Διάφορα Παιδικὰ Ποιήματα

Ἐλήφθησαν ἀπὸ τὴν Παιδικὴ Ἀνθολογία τοῦ Ἀρχιμήδη Ἀναγνώστου

Ἀρ. Κουρτίδης
Τὸ Ἑλενάκι καὶ τὸ πετειναράκι

Ἕνα μικρὸ πετειναράκι
τὸ ξύπναγε τὸ Ἑλενάκι
ἀπὸ τὸν ὕπνο τὸ γλυκό.
«Γιατὶ ξυπνᾶς πετειναράκι,
τὸ ἔμορφο τὸ Ἑλενάκι,
γιατὶ εἶσαι ἀδιάκριτο κακό;»

Μὰ μιὰ ἡμέρα τὸ Λενάκι
κοιτάζει τὸ πετειναράκι
σφαγμένο κάτω στὴν αὐλή.
Τὸ ἴδιο τὸ πετειναράκι
ποὺ ξύπναγε τὸ Ἑλενάκι
μὲ τὴ φωνή του τὴν ψιλή.

Καὶ τὸ μικρὸ τὸ Ἑλενάκι
λυπήθη τὸ πετειναράκι
ποὺ τὄσφαξαν γιὰ τὸ φαγί.
Καὶ λέγει τότε τὸ Λενάκι:
«Ἂς ζοῦσες σὺ πετειναράκι,
κι ἂς μὲ ξυπνοῦσες τὴν αὐγή».

 

Ἀλέξανδρος Πάλλης
Καλημερούδια

Ἀλέξανδρος Πάλλης (1851-1933):
λογοτέχνης καὶ μεταφραστὴς ἀπὸ τὸν Πειραιᾶ,
πρωτοπόρος τοῦ δημοτικισμοῦ.

Μὲ τὶ καμάρι περπατεῖ
τὴν κούκλα της κρατώντας,
καὶ μ᾿ ἕνα σπάγκο τὸ γατὶ
ξοπίσω της τραβώντας.

Κοντὰ στὴν πόρτα σταματᾶ
πρὶν πάει πιὸ παραπέρα,
καὶ τὰ πουλιά της χαιρετᾶ
μὲ μία καλημέρα.

«Καλημερούδια σας, πουλιά,
καλημερούδια χήνα...
τὴν κούκλα λὲν Τριανταφυλλιά,
καὶ τὸ γατὶ ψιψίνα.

Κι ἂν μὲ ρωτᾶτε καὶ γιὰ ποῦ,
νωρὶς τὶ τάχα βγῆκα,
πάω νὰ προφτάσω τὸν παπποὺ
ποὺ μὲ φιλεύει σῦκα.»

 

Ἀλέξανδρος Κατακουζηνός
Τὸ ἀρνάκι

Ἀρνάκι ἄσπρο καὶ παχύ,
τῆς μάννας του καμάρι,
ἐβγῆκεν εἰς τὴν ἐξοχή,
καὶ στὸ χλωρὸ χορτάρι.

Ἀπ᾿ τὴ χαρά του τὴν πολλὴ
ἀπρόσεκτα πηδοῦσε,
τῆς μάννας του τὴ συμβουλὴ
καθόλου δὲν ψηφοῦσε.

«Καθὼς παιδί μου, προχωρεῖς,
καὶ σὰν ἐλάφι τρέχεις,
νὰ κακοπάθεις ἠμπορεῖς,
καὶ πρέπει νὰ προσέχεις.»

Χαντάκι βρέθηκε βαθύ,
ὁρμᾶ σὰν παλληκάρι,
νὰ τὸ πηδήσει προσπαθεῖ
καὶ σπάει τὸ ποδάρι.

 

Ν. Ποριώτης
Ὁ Κύριος Κανείς

Ποιὸς νἆναι αὐτὸς ὁ «Κύριος Κανείς»;
Χθὲς σὰν καθήσαμε νὰ πιοῦμε τσάι,
μπράμ, νά σου τον, ἕνα φλυτζάνι σπάει
καὶ βρέχει τὸ φουστάνι τῆς Φανῆς,
ὁ σκανταλιάρης «Κύριος Κανείς».

Κι ὕστερα τσίμπησε τὴν ἄσπρη γάτα,
ἔσπασε καὶ δυὸ-τρία καλὰ πιάτα,
ἐζούγκηξε τοῦ Γιάγκου τὸ καπέλλο,
καὶ ξέσκισε τῆς Ἕλλης μας τὸ βέλο,
καὶ μούγκριζε φριχτὰ σὰν Ἐρυννίς,
ὁ πεισματάρης «Κύριος Κανείς».

Ἔχει θαρρῶ κακὴν ἀνατροφή,
γιατὶ ἔβαλε μὲς τὸν καφέ μου ἁλάτι,
καὶ μοῦ ἔμπηξε καρφίτσες στὸ κρεβάτι,
καὶ στὸ σκαμνὶ τοῦ μπέμπη ἕνα καρφί,
κι ὕστερα τὸν ρωτοῦσε: «ποῦ πονεῖς;»
ὁ κατεργάρης «Κύριος Κανείς».

Ποιὸς νἆναι; -Μπὰ κανείς μας δὲν τὸν ξέρει,
κανείς μας δὲν τὸν εἶδε πουθενά...
Μ᾿ αὐτὸς τὰ παιχνιδάκια μας χαλνᾶ,
κι ἔσπασε καὶ τῆς πλύσης τὸ πανέρι.
Δὲν εἶναι φαίνεται, καθόλου εὐγενὴς
αὐτὸς ὁ μάγκας «Κύριος Κανείς».

Δὲν τὸν γνωρίζουμε! Ὀρκιζόμαστε.
Μὰ ἡ μητερούλα μας χαμογελᾶ
καὶ λέγει πὼς τὸν ξέρουμε καλὰ
καὶ πὼς δὲν πρέπει νὰ κρυβόμαστε
καὶ ψέματα νὰ λέμε στοὺς γονεῖς,
γιατὶ εἴμαστε ὅλοι ἐμεῖς ὁ «Κύριος Κανείς».

 

Ἀλέξανδρος Ραγκαβῆς
Ὁ τζίτζικας

Ἀλέξανδρος Ραγκαβῆς (Κων/πολη 1809 - Ἀθήνα 1892):
πολιτικός, διπλωμάτης, ἀρχαιολόγος καὶ συγγραφέας.

Καλοκαίρι κι ἄνοιξη
ὅταν ἦσαν τὰ λουλούδια,
ὁ τρελλὸς ὁ τζίτζικας
τὴν περνοῦσε μὲ τραγούδια.

Τὰ λουλούδια πέρασαν,
ἦρθαν χιόνια, ἦρθαν πάγοι,
καὶ πεινᾶ ὁ τζίτζικας
καὶ δὲν ξέρει τὶ νὰ φάγει.

Ἔρχεται στὸ γείτονα,
τὸ προβλεπτικὸ μυρμήγκι,
καὶ ζητᾶ βοήθεια
κάνα σπόρο ἢ σκουλήκι.

Τὸ μερμήγκι ἀπόρησε
καὶ ρωτᾶ: -Σ᾿ αὐτὰ τὰ μέρη,
δὲ μοῦ λὲς τὶ ἔκανες
ὅταν ἦταν καλοκαίρι.

-Τραγουδοῦσα, φίλε μου,
μὲς τὴ ζέστη ὅλη τὴν ὥρα.
-Τραγουδοῦσες; Μπράβο σου,
χοροπήδα, λοιπόν, τώρα.

 

Ἰωάννα Μπουκουβάλα-Ἀναγνώστου
Τὰ παιδιὰ τοῦ Σαράντα

Τοῦ Μιλτιάδη δὲν εἶναι ὁ στρατός,
οἱ τρακόσιοι δὲν εἶν᾿ τοῦ Λεωνίδα,
ποὺ ὀρθωθήκαν γιὰ σένα Πατρίδα,
σὰν ἐφάνηκε σμῆνος ὀ ἐχθρός.

Σαλαμίνας δὲν εἶν᾿ τὰ νερά,
κι οὔτε κάμπος ἐδῶ Μαραθώνα,
σὲ θεϊκὰ ποὺ μετριόταν ἀγώνα
χίλιους μ᾿ ἕνα παιδιὰ ἡρωικά.

Τοῦ εἰκοσιένα δὲν εἶν᾿ κλεφτουριά,
ποὺ διαβαίνει βουνὰ καὶ λαγκάδια
καὶ σκορπᾶ τῶν ἐχθρῶν τὰ κοπάδια
ὡσὰν τ᾿ ἄχυρα ἔμπρὸς στὸ βοριά.

Εἶν᾿ τῆς Πίνδου αὐτὰ τὰ βουνά,
Ἀργυρόκαστρο, Ἅγιους Σαράντα,
Κορυτσά, τὰ παιδιὰ τοῦ Σαράντα
σοῦ χαρίζουν πετράδια τρανά.

Πολεμάει ἡ καινούρια γενιά,
κι ὦ Ἑλλάδα, γιὰ ἰδέες, ὅλη ἡ πλάση
τόσες δόξες σου πάει νὰ ξεχάσει
στοῦ Σαράντα τὸ θάμα μπροστά.

Ὦ Μητέρα, -Πατρίδα γλυκιὰ-
τόση δόξα παλιὰ πιὰ σοῦ φτάνει,
νά, τ᾿ ὁλόδροσο δέξου στεφάνι,
ποὺ σοῦ πλέκει ἡ καινούρια γενιά.

 

Χ. Δέλιος
Οἱ ἀπόκριες

Ἡ Λίνα, ὁ Φώτης κι ὁ Τοτός,
φίλοι κι οἱ τρεῖς ἀχώριστοι,
μασκαρευτήκανε προχθὲς
καὶ γίνηκαν ἀγνώριστοι.

Φορέσαν ροῦχα παρδαλά,
χαρτένια καπελίνα...
οἱ δυὸ πιερότοι γίνηκαν
κι ἡ Λίνα κολομπίνα.

Τὶ γέλια, τὶ πανζουρλισμός!
Ἔχασαν τὸ μυαλό τους!
Ὅσοι τοὺς βλέπαν φώναζαν:
-Καλῶς τους τοὺς πιερότους!

Μὰ σὰν τοὺς εἶδε κι ὁ Ἀζόρ,
ἀπὸ τὴ μέση ἐχάθη
καὶ φοβισμένος τρύπωσε
βαθιά, σ᾿ ἕνα καλάθι.

 

Γ. Μαρτινέλλης
Ἡ εἰκοστὴ πέμπτη Μαρτίου

Τέτοιαν ἡμέρα διάλεξεν ἡ σπλαχνικὴ Μαρία
νὰ εἰπεῖ στὸν Κύριο τοῦ Παντὸς ποὺ τ᾿ ἄψυχα ἐμψυχώνει:
«Κοίτα στὴ γῆ τοὺς Χριστιανούς, ποὺ μ᾿ ἄπειρη λατρεία
ἐμὲ γιορτάζουν σήμερα, πόση σκλαβιὰ πλακώνει;!»

Καὶ πνεῦμα θεῖο χύθηκε μεμιᾶς εἰς τὴν Ἁγία
ψυχὴ τοῦ ἐνδόξου Γερμανοῦ, ποὺ ἀτρόμητος ἁπλώνει
τὸ ξακουστὸ τὸ Λάβαρο κι ἀπὸ τὴν ἐκκλησία
πρῶτος προβαίνει ἀγωνιστὴς καὶ πρῶτος ξεσπαθώνει.

Φεύγουν ἀπ᾿ ὅλες τὶς μεριὲς οἱ Τοῦρκοι τρομαγμένοι,
ἐνῶ προφέρει ὁ Γερμανὸς κι ἠχολογοῦν οἱ ἄλλοι
τὸν ὄρκο, π᾿ ὅλην ἔσειε βαθιὰ τὴν οἰκουμένη.

Μέρα γλυκιά, μέρα λαμπρή, μέρα χαριτωμένη!
Κάθε φορὰ ποὺ ἡ λάμψη σου στὴν ἐκκλησιὰ προβάλλει,
πάντα μὲ δάφνη ἐλεύθερη θὰ τὴν ἰδεῖς σπαρμένη.