Βίβλος Γενέσεως
Ἱστορίες ἁπλὲς σὰν τίποτα
Γραμμένες ἀπὸ τὸ Φώτη Ν. Κόντογλου

Προέλευση κειμένου: http://www.sarantakos.com/keimenamazi.html

ΕΔΩ μέσα ἔχω καταγραμμένους ὅπως λάχει, δίχως τέχνη, κάποιους ἀνθρώπους τοῦ τόπου μου, ἀπὸ κείνη τὴ βλογημένη τὴ γενιὰ ποὺ πέρασε κι ἔσβησε στὴν Ἀνατολή. Λογαριάζω πὼς πεθαίνοντας αὐτοί, πέθανε κι ὁ ἀρχαῖος ὁ κόσμος. Ἡ Ἀνατολὴ σκοτείνιασε, κι ἀπόμεινε τὸ Βασίλεμα, γιὰ νὰ φέγγει ἀπάνω στὸν πονηρὸ τὸν κόσμο.

Ἡ ἱστορία τοῦ καθενὸς ἀπὸ δαύτους εἶναι ἁπλὴ σὰν ἕνα τίποτα, καὶ πολλοὶ θὰ ποῦνε «τί εἶναι τοῦτα;» καὶ δὲ θὰ τὰ καταδεχτοῦνε. Μακάριος ὅποιος ζεσταθῇ ἀπὸ δαῦτες κι ὅποιος νοιώθῃ τὴ χάρη ποὺ ἔχει ὁ ἁπλὸς ὁ ἄνθρωπος.

Οἱ ἁπλοὶ κι οἱ καταφρονεμένοι μᾶς μαθαίνουνε κάποια πράματα, ποὺ δὲ θὰ μᾶς τὰ μάθουνε ποτὲς οἱ σοφοὶ μὲ τὴ σοφία τους.

Τὰ πολύπλοκα καὶ τὰ μπερδεμένα ταράζουνε κι ἀγριεύουνε τὴ ψυχή μας, τὰ ἁπλὰ τὴν εἰρηνεύουνε.

Ὁ Χριστὸς μᾶς παράγγειλε νά ῾μαστε ἁπλοί, καὶ νά ῾ναι τὰ λόγια μας ναὶ ναί, καὶ ὄχι ὄχι, «τὸ δὲ περισσὸν τούτων ἐκ τοῦ πονηροῦ ἐστίν».


Ὁ Καπετὰν Γρίτσας

ΚΟΝΤΟΓΙΩΡΓΗΣ ἤτανε τὸ παράνομά του, Νικόλας τὸ βαφτιστικό του. Ἐγὼ τὸν ἔφταξα ἴσαμε ἑβδομήντα χρονῶ.

Ἤτανε κοντός, ξερόσαρκος, γερακομύτης, μὲ βρακιά. Στενὰ δὲν ἔβαλε ἴσαμε ποὺ πέθανε, γιατὶ τό ῾χε σὲ ντροπὴ νὰ βάλει φράγκικα, νὰ φαίνουνται τὰ πισινά του. Παπούτσια ἔβαζε ὅ,ποτε πάγωνε ἡ θάλασσα στὰ μέρη τῆς Βλαχιᾶς ποὺ ταξίδευγε.

Καπετάνεψε ἀπὸ πολὺ νιός. Στὰ 1865 εἶχε μία μπομπάρδα καὶ ταξίδευγε στὴν Πόλη, στὸ Γαλάζι καὶ σ᾿ ἄλλα μέρη στὴ Μαύρη Θάλασσα. Πενήντα χρονῶ μέρες δούλευε στὴ θάλασσα καὶ δὲν ἔπαθε ποτές, μπορεῖ νὰ κιντύνεψε, μὰ μήτε ζημιὲς μεγάλες ἔπαθε, μήτε σιβιρτάρισε, μήτε ἀρρώστησε, μήτε πράμα ἔριξε ποτὲς στὴ θάλασσα, τόσο τυχερὸς ἄνθρωπος ἤτανε. Εἶχε ἕναν γέρο γεμιτζῆ μαζί του ἴσαμε τριάντα χρόνια, ποὺ τὸν λέγανε Γουρσουζλεμέ, ἐπειδὴς τὴ γουρσουζιὰ τὴν κουβάλαγε μαζί του ὅπως κουβαλᾶ ἡ καμήλα τὴν καμπούρα της. Σ᾿ ὅποιο καΐκι τὸν παίρνανε, κεῖνο τὸ καΐκι γιὰ θὰ βούλιαζε, γιὰ θὰ πέθαινε ὁ καπετάνιος, γιὰ θὰ πάθαινε ἄλλο κατιτίς. Τόσο, ποὺ στὸ τέλος δὲν τὸν ἔπαιρνε κανένας καὶ κατάντησε νὰ ζητιανεύει. Τὸν ἐπῆρε τὸ λοιπὸν ὁ Γρίτσας καὶ τὸν εἶχε τριάντα χρόνια, ἴσαμε ποὺ πέθανε, καὶ δὲ φτάνει ποὺ δὲν ἔπαθε τίποτα τὸ καΐκι του, μόνε ἀπὸ τότες γύρισε κιόλας ἡ τύχη τοῦ καπετὰν Νικόλα καὶ στὰ καλύτερα, κι ἔπιασε πολὺν παρᾶ στὰ χέρια του καὶ παντρεύτηκε τὴ Ζαχαρὼ καὶ βλογήθηκε τὸ σπίτι π᾿ ἀνοίξανε καὶ φτυχήσανε.

Τὴν ἡσυχία του δὲν τὴν ἔχανε ποτές, δὲν ταραζότανε, δὲ συχυζότανε ποτές. Ὁ κόσμος χάλαγε, φουρτούνα κιγιαμέτι, ὁ καπετὰν Νικόλας ἤτανε ἥσυχος καὶ βλογημένος. Ἢ στὸν καφενὲ καθότανε, ἢ στὴ Μαύρη Θάλασσα χαροπάλευγε, τὸ ἴδιο ἤτανε. Βάλε μία πέτρα μέσα στὸ πάπλωμα κι ὕστερα βάλ᾿ τηνε κατακάβα νὰ τὴ χτυπᾶνε οἱ θάλασσες. Γενάρη μήνα ἀλλάζει ὁλότελα κείνη ἡ πέτρα· ἔτσι ἤτανε κι ὁ καπετὰν Γρίτσας. Ἄλλοι γεμιτζῆδες γκρινιάζανε, αὐτὸς καθότανε σὰν πατριάρχης καὶ βαστοῦσε τὸ διάκι μὲ τό ῾να τὸ χέρι καὶ τὸ κομπολόγι μὲ τ᾿ ἄλλο, δίχως νὰ μιλήσει τίποτα. Μονάχα σὰν τὸν ρωτοῦσε κανένας, ἔλεγε ἀδιάφορα «Καιρὸς τοῦ Θεοῦ εἶναι, βρέ. Ἀτμόσφαιρα εἶναι, θὰ μπουρινιάσει. Μηδὲ μαχαίρια βαστᾶ, μήτε πιστόλια τραβᾶ».

Καθότανε ἥσυχος, μὰ τὰ μικρὰ τὰ μάτια του ἤτανε σὰν τ᾿ ἀητοῦ, καρφωμένα μπροστά του. Τὸ ἕνα τὸ ποδάρι του τό ῾χε διπλωμένο καὶ καθότανε ἀπάνω του, καὶ μὲ τ᾿ ἄλλο πάταγε στὴ σκότα ἢ στὰ σκοινιὰ τῆς ράντας. Ἔλεγε πὼς ὁ γεμιτζῆς πρέπει νά ῾ναι πάντα ξυπόλυτος, χειμώνα καλοκαίρι, γιὰ νὰ μὴ γλυστρᾶνε τὰ παπούτσια του.

Μία χρονιὰ ἔκανε βαροχειμωνιά, καὶ δύο - τρεῖς καπετανοὶ Ἀϊβαλιῶτες, ποὺ βρεθήκανε τὰ ταξιδεύγουνε στὴ Μαύρη Θάλασσα, ὅλοι τους πάθανε, μὰ ὁ Γρίτσας δὲν ἔπαθε τίποτα. Οἱ δύο πνιγήκανε, κι ἕνας ἄλλος βγῆκε μισοπεθαμένος στὰ καβάκια ἀπάνου σὲ μία σανίδα κι ἦρτε στὸ Ἀϊβαλὶ ὕστερα ἀπὸ καιρὸ μὲ κομμένα καὶ τὰ δύο τὰ ποδάρια του.

Σὲ καιρὸ ποὺ καζάντησε παράδες καὶ παντρεύτηκε, φόρεσε σαλβάρια ραμμένα στὸν πιὸ καλὸν τὸν ῥωμηοράφτη, κι ἔβαλε καὶ τσουράπια μὲ τάκο, καὶ παπούτσια καλά, τὰ λεγόμενα πάπιες. Πῆρε στὸ σπίτι του κι ἕναν μάστορα Μυτιληνιὸ καὶ τοὔκανε ἀνάλια σ᾿ οὕλο τὸ κορμί του, δηλαδὴ πλουμίδια κεντημένα ἀπάνου στὸ πετσί του. Τὸν πλέρωνε τρία μετζίτια τὴ βδομάδα, τὸν τάγιζε καλά, τὸν πότιζε. Ἀπάνου στ᾿ ἀστήθια του παράστησε τὴν Ἁγιὰ Σοφιά,

μὲ δεκοχτὼ καμπαναριὰ
κι ἐξηνταδυὸ καμπάνες.
Κάθε καμπάνα καὶ παπάς,
κάθε παπὰς καὶ διάκος.

Ἀπὸ τὸ δεξὶ μέρος παρουσίασε τὸν Ἅγιο Νικόλα, κι ἀπὸ τὸ ζερβὶ τὸν Ἅγι᾿ Ἀντώνη. Αὐτὰ μοῦ τἄδειχνε ὁ ἴδιος. Ὕστερα ἀνεσκούμπωνε τὰ μανίκια του καὶ μοὔδειχνε τὰ χέρια του. «Ἀπὸ δῶ, στὸ δεξὶ τὸ χέρι, γλέπεις, Φωτάκη, τοῦτο τὸ σκέδιο; Εἶναι ὁ Ἔρωντας μὲ τὴ σαγίτα, καὶ σαγιτεύγει (ἄφηνε τὸ δεξὶ καὶ ξεγύμνωνε τ᾿ ἀριστερὸ καὶ μούδειχνε τ᾿ ἄλλο τὸ σκέδιο) τὴ Ζαχαρώ, π᾿ ἀγαπιόμαστε ἀπὸ τότες ποὺ πάγαινε σκολεῖο». Ἀπὸ τὸ γῆρας, τὰ χέρια του εἴχανε γίνει σὰ ρίζες στριφτές, οἱ φλέβες παραμορφώσανε τὰ σκέδια κι ὁ Ἔρωντας εἶχε γίνει σὰ διάβολος, ἡ δὲ Ζαχαρὼ μὲ τὰ ξέμπλεκα τὰ μαλλιά, ἤτανε σὰν ἀνθρωποφάγος. Ὁ Μυτιληνιὸς ὁ ἀναλιτζῆς τὸν τυράγνησε ἴσαμε τρεῖς βδομάδες, κι ὁ Γρίτσας μούγκριζε σὰ θεριό. Ἄναβε μπαρούτι καὶ λιβάνι κάτου ἀπὅναν κεσὲ κι ἔπαιρνε τὴν κάπνα καὶ κεντοῦσε τὰ σκέδια μὲ τὴ βελόνα, κι ὁ Γρίτσας δάγκανε τὸ ζουνάρι του ἀπ᾿ τὸν πόνο.

Μ᾿ ὅλο ποὺ γεννήθηκε σκληρὸς ἄνθρωπος, πάντα του ἤτανε γλυκομίλητος καὶ χωρατατζῆς. Βιβλίο νὰ ῾χες, νὰ γράφεις τὰ λόγια του, τέτοιο χάρισμα εἶχε ἀπὸ Θεοῦ αὐτὸς ὁ ἀπελέκητος ὁ ἄνθρωπος, ποὺ δὲν τό ῾χουνε μήτε δασκάλοι, μήτε γιατροί, μήτε λογῆς-λογῆς σπουδαγμένοι. Πίκρα δὲν τὸν ἄγγιξε, ἐξὸν ἂν εἶναι πίκρα ἕνα παράπονο ὁπού ῾χε, πὼς δὲν ἔκανε ἀρσενικὰ παιδιά, μόνο ἔκανε οὕλο κορίτσια. Κι ἐπειδὴς ἤθελε νἄχει στὸ καΐκι του ἕναν δικό του ἄνθρωπο νὰ τὸν ἀφήνει στὸ ποδάρι του, πῆρε τὴ μεγάλη τὴν κόρη του, τὴ Ρήνη. Ἡ Ρήνη λοιπόν, ἴσαμε νὰ γίνει δεκαοχτὼ χρονῶ, ἤτανε ντυμένη μὲ βρακιά, καὶ δούλευε σὰ νά ῾τανε γεμιτζῆς ἀσερνικός. Ἀνέβαινε στὰ ξάρτια, στιγκάριζε τὰ πανιὰ καβαλλικεμένη στὶς ἀντένες, κυβερνοῦσε τὸ καράβι, μ᾿ ἕναν λόγο δὲν ξεχώριζε ἀπὸ ἄντρας.

Μία μέρα, γυριζάμενος ἀπ᾿ τὴ Βλαχιά, φουντάρισε στὸ Ταλιάνι, ἴσαμε νὰ γυρίσουνε τὰ ρέματα γιὰ νὰ μπεῖ μέσα στὸ μπουγάζι τ᾿ Ἀϊβαλιοῦ. Ὅπου ἀκούγει καὶ τὸν χουγιάζανε ἀπὸ τὴ στεριὰ δύο τρεῖς τοῦρκοι ζαπτιέδες ἀρματωμένοι, καὶ ρίξανε καὶ στὸν ἀγέρα. Ὁ Γρίτσας ἔστειλε τὴ φελούκα, καὶ μπήκανε μέσα οἱ τοῦρκοι, καὶ πήγανε ἀπάνου στὴ μπομπάρδα, κι ἤτανε ματοχωμένοι κι ἀγριεμένοι. Σὰν ἀνεβήκανε ἀπάνου, πετάξανε στὴν κουβέρτα δύο κομμένα κεφάλια. Ὕστερα τοὔπανε νὰ σαλπάρει καὶ νὰ τοὺς πάγει στ᾿ Ἀϊβαλί. Τὰ κεφάλια ἤτανε τ᾿ Ἀλέξη τοῦ Νταλακλῆ καὶ τοῦ Γιάννη τοῦ Κεφάλα, ποὺ τοὺς εἴχανε σκοτώσει πρὶν ἀπὸ λίγη ὥρα στ᾿ Ἁγιοῦ Γιαννιοῦ τὴ Λαγκάδα, κι εἶχε γίνει μεγάλος θρῆνος, σκοτωθήκανε τέσσερις – πέντε τοῦρκοι μαζὶ μὲ τὸν ὄνμπαση. Τὴν ἄλλη μέρα τὰ μπαλσαμώσανε καὶ τὰ κρεμάσανε στὸ Κονάκι.

Στὰ ῾98 ἀγόρασε ἕνα τσερνίκι, πού ῾ναι καΐκι φαρδομάγουλο μὲ πανὶ σακολεβίσο καὶ μὲ γάμπια στ᾿ ἄλμπουρο. Τότες ἤτανε πενηνταέξη χρονῶ. Ταξίδευγε στὴν Πόλη, φορτωμένος λάδια καὶ σαπούνια. Κάμποσα χρόνια δούλεψε μὲ τὸ Στέλιο τὸν Καρνιαγοῦρο, ποὺ ἤτανε καὶ κεῖνος γεμιτζῆς καὶ ταξιδεύγανε μαζὶ στὴ Μπραΐλα. Ὕστερα πλούτισε κι ἄνοιξε μαγαζὶ στὴν Πόλη, κι ἔγινε λαδέμπορας. Τότες ποὺ ἤτανε ἀκόμα καπετάνιος, εἶχε συνήθειο νὰ φουμάρει ἀργκιλὲ κι ἀπάνου στὸ καΐκι. Μὲ τὅνα χέρι βαστοῦσε τὸ διάκι, καὶ μὲ τ᾿ ἄλλο τὸ μαρκούτσι, ἂς ἔκανε καὶ θάλασσα. Μορφάνθρωπος, μεγαλάνθρωπος, εἶχε βάλει καὶ φράγκικα ἅμα παράτησε τὴ θάλασσα. Οἱ τοῦρκοι τὸν βαστούσανε σὲ μεγάλη ὑπόληψη.

Μία μέρα, ὁ Γρίτσας ἤτανε στὸ Χαβιαρόχανο τῆς Πόλης, μαζὶ μὲ τὸν Καρνιαγοῦρο καὶ μ᾿ ἕναν τοῦρκο Βασὶφ ἐφέντη, ποὺ τὸν λέγανε Λουκμᾶ, καὶ πίνανε καφέ. Ὅπου ἄξαφνα ὁ Καρνιαγοῦρος γίνηκε ἀλλοσούσουμος, ἔγειρε, ἔγειρε, κι ἔπεσε χάμω μὲ τὴν καρέκλα. Ἴσαμε νὰ τὸν σηκώσουνε, ἤτανε πεθαμένος, νταμλᾶς τὸν χτύπησε.

Ὕστερα ἀπό ῾να δύο χρόνια ἔπιασε ἄλλη γραμμὴ καὶ ταξίδευγε στὴ Σμύρνη. Τὸ τσερνίκι τὸ ῾κανε πένα, πού ῾ναι ἀρματωσιὰ πιὸ βολικὴ στὸ κουμαντάρισμα, μ᾿ ἕνα ἴσιο ἄλμπουρο. Αὐτὸ τὸ καΐκι τὸ δούλεψε ἴσαμε ποὺ γεράσανε μαζὶ κι οἱ δύο τους.

Στὰ τελευταῖα, ἀγόρασε ἕνα πέραμα καὶ δούλευε μέσα στὸ μπουγάζι τ᾿ Ἀϊβαλιοῦ. Δύο τρεῖς φορὲς μονάχα πῆγε ἴσαμε τὴ Μυτιλήνη. Στὴν ἀρχὴ εἶχε μαζί του ἕναν ἄλλο γέρο, ὕστερα δούλευε μοναχός του. Ἡ Ρήνη εἶχε γίνει μοδίστρα.

Εἶπε πιὰ νὰ γεροκομηθεῖ στὴν Ἁγία Παρασκευή, στὸ Μοναστήρι. Κουβαλοῦσε τοὺς προσκυνητές, τὶς κουμπάνιες, τὸ γάλα π᾿ ἀρμέγανε ἀπὸ τὰ πρόβατα, καὶ τό ῾να καὶ τ᾿ ἄλλο. Τὰ κότσια του βαστούσανε καλά, τὸ φῶς του δὲν κόντηνε, τὰ δόντια του ἤτανε στὸν τόπο τους. Σὰν ἔκοβε καμμιὰ φορὰ τὸ χέρι του ἢ τὸ ποδάρι του μὲ τὸ σκεπάρνι, τὸ βούταγε στὴ θάλασσα, τὄδενε μ᾿ ἕνα λουρίδι καὶ σὲ δύο μέρες ἔραβε ἡ πληγή.

Τὸ καλοκαίρι ἔπαιρνε μαζί του στὸ πέραμα καὶ τὴ Ζαχαρώ. Μαγειρεύγανε μέσα στὸ καΐκι, ἢ στὴν ἀκρογιαλιά. Σὰν ἤτανε μπουνάτσα κι ἔκανε ζέστη, ἔβλεπες τὸν Γρίτσα νὰ τραβᾶ κουπὶ μὲ τὸ σώβρακο, ἀγάλια κι ἥσυχα, καὶ νὰ καπνίζει ἡ φουφοὺ π᾿ ἄναβε κοντὰ στὴν πρύμνη. Τῆς Ζαχαρῶς φαινότανε μονάχα τ᾿ ἀράπικο τὸ κεφάλι, γιατὶ καθότανε χαμηλὰ στ᾿ ἀμπάρι καὶ μαγείρευε, μὲ μία τέντα ἀποπάνω τους, κι ἔλεγες πὼς βλέπεις ἀπὸ μακρυὰ κανένα ἀπὸ κεῖνα τὰ μονόξυλα ποὺ διαβάζεις στὸ βιβλίο τοῦ Ρομπινσῶνα.

Τὰ χρόνια ἀλλάξανε, οἱ ἀνθρῶποι πονηρέψανε, μὰ ὁ Γρίτσας δὲν ἄλλαξε ὁλότελα. Ἀπόμεινε ἁπλὸς καὶ μονοκόμματος σὰν ποὺ ἤτανε πρωτύτερα. Πολλὲς φορὲς ποὺ ταξιδεύαμε μαζί, τὸν ἔπαιρνε ὁ νύπνος καὶ καθόμουνε ἐγὼ στὸ τιμόνι, καὶ τὸν ξύπναγα ὅποτε ἤτανε γιὰ νὰ γυρίσουμε τὰ πανιά, σὰν ἤτανε ὁ καιρὸς ἀπὸ μπροστὰ καὶ βολτατζέρναμε, βοριὰς καργάδος. Ἀλλὰ τὶς πιὸ πολλὲς φορὲς κουβεντιάζαμε, κεῖ ποὺ σκαμπανέβαζε τὸ πέραμα καὶ μᾶς ραντίζανε οἱ θάλασσες ποὺ χτυπούσανε στὴ μάσκα καὶ μοσκοβολούσανε.

Πρὶν λίγο καιρὸ εἶχε γυρίσει στ᾿ Ἀϊβαλὶ τ᾿ ἀνήψι του ὁ Θρασύβουλας, μὲ φράγκικα ροῦχα καὶ μὲ πολλὰ λεφτά, ποὺ τά ῾χε κάνει στὸ Μοῦδρο στὰ χρόνια του πολέμου. Ἀγόραζε τὰ τομάρια ἀπὸ τὰ βόδια ποὺ σφάζανε οἱ Ἐγγλέζοι. «Ἤφερε πολλὰ πράματα, ἤφερε κι ἕναν καφενὲ ξυλένιον, βιδωτό, κι ἔχει μέσα τ᾿ πουλιοῦ τὸ γάλα. Ἔχει καφέ. Σὰ δὲ θέλεις καφέ, ἔχει λουκούμι. Σὰ δὲ θέλεις λουκούμι, ἔχει πιοτό. Σὰ δὲ θέλεις πιοτό, ἔχει καὶ κομπόστα, μὲ τὸ κουτάλι».

Μία βραδιὰ τοῦ καλοκαιροῦ καθόμαστε καὶ κουβεντιάζαμε ἴσαμε τὰ μεσάνυχτα, καὶ λόγο μὲ τὸ λόγο ἦρτε ἡ κουβέντα γιὰ τὸ Ματσούκα, ποὺ πῆγε στὴν Ἀμερικὴ καὶ μάζεψε λεφτὰ κι ἔκανε ἕνα πολεμικὸ καράβι. Ὁ μπάρμπα Νικόλας θάμαξε «Μπρέ!… τέτοιος ἄνθρωπος ξακουσμένος καὶ νὰ μὴν τὸν ξέρουμε. Θὰ τὸν ξέρει ὁ Θρασύβουλας κι ἡ δημογεροντία ποὺ πᾶνε στὸν ξυλένιον τὸν καφενέ». Τὴν ἄλλη μέρα πῆγε στ᾿ Ἀϊβαλί, κι ὕστερα ἀπὸ δύο μέρες, σὰ γύρισε στὴν Ἁγία Παρασκευή, μοῦ λέγει: «Ψὲς γίνηκε κουβέντα στὸν καφενὲ γι᾿ αὐτὸν τὸ Ράβδα, καὶ δὲν τὸν ἤξερε κανένας».

Κουβέντιαζε μὲ δικό του τρόπο, τὰ λόγια του ἤτανε σὰν πετράδια.

«Μία φορὰ ἦταν ἕνας βασιλές, κι ἔβγαλε ντελάλη κι εἶπε «Ὅγοιος (ὅποιος) ποιγητὴς κάνει τὸ γιὸ (πιὸ) καλὸ ποίγημα, θὰ πάρ᾿ ἀπὸ τὰ χέρια τ᾿ βασιλὲ τοῦτο τὸ μαλαματένιο τ᾿ ἀραμπαδάκι». Πῆγε ἕνας ποιγητής, εἶπε τὸ ποίγημά τ᾿. Δὲν εἶπε τίποτα ὁ βασιλές. Πῆγε ἄλλος ποιγητής, εἶπε τὸ ποίγημά τ᾿. Δὲν εἶπε τίποτα ὁ βασιλές. Πῆγε κι ἕνας ἄλλος ποιγητὴς κι εἶπε τὸ ποίγημά τ᾿:

«Ἂν κάν᾿ ὁ Μάρτης δύο νερὰ
κι Ἀπρίλης ἄλλο ἕνα,
χαρὰ σὲ κεῖνον τὸ ζευγᾶ,
πό ῾χει στὴ γῆς σπαρμένα».

Τότες λέγεις ὁ βασιλὲς «Πάρτο, πάρτο, δικό σ᾿ εἶναι τ᾿ ἀραμπαδάκι».

Πέθανε ἴσαμε ὀγδονταπέντε χρονῶ, στὸν κόρφο τῆς Γέρας. Καὶ δὲν πέθανε μέσα σὲ σπίτι, μόνο μέσα στὸ πέραμα, πρόσφυγας, γυμνὸς κι ἀραγανός.


Ὁ κὺρ Γιαννακὸς ὁ Σεβίλης

ΛΕΓΑΝΕ γιὰ τ᾿ Ἀϊβαλὶ πὼς ἔβγαζε τοὺς πιὸ μεγαλοκορμοὺς καὶ τοὺς πιὸ καλοκανωμένους ἄντρες μαζὶ μὲ τὴν Κρήτη. Ἤτανε κι οἱ πιὸ μερακλῆδες στὰ ροῦχα καὶ στὰ φερσίματα. Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ τοὺς στόλιζε περισσότερο ἤτανε ἡ σεμνότητα κι ἡ εὐσέβεια. Ἔβλεπες παλικάρια θηρία, νὰ στέκουνται στὴν ἐκκλησιὰ μὲ φόβο Θεοῦ, σὰν τὰ μικρὰ τὰ παιδιά. Ἀθῶες ψυχὲς μέσα σὲ κορμιὰ γερά. Καὶ τρία λόγια!

Ὁ πιὸ παλικαρίσιος μαχαλὰς ἤτανε ἡ Κάτω Χώρα. Ἐκεῖ πέρα ἤτανε ἕνα σωρὸ καφενέδες καὶ ταβέρνες, τ᾿ Ἀσημένιου ὁ καφενές, τοῦ Κονταρᾶ, τοῦ Βαγγέλα κι ἄλλοι, οἱ ταβέρνες τοῦ Μπαγιώρη καὶ τοῦ Στριγγάρου. Τὴν Κυριακὴ ἤτανε γεμάτες τέτοιον κόσμο.

Οἱ ταβερνάροι ξεχωρίζανε στὴν παλικαριά, μὰ ἤτανε ἥμεροι στὸ πρόσωπο, γλυκομίλητοι, πλὴν λιγόλογοι καὶ σοβαροί. Νοικοκυραῖοι ἀνθρῶποι, καλοφορεμένοι, μὲ τ᾿ ἄσπρα τὰ πουκάμισα, καλοχτενισμένοι, καλοξουρισμένοι, ἀρχοντικοὶ ἀνθρῶποι. Σὰ νά ῾χανε κάποιο ἀξίωμα. Ἂν τύχαινε νὰ μαλώσουνε τίποτε μουστερῆδες καὶ νὰ τραβήξουνε μαχαίρια, ὁ ταβερνάρης ἔμπαινε στὴ μέση δίχως χειρονομίες καὶ δίχως πολλὰ λόγια καὶ παρευτὺς εἰρηνεύγανε.

Τὸ καλοκαίρι καθόντανε ἀπέξω ἀπὸ τοὺς καφενέδες, καὶ σὰν περνοῦσε κανένας παπάς, βγάζανε τὶς κατσοῦλες τους κι ἀνεσπαζόντανε τὸ χέρι του. Κάθε βράδυ περνοῦσε ὁ Δεσπότης καὶ πήγαινε περίπατο ἴσαμε τὸ Νοσοκομεῖο. Μπροστὰ πήγαινε ὁ καβάης, ὁ Νικόλας ὁ Γιακουπής, καμαρωτός, μὲ τὸ φέσι, μὲ τὰ χρυσὰ τὰ κουμπιά, κι ἀπὸ πίσω ἐρχότανε ὁ Δεσπότης βαστώντας τὸ μπαστούνι μὲ τ᾿ ἀσημένιο τὸ πόμολο, καὶ βλογοῦσε τὸ λαό. Μονομιᾶς σηκωνόντανε ὅλοι ἀπὸ τὶς καρέκλες καὶ στεκόντανε ξεσκούφωτοι, ἴσαμε νὰ περάσει ὁ Δεσπότης.

Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ δεῖς τὸ μπάρμπα Γιαννακὸ τὸ Σεβίλη, γιὰ νὰ πάρεις μίαν ἰδέα γιὰ τοῦτο τὸ γένος ποὺ σοῦ μιλῶ. Ὄχι γιὰ τὴν παλικαριά, γιατὶ ὁ μπάρμπα Γιαννακὸς ἤτανε νοικοκύρης εἰρηνικὸς καὶ περασμένος, ἀλλὰ γιὰ τὸ μεράκι.

Στὸ μπόγι ἤτανε κανονικός, χοντρούτσικος, μορφοκανωμένος, στρογγυλοπρόσωπος, κοκκινομάγουλος, ὁλοένα γελαζούμενος, μ᾿ ὅλο ποὺ τὅνα τὸ μάτι του ἤτανε βλαμμένο. Τὰ χέρια του ἤτανε φουσκωτὰ σὰν δεσποτικά, τὰ ποδάρια του μικροκανωμένα, ὅπως εἶναι στοὺς περισσότερους ἀνατολίτες. Τὰ ροῦχα του σὰν χυτὰ καθόντανε ἀπάνω του, τὰ γιλέκια του, τὰ σαλβάρια του, οἱ κάρτσες του, ὅλα ζωγραφιστά. Στὸ κεφάλι φοροῦσε ἕνα φέσι τουνεζλίδικο ἴδιο μὲ κορῶνα, καὶ γύρω – γύρω τὸ στολίζανε τἄσπρα κατσαρὰ μαλλιά του, σὰ γλάστρα βασιλικός. Τὰ σαλβάρια του ἤτανε μακρυά, ἴσαμε ἀπὸ πάνου ἀπὸ τ᾿ ἀστραγάλι, καὶ τὸ ζουνάρι του μεταξωτὸ ταράμπουλουζ τρία δάχτυλα στενό, ὅπως συνηθίζανε οἱ νοικοκυραῖοι.

Τὸ καλοκαίρι ἔβγαινε ἀπὸ τὸ σπίτι καὶ πάγαινε στὸ παζάρι δίχως σάκκο, πάντα κατακάθαρος, μὲ τὸ πουκάμισο καὶ μὲ τὸ γιλέκι. Ἀπὸ τὴ μία τσέπη τοῦ γιλεκιοῦ του κρεμότανε ἡ χρυσὴ καδένα τοῦ ρολογιοῦ του καὶ στὸ λαιμό του τὸ μαῦρο κορδόνι μὲ τὰ ματογυάλια, ποὺ τά ῾χε στὴν ἀπάνω τσέπη.

Τὸ χειμώνα ἔβαζε μία γούνα ἀκριβῆ, δουλεμένη μὲ πολλὴ ψιλοδουλειά. Φοροῦσε τσουράπια κάτασπρα, καὶ στὰ ποδάρια του ἔβαζε κάτι παπούτσια, τὰ λεγόμενα πάπιες, μὲ πατημένη φτέρνα σὰν παντόφλες. Αὐτὰ τὰ παπούτσια τὰ λέγανε πάπιες, γιατί εἴχανε κάτι μύτες πλατιὲς καὶ στρογγυλὲς σὰν τὴ μύτη τῆς πάπιας, καὶ τὶς φορούσανε οἱ γεροντότεροι κι οἱ καλοὶ – καλοί. Καὶ τὰ βάζανε μὲ πατημένη φτέρνα οἱ μερακλῆδες, ἔτσι τὄχανε μανία, νὰ πατᾶνε στὸ λασπωμένο καλντερίμι τὸ χειμώνα καὶ νὰ μὴ λασπώνονται τὰ τσουράπια.

Ὁ μπάρμπα Γιαννακὸς περπατοῦσε ἀλαφρὰ σὰν παλικαράκι. Τὴν πρωτοχρονιὰ πάγαινε νὰ χαιρετίσει στὸν Ἀπάνω Μαχαλᾶ, πρόφταινε ἀπὸ τὰ Ταμπακαριὰ ἴσαμε τὴν Κάτω Χώρα. Πολλὲς φορὲς τὰ καλντερίμια ἤτανε λασπωμένα καὶ γλυτζερά, μολαταύτα οἱ φτέρνες τοῦ μπάρμπα Γιαννακοῦ ἤτανε κατακάθαρες, μὲ τέτοια προσοχὴ καὶ πιδεξοσύνη περπατοῦσε.

Στὴν τσέπη τοῦ γιλεκιοῦ του εἶχε κι ἕνα κουτάκι στρογγυλὸ ἀσημοπλουμισμένο κι ἔβαζε μέσα τὸν ταμπᾶκο του, εἶχε κι ἕνα ἄλλο κουτάκι τεφαρίκι, στὸ ζουνάρι του, κι εἶχε μέσα ἕνα κομμάτι τεμπεσίρι τὸ λεγόμενο κιμωλία. Σὰ τύχαινε νὰ πιτσιλιστεῖ πουθενὰ ἡ κάρτσα του, ὁ μπάρμπα Γιαννακὸς ἀνεσήκωνε τὸ καλαμοβράκι του, ἔβγαζε τὸ τεμπεσίρι καὶ καλλιγραφοῦσε ὅπου λάχαινε νά ῾ναι πιτσιλισμένο τ᾿ ἄσπρο τὸ τσουράπι του.

Στὸν Ἅγιο Γιώργη ἤτανε ἡ ἐνορία του. Ἤτανε μίαν ἐκκλησιὰ πολὺ μεγάλη κι ἀκριβοχτισμένη στ᾿ ὄνομα τ᾿ Ἅγιου Γιώργη τοῦ Χιοπολίτη ποὺ μαρτύρησε στὸ Ἀϊβαλὶ στὰ 1807, σὲ καιρὸ ποὺ ἤτανε παλικάρι ὁ πατέρας τοῦ μπάρμπα Γιαννακοῦ, κι εἶχε δεῖ μὲ τὰ μάτια του τὸν ἀποκεφαλισμό του.

Ἴσαμε ποὺ γέρασε, ἔψελνε σὲ κείνη τὴν ἐκκλησιά, ἀριστερὸς ψάλτης. Δεξιὸς ἤτανε ἕνας Γιώργης Ρίνας, ὁ λεγόμενος Τρίφτης, ἐπειδὴς ἤτανε βλογιοκομμένος.

Κάνανε μεγάλο πανηγύρι οἱ Ἀϊβαλιῶτες. Ἀποβραδὺς κουβαλούσανε στὸ παζάρι ἕνα ἀγκωνάρι ματωμένο, μία σαρμουσακόπετρα, στὸ μέρος ποὺ μαρτύρησε ὁ Ἅγιος Γιώργης, κι ὁ κόσμος ἄναβε κεριὰ καὶ τὰ κολλοῦσε σὲ κείνη τὴν πέτρα καὶ στὰ μεγάλα τὰ μανάλια ποὺ τά ῾χε μαστορέψει μὲ πολλὴ τέχνη ὁ Νικόλας ὁ Μπακιρνάκας. Οἱ τοῦρκοι τὰ βλέπανε καὶ δὲ μιλούσανε.

Ἀνήμερα, γινότανε ἡ λειτουργία μὲ μεγάλη κατάνυξη, δὲν ἀπομνησκε σὲ σπίτι κανένας, μηδὲ μικρὸς μηδὲ μεγάλος, μόνε γέμιζε κείνη ἡ μεγάλη ἐκκλησιὰ ἀπὸ μέσα κι ἀπόξω. Ὁ Δεσπότης κι οἱ παπάδες ἤτανε δακρυσμένοι, οἱ γυναῖκες καὶ τὰ μωρὰ κλαίγανε. Κείνη τὴν ἡμέρα, ἀπὸ τὶς ἕντεκα ἐκκλησιὲς πού ῾χε τ᾿ Ἀϊβαλί, μαζευόντανε στὸν Ἅγιο Γιώργη ὅλοι οἱ παπάδες κι οἱ ψαλτάδες. Ἐκειπέρα ἔβλεπες ἑλληνισμὸ καὶ χριστιανωσύνη! Ἐκειπέρα ἀνετρίχιαζε κι ὁ πιὸ ἀναίσθητος ἄνθρωπος, κι ὅποιος ἤθελε νὰ κλάψει, ἐκειπέρα ἔπρεπε νὰ βρεθεῖ. Νὰ κλάψει καὶ μαζὶ ν᾿ ἀναγαλλιάσει, ὅπως θωροῦσε κεῖνο τὸ μεγαλεῖο πό ῾χει ἡ ὀρθοδοξία, ἡ κατατρεγμένη κι ἡ ματωμένη, κι ἄκουγε εἴκοσι ψαλτάδες καὶ πενήντα κανονάρχους, νὰ ψέλνουνε μία παλικαρίσια ψαλμωδία. Ἀκόμα κι οἱ τοῦρκοι φαινόντανε στεναχωρημένοι, γιατὶ ἤτανε καὶ κεῖνοι γεννημένοι ἀπὸ τὴν ἴδια τὴ μάνα, ποὺ μεταδίνει στὰ παιδιά της τὸ πάθος τῆς καρδιᾶς καὶ κείνη τὴ σπλαχνικιὰ ἀθωότητα ποὺ δὲ βρίσκεται σ᾿ ἄλλον τόπο.

Αὐτὰ τὰ πανηγύρια γινόντανε ἀπὸ ἀνθρώπους θλιμμένους, ἀπάνω σὲ μνημούρια ματωμένα. Ἡ ὀρθοδοξία τότες ἤτανε σὰν καὶ κείνη τὴ μάνα τὴ βασανισμένη, ποὺ τὴν πονᾶνε τὰ παιδιά της πιότερο, παρὰ σὰν εἶναι καλοπερασμένη. Ἀγάπη ἀληθινὴ εἶναι μονάχα κείνη ποὖναι πονεμένη ἀγάπη, ἀπάνου σὲ τέτοιαν ἀγάπη θεμελίωσε ὁ Χριστὸς τὴ γλυκιὰ τὴν πίστη του.

Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι βρέχανε τὸ γιατάκι τους μὲ δάκρυα καὶ πηγαίνανε στὴν ἐκκλησιὰ καὶ δοξολογούσανε τὸ Θεὸ π᾿ ἀξίωσε ν᾿ ἁγιάσει ἕνας ἄνθρωπος ἁμαρτωλός, ποὺ ζοῦσε ἴσαμε ψὲς ἀνάμεσά τους, καὶ παράδωσε τὸ κορμί του κουρμπάνι γιὰ τὴν πίστη μας, ὅπως ὁ Χριστὸς παράδωσε τὸ δικό του τὸ κορμὶ γιὰ νὰ μᾶς δείξει τὴν ἀληθινὴ τὴν ἀγάπη.

Τὸν Ἅγιο Γιώργη τὸν τυράγνησε ὁ μπόγιας πολλὲς ὧρες καὶ τὸν ἀποκεφάλισε τὰ μεσάνυχτα στὶς 26 Νοεμβρίου 1807. Κανένας δὲν κοιμήθηκε κείνη τὴ νύχτα, κανένας δὲν ἀναπάψε τὸ κορμί του, κι οἱ ἀρρῶστοι ἀγρυπνούσανε στὸ γιατάκι τους καὶ κλαίγανε καὶ λέγανε «Κύριε ἐλέησον! Κύριε ἐλέησον!». Ἀλλὰ κι ὕστερ᾿ ἀπὸ τόσα χρόνια, κάθε παραμονή, λιγοστοὶ σφαλούσανε μάτι, κι ὁ καιρὸς ἤτανε πάντα μπουρινιασμένος καὶ κλαμμένος κείνη τὴν ἡμέρα.

Ἀφοῦ γιὰ ὅλον τὸν κόσμο ἤτανε κατανυχτικὴ κείνη ἡ μέρα, γιὰ τὸν μπάρμπα Γιαννακὸ ἤτανε ἀκόμα παραπάνου. Μ᾿ ὅλο τὸ πλῆθος τοὺς ψαλτάδες, τὰ πιὸ θλιβερὰ τὰ τροπάρια τἄψελνε ὁ μπάρμπα Γιαννακός. Εἶχε γλυκιὰ φωνή, ἤτανε σπινόφωνος, ὅπως λέγανε οἱ ψαλτάδες, κι ἔψελνε μ᾿ ἕνα πάθος καὶ μ᾿ ἕναν τέτοιον ἐνθουσιασμό, ποὺ τὸν συγκλόνιζε ἀπὸ τὰ ριζοκάρδια του.

Μία χρονιά, ἔτυχε νὰ γυρίσει στ᾿ Ἀϊβαλὶ κεῖνες τὶς μέρες ἕνας ὁπλαρχηγὸς Ἀϊβαλιώτης ποὺ πολέμαγε στὴ Μακεδονία καὶ ποὺ τὸν λέγανε καπετὰν Παλαμίδα, πρωτοπαλίκαρο τοῦ καπετὰν Πουλάκη. Ἤτανε ντυμένος μὲ μαῦρον ντουλαμᾶ, ἕνας ἄνθρωπος θεόρατος, μὲ μαύρη γενειάδα, σὰν κόρακας, γιατὶ ἤτανε καλόγερας. Εἶχε φωνὴ βροντερὴ σὰ λιοντάρι, κι εἶπε τὸν Ἀπόστολο ποὺ κουνιόντανε τὰ στασίδια, «ἐγένετο πάσῃ ψυχῇ φόβος». Τὰ λόγια τὰ ῾βγαζε ἀπὸ τὸ στόμα του ἴδια βόλια, σὰ νὰ βάραγε μὲ μία βαριὰ ἀπάνου στ᾿ ἀμόνι: «Πράξεων τῶν Ἀποστόλων τὸ ἀνάγνωσμα. Κατ᾿ ἐκεῖνον τὸν καιρὸν ἐπέβαλεν Ἡρώδης ὁ βασιλεὺς τὰς χεῖρας κακῶσαι τινας τῶν ἀπὸ τῆς ἐκκλησίας· ἀνεῖλε δὲ Ἰάκωβον τὸν ἀδελφὸν Ἰωάννου μαχαίρᾳ». Μαχαίρα! Θάρριες πὼς ἔβλεπες μπροστά σου τὴν ἀκονισμένη μαχαίρα ποὺ ἔκοψε τὸ κεφάλι τ᾿ Ἅγιου Γιώργη.

Σάλπιγγα ἀρχαγγελικὴ ἤτανε ἡ φωνὴ τοῦ καπετὰν Παλαμίδα πό ῾τρεμε ὁ κόσμος. Μὰ τοῦ μπάρμπα Γιαννακοῦ ἡ φωνὴ ἤτανε γλυκιά, πανηγυρικὴ καὶ κελαϊδιστή. Καὶ τὴν πιὸ μεγάλη τέχνη του τὴν ἔβαζε ὁ καημένος σὰν ἔλεγε τὸ τροπάρι τ᾿ Ἅγιου Γιώργη, ποὺ τό ῾χε συνθεμένο ἕνας παπὰς γέρος κι ἁγιασμένος, Κατσαρέλης λεγόμενος:

«Πλυθὺς Κυδωνιέων, ἐν ᾠδαῖς εὐφημήσωμεν, ἡμῶν τὸν πολιοῦχον καὶ τῆς Χίου τὸ βλάστημα, τῆς πίστεως πρόμαχον θερμόν, Γεώργιον ὁπλίτην τὸν στερρόν. Ἐπλάκη γὰρ γενναίως τῷ δυσμενεῖ, καὶ τούτῳ κατηκόντισεν. Ὅθεν ἐν οὐρανοῖς στεφηφορῶν, μάρτυσι συναγάλλεται εἰς ἡμῖν ἐξευμενίζεται τὸν μόνον φιλάνθρωπον».

Στὰ 1922, σὰ γίνηκε ὁ καταραμένος ὁ διωχμός, πέρασε στὰ ἑλληνικὰ τὰ μέρη κι ὁ μπάρμπα Γιαννακός. Ἴσαμε ποὺ πέθανε δὲν ἀλλάξανε μηδὲ τὰ σαλβάρια του, μηδὲ τὸ φέσι του, μηδὲ τὰ τσουράπια του. Μὰ τὸ πιὸ παράξενο εἶναι ποῦ πῆγε καὶ τὰ κονόμησε κεῖνα τὰ παπούτσια, τὶς πάπιες, ποὺ σκανταλίζανε τοὺς παλιοελλαδίτες;

Πέθανε στὴν Ἀθήνα στὰ 1923. Τὸν σκότωσε ἕνα αὐτοκίνητο.

«Εἰς μνημόσυνον αἰώνιον ἔσται δίκαιος».


Ὁ κὺρ Ἀντωνάκης ὁ Νησώτης

Ο ΚΥΡ ΑΝΤΩΝΑΚΗΣ ἦταν νοικοκύρης καλός, μὰ ἡ τύχη του ἔγραφε νὰ πάρει μία γυναίκα ἀνάποδη καὶ γλωσσοῦ. Ὅσο κεῖνος ἤτανε σιγομίλητος σὰν πνεματικός, τόσο ἡ κυρία του ἦταν φουρτουνιασμένη θάλασσα. Χρόνια μαλώνανε, κι ὅσο ἔκανε ὑπομονὴ ὁ κὺρ Ἀντωνάκης, τόσο σκύλιαζε κείνη ἡ Δαλιδά, ὅπως τὴν ἔλεγε.

Σὰν εἶδε κι ἀπόειδε, σοφίστηκε τοῦτο τὸ σύστημα. Παράγγειλε σ᾿ ἕναν μαραγκὸ ἕνα ἀναλόγιο μ᾿ ἕνα συρτάρι, καὶ τό ῾βαλε μέσα στὴν κάμαρή του. Ἀγόρασε κι ἕνα τεφτέρι σὰν τετραβάγγελο καὶ τὸ κλείδωσε μέσα στὸ συρτάρι, κι ὅποτε ἄρχιζε νὰ φωνάζει ἡ γυναίκα του, δὲ μιλοῦσε ὁλότελα, μόνο ἔβαζε τὸ δάχτυλό του στὸ στόμα του κι ἔλεγε «Θοῦ, Κύριε, φυλακὴν τῷ στόματί μου». Καὶ παρευτὺς κλειδωνότανε στὸν ὀντά του, ἔβγαζε τὸ τεφτέρι, τ᾿ ἄνοιγε ἀπάνου στ᾿ ἀναλόγιο, κι ἐπίανε κι ἔγραφε, ἔγραφε, ἴσαμε ποὺ σκοτεινίαζε. Ὕστερα τὸ ξανακλείδωνε στὸ συρτάρι καὶ πάγαινε στὸν καφενέ.


Ὁ κὺρ Κατακουζνός

«ΕΠΙ ΤΙΝΑ ἐπιβλέψω, ἀλλὰ ἐπὶ τὸν πρᾶον καὶ ἡσύχιον καὶ τρέμοντά μου τοὺς λόγους;».

Τέτοιος ἕνας πρᾶος καὶ ἡσύχιος ἤτανε ὁ μπάρμπα Κατακουζνός. Ρωμιοράφτης ἤτανε τὸ ζαναάτι του, «εἰρηνικὸν ἐπάγγελμα» ὅπως ἔλεγε ὁ ἴδιος. Τοὺς λέγανε ρωμηοραφτάδες, ἐπειδὴς ράβανε ροῦχα ρωμέικα, δηλαδὴ σαλβάρια, σταυρωτές, γοῦνες μὲ γιρμισούτια καὶ μὲ χάρτζα, ψιλοδουλειὰ πολλή. Οἱ ραφτάδες πάλι ποὺ ράβανε στενά, φράγκικα, λεγόντανε φραγκοραφτάδες. Οἱ ρωμιοραφτάδες ἤτανε ντυμένοι μὲ σαλβάρια, κι ἤτανε γνωστικοί, ταπεινοί, χριστιανοί, λιγόλογοι καὶ σιγομίλητοι σὰν πνεματικοί, νιοὶ καὶ γέροι. Τὰ μαγαζιά τους, εἴχανε καπάντζες, κι ἤτανε καθαρά, νοικοκυρεμένα, καὶ συχνάζανε σὲ δαῦτα ἀνθρῶποι θρῆσκοι καὶ ἥσυχοι, ποὺ περνούσανε δίπλα σου δίχως νὰ τοὺς καταλάβεις. Μπροστὰ στὴν καπάντζα εἴχανε σοφᾶδες καὶ ράβανε καθισμένοι σταυροπόδι, μὲ βγαλμένα τὰ παπούτσια, μὲ τὰ τσουράπια. Μ᾿ ἕναν λόγο, ἤτανε ἀληθινὰ «εἰρηνικὸν ἐπάγγελμα», ὅπως τό ῾λεγε ὁ μπάρμπα Κατακουζνός.

Σὰν τὸν ἥλιο ἔλαμπε τὸ πρόσωπό του. Περπατοῦσε σκυφτὸς μὲ τὰ χέρια του σταυρωμένα, σ᾿ ἕνα σχῆμα ποὺ φανέρωνε τὴν πραότητα. Γεροντάκι ἀδύνατο, «καρδία συντετριμμένη καὶ τεταπεινωμένη», μὲ φτωχικὰ ροῦχα καθαρότατα, πάντα κουμπωμένος, μ᾿ ἕνα στενὸ ζουνάρι στὴ μέση του. Τὰ καλάμια τῶν ποδαριῶν του ἤτανε ψιλὰ ὅπως τοῦ πουλιοῦ. Περπατοῦσε σκυφτὸς καὶ μαζεμένος, σὰ φοβισμένος κι ἀνετριχιασμένος, καὶ κοιτοῦσε στὴ γῆς, καὶ μουρμούριζε ὁλοένα ρητὰ ἁγιασμένα καὶ λόγια ἀπὸ τὸ Ψαλτήρι.

Καθότανε σ᾿ ἕνα παλιὸ σπίτι στὸν ἀπάνω μαχαλᾶ, στὸν ἅγιο Βασίλη. Ἔψελνε τὴν Κυριακὴ σὲ μία μικρὴ ἐκκλησιὰ παράμερη.

Ἂν λάχαινε νὰ πάγει σ᾿ ἕνα μέρος καὶ λέγανε λόγια φωναχτὰ καὶ θυμωμένα, ἔφευγε δίχως νὰ τὸν καταλάβει κανένας. Εἰρηνοποιός, βλογημένος ἄνθρωπος.

Μία φορὰ ἔβρεξε, καὶ κάποιος τὸν ρώτηξε «Μπάρμπα Στυλιανέ, εἶναι καλὴ ἡ βροχὴ γιὰ νὰ γεννήματα;» καὶ κεῖνος τ᾿ ἀποκρίθηκε «Τῳόντις, παιδί μου, εἶναι πολὺ ὠφέλιμη, δόξα σοι ὁ Θεός. Εἰρηνικὸς ὑετός!»

Τὴ μεγάλη Τρίτη ἔψελνε μὲ κατάνυξη τὸ τροπάρι τῆς Κασσιανῆς «Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή». Τὴν τελευταία φορὰ ποὺ τό ῾ψαλε, ἅμα ἀπόλυσε ἡ ἐκκλησιὰ καὶ βγήκανε ἔξω, ὁ μπάρμπα Κατακουζνὸς τράβηξε στὸ σπίτι του μαζὶ μ᾿ ἕναν φίλο του γέρο θεοφοβούμενο, καὶ κεῖνος τοῦ ῾πε «Κὺρ Στέλιο, εὖγε! Φέτος τό ῾ψαλες ἐξαίσια». Ὁ μπάρμπα Κατακουζνὸς δάκρυσε καὶ τοῦ ἀπάντησε: «Ἂς εἶναι δοξασμένο τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου ποὺ μᾶς ἀξίωσε καὶ φέτος νὰ τὸ ψάλλουμε. Κατανυκτικὰ τὸ εἴπαμε. Μερικοὶ ἐδάκρυσαν».

Ὁ καημένος ὁ μπάρμπα Κατακουζνός. Θεὸς σχωρέσ᾿ τον.

Ψυχὲς ἁγιασμένες, ποὺ σᾶς λερώνουνε τ᾿ ἁμαρτωλὰ τὰ χείλια μας! Ὦ ταπείνωση, ποὺ στόλιζες τὸ γένος μας σὲ καιροὺς βασανισμένους! Πῶς μίσεψες ἀπὸ μᾶς κι ἀσκημίσαμε, καὶ γενήκαμε δαιμονόψυχοι, ἐγωιστές, κι ἀδιάντροποι, στολισμένοι μὲ τὴ μαύρη στολὴ τοῦ Σατανᾶ!

Ἄνθρωπε ἄμυαλε, τί τρέχεις σὰν τρελὸς ξοπίσω ἀπὸ ἴσκιους; Ζῆσε μὲ ἁπλότητα. Γίνε σὰ μέρμηγκας μπροστὰ στὸ Θεὸ καὶ τότες θὰ νοιώσεις τὴ θερμὴ ἀγκαλιὰ ποὺ θὰ σὲ ζεστάνει.


Κωνσταντῖνος Μπροῦζος

ΤΟΥΤΟΣ ὁ ἄνθρωπος δὲν ἤτανε Ἀϊβαλιώτης, μόνο ἤτανε Ἠπειρώτης, γεννημένος στὸ Ζαγόρι. Πλὴν ὁ πατέρας τοῦ ξενιτεύτηκε καὶ πῆγε στ᾿ Ἀϊβαλὶ κι ἄνοιξε ψωμαδιό, κι ἔβαλε καὶ τὸν γυιό του τὸν Κωνσταντίνο στὸ σκολεῖο. Τ᾿ Ἀϊβαλὶ κεῖνον τὸν καιρὸ εἶχε μεγάλο καὶ φημισμένο σκολειὸ ποὺ τὸ λέγανε «Ἀκαδημία τῶν Κυδωνιῶν» καὶ μαθαίνανε πολλὰ ἀρχαῖα γράμματα ὅσοι μελετούσανε σὲ κεῖνο τὸ σκολειό. Ἔτσι κι ὁ Κώστας ὁ Μπροῦζος, καταστάθηκε σπουδασμένος ἀνάμεσα στοὺς σπουδασμένους, κι ἔβγαζε λόγο ἀπὸ τὸν ἄμβωνα ποὺ κλαίγανε κι οἱ πέτρες ὁποὺ τὸν ἀκούγανε. Κωνσταντῖνος Μπροῦζος λέγανε οἱ Χριστιανοὶ καὶ κλαίγανε.

Σὰ γύρισε στὴν Ἤπειρο ξακούστηκε πολύ. Στὸ Καπέσοβο, βγάζοντας λόγο στὴν ἐκκλησιὰ γιὰ τὴ ματαιότητα τοῦ κόσμου, βαστοῦσε στὸ δεξὶ τὸ χέρι του τὸ νεκροκέφαλο τῆς μάνας του. Μετὰ χρόνια γίνηκε γραμματικὸς τοῦ Βελῆ Πασᾶ στὴ Λάρισα.

Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ποὺ μίλαγε γιὰ τὴ ματαιότητα κι ἔκλαιγε ὁ κόσμος, σιγὰ-σιγὰ ξέκλινε σὰν τὸν Σολομῶντα καὶ γίνηκε μπαγκιέρης στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ καταστάθηκε παντοδύναμος ἀνάμεσα στοὺς Τούρκους.

Στὸ κορμὶ ἤτανε μεγαλάνθρωπος, σαλτανατλῆς στὸ παρουσιαστικό, ἀνοιχτοχέρης κι ἀρχοντόγνωμος.

Πέθανε στὴν Πόλη ἀπὸ πανούκλα καὶ θάφτηκε στὸ Κιουτσοὺκ Κιόγι, στὰ 1846. Στὸ μνημούρι του ἀπάνου εἶναι γραμμένο τοῦτο τ᾿ ἀρχαῖο τὸ ποίγημα, ποὺ τὸ σύνθεσε ἕνας φίλος του ἀγαπημένος, Σαμελὴς λεγόμενος:

Χρηστὸς καὶ ἔμφρων κεῖται ἀνὴρ ἐνθάδε
ὃς Ζαγόριον ἔσχεν Ἠπείρου πάτρην
κλῆσιν τε Κώστα τοὐπίκλην Μπρούζου
θᾶμα λοιμῷ δὲ θνήσκει ἡλικίαν φεῦ! μέσην,
πένθος γυναικὶ καὶ φίλοις λιπὼν τέκνοις,
καὶ τῷ ἰαμβίσαντι Σαμελῇ τάδε,
εἰλικρινεῖ, μάλιστα δὲ πάντων φίλῳ.