Γιώργος Σαραντάρης - Ποιήματα

Γιῶργος Σαραντάρης - Ποιήματα

Γιῶργος Σαραντάρης (Κωνσταντινούπολη 1908 - Ἀθήνα 1941):
ποιητής, φιλόσοφος καὶ δοκιμιογράφος.


Συλλογὴ «Σὰν Πνοὴ τοῦ Ἀέρα», 1999
Ἐπιμέλεια καὶ Ἀνθολόγηση Μαρία Ἰατροῦ.
Ἐκδόσεις ΕΡΜΗΣ, Ἀθήνα 1999.

 

Διάφορα ποιήματα

Ἡ ὁμίχλη

Ἡ ὁμίχλη βρίθει
Ἀπὸ ἀνεμῶνες

Κοίτα τὰ κλαριὰ
Τί λίμνη
Τί ἀνυπόμονη καρδιὰ
Βλέπε μέσα
Στὴ σωστὴ σταγόνα
Ποιὰ φόρα
Παίρνει τὸ παιδὶ
Ποιὰ νάρκη
Ἡ γυναῖκα

 

Ἔχω δεῖ τὸν οὐρανό...

Ἔχω δεῖ τὸν οὐρανὸ μὲ τὰ μάτια μου
Μὲ τὰ μάτια μου ἄνοιξα τὰ μάτια του
Μὲ τὴ γλῶσσα μου μίλησε
Γίναμε ἀδελφοὶ καὶ κουβεντιάσαμε
Στρώσαμε τραπέζι καὶ δειπνήσαμε
Σὰν νὰ ἦταν ὁ καιρὸς ὅλος μπροστά μας

Καὶ θυμᾶμαι τὸν ἥλιο ποὺ γελοῦσε

Πού γελοῦσε καὶ δάκρυζε θυμᾶμαι

 

Ἄλλοτε η θάλασσα...

Ἄλλοτε ἡ θάλασσα μᾶς εἶχε σηκώσει στὰ φτερά της
Μαζί της κατεβαίναμε στὸν ὕπνο
Μαζί της ψαρεύαμε τὰ πουλιὰ στὸν ἀγέρα
Τὶς ἡμέρες κολυμπούσαμε μέσα στὶς φωνὲς καὶ τὰ χρώματα
Τὰ βράδια ξαπλώναμε κάτω ἀπ᾿ τὰ δέντρα καὶ τὰ σύννεφα
Τὶς νύχτες ξυπνούσαμε γιὰ νὰ τραγουδήσουμε
Ἦταν τότε ὁ καιρὸς τρικυμία χαλασμὸς κόσμου
Καὶ μονάχα ὕστερα ἡσυχία
Ἀλλὰ ἐμεῖς πηγαίναμε χωρὶς νὰ μᾶς ἐμποδίζει κανεὶς
Νὰ σκορπᾶμε καὶ νὰ παίρνουμε χαρὰ
Ἀπὸ τοὺς βράχους ὡς τὰ βουνὰ μᾶς ὁδηγοῦσε ὁ Γαλαξίας
Καὶ ὅταν ἔλειπε ἡ θάλασσα ἦταν κοντὰ ὁ Θεός

 

Ὄνειρο

Σὰν ἄσπρο σύννεφο
ἡ σκιά σου σκεπάζει τὸν ὕπνο
ποὺ σ᾿ ἕνα δυσεύρετο παράδεισο κοιμᾶμαι·
ἀκούω πὼς τραγουδᾶς κάτω ἀπ᾿ τὸν ἥλιο,
μὰ μὲς στὴ φωνή σου λιγώνω
καὶ δὲ βλέπω τὸν οὐρανό

 

Ἡ ποίηση

(Πρόλογος)

Δὲ μπορῶ νὰ βρῶ πιά, τί θέλει νὰ πεῖ ποίηση. Μοῦ διαφεύγει. Τὸ ἤξερα, ἀλλὰ τώρα μοῦ διαφεύγει. Ἂν κάποιος μοῦ ρωτήσει αὐτὴ τὴ στιγμή, θὰ ντροπιαστῶ. Γιατὶ ἐξακολουθῶ νὰ εἶμαι ἐνδόμυχα βέβαιος πὼς ἡ ποίηση εἶναι μιὰ οὐσία, ἀπαράλλαχτα ὅπως καὶ ἡ ζωή. Καὶ κρύβω, κρύβομαι, κάτι κρύβω, ἀπὸ κάποιον κρύβομαι. Σὰ ν᾿ ἀρχίζω νὰ γίνομαι τρελός, καὶ νὰ ντρέπομαι.

Ἀλλὰ ἡ ποίηση; Κάποιος θὰ σταθεῖ ἱκανὸς νὰ πεῖ στοὺς ἄλλους, ὄχι σ᾿ ἐμένα ποὺ ἂν καὶ τὸ ξέρω φεύγω, τί εἶναι ποίηση!

 

Ψυχή

Συνείδηση φανέρωμα συγκίνησης
περιπαίζεις τὴν ὕπαρξη

Οἱ ἀγάπες τοῦ χρόνου
συχνάζουν τὰ τοπία σου
τρέμεις στὰ φύλλα τοῦ εἶναι
γεμίζεις τὸ σύμπαν
δὲν ξέρεις φυγὴ
ποθεῖς ταξίδια

Στὶς πλάτες σου φτερουγίζει ὁ κόσμος
φῶς σὲ λούζει ὁ ἥλιος.

 

Ὁ ὕπνος μέσα στὰ μάτια...

Ὁ ὕπνος μέσα στὰ μάτια κελαηδᾶ
Σὰν νὰ ἦταν τὸ νερὸ τῆς βρύσης
Σὰν νὰ ἦταν ὁ βοσκὸς τοῦ παραμυθιοῦ
Ποὺ ἔτρεφε γένια ὁλόασπρα
Καὶ μάζευε παιδιὰ νὰ τὰ στείλει στὸν οὐρανὸ
Νὰ τὰ δεῖ ἐκεῖ πρὶν αὐτὸς ἀποθάνει

 

Μιλῶ...

Μιλῶ γιατὶ ὑπάρχει ἕνας οὐρανὸς ποὺ μὲ ἀκούει
Μιλῶ γιατὶ μιλοῦν τὰ μάτια σου
Καὶ δὲν ὑπάρχει θάλασσα δὲν ὑπάρχει χώρα
Ὅπου τὰ μάτια σου δὲ μιλοῦν

Τὰ μάτια σου μιλοῦν ἐγὼ χορεύω
Λίγη δροσιὰ μιλοῦν κι ἐγὼ χορεύω
Λίγη χλόη πατοῦν τὰ πόδια μου
Ὁ ἄνεμος φυσᾶ πού μᾶς ἀκούει

 

Ἀπὸ τό «ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ»

Ἔφυγε ἡ ζωή μας ἢ ἔφυγαν πουλιὰ ἀπ᾿ τὴν παλάμη τοῦ Θεοῦ;

Τράβηξαν τουφεκιὲς νὰ τὰ σκοτώσουν
Ἡ ζωή μας ἔγινε ὡραιότερη
Τόσο ποὺ μοιάζει μὲ ἄστρο ὅταν τὴν κοιτάξω
Καὶ δὲν μπορῶ νὰ τὴν κατεβάσω στὸ γιαλὸ
καὶ νὰ τὴν κάμω πλοῖο

Ὢ περιστέρι τῆς ψυχῆς πήγαινε στὸ καλὸ
Πήγαινε τώρα μὲ τὸ μελτέμι
Καὶ φίλησέ μου ὅσα μαργαριτάρια συναντήσεις
Ἂν δὲν μὲ βλέπεις μὴ φοβᾶσαι θὰ γιορτάζω μαζί σου
Στὸ ταξίδι μας θὰ σηκώσουμε τὰ νερὰ τῆς θάλασσας
Νὰ εὐλογήσουν ὅ,τι ἀγαπήσαμε καὶ ὅ,τι δὲν ξεχνᾶμε πιὰ

Σὲ περιβόλι ἄραξε τὸ περιστέρι
Σὲ περιβόλι ἄραξε ἡ ψυχή μου
Λοιπὸν θυμᾶμαι τώρα τὸ καλοκαῖρι τῆς ζωῆς μου
Σὰν νὰ ἤσουνα ἐσὺ ἡ μόνη ἄνοιξη τῆς γῆς
Σὲ ἀντικρίζω ὢ ἡμέρα τῆς γέννησής μου.

[…]
Ὅποιος φέρνει τὴ θάλασσα στὴν ἀγκαλιά του
Εἶναι σὰ νὰ μὴν ὑποφέρει ἀπὸ βάρος
Εἶναι σὰ νὰ μὴ ντρέπεται ποὺ πηγαίνει μὲ τὸν ἀγέρα
Εἶναι σὰ νὰ κρατάει ὁλάκερη τὴ γῆ μέσα στὸ βλέμμα
Νὰ τραγουδάει μέσα στὴ νύχτα
Καὶ νὰ τοῦ γίνεται ἡ νύχτα μητέρα
Νὰ τραγουδάει μέσα στὸν ἥλιο
Καὶ ν᾿ ἀγαπάει μία γυναῖκα
Ποὺ τὴ νομίζει βρέφος
Νὰ τραγουδάει μέσα στὸν ἄνεμο
Κι ἔτσι νὰ χάνει καὶ νὰ κερδίζει τὴ φωνή του

 

Δύο τραγούδια τῆς Ἄνοιξης

Ι

Μοῦ φαίνεται, πὼς ἡ ἄνοιξη
Σὰν κελαηδᾶ μὲ τρέμει
Μὴν τῆς ζητήσω ἕνα σκοπὸ
Νὰ δώσει τοῦ ἔρωτά μου
Μὴν τῆς ζητήσω ἕνα φιλὶ
Νὰ σοῦ φιλήσω τὴν καρδιὰ
Νὰ σοῦ χαρίσω δυὸ φτερὰ
Καὶ νὰ σὲ δῶ δικιά μου

ΙΙ

Ἔλα νὰ δεῖς τὴν ἄνοιξη ποὺ περπατάει
Ποὺ μὲ τὰ σύννεφα ἀγκαλιὰ μᾶς χαιρετάει
Ἔλα νὰ δεῖς τὴν κόρη μου πῶς ἔγινε μεγάλη
Καὶ τραγουδάει μὲ μιὰ φωνὴ ποὺ δὲν ἦταν δικιά της

Καὶ τραγουδάει μ᾿ ἕνα παλμὸ ποὺ εἶναι τοῦ κόσμου ὅλου
Σὰν νὰ βρέχει τὰ χείλια της στὴ βρύση τ᾿ οὐρανοῦ
Σὰν νὰ πετάει ἡ καρδούλα της μὲ κάθε χελιδόνι
Καὶ νὰ μὴν ξέρει ἡ ἄνοιξη ἂν εἶν᾿ δικιά της κόρη!

 

Ἦταν γυναίκα, ἦταν όνειρο...

«J'i cueilli ce brin de bruyère»
G. Apollinaire

Ἦταν γυναῖκα ἦταν ὄνειρο ἤτανε καὶ τὰ δυὸ
Ὁ ὕπνος μ᾿ ἐμπόδιζε νὰ τὴ δῶ στὰ μάτια
Ἀλλὰ τῆς φιλοῦσα τὸ στόμα τὴν κράταγα
Σὰν νὰ ἦταν ἄνεμος καὶ νὰ ἦταν σάρκα
Μοῦ ῾λεγε πὼς μ᾿ ἀγαποῦσε ἀλλὰ δὲν τὸ ἄκουγα καθαρὰ
Μοῦ ῾λεγε πὼς πονοῦσε νὰ μὴ ζεῖ μαζί μου
Ἦταν ὠχρὴ καὶ κάποτε ἔτρεμα γιὰ τὸ χρῶμα της
Κάποτε ἀποροῦσα νιώθοντας τὴν ὑγεία της σὰν δική μου ὑγεία

Ὅταν χωρίζαμε ἤτανε πάντοτε νύχτα
Τ᾿ ἀηδόνια σκέπαζαν τὸ περπάτημά της
ἔφευγε καὶ ξεχνοῦσα πάντοτε τὸν τρόπο τῆς φυγῆς της
Ἡ καινούρια μέρα ἄναβε μέσα μου προτοῦ ξημερώσει
Ἦταν ἥλιος ἦταν πρωὶ ὅταν τραγουδοῦσα
Ὅταν μόνος μου ἔσκαβα ἕνα δικό μου χῶμα
Καὶ δὲν τὴ σκεφτόμουνα πιὰ ἐκείνη

 

Τῆς Ὕπαρξης

Ὕπαρξη,
Δῶρο στὴν ἁγνή μας οὐσία
Γέλιο ποὺ χαράζει
Τὴν παντοτινὴ νύχτα
Πάνω στὶς λεῦκες
Ἀπαράτησε τὸ στεφάνι σου

Φέρε στὸ κοιμισμένο δάσος
Τὸ θρόισμα τοῦ ὀνείρου,
Ποὺ ἐμᾶς τοὺς σιωπηλοὺς
Ἐξύπνησε

 

Πάλι ὁ οὐρανός...

Πάλι ὁ οὐρανὸς ἀνοίγει ἐδῶ τὴν πύλη.

Πάλι σηκώνει τὴ σημαία
Ἐμεῖς μπαίνουμε χωρὶς φόβο
Τὰ μάτια τὰ πουλιὰ μαζί μας μπαίνουν
Ἀστράφτει ἡ πολιτεία ἀστράφτει ὁ νοῦς μας
Ἡ φαντασία τοὺς κήπους πλημμυράει
Εἶναι παιδιὰ ποὺ στέκονται στὶς βρύσες
Κορυδαλλοὶ στοὺς ὄρθρους ἀκουμπᾶνε
Στὶς λεμονιὲς ἄγγελοι χορτάτοι
Εἶναι ἀηδόνια ποὺ παντοῦ ξυπνᾶνε
Φλογέρες παίζουν ἔντομα βουίζουν
Εἶναι τραγούδια ἡ στάχτη τῶν νεκρῶν
Καὶ οἱ νεκροὶ κάπου ἀναγεννιοῦνται πάλι
Ὁλοῦθε μᾶς μαζεύει ὁ Θεὸς
Ἔχουμε χέρια καθαρὰ καὶ πᾶμε.

 

Δὲν εἴμαστε ποιητές

Δὲν εἴμαστε ποιητὲς
Σημαίνει ἐγκαταλείπουμε τὸν ἀγῶνα
Παρατᾶμε τὴ χαρὰ στοὺς ἀνίδεους
Τὶς γυναῖκες στὰ φιλιὰ τοῦ ἀνέμου
Καὶ στὴ σκόνη τοῦ καιροῦ
Σημαίνει πὼς φοβόμαστε
Καὶ ἡ ζωή μας ἔγινε ξένη
Ὁ θάνατος βραχνάς.

 

Μόλις πεθάνει

Μόλις πεθάνει
Ἡ ἀγάπη
Θέλει σιωπὴ μεγάλη
Γιὰ νά ῾βρει στὴν ἄκρη τοῦ πόνου
Τὴν περίφημη λίμνη
Τὴ λήθη.

 

Ἔπος

Φύλλα δέντρου
Φτερὰ πουλιοῦ
Ἄνεμος
Ἔπειτα θάλασσα
Κύματα
Χρόνος γαλάζιος
Ὁρίζοντες παντοῦ
Καὶ μπροστά μας
Ὁ οὐρανός

 

Εἶναι μία γυναῖκα

Εἶναι μία γυναῖκα καὶ τραγουδᾷ
Θὰ γίνω σὰν τὴ θάλασσα ποὺ βρέχει τὴ ζωή μας
Θὰ γίνω περιστέρι
Θὰ γίνω σὰν τὴ θάλασσα ποὺ εἶναι πάντα μπροστά μου
Καὶ μ᾿ ἀκλουθᾷ ὅταν περπατῶ
Καὶ μ᾿ ἀκλουθᾷ ὅταν κλαίω
Καὶ μὲ παρηγορεῖ τὴν ὥρα ποὺ δὲν φταίω
Τὴν ὥρα ποὺ τὴν πατρίδα μου νείρομαι
Τὸν ἔρωτα ἢ τὴ χαμένη ἀγάπη.

 

Νὰ κοιμᾶσαι νηστικός

Νὰ κομᾶσαι νηστικός σὲ μία σοφίτα
Νὰ εἶσαι ὁ τεμπέλης τοῦ σπιτιοῦ
Νὰ γίνεσαι σκουπίδι
Ὅταν ἀνοίγεται ἕνα λερωμένο στόμα
Θὰ σηκώσω τὸ γιακὰ
Γιὰ νὰ φύγω σὰν ἕνας λῃστὴς
Ἀπὸ τὸ δικό μου σπίτι
Θὰ κοιμηθῶ στοὺς δρόμους
Γιὰ νὰ νιώσω ὁλάκερη τὴν πολιτεία
Νὰ τουρτουρίζει μαζί μου
Στὸ παλτό μου ἔχω ἕνα λεκὲ
Ἀλλὰ εἶναι καλὸ ποὺ δὲν τὸν βλέπω
Θὰ τὸ ξαπλώσω χάμω
Καὶ θὰ στρωθῶ πάνω του
Νὰ πιῶ λίγη βραδυὰ
Στὴ γωνιὰ τοῦ ἔρημου κήπου
Θὰ αἰστανθῶ τὴ σελήνη
Ὅπως δὲν αἰστάνθηκα τίποτε
Στὴ ζωή μου
Θὰ τὴν αἰστανθῶ στὰ χείλια μου
Σὰν ἕνα ἀχλάδι
Στὰ μάγουλα
Σὰν ἄλλα μάγουλα.

 

Τοῦ χρόνου ἀνάγλυφη εἰκόνα

Δὲν ὀνειρεύτηκα ποτὲ τὸ χρόνο
Καὶ τὴ συντροφιά του
Μήτε τὴν ἀπουσία τοῦ ὀσφράνθηκα ποτὲ
Σὲ κάποιο ἐλάχιστο ἡδονικό μου ὕπνο

 

Ἀέρινη Λεπτὴ Ἀνάλαφρη

Θυμᾶμαι. Θέλω καὶ θυμᾶμαι
Ἡ ἀνάμνηση, μὲ τὴν ἀνατροφή,
ἀέρινη λεπτὴ γίνεται ἡδονή·
βασανισμένη, γοητεύει τὰ δάκρυά της
μὲ χαμογέλια· εἶναι
κι αἰσθάνεται τὸν ἑαυτὸ τῆς ἡδονὴ
ἀέρινη λεπτή, ἀνάλαφρη...

 

Ἐαρινό

Ἀπὸ ἕνα θαῦμα
Ἀπὸ ἕνα πρόσωπο πρωίας
Παίρνεται ὁ θυμός μου

Νοσταλγοῦσε τὴ νύχτα
Τὸν ὕπνο σὰ μιὰ ἐλεύθερη σιωπὴ
Τώρα ὀρέγεται τὸ ρέμα
Τὸν ἥλιο τὴ σπηλιά!

 

Νύφη

Νύφη μας ἔρχεται ἡ χαρὰ
Τὸ πρωτοβρόχι ἀνθίζει
Στήνουν χορὸ στὴ γειτονιὰ τ᾿ ἀηδόνια
Φέρνουν τραγούδια οἱ κομψὲς νεράιδες τοῦ νεροῦ
Μάλαμα γίνονται οἱ στοχασμοὶ
Μάλαμα οἱ κουβέντες
Ἀποστηθίζουν τὰ φιλιὰ
Οἱ ποιητὲς κι οἱ κοπέλες
Λαχανιασμένα κάποιος φτάνει στὴ γιορτὴ
Καὶ εἶναι ὁ χρόνος μὲ αὐλό

 

Ὁ ἄνεμος καὶ ἡ ἄνοιξη

Ὁ ἄνεμος ρέει μέσα στὴν καρδιά μας
Σὰν οὐρανὸς ποὺ ἔχασε τὸ δρόμο
Δέντρα προσπαθοῦν νὰ τοῦ δέσουν τὰ χέρια
Ἀλλὰ μάταια κοπιάζουν

Ὁ ἄνεμος ἀναπνέει μέσα στὴν καρδιά μας
Σὰν στρατὸς ποὺ ὁρμάει στὸν ἀγῶνα
Τὸν καλωσορίζει ἡ ἄνοιξη στὴν κοιλάδα
Τὸν χαιρετᾶνε τ᾿ ἀρώματα τῆς γῆς

Ἡ ἄνοιξη εἶναι μία παρθένα ποὺ δὲν τὴν ξέραμε
Καὶ ὅλους μᾶς φίλησε μὲ θάρρος προτοῦ τὸ ζητήσουμε
Τώρα ἀγκαλιάζει τὸν ἄνεμο καὶ κάνει σὰν τρελὴ
Κι ἀναγκάζει κι ἐμᾶς νὰ τὸν ἀγαπήσουμε

 

Ὁ λίγος χρόνος τῶν πουλιῶν

Μέσα στὸν ἀπέραντο οὐρανὸ
Ὁ λίγος χρόνος τῶν πουλιῶν
Εἶναι λύπη;
Εἶναι χαρά;
Τὸ φῶς ἔρχεται
Ἐκλέγει τὰ πουλιὰ
Τὸ φῶς δὲν καταστρέφει
Ἀνάμεσά μας πάντοτε ἕνας
Ἐκεῖνος ποὺ μαθαίνει τὰ νιάτα τ᾿ οὐρανοῦ
Καὶ ποὺ πετάει μὲ τὰ πουλιὰ
Μέσα στὸν αἰθέρα.

(24.5.1936)

 

Γιατὶ τὸν εἴχαμε λησμονήσει

Μπορεῖ ἕνας ἀπὸ μᾶς ν᾿ ἀγαπήσει μία γυναῖκα;
Ἂς βγεῖ ἔξω
Ἂς περπατήσει πρὸς τὴ θάλασσα
Ἂς τραγουδήσει
Ἀπὸ τὰ κύματα θ᾿ ἀνθίσουν γυναῖκες
Ὄχι μοναχὰ γιὰ κεῖνον ποὺ τραγουδᾷ
Ἀλλὰ γιὰ ὅλους μας
Ὅλοι θὰ μάθουμε ξανὰ τὸν ἔρωτα
Σὰν νὰ μὴν τὸν ξέραμε ποτὲ
Σὰν νὰ τὸν εἴχαμε λησμονήσει
Γιατὶ τὸν εἴχαμε λησμονήσει

(19.6.1938)

 

Ἀκόμα δὲν μπόρεσα...

Ἀκόμα δὲν μπόρεσα νὰ χύσω ἕνα δάκρυ
πάνω στὴν καταστροφὴ
δὲν κοίταξα ἀκόμα καλὰ τοὺς πεθαμένους,
δὲν πρόφτασα νὰ δῶ πὼς λείπουνε
ἀπὸ τὴ συντροφιά μου,
πὼς ἔχασαν τὸν ἀέρα ποὺ ἐγὼ ἀναπνέω
καὶ πὼς ἡ μουσικὴ τῶν λουλουδιῶν,
ὁ βόμβος τῶν ὀνομάτων ποὺ ἔχουνε τὰ πράγματα
δὲν ἔρχεται στ᾿ αὐτιά τους·
ἀκόμα δὲν χλιμίντρισαν τ᾿ ἄλογα
ποὺ θὰ μὲ φέρουν πλάι τους.
Νὰ τοὺς μιλήσω,
νὰ κλάψω μαζί τους
καὶ ὕστερα νὰ τοὺς σηκώσω ὄρθιους·
ὅλοι νὰ σηκωθοῦμε σὰν ἕνας ἄνθρωπος,
σὰν τίποτα νὰ μὴν εἶχε γίνει
σὰν ἡ μάχη νὰ μὴν εἶχε περάσει πάνω ἀπὸ τὰ κεφάλια μας.

 

Πνοή

Ἕνας οὐρανὸς ἀνασαίνει γιὰ σᾶς,
ματάκια μου,
τώρα ποὺ ἀπομείνατε ὀρφανὰ
ἀπὸ κάθε καημό,
καὶ ἀγκαλιάζετε μονάχα ἕνα χρῶμα

 

Πρόλογος

Στοὺς φίλους μου

Κόβεται ἡ δική μας ἀναπνοή,
χάνεται ὁ χρόνος, παιδιά·
σὲ φωνὴ μοιάζει
ποὺ ζύγωσε
μᾶς προσπέρασε
μὰ δὲν ἀκούστηκε,
κι ἕνας ἀπὸ μᾶς, ὁ πιὸ καλός,
ἐλπίζει ἀκόμα
ἀλλὰ ντρέπεται νὰ τὸ πεῖ...

 

Σελήνη

Ἀπὸ ἕνα θαῦμα
Ἀπὸ ἕνα πρόσωπο πρωίας
Παίρνεται ὁ θυμός μου

Σελήνη ἀθρόα παρουσία
Ἑλένη ἡ καμπύλη τοῦ κόσμου
M᾿ ἐβένινη σημασία
Ἡ πύλη ἀνοίγει στὸν ξένο
Στ᾿ ἀγέρι
T᾿ ἀλέτρι ὀργώνει τὸν κάμπο
Ἐκεῖ ποὺ δὲ βλέπει ἡ καρδιὰ

Βελάζουν τ᾿ ἀστέρια στὴν κρύπτη

 

Ταξίδι

Κάτω ἀπὸ ἕνα πεῦκο
Ὁ ἀγέρας δὲ φυσοῦσε
Τραγούδαγε τὸν ὕπνο
Μιὰ κοπέλα

Κάτω ἀπὸ τὸν ὕπνο
Ἡ ἀναπνοὴ μᾶς φύλαγε
Ἡ αὐγὴ
Νὰ περάσει τὸ ρέμα

Ἦταν νύχτα
Ποιὸς ξέρει
Ἂν δὲ γεννηθήκαμε
Τότε

Σὰν κλείνουμε τὰ μάτια
Φοβούμαστε καὶ τώρα
Μήπως γίνουμε ξένοι
Ὁ ἕνας στὸν ἄλλο

Ἀλλὰ τότε δὲν ἔφταιγε
Παρεκτὸς ἡ καρδιά μας
Μᾶς ἀγαποῦσε ἡ θάλασσα
Μᾶς ἀγαποῦσε ὁ ὕπνος

Σήμερα ἡ μπόρα πέρασε
Θὰ μᾶς σηκώσει ὁ Θεὸς
Θὰ μᾶς φιλήσει
Θὰ γίνουμε παιδιά του

Πάνω στὴ χλόη
Ὁ στοχασμός μας τρέχει
Μελαγχολεῖ σὰ μέλισσα
Μελαγχολεῖ καὶ πάει

Καὶ καβαλάρης ὁ ἄνεμος
Μπροστὰ τοῦ περπατάει
Καὶ χαιρετάει τὰ σύννεφα
Καὶ ἀψηφᾷ τὴ γῆ

 

Τῆς ἀκριβὴς ρέμβης

Ἀπὸ μία θύμηση περάστηκε ὁ ὕπνος
Ἀπὸ τὴν ἄνοιξη βγήκαμε στὸ καλοκαίρι,
Ἥρωες τῆς ἀκριβῆς ρέμβης,
Καὶ δὲν ἀπόρησε ὁ νοῦς μας
Δὲ σπάσαμε κέφι καὶ καρδιὲς
Ὅπως μυθέσκετο ἡ ψυχή μας·
Τεντωμένοι καθ᾿ ὅλη μας τὴν ὕπαρξη
Ἀκούσαμε νὰ πέφτει ἡ ἀνατριχίλα
Τοῦ χρόνου,
Δὲν εἴδαμε παρὰ τὴν Πλάση μοναχὴ
Νὰ βόσκει τὴν ὄμορφη γοητεία της
Στὴν ἅπλα ποὺ τῆς δώρησε ὁ Θεὸς
Ξεφάντωμα ἐξαίσιο

 

Τῆς ὀμορφιᾶς

Ἡ πιὸ γλυκιὰ παρθένα
Στολίζει τὸ δωμάτιο
Εὐφραίνει τὴν περισυλλογὴ

Ἂς ποῦμε πὼς εἴμαστε εὐτυχεῖς

Κι εἶναι ἡ σειρά μας
Νὰ βρεθοῦμε ἀθάνατοι,
Νὰ φιλήσουμε τὴν ὀμορφιὰ
Στὰ χείλη
Καὶ στὸ λεπτό της φόρεμα

 

Φιλίες

Στὸν Ἀναστάσιο Δρίβα

Ὁ ἀγαπημένος οὐρανὸς
τόσο ἀφελὴς τόσο ἀγαθὸς
μὲ τὸ ἄπλετό του φῶς μᾶς ἐνοχλεῖ·
δὲ συγχωρεῖ
νὰ ἐρωτευτοῦμε τὴ ζωή,
μὲ προθυμία

 

Πάλι...

Πάλι ὁ οὐρανὸς ἀνοίγει ἐδῶ τὴν πύλη
Πάλι σηκώνει τὴ σημαία
Ἐμεῖς μπαίνουμε χωρὶς φόβο
Τὰ μάτια τὰ πουλιὰ μαζί μας μπαίνουν
Ἀστράφτει ἡ πολιτεία ἀστράφτει ὁ νοῦς μας
Ἡ φαντασία τοὺς κήπους πλημμυράει
Εἶναι παιδιὰ ποὺ στέκονται στὶς βρύσες
Κορυδαλλοὶ στοὺς ὄρθρους ἀκουμπᾶνε
Στὶς λεμονιὲς ἄγγελοι χορτάτοι
Εἶναι ἀηδόνια ποὺ παντοῦ ξυπνᾶνε
Φλογέρες παίζουν ἔντομα βουίζουν
Εἶναι τραγούδια ἡ στάχτη τῶν νεκρῶν
Κι οἱ νεκροὶ κάπου ἀναγεννιοῦνται πάλι
Ὁλοῦθε μᾶς μαζεύει ὁ Θεὸς
Ἔχουμε χέρια καθαρὰ καὶ πᾶμε

 

Ἡ καρδιά μας

Ἡ καρδιά μας εἶναι ἕνα κῦμα ποὺ δὲν σπάει στὴν ἀκρογιαλιά. Ποιὸς μαντεύει τὴ θάλασσα, ἀπ᾿ ὅπου βγαίνει ἡ καρδιά μας; Ἀλλὰ εἶναι ἡ καρδιά μας ἕνα κῦμα μυστικό, χωρὶς ἀφρό. Βουβὰ πιάνει μία στεριά. Καὶ ἀθόρυβα σκαλίζει τὸ ἀνάγλυφο ἑνὸς πόθου, ποὺ δὲν ξέρει ἀπογοήτευση καὶ ἀγνοεῖ τὴν ἡσυχία.