέγα ἔλεος.

Τὴν κοίμησή σου δοξάζουνε Ἐξουσίες, Θρόνοι, Ἀρχές, Κυριότητες, Δυνάμεις καὶ Χερουβὶμ καὶ τὰ φρικτὰ Σεραφίμ. Ἀναγαλλιάζουνε οἱ ἄνθρωποι στολισμένοι γιὰ τὴ γιορτή σου. Προσκυνᾶνε οἱ βασιλιάδες, μαζὶ μὲ τοὺς Ἀρχαγγέλους καὶ τοὺς Ἀγγέλους, καὶ ψέλνουνε: Κεχαριτωμένη χαῖρε, μαζί σου εἶναι ὁ Κύριος, ποὺ δωρίζει στὸν κόσμο μὲ σένα τὸ μέγα ἔλεος.

Στολισμένη μὲ τὴ θεϊκὴ δόξα ἡ ἱερὴ καὶ δοξασμένη, Παρθένε, μνήμη σου, κι᾿ ὅλους τοὺς πιστοὺς τοὺς σύναξε γιὰ νὰ εὐφρανθοῦνε, καὶ μπροστὰ ἀπ᾿ ὅλους πηγαίνει ἡ Μαριὰμ (3) μὲ χορὸ καὶ μὲ τύμπανα ψέλνοντας τὸν μονογενή σου, γιατὶ μὲ δόξα δοξάσθηκε.

Τοὺς δικούς σου ὑμνολόγους, Θεοτόκε, ποὺ συγκροτήσανε ἕναν πνευματικὸ θίασο, ἐσὺ ποὺ εἶσαι ζωντανὴ κι᾿ ἄφθονη πηγή, στερέωσέ τους. Καὶ στὴ θεϊκὴ δόξα σου ἀξίωσέ τους μὲ στεφάνια δόξας νὰ στεφανωθοῦνε.

Νικηθήκανε τῆς φύσης οἱ νόμοι σὲ σένα, Παρθένε ἄχραντε. Γιατὶ σὲ σένα παρθενεύει ἡ γέννα, καὶ μὲ τὴ ζωὴ σμίγει ὁ θάνατος. Ἐσὺ ποὺ ἀπόμεινες μετὰ τὴ γέννα Παρθένος καὶ μετὰ θάνατο ζωντανή, σῶζε παντοτινά, Θεοτόκε, τὴν κληρονομία σου.

Ἀπολυτίκιο

Στὴν γέννα σου τὴν παρθενία ἐφύλαξες, στὴν κοίμησή σου τὸν κόσμο δὲν τὸν ἄφησες, Θεοτόκε. Μίσεψες στὴ ζωή, γιατὶ εἶσαι μητέρα τῆς ζωῆς καὶ λυτρώνεις μὲ τὶς πρεσβεῖες σου τὶς ψυχές μας ἀπὸ τὸν θάνατο.

Ἀπὸ τὴν Ἑρμηνείαν τῶν Ζωγράφων: Ἡ Κοίμησις τῆς Θεοτόκου

Ὁσπίτια, καὶ ἐν τῷ μέσῳ ἡ Παναγία κειμένη ἐπὶ τῆς κλίνης νεκρά, ἔχουσα ἐπὶ τοῦ Παναγίου στήθους αὐτῆς ἐσταυρωμένας τὰς θεοφόρους χείρας. Καὶ πλησίον τῆς κλίνης ἔνθεν καὶ ἔνθεν μανουάλια μὲ λαμπάδες ἀνημμένας.

Ὁ δὲ Ἀπόστολος Παῦλος καὶ ὁ Θεολόγος Ἰωάννης παρὰ τοὺς πόδας αὐτῆς ἀσπάζονται αὐτήν (4), καὶ γύρωθεν οἱ λοιποὶ ἀπόστολοι καὶ οἱ ἅγιοι ἱεράρχαι, Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, Ἰερόθεος καὶ Τιμόθεος βαστάζοντες Εὐαγγέλια, καὶ γυναῖκες κλαίουσαι.

Ἐπάνωθεν δὲ αὐτῆς ὁ Χριστὸς φέρων εἰς τὰς ἀγκάλας του τὴν παναγίαν ψυχὴν ἐν νεφέλῃ λευκῇ, καὶ γύρωθεν αὐτοῦ ἀκτίνες φωτὸς καὶ πλῆθος ἀγγέλων.

Καὶ ἄνωθεν εἰς τὸν ἀέρα πάλιν οἱ δώδεκα Ἀπόστολοι φερόμενοι ἐπὶ νεφελῶν.

Εἰς δὲ τὴν δεξιὰν ἄκραν τοῦ ὁσπιτίου ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς βαστῶν χαρτίον λέγει: «Ἀξίως ὡς ἔμψυχόν σε οὐρανὸν ὑπεδέξαντο οὐράνια, Πάναγνε, θεία σκηνώματα...», καὶ εἰς τὴν ἀριστερὰν ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ ποιητὴς βαστῶν καὶ αὐτὸς χαρτίον λέγει: «Γυναῖκά σε θνητήν, ἀλλ᾿ ὑπερφυῶς καὶ μητέρα Θεοῦ εἰδότες, πανάμωμε, οἱ κλεινοὶ ἀπόστολοι...»(5).

Περὶ τοῦ Χαρακτῆρος τῆς Θεοτόκου

Ἡ ὑπεραγία Θεοτόκος ἐν τῇ ἡλικίᾳ (6) τρίπηχυς, μακρόφρυς, μακρόριν, μακρόλαιμος, μακροδάκτυλος, εὔστοχος ταπεινή, ἀσχημάτιστος (7), ἀβλάκατος (8), ἱμάτια αὐτόρραφα ἀγαπῶσα (9), καὶ τοῦτο μαρτυρεῖ τὸ ἑαυτῆς μαφόριον τὸ ἐν τῷ ναῷ αὐτῆς κείμενον.


Σημειώσεις

1.- Ὁ Ἰεσσαὶ ἤτανε ὁ πατέρας τοῦ Δαυΐδ, κι᾿ ἀπὸ τὸ γένος τοῦ Δαυῒδ ἤτανε ἡ Παναγία. Γι᾿ αὐτὸ ἀλλοῦ λέγεται ἡ Παναγία «Ῥάβδος ἐκ τῆς ῥίζης Ἰεσσαί».

2.- δηλ. ὁ Χριστός, ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης.

3.- Ὁ ὑμνογράφος πλέκει τὸ ὄνομα τῆς Παναγίας μὲ τὸ ὄνομα τῆς ἀδελφῆς τοῦ Ἀαρών, καὶ λέγει πῶς ἀνοίγει τὸ χορὸ γύρω στὸ λείψανο τῆς Παναγίας, ὅπως τὸν καιρὸ ποὺ περάσανε οἱ Ἑβραῖοι τὴν Ἐρυθρὴ θάλασσα: «Λαβοῦσα δὲ Μαριὰμ ἡ προφήτις ἡ ἀδελφὴ τοῦ Ἀαρῶν τὸ τύμπανον ἐν τῇ χειρὶ αὐτῆς, καὶ ἐξήλθοσαν πᾶσαι αἱ γυναῖκες ὀπίσω αὐτῆς μετὰ τυμπάνων καὶ χορῶν. Ἐξῆρχε δὲ αὐτῶν ἡ Μαριὰμ λέγουσα: «Ἄσωμεν τῷ Κυρίῳ, ἐνδόξως γὰρ δεδόξασται. Ἵππον καὶ ἀναβάτην ἔρριψεν εἰς θάλασσαν». (Ἐξοδ. ιε´ 20). Ἀπὸ τούτην τὴν ἱστορία ἐπῆρε ἔμπνευση κι᾿ ὁ Σολωμὸς κ᾿ ἔγραψε μέσα στὸν Ὕμνο εἰς τὴν Ἐλευθερία ἐτούτους τοὺς στίχους, ἱστορώντας τὸ πνίξιμο τῶν ἐχθρῶν στὸν Ἀχελῶο:

«Ἄ! Γιατί δὲν ἔχω τώρα τὴ φωνὴ τοῦ Μωϋσῇ;
Μεγαλόφωνα, τὴν ὥρα ὅπου ἐσβυοῦντο οἱ μισητοί,
τὸν Θεὸν εὐχαριστοῦσε στοῦ πελάου τὴ λύσσα ἐμπρός,
καὶ τὰ λόγια ἀχολογοῦσε ἀναρίθμητος λαός.

Ἀκολουθᾶ τὴν ἁρμονία ἡ ἀδελφὴ τοῦ Ἀαρών,
ἡ προφήτισσα Μαρία, μ᾿ ἕνα τύμπανον τερπνόν,
καὶ πηδοῦν ὅλες οἱ κόρες μὲ τσ᾿ ἀγκάλες ἀνοιχτές,
τραγουδώντας ἀνθοφόρες με τὰ τύμπανα κ᾿ ἐκειές».

4.- Καὶ ὁ ἀπόστολος Πέτρος παρὰ τὴν κεφαλήν της κλαίων καὶ θυμιῶν. (συμπλήρ. Φ.Κ.)

5.- Στὶς περισσότερες τοιχογραφίες τῆς Κοιμήσεως ὁ ἅγιος Κοσμᾶς γράφει στὸ χαρτί του: «Ἀμφεπονεῖτο ἀΰλων τέξις οὐρανοβάμων ἐν Σιὼν τὸ θεῖον σῶμα σου...» (Φ.Κ.).

6.- δηλ. στὸ ἀνάστημα.

7.- ἀπροσποίητη.

8.- ἀπονήρευτη.

9.- δηλ. ποὺ τὰ ἔραβε μόνη της.