Γεώργιος Ζαλοκώστας - Ποιήματα

Ἕλληνας ποιητὴς (1805, Συρράκο Ἰωαννίνων - 3 Σεπτεμβρίου 1858, Ἀθήνα)



Ὁ Ῥήγας

Ἑορτὴν τῶν Χριστουγέννων
Θεσσαλοὶ ἐλειτουργοῦντο
Εἰς χωρίον μονωμένον,
Εἰς ἀπόκεντρον ναόν,
Προσκυνοῦντες ἕνα μόνον,
Τρισυπόστατον Θεόν!

Τελειών᾿ ἡ λειτουργία·
Καὶ χαρμόσυνοι ἐξῆλθαν
Χωρικοί, πλὴν ἀγγαρεία
Τοὺς προσμένει ποταπή·
Τὸν ναὸν εἶχαν ζωσμένον
Ὁπλοφόρσι ἀγριωποί!

Ἐποχὴ μακρᾶς δουλείας!
Εὐπρεπῶς ἐνδεδυμένος
Ἦλθε τότε νεανίας,
Νὰ ἰδῆ τοὺς συγγενεῖς.
Δὲν τοῦ εἶπαν «καλῶς ἦλθες»,
Δὲν τὸν φίλησε κανείς!...

Μὲ τὴν μάστιγα δαρμένοι
Εἰς ἓν ρεῦμα βορβορῶδες
Ἐπερνοῦσαν φορτωμένοι
Ὡσὰν κτήν᾿ οἱ χωρικοί!
Καὶ ὁ νέος λυπημένος
Τοὺς ἐκύτταζεν ἐκεῖ.

Καὶ ἰδοὺ τὸν πλησιάζει
Βάρβαρος μαστιγοφόρος
Καὶ λοξά, λοξὰ κυττάζει
Καὶ τοῦ λέγει μὲ ὀργήν:
«Σκῦψε κάτω καὶ φορτώσου,
Σκῦψε, κτῆνος, εἰς τὴν γῆν!»

Ῥίπτει πλῆρες νομισμάτων
Ἓν βαλάντιον ὁ νέος.
Ἀλλ᾿ ὁ βάρβαρος φρυάττων
Τὸν ὠθεῖ ἀγριωπὰ
Καὶ τοῦ δείχνει τὸ φορτίον
Καὶ τὴν μάστιγα κτυπᾷ.

Φορτωμένος σάκκον σίτου,
Κολλημένος εἰς τὴν λάσπην,
Ἐσταμάτα· κ᾿ ἡ ψυχή του,
Πνιγομένη εἰς τὸν θυμόν,
Ἕνα ἔχυσε μ᾿ ὀδύνην
Ἀπ᾿ τὰ βάθη στεναγμόν.

Ὅσ᾿ οἱ κόκκοι τοῦ φορτίου,
Τόσους ὄφεις θὰ σκορπίσω
Εἰς τὰ σπλάγχνα τοῦ θηρίου,
Ποὺ μὲ νύχια σκληρά,
Πρὸ τριῶν μακρῶν αἰώνων
Μᾶς σπαράττει τὰ πλευρά!

Καὶ τὴν αὔριον μὲ πήραν
Καὶ μὲ ράσον καλογήρου
Ἐπλανὰτο κρούων λύραν
Μὲ χορδὰς μεγάλας τρεῖς·
Καὶ χορδαὶ τῆς λύρας ἦσαν:
Δόξα, Πίστις καὶ Πατρίς.

Οὕτως ἤρχισε νὰ ψάλλῃ !
Κι ἐδυνάμωνε τὸν ψάλτην
Ὁ θυμός, δι᾿ οὗ προσβάλλει
Ὁ μικρὸς τοὺς δυνατούς,
Ὁ θυμός, ποὺ μεγαλώνει
Τοῦ Θεοῦ τοὺς ἐκλεκτούς.

Αὐτὸς ἔρριψε τοὺς σπόρους,
Ὅπου σήμερον ἀνθίζουν·
Ἀλλ᾿ ἀπ᾿ ἄνδρας αἱμοβόρους
Εὗρε βάσανα σκληρὰ
Κ᾿ ἐκυλίσθη αἱματωμένος
Εἰς τοῦ Ἴστρου τὰ νερά.

Διαβάται τώρ᾿ ἀκόμη
Ἀσκεπεῖς στὸ Βελιγράδι
Σκύπτουν καὶ φιλοῦν τὸ χῶμα
Καὶ τὴν ἄμμον τῆς ἀκτῆς,
Ὅπου ἔπεσεν ὁ Ρήγας
Ὁ Τυρταῖος ποιητής.


Τὸ φίλημα

Μιὰ βοσκοποῦλα ἀγάπησα,
μιὰ ζηλεμένη κόρη
καὶ τὴν ἀγάπησα πολὺ
ἤμουν ἀλάλητο πουλί,
δέκα χρονῶν ἀγόρι.

Μιὰ μέρα ποὺ καθόμαστε
στὰ χόρτα τ᾿ ἀνθισμένα,
-Μάρω, ἕνα λόγο θὰ σοῦ πῶ,
Μάρω, τῆς εἶπα, σὲ ἀγαπῶ,
τρελαίνομαι γιὰ σένα.

Ἀπὸ τὴ μέση μὲ ἅρπαξε,
μὲ φίλησε στὸ στόμα
καὶ μοῦ ᾿πε: Γιὰ ἀναστεναγμούς,
γιὰ τῆς ἀγάπης τοὺς καημοὺς
εἶσαι μικρὸς ἀκόμα.

Μεγάλωσα καὶ τὴν ζητῶ...
ἄλλον ζητᾷ ἡ καρδιά της
καὶ μὲ ξεχνάει τ᾿ ὀρφανό...
Ἐγὼ ὅμως δὲν τὸ λησμονῶ
ποτὲ τὸ φίλημά της.


Ἡ ἀναχώρησή της

Ξυπνῶ καὶ μοῦ ᾿παν ἔφυγεν
ἡ κόρη π᾿ ἀγαποῦσα
καὶ κατεβαίνω στὸν γιαλὸ
τὴ θάλασσα παρακαλῶ
τὴν πικροκυματοῦσα.

Ἐγὼ τὰ πρωτοδέχτηκα
τ᾿ ἀφράτα της τὰ κάλλη
μοῦ ῾πε ἕνα κῦμα - καὶ γι᾿ αὐτὸ
μὲ πόθο καὶ μὲ γογγυτὸ
φιλῶ τὸ περιγιάλι.

Τὰ μάτια της ἐρώτησα
μὴν ἦταν δακρυσμένα
Ἕνα ἄλλο κύμα μοῦ μιλεῖ
- σὰν τὸ χαρούμενο πουλὶ
ποῦ πήγαινε στὰ ξένα.

Τὸ τρίτο κῦμα ἐρώτησα
ἐμὲ γιατί ν᾿ ἀφήσει;
Νὰ κλαίω καὶ νὰ λαχταρῶ
περνάει τὸ κύμα τὸ σκληρὸ
χωρὶς νὰ μοῦ μιλήσει.


Ρόδον καὶ χορτάρι

Ἕνα λουλούδι, ὅπου κυρτὸ τὸν ἥλιο ἀκολουθοῦσε
- Ἥλιος ἐλέγονταν κι αὐτὸ -
εἰς ἕνα κῆπο φουντωτὸ
τριανταφυλλιὰ ἀγαποῦσε.

-Ἔλα νὰ γίνωμε τὰ δύο ζευγάρι ταιριασμένο,
ἔλα, τριανταφυλλιὰ χρυσή,
γιατ᾿ εἶσαι μυρωδάτη ἐσύ,
κ᾿ ἐγὼ καμαρωμένο.

-Σώπα, λουλούδι ἀμύριστο, λουλούδι χωρὶς χάρι,
ἐν᾿ ἀηδονάκι τοῦ λαλεῖ,
τὸ ρόδο ποὺ μοσχοβολεῖ
δὲν μοιάζει τὸ χορτάρι.


Εἰς τὸ φεγγάρι

Χαρὰ τῆς πρώτης μου ζωῆς, φεγγάρι ἀγαπημένο,
σὺ δὲν πονεῖς - ἐγὼ πονῶ.
γιατί ψηλὰ στὸν οὐρανὸ
κρεμιέσαι λυπημένο;

Ἐσὺ ποὺ χρύσωνες τὴ γῆ κι ἐμάγευες τὸ κῦμα,
γιατί μοῦ ρίχνεις φῶς πικρό,
σὰ νὰ φωτᾶς ἕνα νεκρό,
ποὺ κείτεται στὸ μνῆμα;

Φεγγάρι, στὸ βασίλειό σου μὴ κατοικοῦν ἀγγέλοι,
κι ὁ ἄγγελός μου κατοικεῖ;
Μὴ φίλημα πικρὸ ἀπὸ κεῖ
τὴν λάμψη σου μοῦ στέλλει;

Τὸ φῶς σου ἂν εἶναι φίλημα, μυστήριο χυμένο
ἀπὸ τοῦ γιοῦ μου τὴν ψυχή,
ὤχ, ἄκουσέ μου μίαν εὐχή,
φεγγάρι ἀγαπημένο:

Ὤ! λάβε αὐτὸν τὸν στεναγμὸ καὶ πέ του: δὲν φοβᾶται
ἄλλην ὁ νοῦς μου συμφορὰ
-κάθε μου πόθος καὶ χαρὰ
στὸ χῶμα του κοιμᾶται.

Αὐτά, φεγγάρι, σοῦ ζητῶ· καὶ πέ του, ἂν σ᾿ ἐρωτήσει
πότε θὰ παύσουν οἱ καημοί:
ὅταν μιὰ ἀχτίδα σου χλωμὴ
τὴν πλάκα μου φωτίσει.


Ὁ βοριὰς ποὺ τ᾿ ἀρνάκια παγώνει

Ἦτον νύχτα, εἰς τὴν στέγη ἐβογγοῦσε
Ὁ βορειᾶς, καὶ ψιλὸ ἔπεφτε χιόνι.
Τί μεγάλο κακὸ νὰ ἐμηνοῦσε
Ὁ βορειᾶς ποὺ τ᾿ ἀρνάκια παγώνει;

Μὲς στὸ σπίτι μιὰ χαροκαμμένη,
Μιὰ μητέρα ἀπὸ πόνους γεμάτη,
Στοῦ παιδιοῦ της τὴν κούνια σκυμμένη
Δέκα νύχταις δὲν ἔκλειγε μάτι,

Εἶχε τρία παιδιὰ πεθαμμένα,
Ἀγγελούδια, λευκὰ σὰν τὸν κρίνο,
Κ᾿ ἕνα μόνον τῆς ἔμεινεν, ἕνα
Καὶ στὸν τάφο κοντὰ ἦτον κ᾿ ἐκεῖνο.

Τὸ παιδί της μὲ κλάμμα ἐβογγοῦσε
Ὡς νὰ ἐζήταε τὸ δόλιο βοήθεια,
Κ᾿ ἡ μητέρα σιμά του ἐθρηνοῦσε
Μὲ λαχτάρα χτυπῶντας τὰ στήθια.

Τὰ γογγύσματα ἐκεῖνα καὶ οἱ θρῆνοι
Ἐπληγόναν βαθειὰ τὴν ψυχή μου.
Σύντροφός μου ἡ ταλαίπωρη ἐκείνη,
Ἄχ, καὶ τὸ ἄῤῥωστο ἦτον παιδί μου.

Στοῦ σπιτιοῦ μου τὴ στέγη ἐβογγοῦσε
Ὁ βορειᾶς, καὶ ψιλὸ ἔπεφτε χιόνι.
Ἄχ, μεγάλο κακὸ μοῦ ἐμηνοῦσε
Ὁ βορειᾶς ποὺ τ᾿ ἀρνάκια παγόνει.

Τὸν γιατρὸ καθὼς εἶδε, ἐσηκώθη
Σὰν τρελή. Ὅλοι γύρω ἐσωπαίναν·
Φλογεροὶ τῆς ψυχῆς της οἱ πόθοι
Μὲ τὰ λόγι᾿ ἀπ᾿ τὸ στόμα της βγαίναν.

«Ὤ, κακὸ ποὺ μ᾿ εὑρῆκε μεγάλο!
Τὸ παιδί μου, Γιατρέ, τὸ παιδί μου…
Ἕνα τὤχω, δὲν μ᾿ ἔμεινεν ἄλλο·
Σῶσέ μου το, καὶ πάρ᾿ τὴν ψυχή μου.»

Κι᾿ ὁ γιατρὸς μὲ τὰ μάτια σκυμμένα
Πολλὴν ὥρα δὲν ἄνοιξε στόμα.
Τέλος πάντων - ἄχ, λόγια χαμένα -
«Μὴ φοβᾶσαι, τῆς εἶπεν, ἀκόμα.»

Κ᾿ ἐκαμώθη πῶς θέλει νὰ σκύψῃ
Στὸ παιδί, καὶ νὰ ἰδῇ τὸ σφυγμό του.
Ἕνα δάκρυ ἐπροσπάθαε νὰ κρύψῃ
Ποὺ κατέβ᾿ εἰς τ᾿ ὠχρὸ πρόσωπό του.

Στοῦ σπιτιοῦ μας τὴ στέγη ἐβογγοῦσε
Ὁ βορειᾶς, καὶ ψιλὸ ἔπεφτε χιόνι.
Ἄχ, μεγάλο κακὸ μᾶς μηνοῦσε
Ὁ βορειᾶς ποὺ τ᾿ ἀρνάκια παγόνει.

Ἡ μητέρα ποτὲ δακρυσμένο
Τοῦ γιατροῦ νὰ μὴ νοιώσῃ τὸ μάτι,
Ὅταν ἔχει βαρειὰ ξαπλωμένο
Τὸ παιδί της σὲ πόνου κρεββάτι!


Ἡ πέρδικα

Βόσκουνε ᾑ ἄλλαις πέρδικες ἢ λούζονται στὸ αὐλάκι,
Καὶ μιὰ στὰ νύχια περπατεῖ ἐπάνω σὲ κοτρώνι,
Καὶ γέρνει πίσω καὶ τηρᾷ μικρὸ ἕνα περδικάκι,
Καὶ πότε τοῦ γλυκομιλεῖ καὶ πότε τοῦ μαλλόνει.

«- Ἄκω τῆς μάννας τὴ λαλιά, καὶ ἀνέβα στὸ λιθάρι,
Γιατὶ ἡ καρδιά μου λαχταρεῖ, μονάκριβο πουλί μου.
- Γιά ᾿δὲ, μαννούλα, τὸ νερὸ ποὺ βρέχει τὸ θυμάρι,
Γιὰ ᾿δὲ τὰ συνομίληκα πῶς παίζουν ἀντικρύ μου.

- Ἔχουν ᾑ μάνναις τους πολλά! Ἔλα, πουλί, κοντά μου,
Κ᾿ εἶδα τὸν ἴσκιο γερακιοῦ ἐδῶ σιμὰ στ᾿ αὐλάκι.
- Πᾶμε, μαννούλα, στὰ νερὰ νὰ βρῶ τὴν συντροφιά μου·
Αὐτὸ ἦταν σύννεφο μικρό, δὲν ἤτανε γεράκι.»

Καὶ ὁ ἴσκιος πάλι ἐφάνηκεν ἐπάνω στὰ λιθάρια,
Καὶ κατεβαίνει ἡ πέρδικα ζητῶντας τ᾿ ἀκριβό της.
Καὶ αὐταὶς ποὺ ἦταν στὸ ῥίζωμα τρυπῶσαν στὰ θυμάρια…
Ἐκεῖθε ὁ ἴσκιος πέρασε τοῦ γερακιοῦ προδότης.

Καὶ ἀκούσθη ἕνα φτερούγισμα, μιὰ ταραχὴ, μιὰ ἀντάρα,
- Ὁπὤχει τὸ μονάκριβο ἔχει πικρὴ τὴν τύχη! -
Σκούζει, χτυπιέται ἡ πέρδικα μὲ τρόμο, μὲ λαχτάρα,
Καὶ τὸ ἀκριβό της σπαρταρᾷ στοῦ γερακιοῦ τὸ νύχι.

ᾙ μάνναις τῶν παιδιῶνε μας γεράκι δὲν φοβοῦνται
Τὸ μυριοχαϊδεμμένο τους στὰ νύχια του νὰ πάρῃ…
Ἀπὸ ἄλλα βάσανα σκληρὰ στὸν κόσμον τυραννοῦνται-
Ἔχουν ἀρρώστειες φοβερὲς καὶ Χάρο μακελλάρη.


Ὁ ποιητής

Ὕπνο δὲν βρίσκει ἡ συμφορά. Τρεμουλιαστὰ στὴ ῥάχη
Ὁ αὐγερινὸς φωτοβολεῖ·
Ἀκόμα οἱ λόγγοι εἶναι θολοὶ
         Καὶ τὰ βουνὰ καὶ οἱ βράχοι.

Τὰ χόρτα πίνουν τὴ δροσιὰ τῆς νύχτας, καὶ τ᾿ ἀηδόνι
Χύνει κελάδημα γλυκὸ,
Καὶ ἕνα ἀγεράκι μαλακὸ
         Τὸ κῦμα χαρακόνει.

Νεράϊδες, ποῦ δὲν φαίνονται, χρυσᾶ στεφάνια πλέκουν
Εἰς τοῦ βουνοῦ τὴν κορυφή·
Σὲ αὐτὴν τὴν ὥρα τὴν κρυφὴ
         Ἀγγέλοι παραστέκουν.

Ὥρα γλυκειὰ τῆς χαραυγῆς, ποὺ ἡ φύσις βαλσαμόνει
Καὶ ἄνθη καὶ φύλλα καὶ κλαδιά…
Χαρὰ σὲ ἐκείνη τὴν καρδιὰ
         Ποὺ δὲν τὴν δέρνουν πόνοι!

Σιμὰ στὴ βρύση ποιητής, νιὸς ἄμοιρος, κυττάζει
Τῆς γῆς τὴν ὄψη τὴ θολὴ,
Καὶ μὲ τὴν ἐρημιὰ μιλεῖ
         Καὶ συχνοαναστενάζει.

- Ἄχαρη νύχτα, ἡ ὄψη σου ὁμοιάζει τῆς ψυχῆς μου.
Ὤ, πῶς μ᾿ ἐμάγευες, ὢ πῶς
Σὲ εὕρισκα πρῶτα χαρωπὸς
         Στὸ πλάγι τῆς καλῆς μου!

Ἄκω στὰ δένδρα πῶς λαλοῦν πουλιὰ ζευγαρωμένα,
Καὶ ἐγὼ - ταλαίπωρος ἐγώ! -
Φάντασμα κ᾿ ἴσκιο κυνηγῶ
         Σὲ δάση ἐρημωμένα.

Κ᾿ ἦταν τὰ δάση αὐτὰ ποτὲ παράδεισος ἐμπρός μου,
Καὶ αὐτὴ ἡ βρυσούλα ἡ δροσερή.
Μωρὸς ἐκεῖνος ποὺ θαῤῥεῖ
         Εἰς τὰ καλὰ τοῦ κόσμου!

Ἀπ᾿ ὄνειρα ἐπλανέθηκα καὶ ἐπίστευσε ἡ καρδιά μου
Εἰς εὐτυχίες οὐρανοῦ.
Πέτε, κοτσίφια τοῦ βουνοῦ
         Ἐσεῖς τὰ βάσανά μου.

Ναί! καὶ ἂν κἀνένα ἀπὸ τ᾿ ἐσᾶς τὴν ὀρφανιά του κλαίγῃ
Καὶ γιὰ τὸ ταῖρί του πονῇ,
Μὲ τὴ λεπτή του τὴ φωνὴ
         Τὴν ὀρφανιά μου ἂς λέγῃ

Χρύσω τὴν λέγαν· ἔλαμπε στὰ κάλλη καὶ στὴ νεότη,
- Ἐγὼ εἶχα αὐτὸν τὸν θησαυρό-
Βασίλισσα ἦταν στὸ χορὸ,
         Στὴν ἐκκλησιὰ ἦταν πρώτη.

Τὰ φρύδια της σὰν νάητανε γραμμένα μὲ κονδύλι.
Δὲν εἶχαν ταῖρι πουθενὰ
Τὰ μάτια της τὰ γαλανὰ,
         Τὰ κοραλλένια χείλη.

Καὶ ἡ νεότη της τί ὠφέλησε, τί ὠφέλησεν ἡ χάρις
Στὴν ἄδικη τὴ μοῖρα ἐμπρός;
Τὴν εἶδε ὁ Χάρος ὁ σκληρός,
         Ὁ ψυχοκυνηγάρης.

Ὤ! σεῖς ποῦ τὴν γνωρίσατε, βρύσαις, πουλιὰ καὶ κρίνοι,
Μὴ μὲ ὀνομάζετε σκληρὸ,
Ἂν εἰς τὸν κόσμο αὐτὸν μπορῶ
         Νὰ ζῶ χωρὶς ἐκείνη.

Στὴν γῆν αὐτὴ, ποῦ σέρνομαι λείψανο ἀχνὸ καὶ βάρος,
Θέλω ἡ ψυχή μου νὰ καῇ,
Γιατὶ εἶναι κόλαση ἡ ζωὴ
         Καὶ πανηγῦρι ὁ Χάρος. -

Τἄκουσε ὁ Χάρος. Μιὰ φορὰ δὲν ἄνθισαν ἀκόμα
ᾙ ἀμυγδαλιαῖς τῆς ἐξοχῆς,
Καὶ ὁ νιὸς κοιμᾶται ὁ δυστυχὴς
         Στῆς Χρύσως του τὸ χῶμα.

Στὸ μνῆμα τὸ ζευγαρωτὸ δυὸ δένδρα φυτεμμένα
Τὸ χῶμα ἰσκιώνουν μυστικὰ,
Καὶ ὁπόταν ἄνεμος βογκᾷ
         Φιλιοῦνται ἀδελφωμένα.


Τὸ σπαθὶ καὶ ἡ κορώνα

Δὲν μετριοῦνται οἱ ἁρματωμένοι,
Οὐδὲ τὰ ἄλογα ἐκεῖ κάτου·
Ὁ Μεχμέτης ποὺ προβαίνει
Καὶ τὴν Πόλη τριγυρνᾷ,
Στέλνει μήνυμα θανάτου, -
«Ἢ τὴν μάχη ἢ τὰ κλειδιά.»

- Εἰς τὴν ὥρα τοῦ κινδύνου
Σᾶς προσμένω, τοῦρκοι, ἐλᾶτε,
Βροντερὴ τοῦ Κωνσταντίνου
Ἀποκρίνεται ἡ φωνή,
Τὲς φοβέρες δὲν φοβᾶται
Ὅποιος ζώνεται σπαθί. -

Σὰν αὐτὸς ποὺ ἀπὸ μανία
Καὶ ἀπ᾿ ὀργὴ τὸν νοῦ του χάνει,
Τὴν περήφανη ὁμιλία
Ὁ Μεχμέτης ἀγροικᾷ,
Καὶ τὲς σάρκες του δαγκάνει,
Καὶ τὰ γένεια του τραβᾷ.

Τότε οἱ τοῦρκοι ἀγριωμένοι
Τρεῖς φορὲς χυμᾷν καὶ ἀφρίζουν,
Καὶ τὲς τρεῖς ξεσπαθωμένοι
Βγαίνουν ἔξω οἱ χριστιανοί,
Καὶ τὰ χάντακα γεμίζουν
Τῶν ἀπίστων οἱ νεκροί.

* * *

Πᾶσα μέρα οἱ γενιτσάροι
Πολεμοῦν ὡσὰν οἱ λύκοι,
Καὶ γερνοῦν μὲ τὸ φεγγάρι
Ματωμένο, ντροπιαστό·
Πάντα ἡ δόξα, πάντα ἡ νίκη
Χύνουν λάμψη εἰς τὸ σταυρό.

Τὸ Βυζάντιο, τοῦ τυράννου
Ταπεινόνει τὴν μανία,
Ἦτον ὅμως ἐκεῖ ἐπάνου
Πικρὴ ἀπόφαση γραφτή, -
Στὴν Ἁγία μας Σοφία
Μιναρὲς νὰ σηκωθῇ.

Καὶ μιὰ αὐγὴ γλυκοχαράζει
Ὅταν γύρου ἡ Πόλη σειέται,
Καὶ κραυγὴ μιὰ μόνη βγάζει
Τὸ στρατόπεδο τοῦ ἐχθροῦ,
Ποὺ τρεμουλιαστὴ σκορπιέται
Εἰς τοὺς θόλους τοῦ οὐρανοῦ.

Ἐκεῖ πέρα, στὴν ἀράδα,
Χίλιοι, χίλιοι πλημμυρίζουν
Τὴν ἀπέραντη κοιλάδα,
Καὶ πρὶν φθάσουν στὸ σκοπὸ
Ῥίχνουν βέλη ὁποῦ συρίζουν
Φτερωμένα ἀπὸ θυμό.

* * *

Ἡ τουρκιά, πρὶν φθάσῃ ἀκόμα,
Τὰ χορτάρια μὲ αἷμα βάφει,
Καὶ πολλοὶ δαγκᾷν τὸ χῶμα
Καὶ ἀπομένουν κατὰ γῆς,
Σὰν καρποὶ ποὺ στὸ χωράφι
Δρεπανίζει ὁ θεριστής.

Καὶ ἂν τὸ φρούριο χύνει κάτου
Πέτρες, βέλη, φλόγες, πίσσα,
Τὸ χαλάζι τοῦ θανάτου
Τοὺς ἀπίστους δὲν κρατεῖ,
Ἀνεβαίνουνε μὲ λύσσα,
Εἰς τοὺς τοίχους μαζωχτοί.

Σὲ ἀγκαλιὰ φαρμακωμένη
Ἄλλοι πιάνονται καὶ ἱδρόνουν,
Ἄλλοι πέφτουν γυρισμένοι
Μὲ τὴν σκάλα τους μαζῆ,
Καὶ ἀπὸ πάνου τοὺς πλακόνουν
Ὅσοι ἐκύλισαν νεκροί.

Εἰς τοῦ Ῥωμανοῦ τὴν Πύλη,
Πρώτη θέση τοῦ κινδύνου,
Κάνουν στὸ χαντάκι οἱ σκύλοι
Τὰ κουφάρια τους βουνό·
Τὸ σπαθὶ τοῦ Κωνσταντίνου
Πάντα ἀπὸ αἵματα ζεστό,

* * *

Δυὸ φορὲς τοῦ μουσουλμάνου
Διώχνει ἐκεῖθε τὴν μανία,
Ἦτον ὅμως ἐκεῖ ἐπάνου
Πικρὴ ἀπόφαση γραφτή, -
Στὴν Ἁγία μας Σοφία
Μιναρὲς νὰ σηκωθῇ.

Μετρητοὶ καὶ κουρασμένοι
Οἱ χριστιανοὶ γυρνᾶνε,
Καὶ πυκνότεροι προβαίνει
Ἄλλο στράτευμα νωπό,
Οἱ γενίτσαρι ποῦ ὁρμᾶνε
Μὲ βαρὺν ἀλαλαγμό.

Μῖσος καίει τὸ κολασμένο
Στῆθος κάθε μουσουλμάνου·
Ζωντανὸς τὸν πεθαμένο
Κάνει τοῖχο καὶ πατᾷ,
Καὶ ἀνεβαίνει ἐκεῖθε ἐπάνου
Καὶ χτυπιέται καὶ χτυπᾷ.

Καὶ κάθε ἅρμα βγάνει ἀχτίδες,
Εἰς τὴν μιὰ μεριὰ εἰς τὴν ἄλλη,
Τὸ κοντάρι εἰς τὲς ἀσπίδες,
Στὲς ἀσπίδες τὸ σπαθί,
Καὶ κἀνεὶς μέσα εἰς τὴν ζάλη
Δὲν ἀκούει τὴν προσταγή.

* * *

Ἕνας μόνος σπᾷ τὰ πλήθη,
Τὰ ἀνεμίζει καὶ διαβαίνει·
Ἔχει ὁλόχρυσα τὰ στήθη,
Ἔχει ὡραίαν ἁρματωσιὰ,
Μὲ διαμάντια στολισμένη
Καὶ σημεῖα βασιλικά.

Δεῖτε ἐκεῖ στὴν πρώτη θύρα
Τὴν μορφὴν αὐτοῦ τοῦ ἀπίστου·
Ἕνα βλέμμα ῥίχνει γύρα,
Καὶ πετιέται σὰν θεριὸ
Ὅπου βλέπει τῆς ὁρμῆς του
Μεγαλείτερο φραγμό.

Ὢ τί χέρι νᾆναι ἐκεῖνο,
Τί διαμονισμένο χέρι,
Ποὺ ὅπου πέφτει κάνει θρῆνο,
Ὅπου φθάνει πελεκᾷ,
Ποὺ χτυπᾶ σὲ ὅλα τὰ μέρη,
Καὶ δὲν εἶναι πουθενά;

Φοβερὴ σκηνὴ ἐκεῖ κάτου,
Βοή, χτύποι θρῆνοι… ἀνάφτουν
Σπιθοβόλα τὰ ἅρματά του,
Τὸ σπαθί του εἶναι παντοῦ,
Καὶ πολλὰ θαῤῥεῖς ποὺ ἀστράφτουν
Στὴν παλάμη τοῦ σκυλιοῦ.

* * *

Στὴν Ἀνατολὴ ἐκεῖ πέρα,
Στἄγρια γένη τῶν ταρτάρων,
Ἐβασίλευε, μιὰ μέρα·
Τὸν ξεθρόνισαν ἐχθροί,
Τώρα, Ἀγᾶς τῶν γενιτσάρων,
Στὸ Βυζάντιο πολεμεῖ.

Ὁ Χασάνης εἶναι ἐκεῖνος.
Τῆς φρουρᾶς του θερισμένο
Τἄνθος εἶδε ὁ Κωνσταντῖνος
Καὶ τινάζεται μὲ μιά,
Μὲ κορμὶ γιγαντωμένο,
Μὲ ἀνοιχτὴ τὴ δρασκελιά.

Συναντιοῦνται, βῆμα, βῆμα,
Στὴν παλαίστρα τοῦ θανάτου·
Ἔχουν φοβερὸ τὸ σχῆμα,
Φρενιασμένες τὲς ματιές,
Λὲς καὶ οἱ δυὸ θὰ πέσουν κάτου
Μὲ τὲς πρῶτες χτυπησιές.

Πολλοὶ ἐχθροὶ καὶ φίλοι, ποὺ ἦσαν
Μὲ τὰ χέρια σηκωμένα,
Ὅλοι ἀντάμα παραιτῆσαν
Τὸν ἀγῶνα τὸν σκληρό,
Γιὰ νὰ ἰδοῦν χεροπιασμένα
Τὰ λιοντάρια αὐτὰ τὰ δυό.

* * *

Φοβερὸς ὁ τοῦρκος εἶναι
Εἰς τὴν λύσσα του τὴν πρώτη.
Ἡ ψυχή σου, Κωνσταντῖνε,
Ἔχει ἀνδρίαν ἀληθινὴ,
Ἔχει μέσα μιὰ θεότη
Ποὺ σοῦ λάμπει εἰς τὴν μορφή.

Ἕναν κρότο ἀκοῦς αἰώνιο,
Παντοῦ σίδερο ποὺ τρίζει,
Ὡσὰν νᾆναι ἐκεῖ δαιμόνιο
Ποὺ γουρλιάζει φοβερὰ,
Ποὺ θερμαίνει καὶ μανίζει
Τῶν ἀνδρείων τὰ σωθικά.

Αἴ Χασάνη! ἡ λάμψη ἐχάθῃ,
Τὸ λαμπρό σου ἐσβέστη ἀστέρι·
Τοῦ Παλαιολόγου ἡ σπάθη,
Μὲ ἕνα χτύπο συριχτό,
Τὸ κεφάλι μὲ τὴν περι-
Κεφαλαία σου σχίζει εἰς δυό.

Μὲ τὸ μάτι φλογισμένο
Οἱ γενίτσαροι κυττᾶνε
Τὸν ἀγᾶ τους σκοτωμένο
Καὶ ὅλοι σέρνουν μιὰ κραυγὴ
Καὶ τινάζονται, πετᾶνε
Πυκνωμένοι εἰς τὴν σφαγή.

* * *

Τὸ λιοντάρι ποὺ ἀντικρύζει
Κατὰ γῆς αἱματωμένα
Τὰ παιδιά του, δὲν γυρίζει
Τὲς ματιὲς πλειὸ φοβερὰ,
Δὲν χυμάει πλειὸ λυσσασμένα
Νὰ ξεσχίσῃ τὸν φονιᾶ.

Ἀναμέτρητοι εἶναι οἱ σκύλοι·
Ἦσαν λίγοι οἱ ἀνδρειωμένοι
Τοῦ Παλαιολόγου φίλοι,
Καὶ ἀπομείνανε μισοί,
Ναί, μισοὶ καὶ κουρασμένοι
Ἀπ᾿ τὴν μάχη τὴ διπλή.

Ἀλλὰ πάντα ἐμπρὸς τὸ στῆθος
Σέρνουν πίσω τὸ ποδάρι
Ὡς τὲς θύρες τόσο πλῆθος
Πολεμῶντας σὰν θεριὰ,
Καὶ τὴ νίκη οἱ γενιτσάροι
Ἀγοράζουν ἀκριβά.

Καὶ ἄλλος τοῖχος τοῦ τυράννου
Σταματοῦσε μὲ μανία,
Ἦτον ὅμως ἐκεῖ ἐπάνου
Πικρὴ ἀπόφασι γραφτή, -
Στὴν Ἁγία μας Σοφία
Μιναρὲς νὰ σηκωθῇ.

* * *

Καταριέται ἐσένα, Δύση,
Τὸ Βυζάντιο νικημένο,
Γιατὶ ἀνέπνευσες τὰ μίση
Τοῦ μεγάλου σου παππᾶ,
Ποὺ μὲ πόδι σταυρωμένο
Λειτουργεῖ στὴν ἐκκλησιά.

Μαρτυράει καὶ τὴ ντροπή σου
Τὸ Βυζάντιο νικημένο,
Γιατὶ φεύγει ἕνα παιδί σου
Στὴ μεγάλη συμπλοκή,
Γιὰ νὰ σώσῃ ἀτιμασμένο,
Ἕνα δύστυχο κορμί.

Ἀρχηγὸς καὶ φεύγει ἐκεῖνος·
Τὸν ἐξάνοιξε καὶ - Στάσου!
Τοῦ φωνάζει ὁ Κωνσταντῖνος,
Ποῦ, δειλέ, μὲ παραιτεῖς;
Μάθε ἀπὸ τὸ βασιλιά σου
Πῶς πεθαίνει ὁ εὐγενής. -

Δὲν ἀκούγει· τὸ κοντάρι,
Τὴν ἀσπίδα ῥίχνει κάτου,
Κάτου βλέπει τὸ ποδάρι
Ἐντροπιάζει στὴ φυγή…
Ἂς σκεπάσῃ τὄνομά του
Ἀτιμία παντοτεινή!

* * *

Τὸ κριάρι ὅταν τὸ πρῶτο
Μέσα ἀπὸ τὰ πρόβατά του,
Λαφιασμένο ἀπὅναν κρότο,
Πέσῃ ἐπάνου ἀπὸ κρεμὸ,
Τὸ κοπάδι ἀπὸ κοντά του
Ὅλο πέφτει μαζωχτό.

Καὶ τοῦ ποταποῦ ἡ δειλία
Σπέρνει φόβο, σπέρνει τρόμο·
Ἡ φρουρὰ ποὺ πρῶτα ἀνδρεῖα
Πολεμοῦσε τὴν τουρκιά,
Τοῦ στρατάρχη της τὸ δρόμο
Φοβισμένη ἀκολουθᾷ.

Χωρὶς πίσω νὰ τηράξῃ
Καθεὶς φεύγει, φεύγουν ὅλοι
Δίχως γνώμη, δίχως τάξη,
Τρομασμένοι μαζωχτοί,
Καὶ ζητᾷν μέσα εἰς τὴν Πόλι
Νὰ γλυτώσουν, οἱ μωροί.

Ὦ δειλοί, ποὺ παραιτεῖτε
Τὴν σκηνὴ τὴ μυρωμένη
Τῆς τιμῆς, γιὰ νὰ σφαχθῆτε
Σὰν ἀρνιὰ στὸ μακελειὸ,
Πίσω ἐλᾶτε! σᾶς προσμένει
Τίμιος θάνατος ἐδῶ.

* * *

Εἰς τὰ τείχη ἀντιβοΐζει
Ἡ φωνὴ τοῦ Κωνσταντίνου·
Συμβουλεύει, φοβερίζει,
Παρασταίνει ζωντανή,
Μὲ τὴν γλῶσσα τοῦ κινδύνου,
Τῆς φυγῆς τὴν ἐντροπή.

Καὶ οἱ στενότεροι δικοί του
Ἐσκορπίσαν μὲ τὰ πλήθη,
Ἡ βασιλικὴ φωνή του
Δὲν ἀκούγεται ἀπὸ αὐτούς·
Εἶναι ὁ φόβος εἰς τὰ στήθη,
Εἶναι στὰ ποδάρια ὁ νοῦς.

Μόνος τότε, τὸ λιοντάρι,
Ῥίχνει μάτι βουρκωμένο
Στὸ ἱερὸ Προσκυνητάρι
Πὤδειχνεν ἀπὸ μακρυὰ
Τὸν σταυρό του ἀνυψωμένο
Γιὰ τὴν ὕστερη φορά.

- Μισοφέγγαρο ἐκεῖ ἐπάνω,
Ὄχι, ἐγὼ δὲν θὰ ἀντικρύσω!…
Σκῆπτρο, θρόνε, ὅλα σᾶς χάνω,
Μόνη μὲ ἔμεινε ἡ τιμὴ,
Πλὴν τὸ αἷμα ποῦ θὰ χύσω
Θᾆναι ἀδιάκοπη βοή·

* * *

Στὴν κατόπι μου δουλεία
Τὲς ψυχὲς μὲ ἀνδρεία θὰ βάφῃ,
Καὶ εἰς τὰ στήθη ἡ ἐλευθερία
Θὰ καρπίζῃ μυστικὰ,
Ὡς καρπίζει τὸ χωράφι,
Ὡς ψωμίζουν τὰ σπαρτά.

Καὶ ἀκούει θόρυβο… ἐκεῖ πέρα
Ἐμυρμήγκιασεν ὁ δρόμος…
Ἀκούει γύρω του φοβέρα,
Ποδοβολητό, κραυγή…
Στὸ ἀργασμένο χέρι του ὅμως
Ἐβαστοῦσε ἕνα σπαθί,

Καὶ μὲ μάτι σπιθοβόλο
Τἄπιστα μετρῶντας πλήθη,
Μοναχὸς ὁρμᾷ πρὸς ὅλο
Ἕνα στράτευμα ἐχθρικὸ,
Ποὺ στὸ φρούριο μέσα ἐχύθη
Μὲ μεγάλο ἀλαλαγμό.

Φθάνει, ἀνοίγει, σφάζει, ῥίχνει,
Ἀνεμίζει ἁρματωμένους,
Παντοῦ φαίνεται, ἀλλοῦ δείχνει,
Καὶ χτυπᾷ τὸ χέρι ἀλλοῦ…
Λάμψη στερινὴ τοῦ Γένους,
Ὕστερος φραγμὸς τοῦ ἐχθροῦ!

* * *

Στερινή, ποιός εἶπε;… λάμψη
Χύνει αἰώνια τὸ σπαθί του,
Ποῦ κατόπι θὰ ἀναλάμψῃ
Στῆς Ἑλλάδος τὰ παιδιά.
Κληρονόμοι ἡμεῖς δικοί του
Θὰ βαροῦμε τὴν τουρκιά.

Στὴν ἀρχὴ, τοῦ κάθε ἀπίστου
Παραλυέται ὁ νοῦς καὶ ἡ κρίση·
Θαῤῥοῦν ἄγγελο τοῦ Ὑψίστου
Τὸν ὡραῖον πολεμιστὴ,
Ποὺ κατέβη νὰ ἀφανίσῃ
Ὅ,τι ἐκέρδισαν αὐτοί.

Στὴν ψυχὴ τῶν τούρκων ὅμως
Ἡ κατάπληξη μουλλόνει,
ὠλιγόστευσεν ὁ τρόμος,
Ἐπερίσσευσε ὁ θυμός,
Καὶ τὸν Κωνσταντῖνο ζώνει
Ἀναμέτρητος ἐχθρός.

Βάρβαροι, ποὺ προσκυνᾶτε
Ἕναν ψεύτη καὶ ἕνα ἀστέρι,
Ὅσῳ θέλετε χτυπᾶτε,
Χίλιοι ἐσεῖς, τὸν μοναχό.
Δὲν τὸ πιάνει τούρκου χέρι
Τὸ λιοντάρι ζωντανό.

* * *

Πληγὲς δέχεται καὶ δίνει,
Ὅσῳ ποὺ στὴ γῆ πεσμένος
Τὸ πολύτιμο αἷμα χύνει…
Ὅπου τὤφυγε ἡ ψυχὴ,
Εἶναι ὁ τόπος ἁγιασμένος,
Εἶναι ἐπίσημη ἡ σκηνή.

Προσκυνῶ σὰν Ἁγιαστήριο
Τὴ σκηνὴ τὴ δοξασμένη,
Ὅπου τὸ αἷμά του εἶν᾿ μυστήριο
Ὡς τὴν ὕστερη σταξιά·
Προσκυνῶ τὴν τιμημένη
Τῆς δουλείας ξαγορά.

Ἄψυχο νεκρὸ τὸν γδαίνει
Ἡ τουρκιὰ, καὶ τὴ στολή του,
Ποὺ ἦταν ὅλη ἀετωμένη,
Τὴν εὑρῆκε· μοναχὰ
Δὲν εὑρέθη τὸ σπαθί του
Καὶ ἡ κορώνα πουθενά.

Τὸ ΣΠΑΘΙ τὸ κρύψαν μοῖραις
Εἰς τὸν Ἰλισσὸ ἐκεῖ πέρα,
Τὴν ΚΟΡΩΝΑ ἐσὺ τὴν πῆρες,
Ταξιάρχη τοῦ οὐρανοῦ,
Γιὰ νὰ ζώσῃς μιὰν ἡμέρα
Τὸ κεφάλι ἑνὸς ΞΑΝΘΟΥ.