Μιλτιάδης Μαλακάσης - Ποιήματα

Μιλτιάδης Μαλακάσης (Μεσολόγγι 1869 - Αθήνα 1943): λυρικὸς ποιητής



Ὁ Τάκη-Πλούμας

Στὰ παιδικά μου χρόνια, ὁ πιὸ μεγάλος
Ἀξάδερφός μου μ᾿ ἔπαιρνε μαζὶ
Στὰ πανηγύρια, ποὺ ἤτανε, παρ᾿ ἄλλος,
Πρῶτος στὴν ὀμορφιὰ καὶ στὴν ὁρμή.

Τί ὡραῖος! τὸν θυμοῦμαι, ἀστροβολοῦσε
Καβάλα στὸ φαρί του, βυσσινιὰ
Φέρμελη χρυσοκέντητη ἐφοροῦσε,
Γιουρντάνια ἀπὸ βενέτικα φλουριά.

Τοῦ Καπετὰν πασᾶ φόραε τὴν πάλα
Καὶ τὸ χαρμπὶ τοῦ Μπότσαρη, καὶ δυό,
Στῆς σέλας του δεξόζερβα τὴ σπάλα
Πιστόλια ἀπὸ τ᾿ Ἀλῆ τὸ θησαυρό.

Φουστανελίτσα φόραε ζυγιασμένη
Καὶ κάλτσες καὶ τσαρούχια φουντωτά,
Παραγγελιὰ ἀπ᾿ τὰ Γιάννενα φερμένη,
Γαντζούδια πρεβεζάνικα ἀσημιά.

Ἔτσι σιαγμένος κ᾿ ἔχοντας στὸν ὦμο
Τὸ καριοφίλι, χαίτη καὶ λουριὰ
Στὸ χέρι του, ἐλαμπάδιζε τὸ δρόμο,
Χυμώντας ἀπ᾿ τὴν Πύλη τὴν πλατειά.

Κι᾿ ἐγώ, λίγο ξωπίσω του, ὅλο θάμπος,
Στὸ γρήγορο ἀλογάκι μου κι᾿ ἐγώ.
Δυνόμουν νὰ τὸν φτάνω, κι᾿ ἤμουν σάμπως
Νἄχα φτερά, κορμάκι ἀερινό.

Κι᾿ ὡς τρέχαμε, θυμᾶμαι, τὰ κλεισμένα
Στὸ τουνεζὶ φεσάκι του σγουρά,
Σκόρπια τριγύρα, φέγγανε, σὰν ἕνα
Γνεφάκι ἀπ᾿ ἀναμμένη ἀθημωνιά.

Κι᾿ ὡς πύρωνεν ἀκόμα στὴ φευγάλα
Τρικυμισμένος κι᾿ ὅλος μὲς στὸ φῶς,
Χρυσόχυτος μοῦ ἐφάνταζε καβάλα,
Σὰν τὸν Ἅη-Γιώργη, λίγο πιὸ μικρός.

Ὢ τὸ λεβέντη τοῦ Μεσολογγιοῦ μας,
Τὸν ἥλιο τῆς αὐγούλας μου ζωῆς!
Καὶ νὰ μετρῶ καὶ νἆναι ὁ Τάκη - Πλούμας
Τριάντα τρία χρόνια μὲς στὴ γῆς...

Ὁ Μπαταριᾶς

Ἕνα Σάββατο βράδυ,
Μιὰ Κυριακὴ πρωί...
Ὁ Μπουκουβάλας ὁ μικρὸς κι ὁ Κλὴς τοῦ Τσαγκαράκη
Κι ὁ Νίκος τοῦ Βρανᾶ,
Σάββατο βράδυ, κάποτε, τὸ ῾ρίχναν στὸ μεράκι,
Στοῦ Βλάχου κουτσοπίνοντας κρυφά.
Κι ὡς ἤσανε ἀρχοντόπουλα κ᾿ οἱ τρεῖς, στὸ κέφι ἀπάνω,
Στέλναν γιὰ τὰ βιολιά,
Καὶ μὲς σὲ λίγο βλέπανε τὸν Κατσαρὸ τὸν Πάνο,
Καὶ πίσω τὸ Θανάση Μπαταριᾶ.
Κι ἀμέσως μὲ τὸ βιολιτζῆ καὶ μὲ τὸ λαουτέρη,
Καὶ μ᾿ ἕναν πιφιρτζῆ,
Γιὰ τὸ βιλούχι κίναγαν τοῦ Κώστα Καλιαντέρη,
Ποὺ σίγουρα τὸν εὕρισκαν ἐκεῖ.
Κι ὁ Κώστας, λαγοκοίμητος, πάντα μὲ τὴν ποδιά του,
Τοὺς δέχονταν ὀρθός,
Καὶ τὸ τραπέζι ἑτοίμαζε πρὸς τὰ᾿ ἁρμυρίκια κάτου,
Στῆς ἅπλας λιμνοθάλασσας τὸ φῶς.
Κι ὡς νὰ στρωθῇ καὶ νὰ σιαχτῇ, καὶ νὰ συγκαιριστοῦνε
Τά ῾ργανα, σιγαλὰ
Τὰ λιανοτράγουδα ἄρχιζαν, τὰ γιαρεδάκια, ὁποῦ ῾ναι
Καθὼς τὰ προσανάμματα στὴ στιά.
Μὰ στὸ τραπέζι ὡς κάθουνταν, κι ἄνοιγεν ἡ φωνή σου,
Μεγάλε Μπαταριᾶ!
Στὸ τρίτο κρασοπότηρο, πουλιὰ τοῦ Παραδείσου
Ξυπνούσανε κι ἀηδόνια στὰ κλαδιά.
Καὶ λίγο λίγο ὡς γύριζες μὲς στὸ τραγούδι, ὢ θάμα!
Παλληκαριές, καϋμούς,
Τ᾿ ἀρματολίκι ἀνέβαζες καὶ τὴν ἀγάπη ἀντάμα,
Στ᾿ ἀστέρια, στὸ φεγγάρι, στοὺς Θεούς.
Κ᾿ ἐκεῖθε, ποὺ δὲν ἔφτανε κανένας, κ᾿ ἡ ἀνάσα
Πιάνονταν ὡς κι αὐτή,
Κ᾿ ἐκεῖθε ἀλέγρα, παίζοντας, σκαλὶ σκαλὶ τὰ μπάσα,
Κατέβαινε ἡ γαλιάντρα σου ἡ φωνή.
Κι ὅπως ἐτύχαινε συχνά, σὲ τέτοια γλέντια νά ῾ναι
Καλοκαιριοῦ χαρά,
Καὶ ὁ κόσμος ἔξω, τὰ νερὰ καὶ οἱ κάμποι νὰ εὐωδᾶνε
Κι ὅλα μαζὺ νὰ σπρώχνουν δυνατά,
Καὶ τὴν πιὸ λίγο ἀνάθαρρῃ, παρέκει νὰ πατήσει,
Ν᾿ ἀκούσει καὶ νὰ δεῖ, -
Δὲν ἔμενε εἰκοσόχρονη ποὺ νὰ μὴν ξεπορτίσει,
Καὶ χήρα νιὰ στὸ δρόμο νὰ μὴ βγεῖ.
Κι ὅσες ἀκόμα, οἱ ἄπλερες, δὲ βόλιε νὰ φτερίσουν,
Σὲ μάντρες καὶ σὲ αὐλές,
Τὰ κοχυλάκια αὐτάκια τους στυλῶναν νὰ γροικήσουν,
Τὰ μάτια τους νὰ ρίξουν σαϊτιές.
Καὶ τὰ τραγούδια, ἀέρηδες δροσιᾶς μαζὺ καὶ λαύρας,
- ὁ δόλιος ὁ σεβντᾶς!
Πότε τὶς φλόγες ἔφερναν, καὶ πότε μιᾶς ἀνάβρας
Τὸ ράντισμα στὰ φύλλα τῆς καρδιᾶς.
Μὰ ἐκεῖ ποὺ πέλαγο ἡ φωνὴ σάλευε πιὰ τὰ φρένα,
Κι ὁ πλανταγμένος νοῦς,
Ποῦ πήγαινε, δὲν ἤξερε, μὲ τὰ φτερὰ χαμένα,
Σ᾿ ἀναθυμιὲς καὶ πόθους ὠκεανούς,
Καθὼς ἡ νύχτα ἐθάμπιζε, καὶ τῆς αὐγῆς ἡ χάρη
Σπίθιζ᾿ ἀντικρινά,
Ξάμωνε ὁ Μπαταριᾶς μὲ μιᾶς καὶ πέταε τὸ δοξάρι,
Μὲ τὸ στερνό του βόγκο, στὰ νερά.
Καὶ ἀσηκωμένος, γνεύοντας νὰ ἑτοιμαστοῦν καὶ οἱ ἄλλοι
Καὶ σκύβοντας στοὺς τρεῖς
Νιόβγαλτους καλεστάδες του, πού ῾χανε τὸ κεφάλι
Γεμάτο ἀπὸ καπνοὺς ἀποβραδίς,
Τοὺς ἔλεγε, ξενέρωτους, πὼς δὲν ἦταν ἡ τάξη,
Πρωὶ καὶ Κυριακή,
Νὰ δοῦν παιδιὰ ποὺ τά ῾χανε μὴ βρέξει καὶ μὴ στάξει,
Μπλεγμένα στὰ βιολιὰ καὶ στὸ κρασί.
Κ᾿ ἐνῷ τοὺς ἔλεγαν αὐτά, κ᾿ οἱ γύρω παρωρίτες,
Σὰ σ᾿ ὑπνοφαντασιά,
Παίρναν τὸ δρόμο τοῦ γιαλοῦ, οἱ ἀπανωπαζαρίτες,
Κι οἱ κάτω, τὰ ντερσέκια τὰ στενά,
Μέσα στ᾿ ἀνάφλογο τὸ φῶς, ἄρχιζαν κ᾿ οἱ καμπάνες,
Ποὺ φάνταζαν χρυσές,
Καὶ τὰ κορίτσια ἐμπαίνανε νὰ κοιμηθοῦν, κ᾿ οἱ μάνες
Ξαλλάζανε νὰ πᾶν στὶς ἐκκλησιές..

Ἆσμα ᾀσμάτων

Ἔλα καὶ γεῖρε τὸ τετράξανθο κεφάλι
Μὲς στὴ λαχταρισμένη μου ἀγκαλιά.
Ἔχω τραγούδια νὰ σοῦ πῶ καὶ πάλι,
Τώρα ποὺ δὲ σὲ νανουρίζουν τὰ πουλιά.
Ἡ νύχτα, ἰδές, γυρνᾷ μαυροντυμένη,
Ὅλα σιωπηλὰ κοιμοῦνται γύρω,
Ἔλα, ἀκριβή μου, ὀνειροπλανεμένη,
Νὰ μὲ μεθύσεις μὲ τ᾿ ἀπόκρυφό σου μύρο.
Ἔλα τραγούδι νὰ σοῦ πῶ καὶ πάλι·
Ἔλα καὶ γεῖρε τὸ τετράξανθο κεφάλι
Μὲς στὴ λαχταρισμένη μου ἀγκαλιά·
Τώρα ποὺ δὲ λαλοῦνε τὰ πουλιά,
Ἔλα τραγούδια νὰ σοῦ πῶ καὶ πάλι.

Τὸ τραγούδι τοῦ Χάρου

Ξυπνήσετε ὅλοι, μάγισσες καὶ μάγοι,
Καὶ θέλω τώρα κάτι νὰ σᾶς πῶ.
Νὰ βγῆτε ἀπὸ τὰ μνήματα χτυπῶ,
Νὰ ῾ρθῆτε πάλι στὸ δικό μου πλάγι,
Ξυπνήσετε ὅλοι, μάγισσες καὶ μάγοι,
Καὶ θέλω τώρα κάτι νὰ σᾶς πῶ.

Ξυπνῆστε καὶ ντυθῆτε γιορτινά,
Νυφάδες καὶ γαμπροὶ ξαναγενῆτε
Κ᾿ ἐλᾶτε πάλε δόξες νὰ χαρεῖτε
Μαζύ μου, σὲ ταξίδια μακρινά...
Ξυπνῆστε καὶ ντυθῆτε γιορτινά,
Νυφάδες καὶ γαμπροὶ ξαναγενῆτε.

Μὴ σᾶς τρομάζει κι ἂν φορῶ στεφάνι
Σκεβρό, καὶ μὲ κλαδόφυλλα ξερά,
Τὸ χέρι σας μ᾿ ἀστέρια, μιὰ φορά,
Καὶ μὲ ξανθοὺς ἀνθούς μοῦ τό ῾χε κάνει,
Μὴ σᾶς τρομάζει τ᾿ ἄραχνο στεφάνι,
Γιὰ σᾶς θὰ λουλουδίζει ἀστραφτερά.

Καὶ τὰ γυμνά μου κόκκαλα κι αὐτὰ
Μὴ σᾶς τρομάζουν, σηκωθῆτε, πᾶμε,
Χρυσελεφάντινος καὶ πάλι θά ῾μαι
Στὰ μαγεμένα μάτια σας μπροστά...
Καὶ ἀντὶς δρεπάνι, ρόδα θὰ βαστᾷ
Τὸ χέρι μου, ξυπνήσετε, καὶ πᾶμε.

Ἐλᾶτε, πᾶμε, ὁ κόσμος σᾶς προσμένει
Στοὺς κάμπους, ἄτια τώρα χλιμιντροῦν,
Καράβια στὸ γιαλὸ πριμοπλωροῦν,
Στοὺς γάμους σας εἶναι ὅλοι καλεσμένοι,
Ἐλᾶτε, πᾶμε, ὁ κόσμος σᾶς προσμένει,
Στοὺς κάμπους, ἄτια τώρα χλιμιντροῦν.

Ξυπνῆστε, μὴν ἀργεῖτε, καρτερῶ,
Ὢ γειά σας, γειά σας καὶ χαρά σας τώρα!
Πᾶμε, καὶ κάθε τόπο, κάθε χώρα,
Τὸ φῶς σας θὰ μαγέψει τὸ λαμπρό...
Τὴν νύχτα τώρα θά ῾χουμε χορό,
Καὶ τὴν ἡμέρα τὰ ταξίδια τώρα...

Βροχή

Ἔξω βροχὴ κι ἀπ᾿ τὸ παράθυρο
Μαῦρες οἱ στέγες, μαῦροι οἱ δρόμοι,
Δὲν πέφτουν ἀπ᾿ τὰ μάτια δάκρυα,
Ποῦ μιὰ βαρειὰ τὰ πνίγει γνώμη.

Τὰ σύγνεφα ποὺ ἀνεμοδέρνονται
Καὶ σιγαλὰ βογκοῦν καὶ κλαῖνε,
Δὲ σέρνουν τὴν ψυχή μου σκλάβα τους,
Μ᾿ ὅλα τὰ μυστικὰ ποὺ λένε.

Κάποτε μέσ᾿ ἀπ᾿ τὸ παράθυρον,
Ὅπως καθόσουν στὸ πλευρό μου,
Κύτταζα στὰ γλαρὰ τὰ μάτια σου
Τὴ θλιβερὴ βροχὴ τοῦ δρόμου.

Κ᾿ ἔβλεπα ἀκόμα, πιὸ μακρύτερα,
Μέσα στὰ μάτια σου καὶ πάλι,
Τὰ σύγνεφα ποὺ τὰ ταξίδευε
Στὸν οὐρανὸ ἡ ἀνεμοζάλη.

Ἔξω βροχή, κι ἀπ᾿ τὸ παράθυρο
Μαῦρες οἱ στέγες, μαῦροι οἱ δρόμοι,
Δὲν πέφτουν ἀπ᾿ τὰ μάτια δάκρυα,
Ποὺ μιὰ βαρειὰ τὰ πνίγει γνώμη.

Τὰ σύγνεφα ποὺ τώρα κρέμονται,
Καὶ χαμηλώνουν κι ὅλο βρέχουν,
Δὲν καθρεφτίζονται στὰ μάτια σου,
Κι ἄλλους κρυφοὺς καϋμοὺς δὲν ἔχουν...

Καὶ περ᾿ ἀπὸ τὸ θάνατο...

Ἡ Μοῖρα ὅταν γεννήθηκες σοῦ τό ῾γραψε,
Τὸ χείλι σου ποτὲ νὰ μὴ γελάσει,
Κι ἀγέλαστ᾿ ἡ θαμπή σου νιότη πέρασε,
Κι ἀγλύκαντ᾿ ἡ πικρὴ ζωή σου ἔχει περάσει.

Καὶ τώρα ποὺ οἱ λαμπάδες σοῦ φωτίζουνε
Κίτρινη σὰν τὸ θειάφι τὴ θωριά σου,
Ἀλλόκοτο ἕνα γέλοιο μὲς στὰ χείλη σου
Καρφώθηκε κι ἀστράφτει, λές, μακριά σου...

Μικροὶ καϋμοί (ἀπόσπασμα)

<...>

Τοῦ κάκου ἐκεῖ στὴν ἀμμουδιά, τὸ κῦμα τ᾿ ἁπαλὸ
Μοῦ τραγουδάει σιγαλινά, κρυφὸς καϋμὸς γιὰ μένα,
Πόσα καράβια ἀπὸ καιρὸ δὲν εἶναι στὸ γιαλό,
Πόσα καράβια ἀπὸ καιρὸ δὲν εἶναι μισεμένα.

Τὴ χλόη τῆς λήθης ράντισε χινοπωριάτικη βροχή,
Στὰ κοιμητήρια πὤκλεινα παλιοὺς καϋμοὺς καὶ πάθια.
Καὶ φύτρωσαν καὶ πλήθυναν τώρα στὴ μαύρη μου ψυχή,
Τῆς θύμησης οἱ πικρανθοὶ μὲ τὰ μεγάλα ἀγκάθια.

Τ᾿ εἶναι τῆς μέρας οἱ καϋμοί... ἐγὼ δὲ συλλογιοῦμαι
Παρὰ τὴ νύχτα μοναχὰ ποὺ τόσο εἶναι βαρειά,
Κοιμοῦμαι νὰ λησμονηθῶ, ξυπνῶ κι ἀναθυμοῦμαι,
Πῶς πέρασε κι ὁ ὕπνος μου χωρὶς παρηγοριά.

Ἐρχετ᾿ ὁ ἦχος ὁ φαιδρὸς ἀπὸ πολὺ μακριά,
Τῆς γιορτινῆς καμπάνας μου, ποὺ ἀπὸ χαρὰ θὰ σπάσει,
Χωρὶς ἐλπίδα τώρα πλιά, χωρὶς παρηγοριά,
Πῶς εἶναι τάχα δυνατὸ νὰ φτάσω πρὶν σωπάσει.

Καμμιὰ χαρὰ δὲ γνώρισες ἐσὺ φτωχὴ καρδιά,
Καὶ τόσο τὴ συνήθισες, τόσο πολὺ τὴ λύπη,
Ποὺ κ᾿ ἡ τρανώτερη χαρὰ νὰ τύχει σου, καρδιά,
Σ᾿ ἐσὲ θὰ γένει λύπη.

Μοῖρες

Nous sommes rendues a la lumiere du jour; A
La verite, nous ne sommes plus des personnes.
SECOND FAUST

Ἀργά, βαρειὰ κι ἀκόμα σὰν βγαλμένα,
Μέσ᾿ ἀπὸ νύχτες μακρινὲς ἄγνωστων χρόνων,
Ἀπάνω στὰ λιθόστρωτα ἀντηχοῦν συρμένα,
Κάποια χαμένα βήματα, λησμονημένα,
Τὰ μυστικὰ παράπονα τῶν παραπόνων.

Ἀδύνατα κορμάκια, ἀποσωμένα,
Πρόσωπα ποὺ δὲ φαίνεστε μὲς στὸ σκοτάδι,
Μάτια μεγάλα, μαῦρα, ἀραχνιασμένα,
Καὶ στεναγμοὶ βγαλμένοι μέσ᾿ ἀπὸ τὸν Ἅδη,
Φαντάσματα σκυφτά, μαυροντυμένα,

Ποῦ ἀφήνετε τοὺς τάφους σας βράδυ σὲ βράδυ.
Καὶ δείχνετε, δὲ λέτε, περπατεῖτε μόνον,
Μὲ τὰ βουβὰ παράπονα τῶν παραπόνων.

Σὲ τέσσερους τοίχους (ἀπόσπασμα)

Περπατώντας τὴ νύχτα
Μ᾿ ἀρέσει ἐσὺ νὰ μὲ χτυπᾷς, χινοπωριάτικη βροχή,
Καὶ νὰ δροσίζεις τὸ γυμνὸ τὸ μέτωπό μου,
Σὰν μέσ᾿ ἀπὸ μίαν ἄβυσσο τὰ᾿ ἀργό μου βῆμα ν᾿ ἀντηχεῖ
Καὶ νὰ διαλύεμαι στὸ νερὸ τοῦ φωτισμένου δρόμου.

Προσευχή

Στὸν κῆπο μέσα βρίσκομαι σ᾿ ἄφωνη ἀπόψε προσευχή,
Τὰ φύλλα ἀκούω τὰ χρυσαφιά, τὰ᾿ ἄνθια ποὺ μαραθήκανε.
Κ᾿ ἢ μαυροφορεμένη μου κλίνη εὐλαβητικῆ ψυχὴ
Καὶ μνημονεύει τοὺς νεκρούς, ποὺ ἀπολησμονηθήκανε.

Προμάντεμα

Διπλὰ τὰ δίχτυα στήσανε στ᾿ ἀνυπεράσπιστο πουλί,
Κάθε φραγὴ κι ἀλάθευτο ντουφέκι,
Κ᾿ ἐκεῖνο ἀβέβαιο πετᾷ καὶ κρεμασμένο τρεμουλεῖ
Ποιὸς ξέρει - ἀπὸ προμάντεμα σὲ μία φωλιὰ ποὺ πλέκει...

Μικρὸς θεός

Στάλα τὴ στάλα τὸ αἷμα μου στάζουν τὰ νύχια σου, ἀετέ,
Καὶ τὰ μεγάλα σου φτερὰ βαμμένα εἶναι ἀπὸ μένα,
Κι ἂν σπάραξες τὰ σπλάγχνα μου, δὲν ὑποτάχτηκα ποτέ,
Κι ὡς τὸ τέλος μου ἐπολέμησα τῆς μοίρας τὰ γραμμένα.

Στὸ κοχύλι

Μέσα στὸ κοχύλι κλείνω
Φλάουτα καὶ βιολιά·
Τὴν ψυχή μου παραδίνω
Σ᾿ ἄυλη ἀγκαλιά.

Ὤ! δὲν ξάνοιξαν τὰ μάτια,
Μήτ᾿ ὁ πλάνος νοῦς,
Τ᾿ ἀθεμελίωτα παλάτια
Στοὺς ὠκεανούς!

Ρίχνω σίδερα, ἁλυσίδες
Τρίγυρες, βαρειές,
Τὶς παλιές μου τὶς φροντίδες,
Τὶς ἀπελπισιές.

Κι ὅπως ζῶ στιγμὲς τὶς ὦρες,
Ὧρες τοὺς καιρούς,
Δρέπω καὶ στὶς ἄγριες μπόρες,
Ρόδα τοὺς ἀφρούς.

Ἔξω ἀπὸ τὸν ἴδιο ἐμένα,
Πρώτη μου φορά,
Μὲ τοῦ γλάρου τ᾿ ἀνοιγμένα
Πέτομαι φτερά.

Καὶ βυθῶ μὲ τὸ δελφίνι
Ποὺ ἄστραψε μὲ μιᾶς,
Μὲς στὴν ἀπεραντοσύνη
Τῆς ἀλησμονιᾶς...

Στὸ κοχύλι μέσα κλείνω
Φλάουτα καὶ βιολιά...

Τραγουδάκι τῆς Λιμνοθάλασσας

Καλαμωτή-καλαμωτὴ παίρνοντας, μπαίναμε μαζὶ
Μέσα στὰ χρυσοπράσινα νερά, γλαρὸ φεγγάρι
Τὸ δίχτυ του ἔρριχτε ἀνοιχτά, τὸ φαναράκι, κρεμεζί,
Γιὰ γοῦστο τό ῾χαμε ἀναμμένο στὸ κοντάρι.

Πελάδα ἐδῶ, πελάδα ἐκεῖ, τὰ κότσαλα, ἡ ἀνεμικὴ
Πά᾿ στὰ ρηχὰ τὸ ξέσερνε καὶ τὸ κυλοῦσε πάλι.
Νὰ βγοῦμε, σὲ ρωτοῦσα, ἐδῶ; Γελώντας μό ῾λεγες, ἐκεῖ,
Κι ὁ στεριανὸς μᾶς ἔσπρωχνε πρὸς τὸ κανάλι.

Καί, νά, ἀνοιγμένο τὸ πανί, μὲς σὲ σπιλιάδες καὶ ριπές,
Οἱ πόθοι μας τραβούσανε μακριά, καὶ τὰ ὄνειρά μας
Στὰ μάτια σου σπιθίζανε τοῦ φεγγαριοῦ οἱ ἀναλαμπὲς
Καὶ ἡ ἀφρισμένη θάλασσα, ἡ ὁλόγυρά μας.

Αὐγερινός (παραλλαγή)

Πῶς, αὐγερινὲ τοῦ πόθου, παραδίνεσαι στὴ μέρα,
Στὴν πλημμύρα τοῦ φωτός,
Πρὶν καλὰ-καλά, διαλύσεις, δροσερὸς μὲς στὴν ἀέρα,
Τὰ πλεμάτια τῆς νυχτός!
Κι ὅμως πιὸ κι ἀπ᾿ τὸ φεγγάρι γαληνεύεις τὸ σκοτάδι,
Καθὼς λάμπεις μυστικά,
Σὰν ἐλπίδα ποὺ προφταίνει κάποτε, μ᾿ ἕνα της χάδι,
Μαύρη σκέψη νὰ νικᾷ.
Ὤ! μὲ τ᾿ ὄνειρο πῶς μοιάζεις, διπλοχτυπημένε, ὡς σβύνεις
Ἔτσι ἀνάτρεμος, ἀλιά!
Προδομένος κι ἀπ᾿ τὴ νύχτα κι ἀπ᾿ τῆς μέρας, πάλι ἐκείνης,
Τὴ σκληρὴ φεγγοβολιά...

Δάκρυα καὶ θυμοί

Ζοφερὸ ἕνα γνέφος στέκει
Μὲς στὰ μάτια σου τὰ δυό,
Κλεῖ βροχή, γι᾿ ἀστροπελέκι;
Σκιάζομαι ποὺ τὰ θωρῶ.

Κι ἂν τὸ δεύτερο, ἂς μὲ κάψει
Τοῦ θυμοῦ σου ὁ κεραυνός,
Μ᾿ ἂν τὸ πρῶτο, ποιὰ θὰ κλάψει
Σὰν ἐσένανε, καὶ ποιὸς

Ὁ σκληρόκαρδος ἐκεῖνος
Ποὺ ὅ,τι κι ἂν τὸν τυραννᾷ,
Σὰν ξεσπᾷ παρόμοιος θρῆνος,
Ὅλα αὐτὰ δὲν τὰ ξεχνᾷ;...

Τὸ ἐρωτικὸ (ἀποσπάσμα)

Ι.

Χαρὲς τοῦ κόσμου ἐτούτου καὶ πίκρες της ψυχῆς,
Λουλούδια τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ἀπαντοχῆς,
Ἀγκάθια, ποὺ κρυμμένα πληγώνετε βαθειά,
Τὴ μία φορὰ τὸ νοῦ μας, τὴν ἄλλη τὴν καρδιά.

V.

Πράματ᾿ ἁπλά, κοινά, συνηθισμένα,
Σ᾿ ἔγνοιες συχνὰ μὲ βάζουνε τρελλὲς -
Μὲ ποιοὺς τάχα περνᾷς μακριὰ ἀπὸ μένα,
Τί τάχα συλλογίζεσαι, τί λές;

VII.

Ὄχι ρόδα ἀλλὰ πανσέδες θὰ ποθοῦσα νὰ μοῦ ἀφήσεις,
Ἂν στὸ σπίτι μου ἀνθοφόρα κι ἄλλοτε ξανανεβεῖς,
Λουλουδάκια τῆς ἀγάπης, δῶρα τῆς θλιμμένης φύσης,
Σὰν ἐτοῦτον τῆς καρδιᾶς μου τὸν πανσὲ πού ῾ναι μαβής...

XXII.

Ὁ νοῦς μονάχα νὰ σὲ βλέπει.
Καὶ νὰ σ᾿ ἀποζητᾷ ἡ καρδιά,
Κ᾿ ἐσὺ νὰ λὲς πὼς ἔτσι πρέπει,
Χώρια νὰ ζοῦμε καὶ μακριά...

XXXI.

Μοῦ στένεψε ὁ ὁρίζοντάς μου
Πνίγεται μέσα μου ἡ χαρά,
Βλέπω τινάζει ὁ ἔρωτάς μου
Τὰ μουδιασμένα του φτερά...

XLII.

Ὅταν νυχτώνει τί μαύρη λύπη
Πέφτει στὴν ἔρμη μου μέσα καρδιά!
Ὅ,τι ἔχω μπρός μου κι ὅ,τι μοῦ λείπει,
Πάω νὰ τ᾿ ἀγγίξω κ᾿ εἶναι μακριά...

Παίζει ἀπόψε τὸ φεγγάρι

Παίζει ἀπόψε τὸ φεγγάρι
Μέσα στὴν κληματαριά,
Ποὖναι νὰ τὸ πιεῖς, ἀλήθεια,
Στὸ ποτήρι,

Κι ὄχι τόσο γιατὶ παίζει
Στὴν κληματαριά,
Ὅσο γιατὶ φέγγει δίπλα
Σ᾿ ἕνα παραθύρι…

(Ὧρες)

Ἄνοιξη

Τώρα τὰ λουλούδια ποὺ εἶναι
Δροσισμένα, μυρωμένα,
Ὅπως ἄλλοτε μ᾿ ἐμένα,
Τρέξε μόνη στοὺς ἀγρούς.

Ἴδια σὰν καὶ τότε γίνε,
Ἕναν κόσμο ἀνθάκια κόψε,
Καὶ μ᾿ αὐτὰ ρᾶνε μ᾿ ἀπόψε,
Ὅπως ραίνουν τοὺς νεκρούς…

(Ἀσφόδελοι)

Τὸ λένε τ᾿ ἀηδονάκια...

Ἄ! πῶς χτυπᾷ καμιὰ φορὰ τούτ᾿ ἡ καρδιὰ κι ἀναφτερᾷ,
τώρα στὰ γεροντάματα,
σὰ νιὸς νὰ ξαναχαίρομαι φεγγάρι-μέρα, ἀστροφεγγιά,
δύσες, γλυκοχαράματα!

Σὰν ἀπ᾿ τὴν τάξη τὴ μουχλὴ στὸ πατρικό μου νὰ γυρνῶ,
καὶ νἄχω σκόλη τρίμερη,
καὶ νὰ εἶμαι γιὰ τὸ Γαλατᾶ καὶ γιὰ τὸ ἀθάνατο βουνὸ
μὲ τὴν πλαγιὰ τὴν ἥμερη.

Κ᾿ ἐκεῖ, σὰ νὰ μὲ καρτεροῦν γιδάρηδές μου πιστικοί,
πρατάρηδες συντρόφοι μου,
μ᾿ ἄλλους νὰ μπαίνω στὸ λογγὰ κι ἄλλοι ἀπ᾿ τὴν ἄγναντη κορφὴ
νὰ ρίχνουν στὸ πιστρόφι μου.

Κι ἀκόμα, σὰ νἆν᾿ ἕτοιμα, τυρί, μυζήθρα, τὸ σφαχτὸ
καὶ τὸ γλυκὸ τὸ νιώτικο,
κι ἀπὸ σὲ πλατανόφυλλα τὸ κοκκορέτσι τὸ ζεστὸ
καὶ τὸ ρακὶ τ᾿ Ἁηλιώτικο.

Κ᾿ ὕστερα, σὰ νὰ μοῦ κρατοῦν τὴν καλαμάτα στὸ χορὸ
βλαχοῦλες καὶ βλαχόπουλα,
κ᾿ ἐκεῖ ποὺ σειέμαι καὶ λυγῶ καὶ στρίβω καὶ νυχοπατῶ,
νὰ μοῦ φωνάζουν: ὄπουλα! ...

Ἄ! πῶς χτυπάει καμιὰ φορὰ τούτ᾿ ἡ καρδιὰ κι ἀναφτερᾷ,
καὶ πῶς μ᾿ ἀνάβουν τὰ αἵματα,
σὰ νἆμ, ἐκεῖ καὶ τραγουδῶ μὲ τὴ φλογέρα συνοδιά:
«Τὸ λένε τ᾿ ἀηδονάκια στὰ κλεισορέματα...»

Μεσολόγγι

Ἐσένα θύμησή μου, ἐσέν᾿ ἄνθος θανάτου,
Ἀθανασίας ρόδο, ἐσὲ κρατῶ,
Μοσκοβολιὰ καὶ χάϊδεμα τοῦ ἀναβλεμμάτου
Κι ἀγκάθι αἱματοστάλαχτο φριχτό.

Ὅταν, ὦ παιδικὴ καρδιά! Ἡ ἁρμύρα
Τῆς λιμνοθάλασσας ἀνήλεη, λατρευτή,
Μὲ χρώματα σὲ μέθαε καὶ μὲ μύρα,
Τότε γιατί νὰ μὴν πεθάνεις; Ὢ γιατί;

Στὶς ροδοδάφνες, μέσ᾿ στὴν αἴγλη τοῦ εἰκοσιένα,
Ἐσὺ λουλούδι ὑστερογέννητον, ὢ πῶς
Πέφτουν τὰ φύλλα σου ἕνα-ἕνα σκεβρωμένα,
Καὶ μέσ᾿ στὰ βάλτα ὁ σκορπισμένος σου καρπός;

Σὲ τόσες μέσα ἀνατολές, δύσες, σκοτάδια,
Μέσα σε τόσες μουσικές, ποίησες, ᾠδές,
Νερῶν καὶ δένδρων τὰ βουητά, σείσματα, χάδια,
Χαμένος ψίθυρος τῆς λύρας μου οἱ χορδές…

Ὦ Μεσολόγγι, ἱερὲ βωμέ, αἱματοβαμμένε,
μεγάλου βάρδου ἡ δόξα καὶ ἡ θανή,
τοῦ Χρήστου τοῦ Καψάλη ἐσύ, πυρσὲ ἀνάμενε,
καὶ τῆς ἐξόδου ἡ νύχτα, ὦ οὐρανοί!

Τώρα, κι ἂν μοῦ ξεδένετε φρένα καὶ γλῶσσα,
Θ᾿ ἀγροικηθεῖ τῆς ταπεινότης μου ὁ ψαλμός,
Μέσα στοὺς ὕμνους καὶ στὰ τρόπαια τὰ τόσα,
Ποῦ σου ἔχει στήσει ὅλου τοῦ κόσμου ὁ θαυμασμός;….

(Ἐφημ. «Καθημερινή», 25 Ἀπριλίου 1937)

Πρῶτοι στίχοι

Μ᾿ ἀρέσει ν᾿ ἀνοίξω τὸ γράμμα σου ἐκεῖνο
Καὶ δάκρυα νὰ χύνω
Σὲ κάθε γραμμή.

Κι ἐκεῖ καρφωμένος, μὲ μάτια σκυμμένα,
Νὰ βλέπω, ἄχ, ἐσένα,
Ἀκόμα θερμή.

Ἀκόμα θυμοῦμαι ἐκεῖνα τὰ χρόνια
Ποὺ λέγαμε αἰώνια
Νὰ ζοῦμε μαζί.

Θυμοῦμαι τὶς μέρες ποὺ τρέχαμε μόνοι
Ἐκεῖ ποὺ τ᾿ ἀηδόνια
Τὸ πλάνο λαλεῖ.

Τὴν πρώτη θυμοῦμαι ποὺ μοὖπες ἡμέρα:
Πονῶ ἐδῶ πέρα,
Στὰ στήθη πονῶ.

Καὶ σοὔκοψε ὁ βῆχας τὸ λόγο στὸ στόμα.
..............................................................

Ἀγάπη

Ἂς μὴ γυρίζει ὁ λογισμὸς στὰ χρόνια ἐκεῖνα πίσω.
Κάλλιο μιὰ τέτοια θύμηση γιὰ πάντα νὰ χαθῇ,
Ποιὸς ξέρει, τώρα θἄτανε γραφτὸ νὰ σ᾿ ἀγαπήσω,
Καὶ τόσο ποὺ καμμιὰ ποτὲ δὲν ἔχει ἀγαπηθῇ.

Κι ἂν ἔφυγεν ἡ νιότη σου, ποὺ θλίβεσαι γιὰ δαὔτη,
Ὡς γιὰ πουλὶ ποὺ πέταξε μἄλλα μαζὶ πουλιά,
Περσότερο ἀπὸ μία ἄνοιξη τὸν ἔρωτά μου ἀνάφτει
Τοῦ χινοπώρου τἄγγιγμα στὰ ὡραῖα σου τὰ μαλλιά.

Κι ἀκόμα φτάνω ν᾿ ἀγαπῶ σ᾿ ἐσὲ μίαν ἄλλη εἰκόνα,
- Τ᾿ ὁρκίζομαι στὰ μάτια σου ποὺ τόσο λαχταρῶ, -
Τὸν ἥμερο κι ἀνέφελο καὶ τὸ γλυκὸ χειμῶνα,
Ποὺ στὸ χλωμό σου πρόσωπο μία μέρα θὰ θωρῶ.

Καὶ μάθε το, τὶς μελιχρὲς λαμπράδες τοῦ Δεκέμβρη,
Καὶ τὶς φεγγαροσκέπαστες τοῦ Γενναριοῦ ὀμορφιές,
Μήτε στὶς τρέλλες τ᾿ Ἀπριλιοῦ κανένας θὰ τὶς εὕρῃ,
Μήτε καὶ στὶς μονότονες τοῦ Μάη καλοκαιριές..

Τὸ δάσος

Τὸ δάσος ποὺ λαχτάριζες
ὥσπου νὰ τὸ περάσεις,
τώρα νὰ τὸ ξεχάσεις
διαβάτη ἀποσπερνέ.

Μιὰ αὐγινή, τὸ κούρσεψαν
ἀνίδρωτοι λοτόμοι,
κι ἐκεῖ εἶναι τώρα δρόμοι
διαβάτη ἀποσπερνέ.

Τὸ τρίσβαθο ἀναστέναγμα
ποὺ ἄγγιζε τὴν καρδιά σου
κι ἔσπαε τὰ γόνατά σου
δὲ θὰ τ᾿ ἀκούσεις πιά,

τὸ πήρανε στὰ διάπλατα
περίτρομα φτερά τους
καὶ τό ῾καμαν λαλιά τους
τὰ νύχτια τὰ πουλιά.

Καὶ κάτι ποὺ βραχνόκραζε
μὲ μιὰ φωνὴ ἀνθρώπου,
στὸ ἡμέρωμα τοῦ τόπου
βουβάθηκε κι αὐτό.

Τὸ σιγαλὸ τραγούδισμα
ποὺ σ᾿ ἔσερνε διαβάτη
σὲ μαγικὸ παλάτι
δίχως ἐλπίδα αὐγῆς,

τὸ πήρανε -γιὰ κοίταξε-
στερνὴ ἀνατριχίλα
τὰ πεθαμένα φύλλα
ποὺ ἀπόμειναν στὴ γῆς.

Κι ἡ ἅρπα μὲ τὸν ἦχο της
ποὺ σὲ γλυκομεθοῦσε
μὰ κρύφια σοῦ χτυποῦσε
θανάτου μουσική,

χάθηκε μὲ τὴν ἄγγιχτη
ποὺ τὴν κρατοῦσε κόρη,
στὰ πέλαγα, στὰ ὄρη,
νὰ μὴν ξανακουστεῖ.

Τὸ δάσος ποὺ λαχτάριζες
ὥσπου νὰ τὸ περάσεις,
τώρα νὰ τὸ ξεχάσεις
διαβάτη ἀποσπερνέ,

γεννήκαν νεκροκρέβατα
τ᾿ ἄγρια δεντρά του τώρα
καὶ θὰ τὰ βρεῖς στὴ χώρα
διαβάτη ἀποσπερνέ.

Κριτικὴ ἀπὸ τὸ Σπύρο Μελᾶ:
«Σ᾿ ἕνα πρῶτο κοίταγμα, φαίνεται σὰν θρῆνος καὶ νοσταλγία μιᾶς φυσικῆς ὀμορφιᾶς ποὺ χάθηκε, ποὺ κουρσεύτηκε. Μὰ μετὰ τὴ πρώτη αὐτὴ ἐντύπωση, εἶδα στὸ "Δάσος", τὸ θρῆνο, τὴ νοσταλγία, καὶ τὸ σύμβολο γιὰ ὅλες τὶς κουρσεμένες ὀμορφιές, ὄχι μόνο στὸ φυσικό, ἀλλὰ καὶ στὸν ψυχικὸ καὶ τὸν ἠθικό μας κόσμο, τὸν κόσμο τῆς παράδοσης ποὺ κι αὐτὸς ἔχει βλαστήσει μὲ νόμους προαιώνιους, σ᾿ ἐπαφὴ μὲ τὴ φύση κι εἶναι γεμάτος μηνύματα καὶ μυστικὲς φωνὲς καὶ μακρινὰ ἀνακρούσματα.»

Στὸν σάτυρο μιᾶς παλιᾶς βρύσης

ἀφιερωμένο τοῦ φίλου μου Β. Λιανίτη

Φαῦνοι καὶ Σιληνοὶ Θεοὶ στὸ βάθρο ἑνὸς Σατύρου
καὶ τὸ νερὸ ποὺ ἀκίνητό τους καθρεφτίζει,
ὅραμα πράο καὶ θλιβερὸν ὅλα τριγύρου,
ὅλα τῆς μούχλας τ᾿ ἄρωμα τ᾿ ἀρωματίζει...

Ὦ Θεὲ τοῦ πόθου, ἡ δόξα σου αἰώνια νἆναι!
Ἔτσι νὰ μένεις τραγικὸς πιὸ κι ἀπὸ μόνος
χωρὶς λαλήματα τερπνὰ πουλιῶν ποὺ πᾶνε,
χωρὶς ἕνας ἀπάνω σου πράσινος κλῶνος...

Ρόδα καὶ φύλλα στὴν κορφὴ τὴν ἱερή σου,
ἀπ᾿ τὴ λειχήνα κι ἀπ᾿ τὰ μούσκλια φαγωμένα,
κι ἡ νύφη Ἀμαδρυάδα σου, ἔγνοια πικρή σου,
τόσο ποτὲ ὅσο σήμερα μακριὰ ἀπὸ σένα.

Ἀνήλεη πνέει ἡ πνοὴ στὰ μυροβόλα,
κι ἁγιάγερτη ἡ ἐπιστροφὴ τῶν ὅσων κλαῖμε,
μὰ πάνω ἀπ᾿ τὰ παράπονα, τὰ δάκρυα ὅλα,
τὰ ποὺ ποτὲ δὲ θ᾿ ἀνεβοῦν, τὰ ποὺ δὲ λέμε.

Αἷμα χυμένο τῶν ἀνθὼν κι αἷμα χυμένο
ἀπ᾿ τὴν καρδιὰ τόσων πουλιῶν, τόσων θανάτων...
Κι ἐγὼ στὸ στοιχειωμένονε κύκλο νὰ μένω
τοῦ Σάτυρου, τῶν Χιμαιρῶν καὶ τῶν Τεράτων!

Τὸ σονέτο τοῦ μεσονυχτίου

Ὅλα σβησμένα γύρω μου, στὴ πάχνη ὅλα κρυμμένα,
χαμένα κάτω ἀπὸ τὸ φῶς κ᾿ ἀπ᾿ τὸ σκοτάδι κάτου,
μὲ τὸ βαρὺν ἀέρα τους μὲ πνίξαν ξάφνου ἐμένα
θαμπώνοντάς μου τὴ στεγνὴ ρονιὰ τοῦ ἀναβλεμμάτου.

Μὰ δάκρυο δὲν ἐστάλαξε μηδ᾿ ἔλαμψε κανένα
στὸ ξαναμμένο γλέφαρο, στητὸ στὸ λάγκεμά του,
καὶ τὰ δικά μου ἀγρίκησα βαθιά μου καὶ τὰ ξένα,
καρδιόχτυπα ἀνατάραχτα σὲ μία σιωπὴ θανάτου.

Κι εἶπα τὸ χαῖρε δύο φορὲς καὶ μὲς στὸ χάος ὁ ἦχος
ἐχάθη, ὡς ἀντιβόησε ὁ βυθὸς τοῦ κάτω κόσμου,
μήνυμα πὼς σφραγίστηκε παντοτινὰ ὁ χαμός μου.

Καὶ μένει ἐπίσημος στυγνὸς ὁ ἀριστοκράτης στίχος
ἀξήγητος Συβιλλικὸς ν᾿ ἀνησυχεῖ μονάχα
τὰ πνέματα ποὺ ἀνώφελα παλεύουν νυχτομάχα.

Καταιγίδα μαρτιάτικη

Ἁδρὲς
Χοντρὲς
Οἱ στάλες
πέφτουν, οἱ μεγάλες
τῆς βροχῆς
κι ἀριὲς
Κλάμα
πικρὸ
καὶ πῶς ἀχεῖς
Πῶς ἀντηχεῖς
μὲς στὶς θλιμένες
τὶς καρδιὲς
Ἀντάμα
μὲ σπασμένες
δοξαριὲς
Βαρειὲς
ποὖναι οἱ βαθειὲς
πληγὲς
Καὶ τῆς βαρυγνώμης ψυχῆς
Οἱ ἀπελπισιές...
Διὲς
Ἥλιος τοῦ Μαρτιοῦ
μαζὶ μὲ τὸ χαλάζι,
Τὸ σκληρὸ
σὰν τ᾿ ἄστρα.

Ὢ ἔννοια!
Ζεῖ μὲς στ᾿ ἄλλα,
πὤχει ἡ μπόρα,
ζεῖ κι ἡ στάλα
ἀκόμα
τὸ νερὸ
ἀφοῦ στάζει
ἔτσι τώρα
μὲς στὴ φαρφοὺ-
-ρένια
γλάστρα...

Ἀπόψε, ὠιμὲ
Ἀπόψε ἐμὲ
Ἀπόψε κάψε με καϋμὲ
Ἀπόψε κόψε,
ὅτι ἡ Κλωθώ
μου κλῶθε,
θάνατε, νἀρθῶ...
Τί στὸ βυθὸ
τοῦ πόνου, τῆς ψυχῆς
Ὁ ἀθὸς σπαράζει,
Τί βλέπω ἐσὲ
Πνιμένον κόσμε μου χρυσὲ
Μέσα στὸ βρόχι τῆς βροχῆς
Καὶ στὸ χαλάζι...

Μοιραῖα

Σὲ ρεμβασμοὺς νἄχει πικροὺς τὴ σκέψη του ἀφισμένη
νἄχει ὁπλισμένη τὴν ψυχὴ τάχα μ᾿ ἀπαντοχὴ
τὸ κάθε τοῦ εἴδωλο μ᾿ ἀνθοὺς δροσάτους νὰ τὸ ραίνει,
καὶ νὰ τὸ χάνει στὸ βοριὰ στὸ χιόνι, στὴ βροχή.

Καὶ νὰ περνᾶ... κι ὁ θάνατος στὸ πλάι του νὰ διαβαίνει·
νὰ βλέπει καὶ νὰ μελετᾶ μ᾿ ἕναν καϋμὸ βαθὺ
πὼς θὰ τὸν λησμονήσουνε κι οἱ πιό του ἀγαπημένοι
κι ὅσοι δὲ θὰ τὸν ἔχουνε ὡς τὰ τότε ἀπαρνηθεῖ...

Τὰ δάκρυά τους θὰ τὰ φωτὰ ἡ παρηγοριὰ στὸ στόμα
τὸ πικραμένο τοὺς φαιδρὸ τὸ γέλιο θὰ ξυπνᾶ
τὸ θούριο χαρμόσυνα θὰ κρούει κι ἡ ἐλευθερία.

Μία τυραννία κι ὁ ἔρωτας κι ὅσο πιστὸς πιὸ ἀκόμα,
καινούργια θέλει τὴ ζωὴ κάθε καρδιὰ ξανὰ
μακριὰ ῾πὸ κείνους πὤκρυψεν ἡ μαύρη γῆς ἡ κρύα.

Οὓς θεοὶ φιλέουσι

Μπρὸς στοὺς ὀνειροπόλους θὰ περνοῦνε
τῆς νιότης οἱ ἴσκιοι καὶ τῆς ὀμορφιᾶς
κι ἐκεῖνοι πάντα θὰ τοὺς χαιρετοῦνε
μὲ τὸν καϋμὸ μίας ἄδολης καρδιᾶς.

Μὲ τὸ διαλογισμὸ θ᾿ ἀκολουθοῦνε
τὸ διάβα τους στὰ σκότη τῆς νυχτιᾶς
καὶ θὰ περνοῦν καὶ πάλι θὰ γυρνοῦνε
σὰν εἴδωλα τῆς ὑπνοφαντασιᾶς

Μὰ εἴτε ἱστορίες γίνονται, εἴτε στίχοι,
θὰ ζοῦνε πάντα ἀντικειμενικὰ
στὸ πεῖσμα σου καταραμένη Τύχη!

Στὰ δράματα καὶ στὰ ρομαντικὰ
βιβλία ποὺ μένουν ἄφθαρτα, τὰ ὡραῖα,
ποιὸς νέος ποὺ πέθανε ποτὲ ποιὰ νέα;

Σ᾿ ἕνα παλιὸ ναό

Ἀρχαῖε ναὲ στὸν τοῖχο σου πρὸς τὴ γυρμένη θύρα
τὸ νέο δεντράκι ἐγέμισε πλατύφυλλα κλαδιὰ
μία Μοίρα ἐκεῖ σοῦ τό ῾φερε, καλοθελήτρα Μοίρα,
νὰ τὄχεις γι᾿ ἀντιστήλι σου καὶ γιὰ παρηγοριά.

Νὰ δώσει ὁ Θεὸς νὰ χαίρεσαι τὸ εὐλογημένο δῶρο
καὶ νἆναι ἡ δόξα τοῦ μικροῦ δεντροῦ παντοτεινὴ
πίστεψε ἐμένα, ἀρχαῖε ναὲ τὸν ἄσκοπο ὁδοιπόρο
ποὺ στέκομαι καὶ σᾶς θωρῶ μὲ μιὰ καρδιὰ ὀρφανή.

Τρία ἀπονύχτερα

Ι.

Ὢ οἱ θλιμμένες ὧρες
Μέσα στὴν ψυχή μου
ἀνάβουν νεκροκέρια
ὢ καὶ νὰ κρατοῦσα
καθὼς τώρα, πάντα,
τὰ λευκά σου χέρια.

Ὢ οἱ θλιμμένες ὧρες
Τί μελαγχολία
πάσα ἡ πλάση δείχτει
ἔγνοιες μαυροφόρες
πλέκουν λογισμέ μου
γύρωθέ σου δίχτυ.

Ὢ οἱ θλιμμένες ὧρες
στ᾿ οὐρανοῦ τὸ δῶμα
σιωπὴ καὶ λύπη
κάθε μία στιγμὴ τῶν
φεύγει, φεύγει ὠιμένα
μ᾿ ἕνα καρδιοχτύπι.

Ὢ οἱ θλιμμένες ὧρες
ποῦ μου σιγολένε
κάποιες ἱστορίες
ὢ ποὺ τὴν ψυχή μου
τὴ μαραίνουν κάποιες
κρύφιες νοσταλγίες.

Ὢ οἱ θλιμμένες ὧρες
μέσα στὴ ψυχή μου
ἀνάβουν νεκροκέρια
ὢ καὶ νὰ κρατοῦσα
καθὼς τώρα, πάντα,
τὰ λευκά σου χέρια.

ΙΙ.

Νεκρωμένο φέγγος
χύνει τὸ φεγγάρι
στ᾿ ἀφρισμένο κύμα
ποὺ γοργοκυλᾶ,

νεκρωμένο φέγγος
πίνει τὸ χορτάρι
ποὺ στὰ κορφοβούνια
σειέται σιγαλά

Νεκρωμένο φέγγος
ζώνει τὰ πλατάνια
καὶ τὰ κυπαρίσσια
τὰ ψηλὰ ψηλά

νεκρωμένο φέγγος
πλέκει σὲ στεφάνια
τῆς ἀμυγδαλίτσας
τ᾿ ἄνθια τὰ ἁπαλά

Νεκρωμένο φέγγος
μὲς στὸ κοιμητήρι
σὲ σταυροὺς σὲ πλάκες
σέρνεται δειλά

νεκρωμένο φέγγος
ἔχει ἀκόμα γύρει
στὴν ψυχή μου ποὺ ἔρμη
κλαίει σιωπηλά

ΙΙΙ.

Χύθηκε μὲς στὸν κῆπο σου
σταλιὰ-σταλιὰ ἕνα βράδυ,
στὶς ἀμπελίνες τὸ αἷμα σου
καὶ στὸ περιπλοκάδι,

κι οἱ σύφραχτες τὸ ρούφηξαν
φριμμένες βαλσαμίνες
καὶ μὲ λουλούδια κόκκινα
ξημέρωσαν κι ἐκεῖνες

Κι ὅσα ἄνθια κι ὅσα ἀνθόκλωνα
μὲ τ᾿ ἄσπλαχνό σου χέρι
μάζεψες κι ἀλαφρόστρωσες
νὰ κάμεις μεσημέρι

Φλογίστηκαν κι ἀναλυωσαν
κι ἐγίναν ἄγριο ρέμα
καὶ κοιμισμένη σ᾿ ἔπνιξαν
μὲς στὸ δικό μου τὸ αἷμα.

Μπάϋρον

Στοὺς τοίχους ἅρματα ἀσημιὰ καὶ φλωροκαπνισμένα,
τακίμια ἀπὰ στὰ χαμηλὰ διβάνια τὰ νταμάδα,
τὰ φυσεκλίκια ἀραδιαστὰ τὰ χαϊμαλιὰ ἕνα-ἕνα
κι ἀπ᾿ τ᾿ ἀνοιχτὰ παράθυρα τῆς λίμνης φῶς ἡ ἀχνάδα.

Μὲς ἀπὸ τὴν αὐλόπορτα, τὸ σελωτὸ σπαθάτο
τῆς Ἀραπιᾶς μὲ τὰ κροσσάτα φάλαρα, φρουμάζει
καὶ μπρὸς στὸ μόντζο τὸ σκοπὸ ποὺ τὰ νερὰ ἀπὸ κάτω,
μονόξυλο μὲ τὸ μακρὺ σταλίκι γλεῖ κι ἀράζει.

Σουλιῶτες Φράγκοι, ἀδάμαστοι Μεσολογγῖτες γόνα
τὸ γόνα, χάμου κάθουνται, νὰ τιναχθοῦν καὶ πάλι,
σὰ θὰ προβάλει ἰσόθεος ὁ ἀσύγκριτος κορῶνα
φορώντας τὸν ἥλιο γύρο στὸ ἀγγελικὸ κεφάλι.

Ὅμως καὶ τὸ ψαρόπουλο στὸ νιοβαμένο πριάρι,
ποὺ τὸ σαλεύει μία ριπὴ τοῦ κόρφου ἀριὰ χυμένη,
χαρούμενο ποὺ κι ὁ γιαλὸς ἀρχίναε νὰ φρεσκάρει,
στρώνει στὴν πρύμη τὸ χαλίκι ὀρθὸ τὸν περιμένει.

Μὰ Κεῖνος πρὶ νὰ δώσ᾿ ἡ αὐγὴ μὲ τὸ φτερὸ κοντήλι,
σὰν ἀπὸ χάδι ἢ κρούσιμο στὸν ὕπνο μηνυμένος
ριμάρει ἀκόμα τὸν καϋμὸ τοῦ ὑστερνοῦ τοῦ Ἀπρίλη,
δοξάζοντας πάλε καὶ σέ, κατατρεγμένο Γένος.

Κι ἐγὼ ποὺ τότε σὲ δασὰ προγόνου στήθια μέσα,
ξέχωρου ἐκεῖ στοὺς διαλεχτοὺς ἔσφυζα στάλα αἱμάτου,
καὶ σὰν ἰδέα κυμάτιζα μὲς στὴν πλατιά του ἀνέσα,
καὶ στὴν ἀητένια του γοργὴ σπίθιζα ἀναβλεψιά του.

Ποιὸς ξέρει! σὲ ποιὸ στρόφιλο νὰ πόντισα ἄξαφνα, ὄντας
ἄνοιξε ἡ θύρα κι ἔτριξαν βαριάτα σκαλοπάτια
κι ἐστάθη τοὺς ἀρματωλοὺς μπροστὰ χαμογελώντας
καὶ τὸν παπποῦ μου ἐκοίταξε καλὰ-καλὰ στὰ μάτια...

Γυρισμοί

Σᾶς ξαναβλέπω, ὢ ξέφωτο, μαγευτικὲς ἀκρογιαλιὲς
νερὰ στρωτὰ ὅπου πρῶτα
τὸ γύρω θάμα ἐκλείνατε μέσα σὲ χίλιές σας σταλιὲς
μὲ τὰ μαλλιά μου ὡς τίναζα τὸ διαμαντένιο ἱδρώτα.

Φεύγω καὶ πάλε, ἔχετε γεια χρώματα, σχήματα, οὐρανοὶ
στὸ χρυσαφένιο δίσκο,
σᾶς παίρνω τώρα ὅλα μαζὶ στὴν ξενητειὰ τὴ σκοτεινὴ
στῆς θολωμένης μου ματιᾶς τὸ δάκρυο νὰ σᾶς βρίσκω.

Ἡ Ἑλενιώ

Στοῦ Λάζαρου τοῦ Χρυσικοῦ μικροὶ σταυροὶ μικρὲς καρδιὲς
δετὰ μεντάγιες βέρες
κορίτσια τ᾿ ἀγοράζουνε μὲ νόημα γιὰ τὶς Κυριακὲς
καὶ τὶς γιορτὲς ἡμέρες.

Δὲς τὴν Ἀνίκα, πέταλο μὲ ρουμπινάκια καρφωτὸ
κρέμασε κόντρα-πέτο·
τὸν εἶδαν στὴν παλάμη της τὸν καβαλάρη ὀμορφονιὸ
καὶ θὰ τὸν πάρει ἐφέτο.

Κι ἡ Πολυξένη τὄβαλε τὸ δίβεργό της τὸ ζερβὶ
κι ἡ Ῥούσου ἡ Ἀντιγόνη,
σ᾿ ἀλέγρα φέλπα πέρασε τὸ σταυρουδάκι, γιὰ τ᾿ ἀντὶ
τοῦ νιοῦ ποὺ τὴν πεισμώνει.

Μὰ ἡ Ἑλενιὼ τὸ σκέπασμα τοῦ ρολογιοῦ τοῦ Σίγμα Ταῦ
κρυμένο πρέπει νἄχει,
φκιασμένο ἀπὸ τὸ Λάζαρο, καρδούλα, γιὰ παρηγοριὰ
ποὺ θὰ βρεθεῖ μονάχη.

Κι ἂν κλαίει πὼς φεύγει ἐκεῖνος της μεθαύριο, θέλοντας καὶ μὴ
γιὰ τ᾿ ἄχαρα τὰ ξένα,
μὰ πλειο ποὺ χάση φεγγαριοῦ νὰ στέργουν ἔτσι ἀπ᾿ τὴν ἀρχὴ
διπλὰ τὰ μαντεμένα.

Στοῦ Λάζαρου τοῦ Χρυσικοῦ μαλάματα, διαμαντικὰ
κι ἡ Ἑλενιὼ ἀγοράζει,
γιὰ τὸν ἀγαπημένο της τὴν πέτρα π᾿ οὔτε σὲ φωτιὰ
κι οὔτε σὲ τόρνο σπάζει.


Μιλτιάδης Μαλακάσης (1869-1943) - Βιογραφικὰ στοιχεῖα

κείμενο: ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΜΑΛΑΚΑΣΗΣ-ΤΣΕΚΟΣ

Εἰσαγωγικὸ Σημείωμα

Ὁ Μιλτιάδης Μαλακάσης, ποιητὴς ἀπὸ τοὺς σημαντικότερους τοῦ νεοελληνικοῦ λυρισμοῦ, γεννήθηκε στὸ Μεσολόγγι. Καταγόταν ἀπὸ οἰκογένεια ἀγωνιστῶν τοῦ Εἰκοσιένα μὲ πολὺ πλοῦτο καὶ ἄνεση, ποὺ τοῦ ἐξασφάλισε μία ζωὴ ἀφιερωμένη στὴν τέχνη καὶ τὴ μάθηση κι ἀπαλλαγμένη ἀπὸ βιοποριστικὲς ἔγνοιες.

Τελειώνοντας τὶς ἐγκύκλιες σπουδές του στὸ Μεσολόγγι ἦρθε τὸ 1888 στὴν Ἀθήνα καὶ γράφτηκε στὴ Νομικὴ Σχολή, τὴν ὁποία ὅμως δὲν τελείωσε ποτέ, καθὼς ἦταν ἀφοσιωμένος στὴν ποίηση ἀπὸ τὰ ἐφηβικά του χρόνια. Τὸ 1897 γνωρίστηκε μὲ τὸν ἑλληνογάλλο ποιητὴ Ζὰν Μωρεάς, ποὺ εἶχε ἔρθει τότε στὴν Ἀθήνα, κι ἡ γνωριμία αὐτὴ στάθηκε ἀποφασιστικὴ γιὰ τὴν ποίησή του καὶ τὴ μετέπειτα πορεία του. Ὁ Μωρεὰς ποὺ συγκινήθηκε ἀπὸ τὸ ταλέντο τοῦ νεαροῦ ποιητῆ μετάφρασε δυὸ ποιήματά του καὶ τὰ δημοσίευσε στὴ Γαλλία.

Ἀργότερα ἔμελλε καὶ νὰ συγγενέψει μαζί του, ὅταν τὸ 1908 παντρεύτηκε τὴν κόρη τοῦ γνωστοῦ πολιτικοῦ καὶ πρωθυπουργοῦ Ἐπαμεινώνδα Δεληγιώργη, πρώτη ἐξαδέλφη τοῦ Μωρεάς. Ἀπ᾿ τὸ 1909 ὡς τὸ 1915 ἐγκαταστάθηκε μὲ τὴν οἰκογένειά του στὸ Παρίσι καὶ ταξίδεψε στὴν Κωνσταντινούπολη, στὸ Μόναχο κι ἀλλοῦ. Στὸ μεταξὺ εἶχε ἀναπτύξει στὴν Ἑλλάδα μία πνευματικὴ δραστηριότητα. Εἶχε ἱδρύσει μαζὶ μὲ τὸν Κ. Χατζόπουλο καὶ τὸν Λάμπρο Πορφύρα τὴν ἐταιρία «Ἐθνικὴ Γλῶσσα» (1904) ποὺ ἔκανε συστηματικοὺς ἀγῶνες γιὰ τὴν προβολὴ καὶ τὴν καθιέρωση τῆς Δημοτικῆς, κι εἶχε δημοσιεύσει ἀρκετὰ ποιήματά του στὸν Νουμᾶ, τὸ περιοδικὸ τῶν δημοτικιστῶν. Τὸ 1917 διορίστηκε κοσμήτορας (στὴ συνέχεια ἔγινε καὶ διευθυντής) στὴ βιβλιοθήκη τῆς Βουλῆς.

Ὁ Μαλακάσης γνώρισε ἀπὸ νωρὶς τὴ γενικὴ ἀναγνώριση, καὶ τὸ 1924 τιμήθηκε μὲ τὸ Ἐθνικὸ Ἀριστεῖο Γραμμάτων. Στὴ λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε ἀπ᾿ τὸ περιοδικὸ Ἑβδομὰς τὸ 1885, μὲ τὰ ἀρχικὰ Μ.Μ. Συστηματικότερα ὅμως ἄρχισε νὰ δημοσιεύει ποιήματα, πεζὰ καὶ ἄρθρα στὴν Ἑστία καὶ σ᾿ ἄλλα περιοδικὰ κι ἐφημερίδες ἀπὸ τὸ 1892 καὶ ὕστερα.

Ὁ Μαλακάσης εἶναι ἐλευθερωμένος ἀπὸ σχολὲς καὶ τεχνοτροπίες, ἂν καὶ εἶναι βέβαια φανερὴ στὸ ἔργο του ἢ ἐπίδραση τοῦ Jean Moreas. Βασικὰ χαρακτηριστικὰ τῆς ποίησής του, ποὺ τὴ διαποτίζει μία ἀπαισιόδοξη διάθεση, εἶναι ἡ στιχουργικὴ ἐπιδεξιότητα καὶ ἡ μουσικὴ αἴσθηση. Πιὸ ρωμαλέα γίνεται ἡ ποίησή του, ὅταν ἐμπνέεται ἀπὸ τὸ Μεσολόγγι. Στὰ ποιήματα αὐτὰ κυριαρχεῖ ἡ νοσταλγία καὶ τὸ ὅραμα ἑνὸς κόσμου ποὺ ἔχει χαθεῖ. Γι᾿ αὐτὸ ἂν καὶ πολλὰ ἀπὸ τὰ πρόσωπα ποὺ παρουσιάζονται, ὅπως ὁ Τάκης Πλούμας καὶ ὁ Μπαταριᾶς, εἶναι μορφὲς ἀτομικές, ἐντούτοις ξεχωρίζουν κι ἐκφράζουν τὸ ἦθος καὶ τὸν τρόπο ζωῆς τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ κατὰ τὴν πρώτη περίοδο μετὰ τὴν ἐπανάσταση τοῦ 1821. Ὁ ἀφηγηματικὸς τόνος, ποὺ κυριαρχεῖ στὰ ποιήματα αὐτά, θυμίζει τὸ δημοτικὸ τραγούδι. Κι ὅπως ἔχει γραφτεῖ, ὁ ποιητὴς εἶχε τὴν τόλμη νὰ βάλει στὴν ποίησή του πράγματα καὶ ἀνθρώπους μὲ τὰ ὀνόματά τους, ποὺ ἦταν ἀντιποιητικά, ἀλλὰ ἐναρμονίστηκαν μέσα στὸν ἐπικὸ καὶ ἀφηγηματικὸ τόνο τοῦ κάθε ποιήματος.

Ὁρισμένοι μελετητὲς ἐπέκριναν τὸν Μαλακάση ὑποστηρίζοντας ὅτι εἶναι κατ᾿ ἐξοχὴν «τραγουδιστής», ὁ στίχος του κυλᾷ αὐθόρμητος, χωρὶς προβληματισμούς, χωρὶς νὰ ἀποζητᾷ ἕνα βάθος λυρικό. Ὁ ποιητὴς ἐκφράζει προσωπικὰ συναισθήματα ἀδιαφορώντας γιὰ τὰ δεινὰ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῆς Ἑλλάδας.

Τὸ ἔργο του: Ὅσο ζοῦσε, τύπωσε τὰ ποιητικὰ βιβλία: Συντρίμματα (1898, μὲ χρονολογία 1899. Β´ ἔκδ. 1924, συμπληρωμένη μὲ μία σειρὰ ἀπὸ μεσολογγίτικα ποιήματα), Ὧρες (1903), Ἡ Κυρὰ τοῦ Πύργου (1904, Ἔμμετρο παραμυθόδραμα, δημοσιευμένο ἀρχικὰ στὰ Παναθήναια, τόμος Ζ´, καὶ κατόπιν χωριστά), Πεπρωμένα (1909. Β´ ἔκδ. 1925, μαζὶ μὲ τὴν Κυρὰ τοῦ Πύργου), Ἀσφόδελοι (1918), Μπαταριᾶς ‘ Τάκης Πλούμας ‘ Μπάϋρον (Πλακέτα, 1920), Ἀντίφωνα (1931), Ἐρωτικό (1939). Μετέφρασε ἐπίσης τὶς Στροφὲς τοῦ Jean Moreas (1920). Μετὰ τὸ θάνατό του κυκλοφόρησαν Τὰ Μεσολογγίτικα (1946), μὲ ὅλα τὰ δημοσιευμένα στὶς προηγούμενες συλλογὲς μεσολογγίτικα ποιήματά του. Τὸ 1964 ὁ Γ. Βαλέτας συγκέντρωσε σὲ δυὸ τόμους τὸ σύνολο τοῦ ἔργου του, μὲ τίτλο Μαλακάσης: Ἅπαντα.

Ὁ ποιητὴς Μιλτιάδης Μαλακάσης

Θὰ ἀναφέρουμε ὅλες τὶς ἀμφισβητήσεις καὶ ἐπικρίσεις ποὺ διατυπώθηκαν γιὰ τὴν ποίηση τοῦ Μαλακάση ἀπὸ τότε ποὺ ἀνέβαινε τὸ ἄστρο του μέχρι καὶ σήμερα, γιὰ νὰ ἰδοῦμε ἂν εὐσταθοῦν.

Νά, πρὸ καιροῦ, ἕνας καθηγητὴς μοῦ ἔλεγε: «ἐμένα δὲν μοῦ ἀρέσει ἡ ποίηση τοῦ Μαλακάση, καίτοι δὲν μπορῶ νὰ φανταστῶ μίαν ἀνθολογία χωρὶς τὸν «Μπαταριᾶ» καὶ τὸν «Τάκη Πλούμα». Δηλαδὴ χωρὶς τὸν «Μπάϋρον», «Τὸ δάσος», τὸ «Μεσολογγίτικο», τὸ «Τὸ λένε τ᾿ ἀηδονάκια», τὴν «Ἀγάπη», «Τὸ τραγούδι τῆς Ἀθήνας», ἢ τὰ μικρὰ ἀφιερώματα σὲ φίλους κλπ. θὰ τὴ φαντάζονταν;

Ἡ πρώτη μεγάλη καὶ γενικὴ ἔνσταση ποὺ εἶχε διατυπωθεῖ γιὰ τὰ ποιήματά του ἦταν ἡ ἑξῆς: Δὲν εἶναι ποιητής· εἶναι τραγουδιστής. Ἐννοώντας μ᾿ αὐτὸ ὅτι δὲν χρησιμοποιεῖ φιλοσοφικὸ στοχασμό. Ὁ Μαλακάσης ὄχι μόνο τὸ δέχονταν, ἀλλὰ τὸ ὑποστήριζε: «Ἔχω τὸν τρόμο τῶν ἰδεῶν». Ἤθελε τὴν ποίηση τραγούδι. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἂν ἀπὸ τὸ ποίημα ἀφαιρέσεις τὸ αἴσθημα, δὲν εἶναι πλέον ποίημα. Ἐνῷ ἂν διαθέτει αἴσθημα καὶ ὄχι φιλοσοφικὸ στοχασμὸ δὲν παύει νὰ εἶναι ποίημα. Συναφῶς ὁ ποιητὴς ἔλεγε: «Ποίηση εἶναι μουσικὴ ποὺ παίζεται πάνω στὸ ὄργανο τῆς γλώσσας».

Γύρω στὰ 1925 ἕνας ποιητὴς καὶ μεταφραστής, ἀπὸ τοὺς πιὸ μορφωμένους νεοέλληνες, ἔγραψε: (Αὐτὸ μᾶς τὸ παράδωσε ὁ Νικόλας Κάλας), «θὰ ἔρθει ἐποχή, ποὺ οἱ στίχοι τοῦ Μαλακάση θὰ γράφονται στὸ πίσω μέρος τῶν φύλλων τοῦ ἡμερολογίου», ἐννοώντας ὅτι οἱ στίχοι του εἶναι εὐτελεῖς. Ἀλλὰ αὐτὸ δὲ βγῆκε ἀληθινό. Πέρασαν πάνω ἀπὸ ἑκατὸ χρόνια ἀπὸ τότε ποὺ ὁ Μαλακάσης δημοσίευσε «Τὸ δάσος» καὶ τὸ ποίημα παραμένει ἐπίκαιρο μέχρι καὶ σήμερα. Εἴτε συμβολικὰ τὸ πάρει κανεὶς εἴτε ὄχι. Γλωσσικὰ ἀρυτίδωτο. Μὲ εἰκόνες ἔξοχες. Μὲ διασκελισμοὺς θαυμάσιους.

Τὸ πήρανε-γιὰ κοίταξε
στερνὴν ἀνατριχίλα,
τὰ πεθαμένα φύλλα,
ποὺ ἀπόμειναν στὴ γῆς.

Ἄλλος κριτικὸς ἰσχυρίστηκε γιὰ τὸν Μαλακάση ὅτι εἶναι «ὁ Δροσίνης ποὺ πάει νὰ γίνει Γρυπάρης». Οὔτε Δροσίνης ἦταν οὔτε Γρυπάρης πήγαινε νὰ γίνει. Διότι ὁ Δροσίνης εἶναι ἁπλοϊκός, εὐκολοχώνευτος, τελειώνεις γρήγορα μαζί του. Τὰ μόνα ποιήματα ποὺ μοῦ ἔμειναν εἶναι τὸ «Χῶμα ἑλληνικό» καὶ τὸ «Χειμώνανθος». Θυμηθεῖτε τὸ ποίημα τοῦ Μαλακάση, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ὅσα προμνημόνευσα, μὲ τίτλο «Στὸν ἀέρα καὶ στὴ βροχή»:

Φθινόπωρο στολίστηκες νεκρὸ κι ὡραῖο ἀπὸ προχθὲς
μὲ τὸ παλιὸ βενέτικο χρυσάφι.
Καὶ νά, οἱ βοριάδες οἱ πικροί σου γίνονται τραγουδιστὲς
καὶ τὰ νερὰ τὰ πένθιμα ζωγράφοι.

Τὴ σύζευξη «νεκρὸ καὶ ὡραῖο», τέτοιου εἴδους σύζευξη, δὲ θὰ βρεῖτε ποτὲ στὸν Δροσίνη. Ὁ Γρυπάρης πάλι ἔχει κάτι τὸ φιλολογικό. Αὐτὸ ἴσως δὲν ἔχει παρατηρηθεῖ μέχρι σήμερα. Ἂν ἑξαιρέσει κανεὶς τέσσερα-πέντε ποιήματά του θαυμαστῆς ἁπλότητας ὅπως ὁ «Θάνατος» καὶ ὁ «Ὕπνος», βλέπει ὅτι χρησιμοποιεῖ συχνότατα σύνθετα οὐσιαστικὰ καὶ σύνθετα ἐπίθετα καμωμένα μάλιστα ἀπὸ τὸν ἴδιο. Αὐτὸ εἶναι ποὺ τοῦ προσδίδει φιλολογικότητα: Μυριοθορυβούμενος, μοσχομπάτης, χαϊδογαργαλίσματα, γλυκοπίπερος, ἀπόψηλος, ποθοπλάνταχτος. Ὁ Καβάφης τὸν εἰρωνεύονταν: «Τὰ τρίκλωνα καὶ ξέκλωνα τοῦ Γρυπάρη». Θυμοῦμαι ὅτι μοῦ εἶχε κάνει ἐντύπωση, ἀλλὰ μόνο πρὸς στιγμήν, ὅταν στὸ τελευταῖο κεφάλαιο τοῦ «Κόκκινου βράχου» τοῦ Ξενόπουλου, διάβασα, ἔφηβος, ὡς μότο τοὺς στίχους τοῦ Γρυπάρη:

Ἔλα ἐκλεχτέ, σφιχτοπερίπλοκέ μου
Ροδέμνοστε καὶ παγκαλλόμορφέ μου

Ὁ Μαλακάσης στὰ πλεῖστα ἀπὸ τὰ ποιήματά του ἀπέφυγε τὴ φιλολογικότητα.

Ἄλλη ἔνσταση, ἀρκετὰ διαδεδομένη, ἦταν ἡ ἑξῆς: Εἶναι ἐπηρεασμένος ἀπὸ τὸν Moreas. Ἐννοοῦσαν, βέβαια, τὸν Moreas τῶν «Stances». Δὲν εἶδα ὅμως ποτὲ καὶ ἕνα μελέτημα ἢ μία διδακτορικὴ διατριβὴ ποὺ νὰ τεκμηριώνει αὐτὴ τὴν ἄποψη. Εἰδικότερη ἐπίδραση, δηλ. ὁμοιότητα στίχων καὶ ἐκφράσεων, δὲν βρῆκα. Καὶ συμφωνῶ μὲ αὐτὸ ποὺ ἔγραψε ὁ κριτικὸς καὶ ἐπιμελητὴς τῶν Ἁπάντων τοῦ Μαλακάση Γεώργιος Βαλέτας: «Πῆρε ἀπὸ τὸν Moreas τὴ νεοκλασσικὴ ρωμανικὴ γραμμή». Θέλω νὰ ὑπογραμμίσω καὶ τὸ ἑξῆς: Στὰ Μεσολογγίτικα ποιήματά του, στὸ «Δάσος», στὰ ἀφιερώματα ποὺ ἔκανε σὲ πολλοὺς δὲν φαίνεται ἐπηρεασμένος ἀπὸ τὸν Moreas.

Τὰ ἀφιερώματα ποὺ προανέφερα εἶναι ἐκλεκτὰ ποιήματα. Οἱ τελευταῖοι ποὺ ἔγραψαν τέτοια ποιήματα ἦταν ὁ Παλαμᾶς, ὁ Σικελιανός, καὶ ὁ Μαλακάσης. Μετὰ δὲν ξαναγράφτηκαν. Ἔγραψε καὶ ὁ Ρίτσος πολλὰ γιὰ πολλοὺς (ποιητές, πολιτικούς, ἀρχηγούς) ἀλλὰ χωρὶς ἰδιαίτερη ἐπιτυχία. Τελευταῖα ἐκδόθηκε ὀγκωδέστατη ἀνθολογία ἀπὸ τὴν κ. Χρύσα Προκοπάκη, ἀλλὰ κι αὐτὰ τὰ λίγα ποὺ τοῦ ἀνθολόγησε γιὰ τὸν Καβάφη, εἶναι χωρὶς πνοή.

Ὁ Μαλακάσης μὲ τὰ λιγόστιχα ἀφιερώματα ἔδωσε στίχους συγκινητικότατους. Ἂς παραθέσω μερικά:

Γεράσιμος Μαρκορᾶς

Στὸν κῆπο Του, νοσταλγικὴ ψυχή μου, ὅποτε μπαίνεις,
μὲς σὲ δρομάκια ἀχνόφωτα, ὅπου εὐωδοῦν νωπά,
σὲ παίρνει τὸ Παράπονο τῆς Νέας του Πεθαμένης,
κι ὁ κόσμος τῶν ὀνείρων του, ποὺ πάσχει κι ἀγαπᾷ.

Στὴ μνήμη τοῦ Κώστα Χατζόπουλου

Γύρω ἀπὸ κάποιο πράσινο κλωνί, ποὺ θὰ σὲ στέψει
-μ᾿ ὅλο ποὺ σὲ πολυκαιρνὴ ψυχρότη ἀποξενέψαμε-
σοῦ πλέκω μὲ βαρειὰ καρδιὰ καὶ πικραμένη σκέψη
τὰ ρόδα μιᾶς τριανταφυλλιᾶς, ποὺ νέοι μαζὶ φυτέψαμε.

Λορέντζος Μαβίλης

Μνήμη ἱερή! Ὅσον ὁ θάνατος μὲ τὴ ζωὴ παλεύει,
τόξο λαμπρὸ σελάγιζε στὸν ἀξεθύμαστο οὐρανό.
Ψηλότερα, στὸν ἕβδομο, κανένας δὲ θ᾿ ἀνέβῃ.
Παρὰ ὅποιος, ἀπαρόμοιαστος, χάρισμα θεϊκό,
τὸ στοχασμό του πρόσφερε σὲ θαυμασμὸ καὶ χλεύη
καὶ τὸ αἷμα του γιὰ δύστυχων ἀνθρώπων λυτρωμό.

Στὴν εἰκόνα τοῦ Παπαδιαμάντη

Ὁ κάθε στοχασμός σου
ᾀσμάτων ᾆσμα
Στὸν κόσμο τὸ δικό σου
κόσμος τὸ κάθε πλάσμα.

Ὁ Μαλακάσης, ἂν εἶχε ζήσει σὲ μεταγενέστερα χρόνια, θὰ ἦταν μάγος τοῦ ἐλεύθερου στίχου, δηλαδὴ τοῦ στίχου χωρὶς μέτρο καὶ ρίμα. Γιατί ἔγραψε καὶ ποιήματα χωρὶς μέτρο. Ἂς θυμηθοῦμε π.χ. τὸ τραγούδι του: «Ἀνοιξιάτικη μπόρα» ποὺ ἀρχίζει μὲ τοὺς στίχους:

Βαριές, πλατιές, οἱ στάλες
πέφτουν οἱ μεγάλες
τῆς βροχῆς,
κι ἀριές.

Θὰ ἔβαζε ἐσωτερικὲς ρίμες, ποὺ εἶναι λιγότερο χτυπητές, καὶ δημιουργοῦν μεγαλύτερη μουσικὴ ποικιλία.

Τέλος, ἐπανέρχομαι στὸ ποίημα «Τὸ Δάσος» γιὰ νὰ πῶ τοῦτο: Ὁ Valery εἶχε γράψει ὅτι «τὸν πρῶτο στίχο μας τὸν δίνουν οἱ θεοί». Τοὺς ἄλλους, δηλαδή, «ὁ καιρὸς καὶ ὁ κόπος», ὅπως εἶπε ὁ Σολωμός. Λοιπόν, στὸ ποίημα αὐτὸ ὅλους τους στίχους, τοὺς ἔδωσαν στὸν Μαλακάση οἱ θεοί. Γιατὶ αὐτὸ τὸ ἀριστούργημα τὸ ἔγραψε σὲ ἡλικία εἰκοσιπέντε ἐτῶν, δηλ. γύρω στὸ 1895, τότε ποὺ εἶχε πίσω του μόνο τὸ δημοτικὸ τραγούδι καὶ τὸν Σολωμὸ καὶ ὁ καθαρευουσιανισμὸς ζοῦσε ἀκόμα. Κι ὅμως· ὁ ποιητὴς ἔγραψε αὐτὸ τὸ ἀριστούργημα, σὰ νὰ εἶχε κατακτήσει τὴν Τέχνη, τὴν τέχνη του καὶ κυριαρχήσει στὸ γλωσσικὸ ὄργανο. Φτασμένος, γιὰ μία στιγμή, πολὺ ψηλά.


Βιβλιογραφία (ἐκλογή)

Ι. Ἀφιερώματα περιοδικῶν:

Νέα Ἑστία, τόμ. ΛΓ´, ἔτος ΙΖ´, τεύχ. 384, 1η Ἰουνίου 1943. Ἑλληνικὴ Δημιουργία, τόμος 9, τεύχ. 95, 15 Ἰανουαρίου 1952.

ΙΙ. Μελέτες καὶ Ἄρθρα.

Ρουμελιώτικο Ἡμερολόγιο, «Ὁ Μπαταριᾶς τοῦ Μαλακάση», ἔτος Α´, ἐπιμέλεια Δ. Χ. Σταμέλου, Ἀθήνα 1957, σ.85-92.

Ἄγρας Τέλλος, Κριτικά, τόμ. Β´, Φιλολογικὴ ἐπιμέλεια: Κώστα Στεργιόπουλου, ἔκδ. Ἑρμῆς, Ἀθῆναι 1981.

Ἀθανασιάδης-Νόβας Θεμιστοκλῆς, Ἥρωες, Βιβλιοπωλεῖον τῆς «Ἑστίας», Ἀθῆναι 1969.

Βάρναλης Κώστας, Αἰσθητικά-Κριτικά, τόμ. Β´, ἔκδ. Κέδρος, Ἀθῆναι 1958.

Γιάκος Δημήτριος, Λυρικοὶ τῆς Ρούμελης, Ἀθῆναι 1958.

Θρῦλος Ἄλκης, Κριτικὲς Μελέτες, ΙΙΙ, ἐκδοτικὸς οἶκος Μ.Σ. Σαριβαξεβάνη, Ἀθῆναι 1925.

Καραντώνης Ἀνδρέας, Ἀπὸ τὸν Σολωμὸ ὡς τὸ Μυριβήλη: Λογοτεχνικὰ μελετήματα, Βιβλιοπωλεῖον τῆς «Ἑστίας», Ἀθῆναι 1969.

Καραντώνης Ἀνδρέας, Ποιητικὰ (Κριτικὰ Κείμενα), ἔκδ. «Νικόδημος», Ἀθῆναι 1977.

Καραντώνης Ἀνδρέας, Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Φυσιογνωμίες, τόμ. Α´-Β´, Γ´ ἔκδοση. Συμπληρωμένη μὲ νέες φυσιογνωμίες καὶ βιογραφικά, ἔκδ. Δήμ. Ν. Παπαδήμα, Ἀθῆναι 1977.

Καρρᾶς Στάθης, Λογοτεχνικὰ πορτραῖτα, ἔκδ. Τὸ ἑλληνικὸ βιβλίο, Ἀθήνα 1967.

Κουλούρης Χρῆστος Ν., Ἀλησμόνητοι καὶ λησμονημένοι: Κριτικὰ Δοκίμια, ἔκδ. Δίφρος, Ἀθήνα 1960.

Κράνης Δημ., «Μιλτιάδης Μαλακάσης 1869-1943: ὁ Ἄνθρωπος καὶ τὸ ἔργο του», περ. Στερεοελλαδικὴ Ἑστία, ἔτος Α´, Ὀκτ.- Δέκ. 1960, τεῦχ. 5-6, σ. 336.

Κώνστας Κ. Σ., Ἅπαντα: Ὅσα βρέθηκαν φιλολογικὰ κείμενα δημοσιευμένα ἀπὸ 1η Αὐγούστου 1947 ὡς 1η Μαρτίου 1967, ἔκδ. Μαυρίδη, Ἀθῆναι 1991.

Κώνστας Κ. Σ., Ἅπαντα: Ὅσα βρέθηκαν φιλολογικὰ κείμενα δημοσιευμένα ἀπὸ 1η Μαρτίου 1968 ὡς 31η Σεπτεμβρίου 1978, τόμ. ΣΤ´, ἔκδ. Μαυρίδη, Ἀθῆναι 1994.

Λουντέμης Μενέλαος, Ὁ Λυράρης Μιλτιάδης Μαλακάσης, Δ´ ἔκδοση, ἔκδ. Δωρικός, Ἀθήνα 1977.

Παναγιωτόπουλος Ἰ. Μ., Τὰ πρόσωπα καὶ τὰ κείμενα, τόμ. Ε´, ἔκδ. Ἀετός, Ἀθῆναι 1949.

Παράσχος Κλέων Β., Δέκα Ἕλληνες Λυρικοί, Ἀθῆναι 1937, Β´ ἔκδοση, ἔκδ. Φέξη, Ἀθῆναι 1962.

Πετρονικολὸς Κώστας Α., Οἱ πέντε κορυφαῖοι της Μεσολογγίτικης Σχολῆς: Σπυρίδων Τρικούπης, Κωστῆς Παλαμᾶς, Γεώργιος Δροσίνης, Μίλτος Μαλακάσης, Ἀντώνης Τραυλαντώνης, ἔκδ. Σείριος, Ἀθῆναι 1974.

Πολίτης Θ. Μ., «Μίλτος Μαλακάσης: Ἀφιέρωμα στὴ ζωὴ καὶ τὸ ἔργο τοῦ Μεσολογγίτη ποιητῆ», πέρ. Ἐπίκαιρα Αἰτωλοακαρνανίας, τεύχ. 45, Μάϊος 1999, σ. 24.

Πολίτης Θ. Μ., Κωστὴς Παλαμᾶς- Κ. Χατζόπουλος- Μίλτος Μαλακάσης: τρεῖς ραδιοφωνικὲς εἰδικὲς ὁμιλίες ἀπὸ τὴν ἐκπομπὴ «Λογοτεχνικὰ περιθώρια» τοῦ Ρ/Σ Ἱ. Π. Μεσολογγίου, Ἀθῆναι 1983.

Σιμόπουλος Ἠλίας, Ἐπαφὲς καὶ προσεγγίσεις, ἔκδ. Θουκυδίδης, Ἀθῆναι 1981.

Σταμέλος Δημήτρης, Νεοέλληνες: πνευματικὲς καὶ καλλιτεχνικὲς φυσιογνωμίες τοῦ 19ου καὶ 20ου αἰῶνα, Ἀθῆναι 1968.


Μιλτιάδης Μαλακάσης - Ὁ ἀριστοκράτης τῆς ποίησης

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο «ΤΟ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ», τοῦ δημοσιογράφου-συγγραφέα Β. Α. ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΥ

Βέρος Μεσολογγίτης, ποὺ ἀγαποῦσε μὲ πάθος τὸν ἱερὸ αὐτὸν τόπο. Οἱ πρόγονοι τοῦ Μαλακάση (Μαλακάσας ἦταν τὸ ὄνομά του, τὸ ὁποῖο ἄλλαξε ὅταν ἔφτασε στὴν Ἀθήνα) κατεβήκανε ἀπὸ τὴν Πίνδο στὸ Μεσολόγγι, πολλὰ χρόνια πρὶν ἀπὸ τὴν Ἐπανάσταση τοῦ 1821. Ἀσχοληθήκανε ὅλοι με τὸν ἐθνικὸ ξεσηκωμὸ καὶ ὁ παππούς του, ὁ Χαράλαμπος, ὑπῆρξε ἄνθρωπος τοῦ Ἀλέξανδρου Μαυροκορδάτου, τὸν ὁποῖο πίστευε καὶ ἐκτιμοῦσε. Ἤτανε πολιτάρχης καὶ πυροβολητὴς στὴ διάρκεια τῆς πολιορκίας τοῦ Μεσολογγίου. Ὁ πατέρας του ἦταν στρατιωτικὸς καὶ μετὰ τὸν ἀγῶνα ἀφοσιώθηκε στὴν καλλιέργεια τῶν κτημάτων του, στὸ Γαλατᾶ Μεσολογγίου.

Ὁ Μιλτιάδης Μαλακάσης ἤτανε μοναχογιὸς ἀνάμεσα σὲ τρεῖς ἀδερφές. Ἡ οἰκογένεια εἶχε ἀδυναμία στὸ ἀγόρι, ποὺ τὸ παραχαϊδεύανε. Ἀπὸ πολὺ νωρὶς ἄρχισε νὰ γράφει ποιήματα, ἀλλὰ εἶχε ἐπιδόσεις καὶ στὸ εὐθυμογράφημα καὶ στὸ ρομαντικὸ πεζοτράγουδο. Ὡς μαθητὴς τοῦ γυμνασίου δὲν ἤτανε καὶ πολὺ καλός, ἔχασε μάλιστα καὶ χρονιές. Γιὰ νὰ ὁλοκληρώσει τὶς γυμνασιακές του σπουδὲς στάλθηκε στὴν Ἀθήνα, ποὺ ἦρθε τὸ 1885, γιὰ νὰ καταφέρει νὰ πάρει τὸ πολυπόθητο ἀπολυτήριο. Στὴν Ἀθήνα βρῆκε τὴν εὐκαιρία νὰ γνωριστεῖ μὲ φιλολογικοὺς κύκλους καὶ νὰ συνεργαστεῖ μὲ τὴν ἐφημερίδα «Ἀκρόπολις», ποὺ εἶχε ἔντονη φιλολογικὴ ὕλη καὶ τὰ περιοδικὰ «Διόνυσος», «Παναθήναια» καὶ τὸ «Περιοδικό μας». Γράφτηκε στὴ Νομικὴ Σχολὴ Ἀθηνῶν (1888-1896) τὴν ὁποία δὲν τέλειωσε. Στὰ φοιτητικά του χρόνια ὁ Μιλτιάδης Μαλακάσης μετέχει σὲ ὅλες τὶς μποέμικες νεανικὲς ἐκδηλώσεις καὶ τρέλες.

Τὸ πρῶτο ποίημα, διηγεῖται ὁ ἴδιος ὁ ποιητὴς σὲ συνέντευξή του στὴν Εἰρήνη Ἀθηναία τὸ 1930, τὸ ἔγραψε μικρὸ παιδί, ὡς δεκατεσσάρων χρόνων:

«Ἐπέρασα μιὰ μέρα τὸ ποτάμι αὐτὸ καβάλλα, ἀνάμεσα σὲ περάτες, οἱ ὁποῖοι μὲ βοηθοῦσαν. Τὸ πανόραμα ἑνὸς ἐξαγριωμένου ποταμοῦ, ποὺ μὲ τοὺς ἀφροὺς τοῦ ἐσχημάτιζε θεία λουλούδια μίλησε τόσο ἀποκαλυπτικὰ μέσα μου, ποὺ ὅταν βρέθηκα ὕστερα στὸ σπίτι μου, ἔγραφα χωρὶς νὰ ξέρω καὶ ῾γὼ πῶς, ἕνα ἐλεγεῖο σὲ μιὰ παιδίσκη. Θυμᾶμαι καὶ μερικοὺς στίχους ἀπὸ αὐτὸ τὸ ποίημα, ποὺ ἄρχιζε ἔτσι:

«Μ᾿ ἀρέσει ν᾿ ἀνοίγω – τὸ γράμμα σου ἐκεῖνο – τὰ δάκρυα νὰ χύνω – σὲ κάθε γραμμὴ – καὶ κεῖ καρφωμένος – μὲ μάτια σκυμμένα – νὰ βλέπω ἐσένα – ἀκόμη θερμή.

»…Ἔγραψα, συνεχίζει ὁ Μ. Μαλακάσης, καὶ στὴν καθαρεύουσα ποιήματα. Ἕνα ἐλεγεῖο ποὺ τὸ ἀπήγγειλα μάλιστα στὸ νεκρὸ τοῦ ἀπόγονου τοῦ μεγάλου Καψάλη». Ὁ Παλαμᾶς, στὸν ὁποῖον, ἀργότερα, πειράζοντάς τον, τοῦ ὑπενθύμισα τοὺς στίχους του στὴν καθαρεύουσα, μοῦ ἔλεγε, ἀνταποδίδοντάς μου τὸ πείραγμα:

- Πρόσεχε, γιατί τὸ ποίημά σου στὸν Καψάλη τὸ ἔχω ἐδῶ!».

Τὸ 1897 γνωρίζεται μὲ τὸ διάσημο Ἑλληνογάλλο ποιητὴ Ζὰν Μωρεάς, ποὺ εἶχε ἔρθει στὴν Ἑλλάδα γιὰ νὰ λάβει μέρος στὶς πολεμικὲς ἐκστρατεῖες. Οἱ δυὸ ἄντρες συνδέονται στενὰ καὶ ὁ Μαλακάσης ἀναγνωρίζει ὡς δάσκαλό του τὸν Μωρεάς. Τὸ 1908 ὁ Μ.Μ. νυμφεύεται τὴν Ἐλίζα Δεληγιώργη, τρίτη κόρη τοῦ Ἐπαμεινώνδα Δεληγιώργη, τέσσερις φορὲς Πρωθυπουργοῦ, ποὺ τὸν καθιστᾷ ἐξάδελφο ἐξ ἀγχιστείας μὲ τὸν Ζὰν Μωρεάς. Ὁ σύνδεσμός του μὲ τὸν Μωρεὰς τὸν φέρνει στὸ Παρίσι, ὅπου ζεῖ ἀπὸ τὸ 1909 ὡς τὸ 1915. Ἀπὸ τὸ Παρίσι ταξιδεύει στὴ Γερμανία καὶ στὴν Κωνσταντινούπολη. Στὸ Παρίσι μπαίνει στὰ φιλολογικὰ σαλόνια καὶ τὰ καφενεῖα, ποὺ ἀνθοῦν ἐκείνη τῶν περίοδο.

Τὸ 1924 τιμήθηκε μὲ τὸ Ἐθνικὸ Ἀριστεῖο Γραμμάτων. Ἀπὸ τὸ 1917 ὡς τὸ 1935 καὶ ἀπὸ τὸ 1936 ὡς τὸ 1937 διηύθυνε τὴ Βιβλιοθήκη τῆς Βουλῆς. Διετέλεσε καὶ πρόεδρος τῆς Ἑταιρείας Ἑλλήνων Λογοτεχνῶν.

Ὁ Μιλτιάδης Μαλακάσης πέθανε στὶς 27 Ἰανουαρίου 1943 στὸ νοσοκομεῖο «Εὐαγγελισμός», ὅπου λίγες ἡμέρες νωρίτερα εἶχε φύγει ὁ συμπατριώτης του λογοτέχνης Ἀντώνης Τραυλαντώνης. Ἐνδιαφέρον παρουσιάζουνε τὰ ποιήματα ποὺ δημοσιευθήκανε μὲ τὸ γενικὸ τίτλο «Μεσολογγίτικα». Τὰ ποιήματα αὐτὰ κινήσανε τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ λογοτεχνικοῦ κόσμου καὶ σῴζονται γράμματα πρὸς τὸν Μιλτιάδη Μαλακάση, ποὺ τὸν συγχαίρουνε καὶ τὸν ἐπαινοῦν. Μεταξὺ αὐτῶν ὁ Κ.Π. Καβάφης καὶ ὁ Νίκος Καζαντζάκης.

Ὁ Κ.Π. Καβάφης τοῦ γράφει:

«Ἀγαπητὲ μαίτρ,

(…) Φιλία κ᾿ ἐκτίμησις ἀπὸ σᾶς πολὺ μὲ συγκινοῦν.

Εἶμαι θαυμαστὴς τοῦ ἔργου σάς. Ἀπὸ τὲς ἀρχὲς τοῦ σταδίου σας μὲ ἄρεσεν ἡ ποίησίς σας. Τώρα ποὺ σᾶς γράφω –ποὺ πρώτη φορὰ ἐπικοινωνῶ κατευθείαν μαζύ σας- ζωντανεύουν μέρες παληές. Τὸ καλοκαίρι τοῦ 1903 –ὅταν ἤμουν στὰς Ἀθήνας-. Τότε εἶχαν βγεῖ ἡ «Ὧρες»: καὶ διάβαζα τοὺς λεπτούς, τοὺς ἔμορφους στίχους των. Μ᾿ ἔρχονται στὸ νοῦ κάτι χαριτωμένες περικοπὲς ἑνὸς ἄρθρου ποὺ εἶχε γράψει τότε γιὰ σᾶς ὁ Νιρβάνας, καὶ μία πολὺ συμπαθητικὴ φωτογραφία σας ποὺ ἐτύπωσαν τὰ «Παναθήναια».

Ἔκτοτε πέρασαν πολλὰ χρόνια, γράψατε ἄλλα ὡραῖα ποιήματα, γράψατε τὸ θαυμάσιο «Μπαταριᾶ», τὸν θαυμάσιο «Τάκη Πλούμα», τὸν θαυμάσιο «Μπάϋρον» κι αὔξησεν ἡ ἀγάπη μου πρὸς τὴν ποίησί σας.

Τὸ ἔργο σας ἐπιβάλλεται μονάχο του. Δὲν ἔχει καμιὰν ἀνάγκη ἀπὸ μένα. Ἀλλὰ ἁπλῶς γιὰ εὐχαρίστησι δική μου, ἀπὸ χρόνια εἶναι ποὺ μιλῶ συχνά, πολὺ συχνά, - πρὸ πάντων στοὺς νεώτερους – γιὰ τὴν ὑπέροχη συμβολὴ σὰς στὴν νεοελληνικὴ Τέχνη.

Ἀγαπητὲ μαίτρ, σὰς εὐχαριστῶ γιὰ τὸ γράμμα σάς.

Ὁ φίλος σας,

Κ.Π. Καβάφης».

Καὶ ὁ Νίκος Καζαντζάκης ὅταν βρισκότανε στὸ Παρίσι, στέλνει ἐπιστολὴ στὸν Μιλτιάδη Μαλακάση, γιομάτο νοσταλγία. Τοῦ γράφει:

«Στὸ Παρίσι ξαφνικὰ θυμήθηκα τὸ Μπαταριᾶ σας, τὸν Τάκη Πλούμα, λαχτάρισα πάλι τὴν Ἑλλάδα, σιχάθηκα τὴ Φραγκιά. Σᾶς εὐχαριστῶ, σᾶς εὐγνωμονῶ γιατὶ γράψατε τὰ τραγούδια αὐτά».

Ὁ Μιχ. Περάνθης σημειώνει γιὰ τὸ ἔργο τοῦ Μιλτιάδη Μαλακάση:

«Ἡ γνησιότητα τοῦ λυρισμοῦ του διατηρεῖ ὡς σήμερα τὴν εὐμενῆ της ἀπήχηση, ποὺ κάνει τὸν Μαλακάση ἀγαπημένο τῶν φίλων τῆς ποίησης. Γιατὶ τὰ λυρικά του νοήματα δίνονταν σὲ μία λαγαρὴ ἀποκρυστάλλωση, συνδυασμένη μ᾿ ἕναν τόνο τραγουδιστικό. Ὁ οἶστρος του εἶναι εἰλικρινὴς καὶ ἀβίαστος, ἡ συναισθηματική του προσπάθεια εὐγενικὴ καὶ ἡ μελαγχολική του διάθεση ἐναλλάσσεται μὲ τὸν ξέχειλο αὐθορμητισμὸ ἑνὸς φιλόγελου, ποὺ συλλαμβάνει νότες ζωγραφικῆς εὐθυμίας καὶ ρωμέικων καημῶν».


Ἐργοκριτικὴ στὸν Μιλτιάδη Μαλακάση,
τοῦ Γιάννη Παπακώστα

Ὁ Μαλακάσης ἀνήκει σὲ μία ποιητικὴ γενιά, ἡ ὁποία, παρ᾿ ὅλο ποὺ ἀποκαλεῖται πρώτη μεταπαλαμική, ἐντούτοις ἀποκλίνει αἰσθητὰ ἀπὸ τὴν παλαμικὴ παράδοση, ὄχι τόσο μορφολογικὰ ὅσο ὡς πρὸς τὴ θεματική της, καὶ ἡ ὁποία καθρεφτίζει μία νέα ἄποψη γιὰ τὸ ρόλο τοῦ ποιητῆ καὶ τὸ ἔργο του. Ἡ χορεία τῶν ποιητῶν ποὺ τὴν ἀπαρτίζουν ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὰ ἐθνικοϊστορικὰ καὶ πολιτισμικὰ θέματα καὶ στρέφεται στὸν ἰδιωτικὸ κόσμο τοῦ ἀτόμου. Ὁ ποιητικός της λόγος, σὲ γενικὲς γραμμές, στρέφεται στὸ ἐσωτερικὸ τοῦ ἀτόμου κι ἀπὸ κεῖ ἀντλεῖ στοιχεῖα μὲ τὰ ὁποῖα διαμορφώνει μία ποιητικὴ μὲ ἐλάσσονες τόνους, ὅπου ἐπιβιώνουν ἐπιδράσεις ἀπὸ τὸ ρομαντισμό, τὸν παρνασσισμό, τὴ σολωμικὴ ποίηση, συγχωνευμένες κάτω ἀπὸ τὴν καταλυτικὴ καὶ ἰσχυρὴ ἐπίδραση τοῦ ρεύματος τοῦ συμβολισμοῦ.

Τὸ λογοτεχνικὸ καὶ εὐρύτερα πνευματικὸ αὐτὸ ρεῦμα τοῦ τέλους τοῦ 19ου αἰῶνα ἀναζητᾷ τὸ νόημα τῆς βαθύτερης ἐσωτερικῆς ζωῆς, τὸ μυστήριο πίσω ἀπὸ τὰ φαινόμενα, τὶς ἀντιστοιχίες ἀνάμεσα στὸν ἐξωτερικὸ καὶ στὸν ἐσωτερικὸ κόσμο. Ὁ συμβολισμὸς ἄνθησε ἰδιαίτερα στὴ Γαλλία, ὅπου τὸ ἔδαφος τὸ προετοίμασαν οἱ ἀποκαλούμενοι ποιητές της παρακμῆς. Ἀπομάκρυνε τὴν τέχνη ἀπὸ κοινωνικὲς καὶ ἰδεολογικὲς σκοπιμότητες καὶ τῆς ἔδωσε τὴν αὐτονομία της, ἀφοῦ τὴν ἀπέσπασε ἀπὸ τὴν περιγραφικὴ ρητορεία, τὸ διδακτισμὸ καὶ τὸ διανοητισμό. Σύμφωνα μὲ τὸ αἰσθητικὸ ἰδεῶδες τοῦ συμβολισμοῦ, ἡ ποίηση προσκολλᾶται στὰ σύμβολα (ποὺ θεωροῦνται ὅτι ἀποκαλύπτουν κρυμμένες ἀλήθειες), στὸ ἀόριστο, στὴν σκοτεινότητα καὶ καλλιεργεῖ ὡς βασικὰ θέματα τὴ νοσταλγία τοῦ παρελθόντος, τὴ μελαγχολία, τὴν παρακμή, τὸ λυκόφως, τοὺς λαϊκοὺς καὶ θρησκευτικοὺς μύθους, τὴν ἠχοποιία, ἀκόμα καὶ τὸ μυστικισμό.

Ὁ συμβολισμὸς ἐπέφερε σημαντικὲς ἐκφραστικὲς καινοτομίες (ὅπως, ἡ δημιουργία νέων λέξεων, ἡ ἀπελευθέρωση ἀπὸ τὶς αὐστηρὲς στιχουργικὲς φόρμες), οἱ ὁποῖες ἀπορρέουν ἀπὸ τὸν ὁρισμὸ τῆς ποίησης ὡς τραγούδι, καὶ τὴν πίστη στὴ δύναμη τῆς γλώσσας νὰ δημιουργεῖ τὴ δική της πραγματικότητα.

Ἡ ἐπίδραση τοῦ εὐρωπαϊκοῦ συμβολισμοῦ, ἰδιαίτερα αἰσθητὴ σὲ ὁρισμένους ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ποιητές, τοὺς ἀπομακρύνει ἀπὸ τὸν προγενέστερα ἐκφρασμένο ρομαντισμὸ (αὐτὸν τῆς τεχνητῆς αἰσθηματολογίας στὴν καθαρευουσιάνικη ἑλληνικὴ ἐκδοχή του), τὸ νατουραλισμό, τὸν κλασικισμό, τὴ λογιότητα, τὴ στατικότητα καὶ τὰ ἰδανικὰ ἀντικειμενικότητας τοῦ παρνασσισμοῦ. Στὴν ποίησή τους ἀντανακλᾶται μία νέα κοσμοαντίληψη (μὲ τὴν ἀποτύπωσή της στὴ θεματικὴ καὶ στὴ μορφολογία τῶν ποιημάτων), ἡ ὁποία, ἀντὶ νὰ στηρίζεται στὴ διάκριση τοῦ ἐξωτερικοῦ ἀπὸ τὸν ἐσωτερικὸ κόσμο, προχωρᾷ σὲ συγκερασμό τους, στὴ βάση ἑνὸς ἄκρατου, πολλὲς φορές, ὑποκειμενισμοῦ, ὁ ὁποῖος γίνεται τὸ σταθερὸ ὑπόβαθρο τῆς νέας ποιητικῆς. Σχεδὸν σὲ ὅλους αὐτοὺς τοὺς ποιητὲς (σὲ μικρότερο ἢ μεγαλύτερο βαθμό) παρατηροῦμε νὰ παρελαύνουν, μὲ τὶς ἀτομικὲς παραλλαγές τους, τὰ θέματα, τὰ μοτίβα καὶ οἱ ποιητικοὶ τρόποι τοῦ συμβολισμοῦ. Ἔτσι, στὴ θέση τῆς ἀντικειμενικῆς παρατήρησης τοῦ ἐξωτερικοῦ κόσμου, μέσῳ μιᾶς ποιητικῆς γλώσσας, προικισμένης μὲ ἀναπαραστατικότητα καὶ ἐνάργεια (ἰδανικὸ τοῦ ρεαλισμοῦ καὶ τοῦ παρνασσισμοῦ), συναντᾶμε μία γλωσσικὴ ἔκφραση ποὺ ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὴν ἄμεση ἀναφορικότητά της καὶ προσφεύγει στὸν ὑπαινιγμό, στὴν ὑποβολή, μὲ στόχο τὴ μεταβίβαση μιᾶς ἀτμόσφαιρας συχνὰ ἀκαθόριστης καὶ ἀπροσδιόριστης, σύμφωνα μὲ διανοητικοὺς ὅρους πρόσληψης. Ἡ συγκρότηση αὐτῆς τῆς ἀτμόσφαιρας ἐπιτυγχάνεται χάρη στὴν ἀξιοποίηση στὸ ἔπακρο τῆς συνυποδηλωτικῆς λειτουργίας τῆς γλώσσας, ἡ ὁποία ἐμπλέκει ὄχι μόνο τὸ σημασιακὸ-συνειρμικό, ἀλλὰ καὶ τὸ ἠχητικὸ δυναμικό της, στὸ ὁποῖο οἱ συμβολιστὲς ἐνσκήπτουν ἰδιαίτερα, προκειμένου νὰ δώσουν στὴν ἔκφρασή τους μουσικὴ διάσταση.

Ἀναλυτικότερα, ἡ συμβολιστικὴ γλῶσσα, ἀντὶ νὰ κατονομάζει τὴν πραγματικότητα, τὴν ὑποβάλλει, τὴ διαθλᾷ καὶ τὴ μεταβιβάζει στὸν ἀναγνώστη ὡς ἀντανάκλαση μιᾶς ἐσωτερικῆς ὑποκειμενικῆς πραγματικότητας. Μέσα ἀπὸ αὐτὸ τὸ πρῖσμα, ὁ συμβολιστικὸς λόγος συνιστᾷ, σὲ κάποιο βαθμό, ἕνα πρῶτο βῆμα πρὸς τὸ μοντερνισμό, καθὼς πριμοδοτεῖ τὸ ὑποκείμενο ἔναντι τοῦ ἀντικειμένου καὶ ἀξιοποιεῖ τὴν πολυσημικὴ διάσταση τῆς γλώσσας, τόσο σὲ σημασιακὸ ὅσο καὶ σὲ μορφολογικό-ἠχητικὸ ἐπίπεδο. Αὐτὲς οἱ αἰσθητικὲς ἀρχές, ποὺ ἀντιστοιχοῦν σὲ μία ἐπανάσταση τῆς ποιητικῆς εὐαισθησίας, ἡ ὁποία ξεκίνησε μὲ τὸ ρομαντισμό, ὁδήγησαν ὁρισμένους συμβολιστὲς σὲ ἀπομακρυσμένες ἀπὸ τὸ ρεαλισμὸ ἐκφράσεις καὶ λεκτικοὺς συνδυασμούς, ἡ τόλμη τῶν ὁποίων προαναγγέλλει τὴ νεωτερικότητα.

Στὸ Μαλακάση συναντᾶμε τέτοιους τολμηρούς, καὶ ὄχι οἰκείους, γιὰ τὴν ἐποχή του, συνδυασμούς:

Ἕνα καράβι πνίγεται
Μέσα σὲ πύρινο αἷμα

ὑγρὴ φωτιὰ

Τὰ δίχτυα ἂς τρίζουν μοναχὰ τῶν ἀραχνῶν

Κι ὅταν τὸ σπίτι, στὰ θλιμμένα
Μεσάνυχτα, σιωπὴ γιομάτη
Πλέει στὸ σκοτάδι, ἀπάνω κάτω.

Ἡ ἀναπαραστατικότητα ἀντικαθίσταται ἀπὸ τὴ συμβολικὴ ὑποκατάσταση καὶ δημιουργεῖται ἕνας γλωσσικὸς κώδικας -συχνὰ κρυπτογραφικός- ὁ ὁποῖος στηρίζεται σὲ ἀντικείμενα-εἰκόνες μὲ συμβολικὲς διαστάσεις, ὄχι ὡς φορεῖς μηνυμάτων, ποὺ ἀπευθύνονται στὴ διάνοια, ἀλλὰ ὡς φορεῖς ἐντυπώσεων, ποὺ ἀναφέρονται στὴν ἐνορατικὴ σύλληψη καὶ στὴ διαισθητικότητα. Ἡ τέχνη ἀπομακρύνεται ἀπὸ ὠφελιμιστικούς, διδακτικοὺς ἢ ἠθικοπλαστικοὺς σκοπούς, καὶ προσανατολίζεται πρὸς τὸν ἴδιο της τὸν ἑαυτό, χτίζοντας, μέσα στὸ συλλογικὰ διαμορφωμένο σῶμα τῆς γλώσσας, μιὰ εἰδικὴ γλῶσσα, ἡ ὁποία ἀπευθύνεται στὴν ὑποκειμενικότητα τοῦ γράφοντος καὶ τοῦ ἀναγνώστη. Ὁ προσανατολισμὸς αὐτὸς τῆς ποιητικῆς γλώσσας ἐνσαρκώνει τὸ δόγμα ἡ τέχνη γιὰ τὴν τέχνη, στὸ ὁποῖο ἦταν ἄλλωστε προσηλωμένοι καὶ οἱ παρνασσιστὲς καὶ οἱ παρακμιακοί, ἀλλὰ τὸ προεκτείνει ἀκόμη περισσότερο: ὄχι μόνο ὡς μορφολογικὴ ἐπεξεργασία καὶ τελειότητα τοῦ στίχου, ἀλλὰ καὶ ὡς ἀνεξαρτησία ἀπὸ τοὺς καταναγκασμοὺς τοῦ πραγματικοῦ καὶ τῆς ρεαλιστικῆς ἀναπαραστατικότητας. Στὸν προσανατολισμὸ αὐτὸ ὀφείλεται καὶ τὸ χαρακτηριστικὸ ἀποτέλεσμα τοῦ ἑρμητισμοῦ, ποὺ παρατηρήθηκε στὸ συμβολισμό. Στὸ πρῶτο μανιφέστο ποὺ γράφτηκε ἀπὸ τὸν Jean Moreas (1856-1910) στὴ γαλλικὴ ἐφημερίδα Figaro, στὶς 18 Σεπτεμβρίου 1866, σὲ σύνοψη, διαβάζουμε αὐτὲς τὶς αἰσθητικὲς ἀρχές: «Ἐχθρὸς τοῦ διδακτικοῦ, τοῦ πομπώδους, τῆς ψευδοευαισθησίας καὶ τῆς ἀντικειμενικῆς περιγραφῆς, ἡ συμβολιστικὴ ποίηση ἐπιζητεῖ νὰ νιώσει τὴν ἰδέα μὲ μία αἰσθαντικὴ μορφή, ἡ ὁποία, ὡστόσο, δὲν θὰ ἦταν αὐτοσκοπός, ἀλλὰ θὰ τῆς ἦταν ὑποταγμένη, προσπαθώντας νὰ τὴν ἐκφράσει.»

Σχετικὰ μὲ τὶς γλωσσικὲς ἐπιλογὲς τοῦ Μαλακάση, συναντᾶμε συχνὰ σύνθετες καὶ παρασύνθετες λέξεις: θαλασσοδέρνεσαι, τετράξανθο, ὀνειροπλανεμένη, νυχτοπαρορίτρα, ὀνειροπλάνταχτη, δακρυοσταλαχτίτρα, πονόδαρτη, ποθοπλάνταχτος, ἀγριομάνισμα, νεραϊδογέννητες, ποροφάγγαρο, ἀλαφροδάχτυλος, χρυσοφτέρουγο, χαμηλογλέφαρη, ἀκροβλεφαρίδα, θαλασσοπινημένο, πολυφίλητοι κ.ἄ. Ἡ γλωσσοπλαστικὴ αὐτὴ συνήθεια, ποὺ υἱοθετεῖται καὶ στὶς μεταφράσεις ποιημάτων ἀπὸ τὴν ξένη λογοτεχνία, δείχνει τὴν ἐμμονὴ τοῦ Μαλακάση σὲ μιὰ ἐπιμελημένη καθαρὰ ποιητικὴ γλῶσσα, διαφορετικὴ ἀπὸ τὴ γλῶσσα τῆς καθημερινότητας. Ἡ ποιητικὴ γλῶσσα γίνεται τὸ πεδίο δεξιοτεχνικῶν γλωσσικῶν συνδυασμῶν καὶ εὐρηματικότητας. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι ὁ Μαλακάσης εἶχε καταρτίσει καὶ ἀλφαβητικὸ λεξιλογικὸ εὑρετήριο, ὅπου σημείωνε τὶς σπάνιες, κατὰ τὴ γνώμη του, λέξεις καὶ τὶς χρησιμοποιοῦσε κατὰ περίπτωση.

Στὴ δημιουργία τέτοιων λέξεων, ποὺ συνδυάζουν τὴν αἰσθητικὴ προσπάθεια γιὰ γλωσσικὴ καινοτομία μὲ τὴ συμπύκνωση τοῦ νοήματος, ἐπιδόθηκαν ἰδιαίτερα ὅσοι ποιητὲς ἐπηρεάστηκαν ἀπὸ τὸν παρνασσισμό, κυρίως ὁ Παλαμᾶς καὶ ὁ Γρυπάρης. Ὁ τελευταῖος, μάλιστα, ἔκανε ὑπερβολικὰ συχνὴ χρήση σύνθετων ἢ καὶ παρασύνθετων λέξεων, ὅπως: ζαλοφρόντισμα, νυχτοπαρορίτρα, ὀνειροξεδιαλύτρα, μακραντιλαλοῦσα κ.ἄ. Σ᾿ αὐτὸ τὸ σημεῖο ὁ Μαλακάσης ἀκολουθεῖ τὸ νῆμα τῆς προηγούμενής του ποιητικῆς παράδοσης, πού, παράλληλα μὲ τὴν ἄψογη μορφολογικὴ ἐπεξεργασία, προβάλλει καὶ τὴν ἀντίληψη τοῦ γλωσσοπλάστη ποιητῆ.

Παρακολουθώντας τὴν ποιητικὴ παραγωγὴ τοῦ Μαλακάση στὴν ἐξέλιξή της, διαπιστώνουμε ὅτι τὰ στοιχεῖα τῆς ποιητικῆς του ταυτότητας διαμορφώνονται ἤδη μὲ τὸ ξεκίνημα τῆς ποιητικῆς του φωνῆς. Μὲ τὴν ἔκδοση, δηλαδή, καὶ τῆς δεύτερης συλλογῆς φαίνεται ὅτι ἔχουν διαμορφωθεῖ ἤδη «οἱ βουλὲς τῆς ποιήσεώς του» καὶ στὴ συνέχεια ἐμπλουτίζονται ἐκφραστικά, μὲ παραλλαγές, ὡστόσο, τῶν ἴδιων περίπου θεμάτων καὶ διαθέσεων. Ἀνάμεσα στὴν πρώτη συλλογὴ Συντρίμματα, καὶ στὴ δεύτερη, Ὧρες, θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε ὅτι συντελεῖται ἡ μεγαλύτερη ἐξέλιξη, παρὰ στὴ συνέχεια τῆς ποιητικῆς του δημιουργίας. Στὰ Συντρίματα ἀφθονοῦν στοιχεῖα τῆς παράδοσης. Τοῦτο παρατηρεῖται κυρίως στὰ ποιήματα ποὺ φαίνεται νὰ εἶναι ἐμπνευσμένα ἀπὸ παραμύθια, κάτι ποὺ τοὺς προσδίδει ἕτοιμα μοτίβα πρὸς ἀξιοποίηση (δικτυωμένα γύρω ἀπὸ τὴ σχέση ἔρωτα-θανάτου) καθὼς καὶ στοιχεῖα ἀφηγηματικότητας καὶ διαλογικότητας, τὰ ὁποῖα διευκολύνουν τὴν ἀνάγνωσή τους. Τὸ ποιητικὸ ἐγὼ εἶναι λιγότερο παρόν, μὲ συνέπεια ἕναν λιγότερο προσωπικὸ τόνο, σὲ σχέση μὲ τὴν ἐξομολογητικὴ τάση ποὺ κυριάρχησε στὴν περαιτέρω πορεία τοῦ ποιητῆ. Τὸ παραμυθιακὸ στοιχεῖο (μὲ μάγους, μάγισσες, τέρατα κ.ἄ.), εἶδος βιβλικὸ στὴν καταγωγή του, θὰ ἐπιβιώσει καὶ στὴ συνέχεια, ἀλλὰ μόνον ἀποσπασματικά, καθὼς ἡ συμβολιστικὴ τάση θὰ κερδίζει ὅλο καὶ μεγαλύτερο ἔδαφος, ἀφομοιώνοντας ἔτσι τὰ προηγούμενα στοιχεῖα καὶ θὰ παραμείνει, κυρίως, γειωμένη στὸ ἐξωτερικό, φυσικὸ καὶ ἀστικὸ περιβάλλον.

* Περισσότερα γιὰ τὸ ποιητικὸ ἔργο τοῦ Μαλακάση βλ. «Μιλτιάδη Μαλακάση, Ποιήματα», εἰσαγωγὴ-φιλολογικὴ ἐπιμέλεια: Γιάννης Παπακώστας, ἐκδόσεις Πατάκης, Ἀθήνα 2005.