| Ἀγάπησέ με, Ἀνθούλα μου, γλυκειὰ χρυσή μου ἐλπίδα Καθὼς κ´ ἐγὼ σ´ ἀγάπησα τὴν ὥρα ποὺ σὲ εἶδα Εἶχες τὰ μάτια σου γυρτᾶ ´ς τὰ πράσινα χορτάρια, Κ´ ἡ λύπη σου τὰ στόλιζε μὲ δυὸ μαργαριτάρια. Τὴ μάνα σου θυμούμενη ἐδάκρυζες, Ἀνθούλα, Γιατί ´ς τὸν κόσμο σ´ ἄφησε μονάχη κι´ ὀρφανούλα. Ἅ, ναί, φυλάξου, ἀγάπη μου, τοῦ κόσμου ἀπὸ τὴν πλάνη, Ὅπου μὲ λόγια δολερὰ τόσα κοράσια χάνει. Ποῦ πᾶς μονάχη κι ἔρημη, ἀθώα περιστερούλα; Βρόχια πολλά σου σταίνουνε´ ἔλα μαζί μου, Ἀνθούλα. |