Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης - Συλλογὴ ποιημάτων

Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης (1824-1879): ἐπικολυρικὸς ποιητὴς καὶ πολιτικὸς
ἀπὸ τὴν Λευκάδα, ἐμπνεόμενος κυρίως ἀπὸ τὴν Ἐπανάσταση τοῦ 1821.


Εὐαγγελισμός - Ἑλληνισμός

Μὲ μιᾶς ἀνοίγει ὁ οὐρανός, τὰ σύγνεφα μεριάζουν,
οἱ κόσμοι ἐμείνανε βουβοί, παράλυτοι κοιτάζουν.
Μία φλόγα ἀστράφτει... ἀκούονται ψαλμοὶ καὶ μελῳδία...
Πετάει ἕν᾿ ἄστρο... σταματᾶ ἐμπρὸς εἰς τὴ Μαρία...
«Χαῖρε τῆς λέει ἀειπάρθενε, εὐλογημένη χαῖρε!
Ὁ Κύριός μου εἶναι μὲ σέ. Χαῖρε Μαρία, Χαῖρε!»

Ἐπέρασαν χρόνοι πολλοί... Μία μέρα σὰν ἐκείνη
ἀστράφτει πάλι ὁ οὐρανός... Στὴν ἔρμη της τὴν κλίνη
λησμονημένη, ὁλόρφανη, χλωμὴ κι ἀπελπισμένη,
μία κόρη πάντα τήκεται, στενάζει ἁλυσωμένη.
Τὰ σιδερὰ εἶναι ἀτάραγα, σκοτάδι ὁλόγυρά της.
Ἡ καταφρόνια, ἡ δυστυχιὰ σέπουν τὰ κόκαλά της.
Τρέμει μὲ μιᾶς ἡ φυλακὴ καὶ διάπλατη ἡ θυρίδα
φέγγει κι ἀφήνει καὶ περνᾶ ἕν᾿ ἄστρο, μίαν ἀχτίδα.
Ὁ Ἄγγελος ἐστάθηκε, διπλώνει τὰ φτερά του...

«Ξύπνα, ταράζου, μὴ φοβοῦ, χαῖρε, Παρθένε, χαῖρε.
Ὁ Κύριός μου εἶναι μὲ σέ, Ἑλλὰς ἀνάστα, χαῖρε».

Οἱ τοῖχοι εὐθὺς σωριάζονται. Ἡ μαύρ᾿ ἡ πεθαμένη
νοιώθει τὰ πόδια φτερωτά. Στὴ μέση της δεμένη
χτυπάει ἡ σπάθα φοβερή. Τὸ κάθε πάτημά της
ἀνοίγει μνῆμ᾿ ἀχόρταγο. Ρωτᾶ γιὰ τὰ παιδιά της...
Κανεὶς δὲν ἀποκρένεται... Βγαίνει, πετᾶ στὰ ὄρη...
Λιώνουν τὰ χιόνια ὅθε διαβεῖ, ὅθε περάσει ἡ Κόρη.

«Ξυπνᾶτε ἐσεῖς ποὺ κοίτεστε, ξυπνᾶτε ὅσοι κοιμᾶστε,
τὸ θάνατο ὅσοι ἐγεύτητε, τώρα ζωὴ χορτάστε».

Οἱ χρόνοι φεύγουνε, πετοῦν καὶ πάντα ἐκείνη ἡ μέρα
εἶναι γραμμένο ἐκεῖ ψηλὰ νὰ λάμπει στὸν αἰθέρα
μ᾿ ὅλα τὰ κάλλη τ᾿ οὐρανοῦ. Στολίζεται ὅλη ἡ φύση
μὲ χίλια μύρια λούλουδα γιὰ νὰ τὴ χαιρετήσει.
Γιορτάστε την, γιορτάστε την. Καθεὶς ἂς μεταλάβει
ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Καὶ σεῖς καὶ σεῖς οἱ σκλάβοι,
ὅσοι τὴ δάφνη στὴ καρδιὰ νὰ φέρετε φοβᾶστε,
ἀφορεσμένοι νἆστε.

Ὁ Δῆμος καὶ τὸ καρυοφύλλι του

Ἐγέρασα, μωρὲς παιδιά. Πενήντα χρόνους κλέφτης
τὸν ὕπνο δὲν ἐχόρτασα, καὶ τώρ᾿ ἀποσταμένος
θέλω νὰ πάω νὰ κοιμηθῶ. Ἐστέρεψ᾿ ἡ καρδιά μου.
Βρύση τὸ αἷμα τὄχυσα σταλαματιὰ δὲ μένει.

Θέλω νὰ πάω νὰ κοιμηθῶ. Κόψτε κλαρὶ ἀπ᾿ τὸ λόγγο
νά ῾ναι χλωρὸ καὶ δροσερό, νἆναι ἀνθοὺς γεμάτο,
καὶ στρῶστε τὸ κρεβάτι μου καὶ βάλτε με νὰ πέσω.

Ποιὸς ξέρει ἀπ᾿ τὸ μνῆμα μου τί δέντρο θὰ φυτρώσει!
Κι ἂν ξεφυτρώσει πλάτανος, στὸν ἴσκιό του ἀπὸ κάτω
θά ῾ρχονται τὰ κλεφτόπουλα τ᾿ ἄρματα νὰ κρεμᾶνε.
Νὰ τραγωδοῦν τὰ νιάτα μου καὶ τὴν παλληκαριά μου.
Κι ἂν κυπαρίσσι ὄμορφο καὶ μαυροφορεμένο,
θἄρχονται τὰ κλεφτόπουλα τὰ μῆλα μου νὰ παίρνουν,
νὰ πλένουν τὶς λαβωματιές, τὸ Δῆμο νὰ σχωρᾶνε.

Ἔφαγ᾿ ἡ φλόγα τ᾿ ἄρματα, οἱ χρόνοι τὴν ἀνδρειά μου.
Ἦρθε κι ἐμένα ἡ ὥρα μου. Παιδιά μου μὴ μὲ κλάψτε.
Τ᾿ ἀνδρειωμένου ὁ θάνατος δίνει ζωὴ στὴ νιότη.
Σταθεῖτ᾿ ἐδῶ τριγύρω μου, σταθεῖτε ἐδῶ σιμά μου,
τὰ μάτια νὰ μοῦ κλείσετε, νὰ πάρτε τὴν εὐχή μου.

Κι ἕν᾿ ἀπὸ σᾶς τὸ νιώτερο ἂς ἀνεβεῖ στὴ ράχη,
ἂς πάρει τὸ τουφέκι μου, τ᾿ ἄξο μου καρυοφύλλι
κι ἂς μοῦ τὸ ρίξει τρεῖς φορὲς καὶ τρεῖς φορὲς ἂς σκούξει.
«Ὁ Γερο Δῆμος πέθανε, ὁ Γερο Δῆμος πάει».
Θ᾿ ἀναστενάξ᾿ ἡ λαγκαδιά, θὲ νὰ βογκήξει ὁ βράχος
θὰ βαργομήσουν τὰ στοιχειά, οἱ βρύσες θὰ θολώσουν
καὶ τ᾿ ἀγεράκι τοῦ βουνοῦ, ὁποὺ περνᾶ δροσᾶτο,
θὰ ξεψυχήσει, θὰ σβηστεῖ, θὰ ρίξει τὰ φτερά του,
γιὰ νὰ μὴν πάρει τὴ βοὴ ἄθελα καὶ τὴ φέρει
καὶ τήνε μάθει ὁ Ὄλυμπος καὶ τὴν ἀκούσει ἡ Πίνδος
καὶ λυώσουνε τὰ χιόνια τους καὶ ξεραθοῦν οἱ λόγγοι.

Τρέχα, παιδί μου γρήγορα, τρέχα ψηλὰ στὴ ράχη
καὶ ρίξε τὸ τουφέκι μου. Στὸν ὕπνο μου ἐπάνω
θέλω γιὰ ὕστερη φορὰ ν᾿ ἀκούσω τὴ βοή του.

Ἔτρεξε τὸ κλεφτόπουλο σὰ νἄτανε ζαρκάδι,
ψηλὰ στὴ ράχη τοῦ βουνοῦ καὶ τρεῖς φορὲς φωνάζει:
«Ὁ Γερο Δῆμος πέθανε, ὁ Γερο Δῆμος πάει».
Κι ἐκεῖ ποὺ ἀντιβοούσανε οἱ βράχοι, τὰ λαγκάδια
ρίχνει τὴν πρώτη τουφεκιὰ κι ἔπειτα δευτερώνει.
Στὴν τρίτη καὶ τὴν ὕστερη τ᾿ ἄξο του καρυοφύλλι
βροντᾶ, μουγκρίζει σὰ θεριό, τὰ σωθικά του ἀνοίγει
φεύγει ἀπ᾿ τὰ χέρια σέρνεται στὸ χῶμα λαβωμένο
πέφτει ἀπ᾿ τοῦ βράχου τὸ γκρεμό, χάνεται πάει, πάει.

Ἀκουσ᾿ ὁ Δῆμος τὴ βοὴ μὲς τὸν βαθὺ τὸν ὕπνο,
τ᾿ ἀχνό του χείλι ἐγέλασε, ἐσταύρωσε τὰ χέρια...
Ὁ Γερο Δῆμος πέθανε, ὁ Γερο Δῆμος πάει.

Τ᾿ ἀνδρειωμένου ἡ ψυχὴ τοῦ φοβεροῦ τοῦ Κλέφτη
μὲ τὴ βοὴ τοῦ τουφεκιοῦ στὰ σύγνεφ᾿ ἀπαντιέται
ἀδερφικὰ ἀγκαλιάζονται, χάνονται, σβηῶνται, πᾶνε.

Πατριάρχης Γρηγόριος Ε´

Ἀναστηλώνεται ὁ Μωρηᾶς... Ἡ Ρούμελη μουγκρίζει
Ἱδρώνουν αἷμα τὰ βουνά, τὸ δάκρυ πλημμυρίζει
Παντοῦ παράπονο βαθὺ κι ἀλαλαγμοὶ καὶ θρῆνοι
Διαβαίνει μαύρ᾿ ἡ ἄνοιξη Τὰ ρόδα μας, οἱ κρίνοι.
Λησμονημένοι τήκονται καὶ τὰ πουλιὰ σκιασμένα.
Ἀφήνουν ἔρμη τὴ φωλιὰ καὶ φεύγουνε στὰ ξένα
Στοῦ Γερμανοῦ τὸ μέτωπο κρυφὰ γλυκοχαράζει
τοῦ Γένους τὸ ξημέρωμα πᾶσα ματιά του σφάζει
Διωγμέν᾿ ἀπὸ τὸν Κάλαμο, μὲ τὴν ψυχὴ ῾ς τὸ στόμα.
Χιλιάδες γυναικόπαιδα, δὲ βρίσκουν φούχτα χῶμα.
Νὰ μείνουν ἀκυνήγητα κι ὁ Χάρος δεκατίζει
Ρυάζεται ὁ Βάλτος, σὰ θεριὸ τὴ χαίτη του ἀνεμίζει
Φλόγα παντοῦ καὶ σίδερο δὲ θ᾿ ἀπομείνῃ λόθρα.
Στὴν Κιάφα νεκρανάσταση ῾ς τοῦ Πέτα καταβόθρα
Πέτρα δὲ μένει ἀσάλευτη κλαρὶ χωρὶς κρεμάλα
Κι ὅταν τὸ χέρι ἐχόρταινε κ᾿ ἔπεφτε στομωμένο
Νὰ ξανασάνει τὸ σπαθὶ ῾ς τὴ θήκη ξαπλωμένο.
Ἐφώναζε ὁ ἀντίλαλος «Χτυπᾶτε πολεμάρχοι!
Ἀπ᾿ ἄκρη ῾ς ἄκρη ὁ χαλασμός· Κρεμοῦν τὸν Πατριάρχη.»

 

Τὸ σχοινὶ τοῦ Πατριάρχη

Πῶς μᾶς θωρεῖς ἀκίνητος;
  ποῦ τρέχει ὁ λογισμός σου, τὰ φτερωτά σου τὰ ὄνειρα;
Γιατί στὸ μέτωπό σου
  νὰ μὴ φυτρώνουν, γέροντα, τόσες χρυσὲς ἀχτίδες,
ὅσες μᾶς δίδ᾿ ἡ ὄψη σου παρηγοριὲς κ᾿ ἐλπίδες;
Γιατί στὰ οὐράνια χείλη σου
  νὰ μὴ γλυκοχαράζει, πατέρα, ἕνα χαμόγελο;
Γιατί νὰ μὴ σπαράζει μέσα στὰ στήθη σου ἡ καρδιά,
καὶ πῶς στὸ βλέφαρό σου
  οὔτ᾿ ἕνα δάκρυ ἐπρόβαλε, οὔτ᾿ ἔλαμψε τὸ φῶς σου;

Ὁλόγυρά σου τὰ βουνὰ
  κ᾿ οἱ λόγγοι στολισμένοι τὸ λυτρωτή τους χαιρετοῦν.
Ἡ θάλασσ᾿ ἀγριωμένη
  ἀπὸ μακρὰ σ᾿ ἐγνώρισε καὶ μ᾿ ἀφρισμένο στόμα φιλεῖ,
πατέρα μου γλυκέ,
  τὸ ἐλεύθερο τὸ χῶμα, ποὺ σὲ κρατεῖ στὰ σπλάγχνα του.

Θυμᾶται τὴν ἡμέρα, πατέρα μου, σ᾿ ἐδέχτηκε.
Θυμᾶται στὸ λαιμό σου τὸ ματωμένο τὸ σχοινί,
καὶ στ᾿ ἅγιο πρόσωπό σου τ᾿ ἄτιμα τὰ ραπίσματα,
τὸ βόγγο, τὴ λαχτάρα, τοῦ κόσμου τὴν ποδοβολή.
Θυμᾶται τὴν ἀντάρα, τὴν πέτρα ποὺ σοῦ ἐκρέμασαν,
  τὴ γύμνια τοῦ νεκροῦ σου,
τὸ φοβερὸ τὸ ἀνέβασμα τοῦ καταποντισμοῦ σου.

Τὸ μάρμαρο μένει βουβὸ καὶ θὲ νὰ μείνει ἀκόμα,
ποιὸς ξέρει ὡς πότ᾿ ἀμίλητο τὸ νεκρικό σου στόμα.
Κοιμᾶται κι ὀνειρεύεται καὶ τότε θὰ ξυπνήσει,
ὅταν στὰ δάση, στὰ βουνά, στὰ πέλαγα,
  βροντήσει τὸ φοβερό μας κήρυγμα.
«Χτυπᾶτε, πολεμάρχοι!
  Μὴ λησμονεῖτε τὸ σχοινί, παιδιά, τοῦ πατριάρχη!»

 

Ὁ Σαμουήλ

Καλόγερε, τί καρτερεῖς κλεισμένος μὲς στὸ Κούγκι;
Πέντε νομάτοι σοῦ ῾μειναν κ᾿ ἐκεῖνοι λαβωμένοι!
Κι εἶναι χιλιάδες οἱ ἐχθροὶ ποὺ σ᾿ ἔχουνε ζωσμένον!
Ἔλα νὰ δώσεις τὰ κλειδιά, πέσε νὰ προσκυνήσῃς,
κι ἀφέντης ὁ Βελῆ Πασᾶς δεσπότη θὰ σὲ κάμη!
Ἔτσι ψηλὰ ἀπ᾿ τὸ βουνὸ φωνάζει ὁ Πήλιος Γούσης.
Κλεισμένος μὲς στὴν ἐκκλησιὰ βρίσκετ᾿ ὁ Σαμουήλης,
κι ἀγέρας παίρνει τὴ φωνὴ τοῦ Πήλιου τοῦ προδότη.

Χωρὶς ψαλμοὺς καὶ θυμιατά, χωρὶς φωτοχυσία,
γονατισμένοι, σκυθρωποί, μπρὸς στὴν Ὡραία Πύλη,
πέντε Σουλιῶτες στέκονται μὲ τὸ κεφάλι κάτου.
Βουβοί, δὲν ἀνασαίνουνε, καὶ βλέπεις κάπου-κάπου
ὅπου ἕνα χέρι σκώνεται καὶ κάνει τὸ σταυρό του.
Ἀκίνητα στὸ μάρμαρο σέρνονται τὰ σπαθιά τους,
σπαθιὰ ποὺ τόσο ἐδούλεψαν γιὰ τὸ γλυκό τους Σούλι!

Δὲ φαίνετ᾿ ὁ καλόγερος, μόνος του στ᾿ ἅγιο Βῆμα
προσεύχετο κ᾿ ἑτοίμαζε τὴ μυστικὴ θυσία.
Σφιχτὰ-σφιχτὰ στὰ χέρια του ἐβάστα τὸ Ποτήρι
καὶ μύρια λόγι᾿ ἀπόκρυφα ἔλεγε τοῦ Θεοῦ του.
Τὰ μάτια κατακόκκινα ἀπ᾿ τὲς πολλὲς ἀγρύπνιες
ἐκοίταζαν ἀκίνητα τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα.
Τί θάλασσα, ποὺ κύματα ἔχει κρυφὲς ἐλπίδες!
Σιγᾶτε βρόντοι τουφεκιῶν, πάψτε φωνὲς πολέμου,
Κι ὁ Σαμουὴλ τὴν ὕστερη τὴν κοινωνιὰ θὰ πάρει!
Κ᾿ ἐκεῖ ποὺ κοίταζ᾿ ὁ παπὰς τὴ Σάρκα τοῦ Θεοῦ του,
ἐκύλησ᾿ ἀπ᾿ τὰ μάτια του στοῦ ποτηριοῦ τὰ σπλάγχνα
σὰν τὴ δροσούλα διάφανο κρυφὰ-κρυφὰ ἕνα δάκρυ.

- Θεέ μου καὶ πατέρα μου, θαμμένος ἐδῶ μέσα
ἐδίψασα... Χωρὶς νερὸ ἡ θεία κοινωνιά σου
θὰ ἔμεν᾿ ἀτελείωτη... Δέξου, γλυκέ μου Πλάστη,
αὐτὸ τὸ μαῦρο δάκρυ μου, μὴ τὸ καταφρονέσης.
ἀμόλυντο καὶ καθαρὸ βγαίν᾿ ἀπ᾿ τὰ φυλλοκάρδια.
δέξου το, Πλάστη, δέξου το, ἄλλο νερὸ δὲν ἔχω.

Ἤτανε ἥλιος κ᾿ ἔλαμψε τὸ ἱερὸ τὸ σκεῦος.
Τὸ αἷμα ἐζεστάθηκε, ἄχνισε, ζωντανεύει.
Ἀναγαλλιάζει ὁ Σαμουὴλ ποὺ εἶδε τὴ Θεία Χάρη
καὶ τρέμοντας ἀγκάλιασε τὸ θεϊκὸ ποτήρι
καὶ τό ῾σφιξε στὰ χείλη του κι ἄκουσε ποὺ χτυποῦσε
σὰν νἄτανε λαχταριστὴ καρδιά, ζωὴ γιομάτη.

Ἀνοίγ᾿ ἡ Πύλη τοῦ Ἱεροῦ, σκύφτουν τὰ παλληκάρια.
τ᾿ ἀνδρειωμένα μέτωπα τὸ μάρμαρο χτυπᾶνε
καὶ καρτεροῦν ἀκίνητά τοῦ γέροντα τὰ λόγια.
Ἐπρόβαλ᾿ ὁ καλόγερος. Τὸ πρόσωπό του φέγγει
σὰ χιονισμένη κορυφὴ στοῦ φεγγαριοῦ τὴ λάμψη.
Στὰ λαβωμένα χέρια του βαστοῦσ᾿ ἕνα βαρέλι
πού ῾κλειε μέσα θάνατο, φωτιὰ κι ἀπελπισία.

Ἐκεῖνο μόνο τό ῾μεινε, ἐκεῖνο μόνο φθάνει!
Ἐμπρὸς στὴν Πύλη τοῦ Ἱεροῦ μονάχος του τὸ στένει
καὶ τρεῖς φορὲς τὸ βλόγησε καὶ τρεῖς φορὲς τὸ φχέται.
Σὰν νά ῾ταν Ἅγια Τράπεζα, σὰν νά ῾ταν Ἀρτοφόρι
ἐπίθωσ᾿ ὁ καλόγηρος ἐπάνω τὸ ποτήρι,
καὶ σιωπηλὸς κι ἀτάραχος ἄναψε θειαφοκέρι...
Τὰ γόνατά του ἐχτύπησαν ὁρμητικὰ τὴν πλάκα,
ἐσήκωσε τὰ χέρια του, τὸ πρόσωπό του ἀνάφτει
κι οἱ πέντε τὸν ἐκοίταζαν βουβοὶ μέσα στὰ μάτια:

Ἡ δέησις

- Πατέρα μου, σ᾿ ἐδούλεψα
πιστὰ σαράντα χρόνια,
καὶ τώρα στὰ γεράματα
μοῦ δίνεις κατηφρόνια!
Τὸ θέλημά σου ἂς γενῆ!
Λυπήσου μας, σπλαγχνίσου
καὶ πάψε τὴν ὀργή σου!
Σ᾿ ἐσένα, σὰν ὀρφάνεψα,
ἔδωκα τὴν ψυχή μου,
τὸ Σούλι μου τ᾿ ἀγκάλιασα
στὸν κόσμο γιὰ παιδί μου.
Τώρα τὸ Σούλι τὄχασα...
Ἦλθ᾿ ἡ στερνή μου μέρα,
θἄλθω σ᾿ ἐσέ, Πατέρα...

Μέτρησε πόσοι ἐμείναμε!
Οἱ ἄλλοι πεθαμένοι
μὲς στὰ λαγκάδια σέρνονται
νεκροὶ καὶ λαβωμένοι!
ἂταφ᾿ ἀμοιρολόητα
σέπονται τὰ κουφάρια
στοῦ λόγγου τὰ χορτάρια.
Ὄρνια καὶ λύκοι ἐχόρτασαν
τὰ μαῦρα κρέατά μας.
Συγχώρεσε, συγχώρεσε,
Πλάστη, τὰ κρίματά μας!
Καὶ τώρα ποὺ θὰ νά ῾λθωμε
κ᾿ ἡμεῖς στὴν ἀγκαλιά σου,
δέξου μας σὰν παιδιά σου!

Καὶ κοίταξε τὰ χέρια μας
τώρα σ᾿ ἐσὲ σκωμένα
πῶς εἶν᾿ ἀπὸ τὸ ἄπιστο
τὸ αἷμα λερωμένα,
κ᾿ εὐχαριστήσου, Πλάστη μου,
καὶ πές: «Εὐλογημένοι,
πιστοί μου ἀνδρειωμένοι!»
Τώρα τὸ Σούλι ἀπέθανε.
δὲν ἔμειν᾿ ἕνα χέρι
ποὺ νὰ μπορῇ στὰ δάχτυλα
νὰ σφίξῃ τὸ μαχαίρι...
Πατέρα παντοδύναμε,
γενοῦ σ᾿ ἐμᾶς πατρίδα,
ἄλλη δὲν ἔχω ἐλπίδα.

Ἐκεῖ ψηλὰ στὸ θρόνο σου,
στὴν τόση βασιλεία,
δῶσε σ᾿ ἐμᾶς τοὺς δύστυχους
μικρὴ μία κατοικία,
νὰ μοιάζη μὲ τὸ Σούλι μας
καὶ δῶσε μου ἕνα βράχο
κ᾿ ἐκεῖ τὸ Κούγκι νά ῾χω.
Χῶμα στὸ Σούλι ἐλεύθερο
γιὰ νὰ ταφῶ δὲ μένει.
ἐλέησόν με, Πλάστη μου,
συγχώρεσε νὰ γένῃ
τὸ Κούγκι μου ἡ ἐκκλησιά,
τὸ Ἱερό σου Βῆμα
τοῦ Σαμουὴλ τὸ μνῆμα.

Ἐδῶ ποδάρι ἄπιστο
ποτὲ δὲ θὰ τολμήση
(ποτέ! τὸ εἶπα, τ᾿ ὅρκισα)
τὸ Κούγκι νὰ πατήσει.
Μαζί μου παίρνω τὰ κλειδιά,
Πλάστη μου, δὲν τ᾿ ἀφήνω,
οὔτε σ᾿ ἐσὲ τὰ δίνω!
Ἐκεῖ ψηλὰ στὸν οὐρανὸ
νὰ τὰ φορῆ στὴ μέση
ὁ Σαμουὴλ ὁ δοῦλος σου
θὰ σὲ παρακαλέσει...
Πατέρα μου, μὴ πειραχθῆς,
κάμε μου αὐτὴ τὴ χάρη:
ἄλλος νὰ μὴ τὰ πάρη!

Καὶ τώρα-τώρα π᾿ ἄκουσες
τὸν πόνο, τὸν καημό μας,
δέξου μας καὶ θ᾿ ἀφήσωμε
τὸ Σούλι τὸ γλυκό μας...
Τὸ Σούλι (ἄχ! πὼς τό ῾χασα!)
ψυχή μου, μὴ δακρύσεις,
εἶν᾿ ὥρα νὰ τ᾿ ἀφήσεις!

Κι ἁπλώνοντας τὰ χέρια του
στοὺς πέντε του συντρόφους:
Θεέ μου, πολυέλεε,
τώρα ποὺ θὰ ν᾿ ἀφήσω
τὸν κόσμο καὶ στὸν ἴσκιο σου
θἄλθ᾿ ὁ φτωχὸς νὰ ζήσω,
μία χάρη θέλω, Πλάστη μου:
τὰ πέντε τὰ παιδιά μου
νὰ τάχω συντροφιά μου!
Τ᾿ ἀνάθρεψα στὸν κόρφο μου,
γιὰ εἰδὲ τά, τὰ καημένα,
ἄλλονε δὲν ἀγάπησαν
παρὰ ἐσὲ κ᾿ ἐμένα.
Παιδιά μου, μὴ δειλιάζετε,
νά ῾χετε τὴν εὐχή μου,
Θὰ ζήσετε μαζί μου!

Σταλαματιὰ-σταλαματιὰ τὰ δάκρυά τους πέφτουν
κι ἡ πλάκα ποὺ τὰ δέχεται ραγίζεται καὶ τρίζει.
Παράπονο τοὺς ἔπιασεν, ὄχι θανάτου φόβος,
καὶ κλαίοντας ὁ Σαμουήλ, εἰς τό ῾να του τὸ χέρι
τὸ ἱερὸ ποτήρι του καὶ στ᾿ ἄλλο τὴ λαβίδα,
ἀρχίνησε τὴν κοινωνιὰ τοῦ Πλάστη νὰ μεράζη...
Ὁ πρῶτος ἐμετάλαβε - μεταλαβαίνει κι ἄλλος,
τὴν ἔδωσε στὸν τρίτονε - κι ὁ τέταρτος τὴν παίρνει,
καὶ φθάνει ὡς τὸν ὕστερο καὶ τοῦ τηνε προσφέρει.

Κι ἐκεῖ ποὺ ἔψαλλ᾿ ὁ παπὰς μὲ τὴ γλυκειὰ φωνή του
τοῦ δείπνου σου τοῦ μυστικοῦ: «σήμερον Υἱὲ Θεοῦ...»
φωνὲς ἀκούονται, χτυπιές, ἀλαλαγμός, ἀντάρα.
Πλακώσανε οἱ ἄπιστοι: «καλόγερε, τί κάνεις;»
Ἐσήκωσε τὰ μάτια τοῦ ὁ Σαμουὴλ στὸν κρότο,
καὶ στάζ᾿ ἀπ᾿ τὴ λαβίδα του ἐπάνω στὸ βαρέλι
μία φλογερὴ σταλαματιὰ ἀπ᾿ τοῦ Θεοῦ τὸ αἷμα...
Ἀστροπελέκια ἐπέσανε, βροντάει ὁ κόσμος ὅλος,
λάμπει στὰ γνέφ᾿ ἡ ἐκκλησιά, λάμπει τὸ μαῦρο Κούγκι!
Τί φοβερὴ κεροδοσὰ πὄλαβε στὴ θανή του
τὸ Σούλι τὸ κακότυχο καὶ τί καπνὸ λιβάνι!

Ἀνέβαινε στὸν οὐρανὸ καὶ τοῦ παπᾶ τὸ ράσο
κι ἁπλώθηκε κι ἁπλώθηκε σὰν τρομερὴ μαυρίλα,
σὰ σύννεφο κατάμαυρο κ᾿ ἐθόλωσε τὸν ἥλιο.
Κι ἐνῷ τ᾿ ἀνέβαζ᾿ ὁ καπνὸς κι ἐνῷ τὸ συνεπαίρνει,
τὸ ράσο παντ᾿ ἀρμένιζε κ᾿ ἐδιάβαινε σὰ Χάρος.
κ᾿ ἐκεῖθεν ὁποὺ διάβηκε ὁ φλογερός του ἴσκιος,
σὰν νά ῾ταν μυστικὴ φωτιὰ ἐρόγισε τὸ λόγγο.
Καὶ μὲ τὲς πρῶτες ἀστραπὲς καὶ μὲ τὰ πρωτοβρόχια
χλωρὸ χορτάρι φύτρωσε, δάφνες, ἐλιές, μυρτοῦλες,
ἐλπίδες, νίκες καὶ σφαγὲς - χαρὲς κ᾿ ἐλευθερία!

 

Ὁ βράχος καὶ τὸ κύμα

Στὸ συμβολισμὸ τοῦ ποιήματος, βράχος εἶναι ὁ κατακτητὴς
Τοῦρκος καὶ κῦμα ὁ ὑπόδουλος Ἑλληνισμός.

«Μέριασε βράχε νὰ διαβῶ!» τὸ κύμα ἀνδρειωμένο
λέγει στὴν πέτρα τοῦ γυαλοῦ θολό, μελανιασμένο.
Μέριασε, μὲς στὰ στήθη μου, ποὖσαν νεκρὰ καὶ κρύα,
μαῦρος βοριὰς ἐφώλιασε καὶ μαύρη τρικυμία.

Ἀφροὺς δὲν ἔχω γι᾿ ἄρματα, κούφια βοὴ γι᾿ ἀντάρα,
ἔχω ποτάμι αἵματα, μὲ θέριεψε ἡ κατάρα
τοῦ κόσμου, ποὺ βαρέθηκε, τοῦ κόσμου, πού ῾πε τώρα,
βράχε, θὰ πέσης, ἔφτασεν ἡ φοβερή σου ἡ ὥρα!

Ὅταν ἐρχόμουνα σιγά, δειλό, παραδαρμένο
καὶ σὄγλυφα καὶ σὄπλενα τὰ πόδια δουλωμένο,
περήφανα μ᾿ ἐκύτταζες καὶ φώναζες τοῦ κόσμου
νὰ δεῖ τὴν καταφρόνεση, ποὺ πάθαινε ὁ ἀφρός μου.

Κι ἀντὶς ἐγὼ κρυφὰ κρυφά, ἐκεῖ ποὺ σ᾿ ἐφιλοῦσα
μέρα καὶ νύχτα σ᾿ ἔσκαφτα, τὴ σάρκα σου ἐδαγκοῦσα
καὶ τὴν πληγὴ ποὺ σ᾿ ἄνοιγα, τὸ λάκκο πού ῾θε κάμω
μὲ φύκη τὸν ἐπλάκωνα, τὸν ἔκρυβα στὴν ἄμμο.

Σκύψε νὰ ἰδῆς τὴ ρίζα σου στῆς θάλασσας τὰ βύθη,
τὰ θέμελά σου τά ῾φαγα, σ᾿ ἔκαμα κουφολίθι.
Μέριασε, βράχε, νὰ διαβῶ! Τοῦ δούλου τὸ ποδάρι
θὰ σὲ πατήση στὸ λαιμό... Ἐξύπνησα λιοντάρι!»

Ὁ βράχος ἐκοιμότουνε. Στην καταχνιὰ κρυμμένος,
ἀναίσθητος σοῦ φαίνεται, νεκρός, σαβανωμένος.
Τοῦ φώτιζαν τὸ μέτωπο, σχισμένο ἀπὸ ρυτίδες,
τοῦ φεγγαριοῦ, ποὖταν χλωμό, μισόσβηστες ἀχτίδες.
Ὁλόγυρά του ὀνείρατα, κατάρες ἀνεμίζουν
καὶ στὸν ἀνεμοστρόβιλο φαντάσματα ἀρμενίζουν,
καθὼς ἀνεμοδέρνουνε καὶ φτεροθορυβοῦνε
τὴ δυσωδία τοῦ νεκροῦ τὰ ὄρνια ἂν μυριστοῦνε.

Τὸ μούγκρισμα τοῦ κύματος, τὴν ἄσπλαγχνη φοβέρα,
χίλιες φορὲς τὴν ἄκουσεν ὁ βράχος στὸν ἀθέρα
ν᾿ ἀντιβοᾶ τρομαχτικὰ χωρὶς κὰν νὰ ξυπνήσει,
καὶ σήμερα ἀνατρίχιασε, λὲς θὰ λιγοψυχήσει.
«Κῦμα, τὶ θέλεις ἀπὸ μὲ καὶ τὶ μὲ φοβερίζεις;
Ποιὸς εἶσαι σὺ κι ἐτόλμησες, ἀντὶ νὰ μὲ δροσίζεις,
ἀντὶ μὲ τὸ τραγούδι σου τὸν ὕπνο μου νὰ εὐφραίνεις,
καὶ μὲ τὰ κρύα σου νερὰ τὴ φτέρνα μου νὰ πλένεις,
ἐμπρός μου στέκεις φοβερό, μ᾿ ἀφροὺς στεφανωμένο;
Ὅποιος κι ἂν εἶσαι μάθε το, εὔκολα δὲν πεθαίνω!»

«Βράχε, μὲ λένε Ἐκδίκηση. Μ᾿ ἐπότισεν ὁ χρόνος
χολὴ καὶ καταφρόνεση. Μ᾿ ἀνάθρεψεν ὁ πόνος.
Ἤμουνα δάκρυ μιὰ φορὰ καὶ τώρα κοίταξέ με,
ἔγινα θάλασσα πλατιά, πέσε, προσκύνησέ με.
Ἐδῶ μέσα στὰ σπλάγχνα μου, βλέπεις, δὲν ἔχω φύκη,
σέρνω ἕνα σύγνεφο ψυχές, ἐρμιὰ καὶ καταδίκη,
ξύπνησε τώρα, σὲ ζητοῦν τοῦ ἄδη μου τ᾿ ἀχνάρια...
Μ᾿ ἔκαμες ξυλοκρέβατο... Μὲ φόρτωσες κουφάρια...
Σὲ ξένους μ᾿ ἔριξες γιαλούς... Τὸ ψυχομάχημά μου
τὸ περιγέλασαν πολλοὶ καὶ τὰ πατήματά μου
τὰ φαρμακέψανε κρυφὰ μὲ τὴν ἐλεημοσύνη.
Μέριασε βράχε, νὰ διαβῶ, ἐπέρασε ἡ γαλήνη,
καταποτήρας εἶμαι ἐγώ, ὁ ἄσπονδος ἐχθρός σου,
γίγαντας στέκω ἐμπρός σου!»

Ὁ βράχος ἐβουβάθηκε. Τὸ κῦμα στὴν ὁρμή του
ἐκαταπόντησε μεμιᾶς τὸ κούφιο τὸ κορμί του.
Χάνεται μὲς τὴν ἄβυσσο, τρίβεται, σβήεται, λιώνει
σὰ νἆταν ἀπὸ χιόνι.
Ἐπάνωθέ του ἐβόγγιζε γιὰ λίγο ἀγριεμένη
ἡ θάλασσα κι ἐκλείστηκε. Τώρα δὲν ἀπομένει
στὸν τόπο ποὖταν τὸ στοιχειό, κανεὶς παρὰ τὸ κῦμα,
ποὺ παίζει γαλανόλευκο ἐπάνω ἀπὸ τὸ μνῆμα.

 

Ἐπέσανε τὰ Γιάννενα

Ἐπέσανε τὰ Γιάννενα, σιγὰ νὰ κοιμηθοῦνε,
ἐσβήσανε τὰ φῶτα τους, ἐκλείσανε τὰ μάτια.
Ἡ μάννα σφίγγει τὸ παιδὶ βαθιὰ στὴν ἀγκαλιά της,
γιατὶ εἶναι χρόνοι δίσεκτοι καὶ τρέμει μὴν τὸ χάσει.
Τραγούδι δὲν ἀκούγεται, ψυχὴ δὲν ἀνασαίνει.
Ὁ ὕπνος εἶναι θάνατος καὶ μνῆμα τὸ κρεβάτι
κι ἡ χώρα κοιμητήριο κι ἡ νύχτα ρημοκλήσι.
Ἄγρυπνος ὁ Ἀλὴ πασᾶς, ἀκόμη δὲ νυστάζει,
κι εἰς ἕνα δέρμα λιονταριοῦ βρίσκεται ξαπλωμένος.
Τὸ μέτωπό του εἶναι βαρύ, θολό, συγνεφιασμένο
καὶ τὄβαλεν ἀντίστυλο τὸ χέρι του, μὴν πέσει.
Χαϊδεύει μὲ τὰ δάκτυλα τὰ κάτασπρα του γένια,
ποὺ σέρνονται στοῦ λιονταριοῦ τὴν τρομερὴ τὴ χαίτη.
Ἀγκαλιασμένα τὰ θεριά, σοῦ φαίνονται πὼς ἔχουν
ἕνα κορμὶ δικέφαλο, τὸ μάτι δὲ γνωρίζει
ποιὸ τάχα νἆν᾿ τὸ ζωντανὸ καὶ ποιὸ τὸ σκοτωμένο.

 

Εἰς τὴν μνήμην Διονυσίου Κόμητος Σολωμοῦ

Κοιμήσου... ἐγὼ τὸν ὕπνο σου δὲν ἦλθα νὰ ταράξω
δεν ἦλθα ἐδῶ στο μνῆμά σου οὔτ᾿ ἕνα λουλουδάκι
ἀπ᾿ ὅσα τὸ στολίζουνε κρυφὰ νὰ ξερριζώσω.
Κοιμήσου... χάρου, ποιητά, τὴν ἄφθαρτη γλυκάδα,
ποὺ ζῶντας ἐπεθύμησες καὶ ποὺ νεκρὸς χορταίνεις.

Ἄφες κ᾿ ἐμένα νὰ χαρῶ, ἄφες με νὰ πιστεύσω
ὅτ᾿ ἡ ψυχὴ τοῦ ποιητοῦ στην εὐμορφία τοῦ κόσμου,
εἰς τὴ μεγάλη τοῦ Παντὸς ἀθάνατη ἁρμονία
εἶναι γλυκὺ κελάδισμα, εἶναι παλμὸς ἀγάπης,
ποὺ φεύγει ἐδῶθε νὰ κρυφθῇ μὲς στὴν καρδία τοῦ Πλάστου.

Κοιμήσου... οἱ χρόνοι φεύγουνε δυστυχισμένοι, μαῦροι...
Ἀπ᾿ τὴν αἰωνιότητα, ποὺ σ᾿ ἔχει ἀγκαλιασμένον,
σταλάζουνε σιγά, σιγά... καὶ πᾶσα των ῥανίδα
πνίγει χιλιάδες γενεαῖς. Στοῦ τάφου σου τὸ χῶμα
χύνει δροσούλα καὶ ζωή, ῥόδα σκορπᾷ καὶ δάφναις.

Τρεῖς χρόνοι τώρα πέρασαν... ἦλθα νὰ γονατίσω
στο μνῆμά σου καὶ νὰ σοῦ πῶ νὰ μὴ καταφρονέσῃς
τὸ χάρισμά μου τὸ φτωχό... Γιὰ τὸ μνημόσυνό σου
σὤφερα νεκρολίβανο, σὤφερα κι᾿ ἁγιοκέρι.

 

Ἐπὶ τῷ θανάτῳ τῆς θυγατρός μου Ναθαλίας

Τώρα, π᾿ ἀνθίζ᾿ ἡ κυκλαμιὰ καὶ κάθε σπόρο, πὄχει
κρυφὸ κρεβάτι μὲς τὴ γῆ, ξυπνᾶ τὸ πρωτοβρόχι,
ποὺ πρὶν ἀρχίσουν οἱ χιονιές, ἡ πάχνη, τ᾿ ἀγριοκαίρι,
ξεγελασμένα τὰ κλαριὰ μὲ τὴ στερνὴ γλυκάδα,
π᾿ ὁλόγυρα σκορπίζοντας σκορπᾶ τὸ καλοκαίρι,
στολίζονται μὲ μυρωδιές, μ᾿ ἀνθούς, μὲ πρασινάδα,
τώρα, παιδί μου, ἐζήλεψες τὸ στεῖρο τὸ σκοτάδι,
τοῦ τάφου τὰ στολίσματα, τὴν ἐρημιά, τὸν Ἄδη!

Μοσχοβολᾶ ἡ ἀλιφασκιά, μικρά μου Ναθαλούλα,
τὰ ρίκη, οἱ δάφνες, οἱ μυρτιὲς ποτίζονται δροσούλα,
καὶ τὸν ἀγέρα πλημμυροῦν μὲ τὴν ἀναπνοή τους.
Στὸν ἥλιο τοῦ φθινόπωρου, σὰ ζωντανὰ λουλούδια,
οἱ καλογιάννοι χαίρονται. Μὲ τὴ γλυκιά φωνή τους
στὸ βάτο ποὺ ἀκουρμαίνεται λαλοῦν τὰ στεφανούδια
τὰ βάσανα τῆς ξενητιᾶς... Καὶ σὺ στὸ γέροντά σου
στέλνεις παιδί μου, ἀνέλπιστα τὰ νεκρολίβανά σου;

Στὸν πολυτάραχο γιαλὸ τοῦ κόσμου μιὰν ἡμέρα
διαβάτης ἀνυπόμονος περνᾶ σὰν τὸν ἀγέρα.
Τὸ πάτημά του ἐφάνηκε στὸν ἆμμο μιὰν αὐγὴ
ἄγριο τὸ κῦμα πέρασε τὴ νύχτα καὶ τὸ σβεῖ...

 

Ἡ πρὸς τὴν Πατρίδα Ἀγάπη μου

Δὲν εἶναι διαβατάρικο πουλί, ποὺ γιὰ μία μέρα
σχίζει τὰ νέφη καὶ περνᾷ γοργὸ σὰν τὸν ἀγέρα,
οὔτε κισσός, π᾿ ἀναίσθητος τὴν πέτρα περιπλέκει
οὔτ᾿ ἀστραπή, ποὺ σβύνεται χωρὶς ἀστροπελέκι,
δὲν εἶναι νεκροθάλασσα, βοὴ χωρὶς σεισμό,
νοιώθω γιὰ σέ, πατρίδα μου, στὰ σπλάγχνα χαλασμό.

 

Νάνι νάνι

Φύσ᾿, ἀγεράκι δροσερό,
μὲς στῶν δενδρῶν τὰ φύλλα.
Πάρ᾿ ἀπ᾿ τὰ ρόδα τὸν ἀνθὸ
ἀπ᾿ τὴ μηλιὰ τὰ μῆλα
καὶ φέρ᾿ τα στὸ παιδάκι μου.
Εἶναι καλὸ καὶ κάνει,
ἥσυχο, νάνι, νάνι.

Ἀρχίνησε τὸ λάλημα,
ἀηδόνι ἐρωτεμένο,
νανάρισέ το, τὸ φτωχὸ
εἶν᾿ ἀποκοιμημένο
σὰν τὴ γλυκιά σου συντροφιὰ
μὲς στὴ φωλιὰ σὰν κάνει,
τὴ νύχτα, νάνι, νάνι.

Ἄνοιξε, νυχτολούλουδο,
ἄνοιξε καὶ μὴν κλείσεις,
τὴν ὄμορφή σου μυρωδιὰ
ὡσότου νὰ τὴ χύσεις
ὅλη μὲς στὰ μαλλάκια του.
Τὸ μαῦρο, ἰδὲς πῶς κάνει
μαζί μου νάνι, νάνι.

Παίζει τ᾿ ἀγέρι τοῦ Μαγιοῦ
μέσα στὸν καλαμιῶνα,
γελοῦνε τ᾿ ἄνθη, τὰ νερά,
λαλεῖ ἡ νεροχελώνα.
Εὐτυχισμένη εἶμαι κι ἐγὼ
στὰ στήθια μου σὰν κάνει,
τὸ μαῦρο, νάνι, νάνι.

Καὶ σεῖς μὲ τὰ χρυσὰ φτερά,
ὀνείρατά μου, ἐλᾶτε
στὸ ἔρμο τὸ καλύβι μας,
ἀγάλια ἀγάλια ἐμβᾶτε,
σιγὰ μὴν τὸ ξυπνήσετε·
κοιτάξετε πῶς κάνει
ἄγγελος νάνι, νάνι.

Ὀνείρατα εἶναι τοῦ φτωχοῦ
ἡ συντροφιά, ἡ ἐλπίδα·
τῆς χήρας ἡ παρηγοριά,
ὁ ἥλιος, ἡ ἀχτίδα.
Ἐλᾶτε, μὴν ἀφήσετε
τὴ μάνα του ποὺ κάνει
μαζί του νάνι, νάνι.

 

Ἡ δάφνη καὶ τὸ ἀηδόνι

Ὕμνος εἰς τὸν θάνατον
τοῦ Ἕλληνος ποιητοῦ
Διονυσίου Κόμητος Σολωμοῦ.

Μαύρισε, κῦμα τὸν ἀφρό,
καὶ σεῖς βουνὰ τὸ χιόνι.
Γιατ᾿ ᾖλθε βαρυχειμωνιὰ
καὶ δὲ λαλεῖ τἀηδόνι,
τἀηδόνι ποὺ τραγούδησε
εἰς τοῦ βουνοῦ τὴν ράχη.
Κλᾶψτε βουνὰ καὶ βράχοι,
Τἀηδόνι δὲν λαλεῖ...

*

Καὶ σύ, δαφνούλα ἑλληνική,
φυλλόχλωρη δαφνούλα,
ἐσύ, ποὺ τἄνθη σου ἔλουζες
τὴ νύχτα στὴ δροσούλα,
γιὰ νὰ σὲ βλέπει ὄμορφη
καὶ νὰ σὲ καμαρώνει
πές μου γιατί τἀηδόνι,
δαφνούλα, δὲ λαλεῖ;...

*

Τοῦ μύρισεν ἡ ἄνοιξη
ποὺ πλάκων᾿ ἀπὸ πέρα
καὶ λαίμαργο θὰ σώφυγε
ψηλὰ μὲς τὸν αἰθέρα,
πρῶτο νὰ πάγει νὰ τὴν βρῇ
καὶ νὰ τὴν ἀπαντήσῃ,
γλυκὰ νὰ τὴ φιλήσῃ,
καὶ νἄλθουνε μαζί.

*

Ἄχ! Πότε νἄλθ᾿ ἡ ἄνοιξη,
νὰ δῇς ἂν θὰ γυρίσει!
Ἄχ! Πότε τὸ τριαντάφυλλο,
δαφνούλα, μοῦ ν᾿ ἀνθίση,
νὰ πᾶς νὰ βρῇς τὰ φύλλα του
νὰ νοιώσεις τὴν ὀσμή του!...
Ποιὸς ξεύρει τὴν πνοή του
μὴν εὕρῃς μέσα ἐκεῖ;

*

Ἄχ! Πότε νἄλθ᾿ ἡ ἄνοιξη,
νὰ λυώσουνε τὰ χιόνια,
νὰ πάψουν τἀστραπόβροντα,
νἀλθοῦν τὰ χελιδόνια,
γιὰ νὰ τοὺς πῇς, δαφνούλα μου,
τὴν ἄσπλαγχνή σου μοῖρα;
Ποιὸς ξεύρει, μαύρη χήρα,
κ᾿ ἐκεῖνα τί θὰ ποῦν.

*

Παρηγορήσου, δάφνη μου,
γιατὶ δὲν εἶσαι μόνη
ποὺ καρτερεῖς τὸ φίλο σου,
ποὺ καρτερεῖς τἀηδόνι.
Νἄξευρες πόσα κόκκαλα
καὶ σπλάγχν᾿ ἀνδρειωμένα
στὸ μνῆμα ξαπλωμένα
μὲ σὲ τὸ καρτεροῦν.

*

Τὸ λάλημά σου τἄκουσαν
στὴν πρώτη παρουσία
σὰν τοῦ πολέμου σάλπιγγα,
σὰν ἄλλη τρικυμία,
κ᾿ εὐθὺς ἐπάνω στ᾿ Ἄγραφα
βροντοῦν ἀστροπελέκια,
ἀνάφτουν τὰ τουφέκια,
καὶ λάμπουν τὰ σπαθιά.

*

Κ᾿ ἐκεῖ ποὺ πολεμούσανε
οἱ μαῦρ᾿ οἱ πεθαμένοι,
τἀηδόνι μὲ τὸ λάλημα
τὸ αἷμα τοὺς ζεσταίνει,
καὶ σὰν ἐμοιρολόγησε,
καὶ σὰν ἐτραγουδοῦσε
ἡ δάφνη πάντ᾿ ἀνθοῦσε,
ἀνθοῦσε κ᾿ ἡ μυρτιά.

*

Ὁ φοβερὸς ἀντίλαλος
στὸ Μισολόγγι φθάνει
τὴν ὥρα ποὺ τοῦ κλούσανε
τὰ μάτια νὰ πεθάνῃ,
τὴν ὥρα ποὺ ὁ δεσπότης του
φλόγα, καπνὸ ντυμένος,
ἀνέβαινε καμένος
στὸν οὐρανὸ ψηλά.

*

Ὤ! τί γλυκὸ νανάρισμα!
Ἀνήκουστη ἁρμονία!
Τοῦ ἀηδονιοῦ τὸ λάλημα
γιὰ κεῖνα τὰ θηρία,
σὰν ἐψυχομαχούσανε
κι᾿ ἁπλώσανε τὸ σῶμα
στὰ αἵματα, στὸ χῶμα
νὰ κοιμηθοῦν βαθειά.

*

Ἐπέρασε τὸ λάλημα
λόγγους, βουνά, λιβάδια,
καὶ τὸ νεράκι, πὤτρεχε
κρυφὰ μὲς στὰ λαγκάδια,
χαρούμενο σὰν τἄκουσε
μὲς τὸν ἀφρὸ τὸ παίρνει
καὶ τρέχοντας τὸ φέρνει
στὸ κῦμα τοῦ γιαλοῦ.

*

Κ᾿ εὐθὺς τὸ κῦμα φούσκωσε,
ἐμάνιωσε, θεριεύει,
βλέπει τὴ γῆ ἐλεύθερη
καὶ βράζει καὶ ζηλεύει,
βογγάει κι᾿ ἀνδρειεύεται,
ἀφρίζει, μεγαλώνει
καὶ τὴν κορφὴ ψηλώνει
σὰν τὴν κορφὴ βουνοῦ.

*

Ἄχ! Τότε πόσα βλέμματα,
πἄστράφταν σὰν ἀστέρια,
ἐκύτταξαν τὴ θάλασσα.
καὶ πόσα, πόσα χέρια,
σὰν νάταν ἀπὸ μάρμαρο,
βαρειὰ κι᾿ ἀνδρειωμένα
ἐδεῖχναν τεντωμένα
τὸ κῦμα στὸ γιαλό.

*

Γιατί κρυφὸς χτυπόκαρδος
τοὺς εἶπε πὼς θὰ ἰδοῦνε
μιὰ μέρα ν᾿ ἀνεμίζουνε,
στ᾿ ἀγέρι νὰ πετοῦνε
φλάμπουρα γαλανόλευκα,
σὰν κύματ᾿ ἀφρισμένα
περήφαν᾿ ἁπλωμένα
σὲ πέλαγο ἐθνικό.

*

Ὡστόσο πάντα ἡ θάλασσα
γρούζει, βογγά, μουγκρίζει,
πάντα σπαράζει, δέρνεται,
βράχους, βουνὰ κλονίζει..,
Κρύψου βαθειὰ στὰ σύγνεφα
καὶ μὴ φανῇς, φεγγάρι,
δὲ βλέπεις τὸν Κανάρη
ποὺ στὴ βοὴ ξυπνᾷ;

*

Ἐξύπνησε σὰ βάρυπνος,
πετιέτ᾿ ἀπὸ τὸ μνῆμα
καὶ τρέχει κι᾿ ἀγκαλιάζεται
μὲ τἄγριο τὸ κῦμα,
καὶ δένουνε ἀχώριστη
καὶ τρομερὴ φιλία
δυὸ ἄσπονδα στοιχεῖα,
τὸ κῦμα κ᾿ ἡ φωτιά.

*

Καὶ σὰν ἀνταμωθήκανε
κ᾿ ἐβγῆκαν ν᾿ ἀρμενίσουν
πλακώνει μαῦρος θάνατος
ἐκείνους π᾿ ἀπαντήσουν.
Εἶναι πλατὺ κ᾿ εὐρύχωρο
τὸ μνῆμα τῆς θαλάσσης...
Κανάρη μὴ δειλιάσῃς,
θυμήσου τὰ Ψαρά.

*

Γιατί, γιατί δὲν ἤμουνα
τοῦ κεραυνοῦ σου ἀχτίδα,
γιατί κ᾿ ἐγὼ τῆς θάλασσας
δὲν ἤμουν μία ρανίδα
νἄλθω μ᾿ ἐσένα συντροφιά,
Κανάρη κειὸ τὸ βράδυ,
σὰν ἄνοιξες τὸν ᾅδη
κ᾿ ἔφαγες τὴν Τουρκιά.

*

Γιὰ νὰ σοῦ λέγω πάντοτε:
-Κανάρη, μὴ δειλιάζῃς
νὰ καῖς, νὰ πνίγῃς, νὰ χαλᾷς,
τοὺς ἄπιστους νὰ σφάζῃς,
κι᾿ ἀνάμεσα στὰ γαίματα
ν᾿ ἀνάφτω τὴν ὀργή σου
φωνάζοντας, «θυμίσου
τὰ λόγια τἀηδονιού»;

*

Τὰ λόγια ποὺ σοῦ ἐλάλησε
γλυκὰ στὸ περιβόλι,
τότε σὰν ᾖλθε σκούζοντας
τὸ ἔρμο ἀπὸ τὴν Πόλη,
καὶ σοὖπε πῶς ἀπάντησε
ἅγιο κορμὶ πνιγμένο
στὴν ἄκρη πεταμένο
τοῦ ἔρημου γιαλοῦ.

*

Καὶ σοὖπε πῶς ἐσίμωσε
γιὰ νὰ τὸ ψηλαφήσῃ,
καὶ βλέπει.. κι᾿ ἀνατρίχιασε...
Καὶ πέφτει νὰ φιλήσῃ.
κ᾿ ἐκεῖ ποὺ ἐπλησίασε
στὸ μάρτυρα τὰ χείλη,
σχοινὶ γιὰ πετραχἠλι
τοῦ βλέπει στὸ λαιμό.

*

Καὶ τόσο ἀσπλαγχν᾿ ἡ θηλειὰ
τὸν Πατριάρχη σφίγγει,
τόσο τοῦ χώνεψε βαθειὰ
πὤκοψε τὸ λαρύγγι,
κι᾿ ἄνοιξε στόμα δεύτερο,
ποὺ μέρα νύχτα κράζει
καὶ πάντα σᾶς φωνάζει:
«Ἐκδίκησι ζητῶ».

*

Τὸ φοβερὸ τὸ μήνυμα
σὰν ἔφερε τἀηδόνι,
τραβιέτ᾿ ἐπάνω στὰ βουνὰ
καὶ τὰ φτερὰ διπλώνει
κι᾿ ἀναγαλιάζει βλέποντας
τὴ δάφνη του ν᾿ ἀνθίζῃ
κι ἄνοιξη νὰ μυρίζῃ
στὰ μαῦρα ὀρφανά.

*

Τριάντα χρόνοι ἐπέρασαν
σὰν νἄτανε μιὰ μέρα!
Καὶ πάντα παραμόνευε
κ᾿ ἐρώτα τὸν ἀγέρα,
ποὺ φύσαγε ἀπ᾿ τὸν Ὄλυμπο,
τί μήνυμα τοῦ φέρει
κι᾿ ἂν ἔλαμψε τἀστέρι
στοῦ Πίνδου τὰ βουνά.

*

Ὤ! τί χαρὰ ποὺ τὤπιασε
τὸ ἔρημο τἀηδόνι!
Ἀμέσως ἀναφτέριασε,
πετᾷ καὶ ξανανειώνει,
σὰν ἔμαθε, σὰν ἄκουσε
ψηλὰ στὴ Θεσσαλία
ν᾿ ἀνοίγει τὰ μνημεῖα
τοῦ Πέτρου τὸ σπαθί.

*

Θυμήθηκε τὰ νειώτα του,
τὴν πρώτη τη λαλιά του,
κ᾿ ἀρχίνησε τὸ λάλημα
κρυφὰ στὴν ἐρημιά του...
Δαφνούλα μου, τί σὤμελλε.
ἐκεῖνα του τὰ λόγια
νὰ γένουν μοιρολόγια
κ᾿ ἡ ἔσχατη πνοή.

*

Τώρα τὰ κρύα κόκκαλα
ποιὸς θἄλθη νὰ τὰ κράξη,
ποιὸς ἄγγελος ἀνάσταση
θἄλθῃ νὰ τοὺς φωνάξῃ,
καὶ ποιὸ πουλὶ θὰ νἄρχεται
χαρούμενο τὸ βράδυ
ἐλπίδες μὲς στὸν ᾅδη
νὰ φέρνει καὶ χαρά;

*

Ἂς σφραγισθοῦν τὰ μνήματα
καὶ πάλ᾿ ἂς χορταριάσουν
οἱ πεθαμένοι ἂς ἁπλωθοῦν,
στὸ μνήμ᾿ ἂς ἡσυχάσουν.
Ποιὸς ξεύρει πόσες ἄνοιξαις
θὰ νὰ διαβοῦν καὶ χρόνοι
ποὺ δὲ θὰ ἰδοῦν ταηδόνι
καὶ τὴν πρωτομαγιά!

 

 

Ἡ Ἀγράμπελη

Λέγ᾿ ἡ ἀγράμπελη μυριανθισμένη,
στὸν ἄγριο πλάτανο ποὺ τὴ θωρεῖ
καὶ μὲ τὸν ἴσκιο του συχνοδιαβαίνει
πάντοτ᾿ ἐπάνω της, βράδυ κι αὐγή:

«- Δένδρο περήφανο, μέσ᾿ τὸν ἀγέρα
τὰ φύλλα, οἱ κλῶνοι σου θρασομανοῦν·
βρίσκεις στενόχωρη τώρα τὴ σφαῖρα;
Τ᾿ ἄστρα τὰ σύγνεφα δὲ σὲ χωροῦν;

»Τρέχει στὴ ρίζα σου νεράκι κρύο
βυζαίνεις ἄκοπα τὴν καταχνιά,
κι ἐμένα ζήλεψες σὺ τὸ θηρίο,
γιατί μ᾿ ἐπότιζε λίγη δροσιά;

»Τί θέλεις πλάτανε, τί μοῦ γυρεύεις;
Διῶξε τὸν ἴσκιο σου κι εἶμαι μικρή.
Τ᾿ ἄνθη μου ἐπάγωσαν, μὴν τὰ παιδεύεις,
ἄσ᾿ τον τὸν ἥλιο μου νὰ τὰ χαρεῖ...»

«- Ξανθή μου ἀγράμπελη, τί μὲ φοβᾶσαι;
Θέλεις νὰ σέρνεσαι πάντα ὀρφανή,
μονάχη σου ἔρημη τὴ νύχτα νἆσαι,
νἄχεις κρεβάτι σου λιθάρια, γῆ;

»Τ᾿ ἄνθη ζευγάρωσε μὲ τὴν ἀνδρειά μου,
γένου βασίλισσα κι ἐγὼ θρονί,
στηλώσου ἐπάνω μου..., στὴν ἀγκαλιά μου
κάθε ἄλλο λούλουδο θὰ σὲ φθονεῖ...»

Τὴν ἐξεγέλασε τ᾿ ἄγριο πλατάνι,
τὴν ἐπερίπλεξε μέσ᾿ τὰ κλαριά....
Τί κρῖμα, πὤδωκες, ξανθὸ βοτάνι,
γιὰ λίγο ψήλωμα τὴν παρθενιά!

Φτωχὴ κι ἀνύπανδρη στὴν ἐρημιά σου
μοὔτανε τ᾿ ἄνθη σου κρυφὴ χαρά·
Τώρα θ᾿ ἁρπάζουνε τὴ μυρωδιά σου
τὰ νέφη κι ὁ ἄνεμος ποὖσαι κυρά.

 

 

Ἀθανάσης Διάκος

[Ἆσμα Πρῶτον] [Ἆσμα Δεύτερον]
[Ἆσμα Τρῖτον] [Ἆσμα Τέταρτον]

Ἆσμα Πρῶτον
Ἡ παραμονή

«Ἀνέβα, Μῆτρε στοῦ βουνοῦ κατάκορφα τὴ ράχη,
πᾶρε τὸ μάτι τἀητοῦ καὶ τἀλαφιοῦ τὸ πόδι
καὶ τὴν ἀγρύπνια τοῦ λαγοῦ, καὶ στῆσε καραοῦλι.
Κι᾿ ἂν δῇς χιλιάδαις τὸν ἐχθρό, ἄλογα καὶ πεζούρα,
μὲ τὸν Κιοσὲ Μεχμὲτ πασᾶ, τὸν ὕπνο μὴ μοῦ κόψῃς,
στάσου, πολέμα μοναχός. Κι᾿ ἂν δῇς μὲς στὸ φουσάτο
νὰ πηλαλάῃ τἄλογο τοῦ Ὁμέρπασα Βρυώνη,
πέτα ροβόλα, κρᾶξε με. Σύρε μὲ τὴν εὐχή μου».
Ἄστραψε ἀπ᾿ ἄγρια χαρὰ τὸ μέτωπο τοῦ κλέφτη,
ἐβρόντησαν τὰ χαϊμαλιά, ἀνέμισε ἡ φλοκάτη,
ἔλαμψε ὁ Μῆτρος μία στιγμὴ κ᾿ ἐσβήστηκε σὰν ἄστρο.
Ὁ Διάκος τὸν συντρόφεψε γιὰ λίγο μὲ τὸ μάτι
κ᾿ ὕστερα πέφτει κατὰ γῆς γονατιστὸς στὴν πέτρα:
«Ἀδέρφια, παλληκάρια μου! Ἐλᾶτε ὁλόγυρά μου
καὶ γονατίσετε μ᾿ ἐμέ. Ὁ κόσμος στὴ χαρά του
εἶν᾿ ἀνθοστόλιστη ἐκκλησιά, κι᾿ ἐδῶ μας παραστέκει
ἐκεῖνος ποὺ τὴν ἔχτισε, γιὰ νὰ τὸν προσκυνοῦμε».
Ἤτανε νύχτα. Τὰ βουνά, οἱ λαγκαδιαίς, τὰ δέντρα,
οἱ βρύσαις, τ᾿ ἀγριολούλουδα, ὁ οὐρανός, τ᾿ ἀγέρι,
στέκουν βουβὰ ν᾿ ἀκούσουνε τὴν προσευχὴ τοῦ Διάκου.
«Ὅταν ἡ μαύρ᾿ ἡ μάνα μου, ἐμπρὸς σὲ μίαν εἰκόνα,
Πλάστη μου, μ᾿ ἐγονάτιζε μὲ σταυρωτὰ τὰ χέρια
καὶ μώλεγε νὰ δεηθῶ γιὰ κειοὺς ποὺ τὸ χειμῶνα
σὰ λύκοι ἐτρέχαν στὰ βουνά, μὲ χιόνια, μ᾿ ἀγριοκαίρια
γιὰ νὰ μὴ ζοῦνε στὸ ζυγό, ἔνοιωθα τὴ φωνή μου,
νὰ ξεψυχάει στὰ χείλη μου. ἐσπάραζε ἡ καρδιά μου,
μοῦ ἐτρέμανε τὰ γόνατα, σὰν νἄθελε ἡ ψυχή μου
νὰ φύγῃ μὲ τὴ δέηση ἀπὸ τὰ σωθικά μου.
Ὕστερα μὤλεγε κρυφὰ νὰ σοῦ ζητῶ τὴ χάρη
νὰ μ᾿ ἀξιώσῃς μία φορὰ ἕνα σπαθὶ νὰ ζώσω
καὶ νὰ μὴν ἔρθῃ ὁ θάνατος νὰ μ᾿ εὕρῃ, νὰ μὲ πάρῃ
πρὶν πολεμήσω ἐλεύθερος, γιὰ σὲ πρὶν τὸ ματώσω.
Πατέρα παντοδύναμε! Ἄκουσες τὴν εὐχή μου.
μοῦ φύτεψες μὲς στὴν καρδιὰ ἀγάπη, πίστη, ἐλπίδα,
ἔδωκες μίαν ἀχτίδα σου, ἀθέρα στὸ σπαθί μου
καὶ μοὖπες: Τώρα πέθανε γιὰ μέ, γιὰ τὴν πατρίδα!
Ἕτοιμος εἶμαι, Πλάστη μου! Λίγαις στιγμαὶς ἀκόμα
καὶ σβυῶνται τ᾿ ἄστρα σου γιὰ μέ. Γιὰ μὲ θὰ σκοτειδιάσῃ
τὤμορφο γλυκοχάραμα. Θὰ μοῦ κλειστῇ τὸ στόμα,
ποὺ ἐκελαδοῦσε στὰ βουνά, στὴ ρεματιά, στὴ βρύση.
θὰ μαραθοῦν τὰ πεῦκα μου. Ἀραχιασμέν᾿ ἡ λύρα,
ποὺ μοὖταν ἀδερφοποιτὴ κι᾿ ὁποὺ μ᾿ ἐμὲ στὴ φτέρη
ἀγκαλιασμένη ἐπλάγιαζε, τώρα θὰ μείνη στεῖρα
καὶ στάψυχο κουφάρι της θὰ νὰ βογγάῃ τ᾿ ἀγέρι.
Ὅλα τ᾿ ἀφίνω μὲ χαρά, χωρὶς ν᾿ ἀναστενάξω.
Καὶ τὤχω περηφάνειά μου, ποὺ ἐδιάλεξες ἐμένα
αὐτὴν τὴν ἔρμη τὴν πορειὰ μὲ τὸ κορμὶ νὰ φράξω.
Εὐχαριστῶ σε, Πλάστη μου! Δὲ θὰ χαθοῦν σπαρμένα
καὶ δὲ θὰ μείνουν ἄκαρπα τ᾿ ἄχαρα κόκκαλά μου.
Εὐλόγησε τηνε τὴ γῆ ὁποὺ θὰ μ᾿ ἀγκαλιάσῃ
καὶ στοίχειωσε κάθε κλωνὶ ἀπὸ τὰ χώματά μου,
νὰ γένῃ ἀδιάβατο βουνὸ τὸ μνῆμα τοῦ Θανάση.
Θέ μου! Ξημέρωσέ τηνε τὴν αὐριανὴ τὴ μέρα!
Θὰ μᾶς θυμᾶτ᾿ ἡ Ἀρβανιτιὰ καὶ θὰ τὴν τρώ᾿ ἡ ζήλεια.
Θὰ χλημητᾶνε τ᾿ ἄλογα, θὰ καῖνε τὸν ἀγέρα
μὲ τ᾿ ἄγρια τὰ χνῶτα τοὺς γκέκικα καρυοφύλλια,
θὰ γένουν πάλαι τὰ Θερμιὰ λαίμαργη καταβόθρα...
Χιλιάδες ᾖρθαν θερισταὶ καὶ Χάρος ὀργοτόμος,
μουγκρίζουν, φοβερίζουνε πὼς δὲ θὰ μείνη λώθρα
σ᾿ αὐτὴν τὴ δύστυχη τὴ γῆ, φωτιά, δρεπάνι, τρόμος...
Κ᾿ ἐμεῖς θὰ πᾶμε μὲ χαρὰ σ᾿ αὐτὸν τὸν καταρράχτη.
Ἐπάνωθέ μας θἆσαι σύ, καὶ τὰ πατήματά μας
θὰ νἄχουνε γιὰ στήριγμα τὴ φοβερή τη στάχτη,
πὤμεινε σπίθ᾿ ἀκοίμητη βαθειὰ στὰ σωθικά μας.
Δυνάμωσέ μας, Πλάστη μου! Γιὰ ν᾿ ἀκουστῇ στὴ Δύση
πὼς δὲν ἀπονεκρώθηκε καὶ πὼς θ᾿ ἀνθοβολήσῃ
τώρα μὲ τὰ Μαγιάπριλα ἡ δουλωμένη χώρα.
Εὐλογημέν᾿ ἡ ὥρα!»

*

Ἔσκυψ᾿ ὁ Διάκος ὡς τὴ γῆ, ἕσφιξε μὲ τὰ χείλη
κ᾿ ἐφίλησε γλυκὰ γλυκὰ τὸ πατρικό του χῶμα.
Ἔβραζε μέσα του ἡ καρδιά, καὶ στὰ ματόκλαδά του
καθάριο, φωτοστόλιστο, ξεφύτρωσ᾿ ἕνα δάκρυ...
Χαρὰ στὸ χόρτο πὤλαχε νὰ πιῇ σὲ τέτοια βρύση!

*

Πλαγιάζει ὁ λιονταρόψυχος! Τὰ νειάτα, τὴ θωρειά του
τ᾿ ἀστέρια βλέπουν μὲ χαρὰ καὶ κάπου κάπου ἀφίνουν
κρυφὰ τὸ θόλο τ᾿ οὐρανοῦ γιὰ νὰ διαβοῦν σιμά του.
Μοσχοβολάει τριγύρω του καὶ τὸν σφιχταγκαλιάζει
στὸν κόρφο της ἡ ἄνοιξη, σὰν νἄτανε παιδί της.
Χαρούμενα τὰ λούλουδα φιλοῦν τὸ μέτωπό του
χάνει μὲ μιᾶς τὴν ἀσκημιὰ καὶ τὴν ταπεινοσύνη
ὁ ἔρμος ἀζώηρος, ἡ ποταπὴ ἡ λαψάνα,
γλυκαίνει τὸ χαμαίδρυο, στοῦ χαμαιλειοῦ τὴ ρίζα
ἀποκοιμιέται ὁ θάναρος καὶ τὸ περιπλοκάδι,
ποὺ πάντα κρύβεται δειλὸ καὶ τ᾿ ἄπλερο κορμί του
ἀλλοῦ στυλόνει τὸ φτωχό, δυναμωμένο τώρα
τρελλό, περηφανεύεται καὶ θέλει νὰ κλαρώσῃ
στ᾿ ἀνδρειωμένο μέτωπο γιὰ ν᾿ ἀκουστῇ πὼς ἦταν
στὴ φοβερὴ παραμονὴ μία τρίχ᾿ ἀπ᾿ τὰ μαλλιά του.

*

Πλαγιάζει ὁ λιονταρόψυχος! Τοῦ ὕπνου του οἱ ὥραις
ὅσο κι᾿ ἂν φύγουν γρήγορα, μεσότοιχο θὰ γένουν
ν᾿ ἀποστομώσουν τὸ θολό, τ᾿ ἀγριωμένο κῦμα
τοῦ χρόνου ποὺ μᾶς ἔπνιξε. Μ᾿ ἐκείνην τὴν ρανίδα
πὤσταξ᾿ ἀπὸ τὰ μάτια του θὰ ξεπλυθῇ ἡ μαυράδα,
ποὺ ἐλέρωνε τῆς μοίρας μας τὸ νεκρικὸ δεφτέρι.
Ὁ Διάκος στὸ κρεββάτι του, ζωσμένος τὴ φλοκάτη,
σὰν ἀητὸς μὲς στὴ φωλειά, ὀλάκαιρο ἕνα γένος
ἔκλωθ᾿ ἐκείνην τὴν βραδειά. Ὅταν προβάλ᾿ ἡ μέρα,
θὰ νἄβγουν τ᾿ ἀητόπουλα μὲ τροχισμένα νύχια,
μὲ θεριεμένα τὰ φτερά, ν᾿ ἀρχίσουν τὸ κυνήγι...
Πλάστη μεγαλοδύναμε! Ἀξίωσέ μας ὅλους,
πρὶν μᾶς σκεπάσῃ ἡ μαύρη γῆ, στὰ δουλωμένα πλάγια
νὰ κοιμηθοῦμε μία νυχτιὰ τὸν ὕπνο τοῦ Θανάση!

* * *

Ἆσμα Δεύτερον
Οἱ τρεῖς
Διάκος, Πανουριᾶς, Δυοβουνιώτης

-Διάκε, χαρὰ στὸν ὕπνο σου!
-Καλῶς τὸ Δυοβουνιώτη,
καλή σου μέρα, Πανουριᾶ... Μὴ μὲ προπῆρ᾿ ἡ ὥρα;
Ἐξέχασα, ἐγελάστηκα, γλυκὰ κρυφομιλώντας,
ἀδέρφια, μὲ τὴ μάνα μου, ποὖρθε νὰ μ᾿ εὕρῃ ἀπόψε.
-Θανάση, ἂν δὲ σοῦ ζήλεψα τὰ νειῶτα, τὴν ἀνδρειά σου,
τ᾿ ἄρματα τ᾿ ἀξετίμωτα, τὸ μάτι, τὸ τραγούδι,
ζηλεύω αὐτὴν τὴν ξαστεριὰ πὤχει τὸ μέτωπό σου!
Ἔστησε στὸ κατώφλι μας τὸ νεκροκρέββατό του
ὁ Χάρος καὶ μᾶς καρτερεῖ. Ξήπλεγαις, τρομασμέναις
μανάδες ἀναρίθμηταις μὲ κουφωμένα στήθια
φεύγουν στὰ πλάγια νὰ κρυφτοῦν μὲ τὰ βυζασταρούδια.
Τὰ ὄρνια ἐμυριστήκανε τὸ σκοτωμὸ ποὺ θἄρθῃ
καὶ γρούζουν ἀνυπόμονα τροχίζοντας τὰ νύχια,
καὶ σὺ κοιμᾶσαι σὰν ἀρνί! Θανάση σὲ ζηλεύω!...
-Δὲν ἔχω πέτρινη ψυχή. Τοῦ κόσμου τὴ λαχτάρα
μέσα στὴ φλέβα τῆς καρδιᾶς σὰ σίδερο λυωμένο
τὴ νοιώθω π᾿ ἀναδεύεται καὶ μὲ σαρακοτρώγει.
Συχώρεσέ με, Πανουριᾶ, πρώτη φορὰν ἀπόψε
ἀφ᾿ ὅτου ζώνω τ᾿ ἄρματα μ᾿ ἐξάφνισε τ᾿ ἀστέρι.
Μὴ μὤχετε βαρύγνωμο. Ποιὸς ξέρει μὴν ἡ μοῖρα,
ἀδέρφια, μ᾿ ἀποκοίμησε γιὰ νὰ μὲ συνειθίσῃ
στοῦ τάφου τὸ τρισκότειδο. Ἐγὼ κι᾿ ὁ γερο Χάρος
ἐψὲς λογαριαστήκαμε, καὶ στὸ κατάστιχό του
ἕνα μικρὸ κατεβατὸ μένει ἄγραφο γιὰ μένα.
Γνοιαστῆτ᾿ ἐσεῖς τοὺς ζωντανούς. Ἐγὼ θὰ πολεμήσω
γιὰ τὰ παληά μας κόκκαλα. Στὴ φλόγα τοῦ πολέμου,
σὰ μέσα σ᾿ ἕνα θυμιατό, θὰ ρίξω τὸ κορμί μου
νὰ γένω νεκρολίβανο στὸ φοβερὸ τρισάγιο.
-Μὴν τὰ ξεσυνερίζεσαι τοῦ Πανουριᾶ τὰ λόγια.
Θυμήσου, Διάκε, μοναχά, πὼς ἄδειασεν ἡ φλέβα
τοῦ δύστυχου τοῦ γένους μας, καὶ μία ρανίδα τώρα
ἂν στάξῃ ἀπὸ τὸ αἷμα μας στὴ γῆ χωρὶς ἐλπίδα,
ἀντὶ νἆναι μνημόσυνο, μπορεῖ νἆναι κατάρα.
Ξέρω τί κρύβεις στὴν καρδιά, γνωρίζω τί θὰ κάμῃς...
-Ποιὸς μ᾿ ἐμαρτύρησε σ᾿ ἐσᾶς;
-Κανένας, μὴ θυμόνεις.
Εἶδα κ᾿ ἐγὼ τὴ μάνα σου ἀπόψε στὄνειρό μου
καὶ μοὖπε νἄρθω νὰ σ᾿ εὑρῶ καὶ νὰ σοῦ πῶ, Θανάση,
ποὺ ἂν χαλαστοῦμε σήμερα, θὰ νὰ δειλιάσῃ ὁ κόσμος
καὶ θὰ χουμήσῃ ἡ Ἀρβανιτιὰ πυκνὴ σὰν τὴν ἀκρίδα,
καὶ τἄλογο τοῦ Ὁμέρπασα ποιὸς θὰ τ᾿ ἀποστομώσῃ;
-Ὁ γυιὸς τοῦ Ἀνδρούτσου στὴ Γραβιά!
-Τί θέλεις, Δυοβουνιώτη;
Νὰ πάει τὸ Γοργοπόταμο θολὸ κ᾿ ἐντροπιασμένο
νὰ πῇ στὴν ἄγρια θάλασσα, πὼς δὲν εὑρέθηκ᾿ ἕνας
τὰ ξακουσμένα του νερὰ μὲ δυὸ ρανίδαις αἷμα
σ᾿ αὐτὸ τὸ πρῶτο βάφτισμα ν᾿ ἁγιάσῃ, νὰ μυρώσῃ;
Κ᾿ ἡ θάλασσα μουγκρίζοντας νὰ τρέξῃ στ᾿ ἀκρογιάλια,
σὰ φοβερὸς διαλαλητής, κι᾿ Ἀνατολὴ καὶ Δύση
νὰ μάθουν πῶς γιορτάζομε τὴ νεκρανάστασή μας;...
Νἆναι ὁ Βρυώνης στὰ Θερμιὰ καὶ νὰ μὴν εὕρῃ ἐμπρός του
δέκα κουφάρια ξαπλωτὰ γιὰ νὰ σκοντάψῃ ἐπάνω!
Νὰ μὴ βαφῇ τὸ πέταλο στοῦ ἀλόγου του τὸ νύχι!...
Ἀδέρφια, τἀποφάσισα καὶ μοναχὸς ἂν μείνω,
θ᾿ ἁπλώσω ὀργυιὰ τὰ χέρια μου, τὰ πόδια θὰ ριζώσω,
κι᾿ ἂν δὲ μὲ ξεχωνιάσουνε κι᾿ ἂν δὲ μὲ κατακόψουν,
δὲ θὰ μὲ διώξουν ἀπεκεί, δὲ θὰ μοῦ ἰδοῦν τὴ φτέρνα.
Καὶ σὺ τί λέγεις, Πανουριᾶ;
-Μ᾿ ἐθάμπωσε ἡ ἀχτίδα,
π᾿ ἀστράφτει ἀπὸ τὰ μάτια σου. Τριγύρω στὰ μαλλιά σου
παίζει τὸ γλυκοχάραμα. Μοῦ φαίνεσαι μεγάλος,
ψηλὸς ὡσὰν τὸν Ὄλυμπο καὶ στέκω καὶ προσμένω
ἐμπρός σου ἀκίνητος, βουβός, Διάκε, νὰ ἰδῶ τὸν ἥλιο,
π᾿ ὥραν τὴν ὥρα θὰ προβῇ ἀπ᾿ τ᾿ ἀντικέφαλό σου.
-Τί λόγος, γέρο Πανουριᾶ, τί φοβερὴ βλαστήμια
ξαγλίστρησ᾿ ἀπ᾿ τὰ χείλη σου! Αὐτὸ τὸ φῶς, ποὺ βλέπεις,
ἂς μὴ τὸ σκοτειδιάσωμε... Ἐσὺ στὴ Χαλκομμάτα
σῦρε νὰ ρίξης θέμελο. Στεῖλε τὸν Παπαντρία
νὰ πάῃ στοῦ Μουσταφάμπεη μὲ τὸν Κομνὰ τὸν Τράκα.
Καὶ πρὶν ἀρχίσῃ ὁ πόλεμος, θυμήσου ὁ Ἡσαΐας
νὰ βγῇ ψηλὰ στὸ ξέφαντο κ᾿ ἐκεῖθε νὰ κηρύξῃ
τὸν φοβερὸν τὸν ὅρκο μας, γιὰ νὰ γνωρίσῃ ὁ κόσμος
ὅτι τὸ ράσο τοῦ παπᾶ κ᾿ ἡ μίτρα τοῦ Δεσπότη
θὰ γένουν Χάρου φλάμπουρο καὶ σκιάχτρο καὶ σκοτάδι
καὶ κατασάρκι μελανὸ στὴν Ἅγια Τράπεζά μας,
ὅσο σ᾿ αὐτὰ τὰ χώματα δαφνοστεφανωμένη
ἡ δουλωμένη Ἐκκλησιὰ τὸ μέτωπο δὲ δείξῃ.
-Δὲν εἶμαι, Διάκε, Πανουριᾶς, νἆμαι γυναῖκα χήρα
καὶ νὰ μὲ πνίξῃ τὸ ψωμί, ποὺ ἐφάγαμε στὰ πλάγια,
ἂν λησμονήσω σήμερα τὸ βάφτισμα, τὸν ὅρκο.
-Ἐσὺ τὸ Γοργοπόταμο θὰ πιάσῃς, Δυοβουνιώτη,
καὶ πολεμώντας τὸν ἐχθρὸ λησμόνησε πὼς ἔχεις
κλεισμένο μὲς στὰ Γιάννινα τὸ Γιῶργο, τὸ παιδί σου.
Βλέπε τὸ ρέμμα τοῦ νεροῦ, κᾶμε το ν᾿ ἁρμυρίσῃ
μὲ δάκρυ τῆς Ἀρβανιτιᾶς. Στεῖλε το ματωμένο
στὰ μακρινὰ τ᾿ ἀδέρφια μας τὸν τρύγο σου νὰ φέρῃ
ὡσὰν πρωτόλουβο καρπό, μαζὶ μὲ τὤνομά σου.
Ὁ Βακογιάννης στὰ ριζά, καὶ πλεύρα στὸ γεφύρι
τῆς Ἀλαμάνας, Πανουριᾶ, θὰ στήσω τὸν Καλύβα.
Εἰς τὴν Δαμάστα μένω ἐγώ, σὰς τὸ ζητῶ γιὰ χάρη,
κι᾿ ὅταν ἀρχίσουνε... Σιωπή!... μοῦ ῾κάστηκε πὼς εἶδα
σὰν ἕναν ἴσκιο νὰ διαβῇ... Ἐσ᾿ εἶσαι, μωρὲ Μῆτρε;
-Ἐγᾦμαι, καπετάνιε μου.
-Πατεῖς βουβὰ τὴ νύχτα
καὶ δὲ σ᾿ ἐγνώρισα μὲ μιᾶς. Μὲ δίκηο νυχτοπούλι
σὲ κράζουν οἱ συντρόφοι μας. Τί φέρνεις παλληκάρι;
-Ἐκίνησε ὁ Ὁμέρπασας ἀπὸ τὸ λιανοκλάδι.
-Πέτα, ροβόλα, Πανουριᾶ... Στ᾿ ἄρματα, Δυοβουνιώτη...
Χριστὸς ἀνέστη, ἀδέρφια μου! Καλῶς ν᾿ ἀνταμωθοῦμε
ἀπόψε πάλαι νικηταί. Κι᾿ ἂν δὲ μὲ μεταϊδῆτε,
δὲν θέλω νὰ μὲ κλάψετε. Θέλω, σὰν πολεμᾶτε,
τὴν πρώτη σας τὴν τουφεκιά, τὸ πρῶτο σὰς τὸ βόλι
γιὰ μένα νὰ τὸ ρίχνετε, γιὰ τὴν ψυχὴ τοῦ Διάκου.
Ἐφιληθήκανε καὶ οἱ τρεῖς. Τὰ χείλη τοῦ Θανάση
ἐλουλουδίζανε χαρά, σπιθοβολοῦν τὰ μάτια,
στὸ κρύο τἀγέρι τοῦ βουνοῦ καπνίζει ὁ ἀνασασμός του,
λὲς ἀπὸ βράχου σχισματιὰ οἱ ἀκοίμηταις οἱ φλόγαις,
ὁποὺ κρυφόβραζαν βαθειὰ στοῦ γένους μας τὰ σπλάγχνα.

* * *

Ἆσμα Τρίτον
Εἰκοστὴ τρίτη Ἀπριλίου
Μνήμη τοῦ ἁγίου καὶ ἐνδόξου μεγαλομάρτυρος
Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου

Λαλοῦν οἱ πέρδικαις γλυκὰ κι᾿ ὁ ἥλιος στὴ χαρά του
ἁπλώνει μίαν ἀχτίδα του καὶ ψηλαφίζει ὁ κλέφτης
τὰ παρδαλὰ τὰ στήθια τους κι᾿ αὐταὶς ἀναγαλλιάζουν.
Κατάκορφα στὸν οὐρανὸ πετιέται κι᾿ ὁ πετρίτης,
τ᾿ ἀητοὺ πρωτοπαλλήκαρο, νὰ βάψῃ τὰ φτερούγια
μὲς στὸν αἰθέρα τῆς αὐγῆς πρὶν ἔβγη στὴν παγάνα.
Πλένουν τὰ φύλλα στὴ δροσιὰ χαρούμενα τὰ ρείκη,
καὶ στὸ ἐλαφρὸ τὸ φύσημα τοῦ ἀγέρα, ποὺ διαβαίνει,
συναπαντοῦσε φιλικὰ μὲ τὸν ἀνασασμό του
τὸ θρούμπι τὴν ἀλιφασκιά, τὸ σφελαχτὸ ἡ μυρτούλα.
Δακρύζουνε τ᾿ ἀπάρθενα τὰ χιόνια στὸ λιοπύρι,
ἀκούοντ᾿ οἱ νεροσυρμαὶς ἀπὸ ἐγκρεμὸ σὲ βράχο
νὰ παραδέρνουνε γοργὰ καὶ λὲς μὲ τὴ γαργάρα
π᾿ ἀνάκραζαν τὴν κλεφτουριὰ καὶ τὴν ἀποζητοῦσαν.
Ἐκυματίζαν τὰ σπαρτά, χαρὰ τοῦ ζευγολάτη,
καὶ κάπου κάπου ἀνάμεσα ξεπρόβαιν᾿ ἕνα στάχυ
καὶ ἔγερν᾿ ἐδῶ, κ᾿ ἔγερν᾿ ἐκεῖ τὸ τρυφερὸ κεφάλι,
ὡσὰν νὰ παραμόνευε νὰ ἰδῇ κι᾿ αὐτὸ τὸ Διάκο.
Κι᾿ ὡστόσο ἀνθρώπινη φωνὴ μέσα σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο,
ποὺ φαίνεται ὁλοζώντανος, καμμιὰ δὲν ἀγροικιέται,
οὔτε φλογέρα πιστικοῦ, οὔτε χαρᾶς τραγοῦδι
οὔτ᾿ ἀγωγιάτη σάλαγος. Ἐφαίνετ᾿ ὅλη ἡ φύσις
λουλούδι χωρὶς μυρωδιά, κόρη γλυκειά, πανώρηα,
ὁποὺ ἐγεννήθηκε βουβὴ κι᾿ ὁποὺ τὴν παραστέκει
ἡ μαυρισμέν᾿ ἡ μάνα της νὰ ἰδῇ μὴν ξεχαράξῃ
μαζὶ μ᾿ ἕνα χαμόγελο στὰ χείλη κ᾿ ἡ λαλιά της.
Ἀστράφτουνε, λαμποβολοῦν τριγύρω στὴ Δαμάστα
ἄλλοι στρωμένοι κατὰ γῆς ἄλλοι στὸ διπλοπόδι
περήφανοι, σιωπηλοί, τρακόσιοι ἀνδρειωμένοι.
Ἐπάνωθέ τους κάτασπρο τὸ φλάμπουρο τοῦ Διάκου
ἀνέμιζε τρομαχτικό, καὶ στὸ ξεδίπλωμά του
λεβέντης ἀστραπόμορφος ἐπρόβαινε ὁ Ἅη Γιώργης
μὲ τ᾿ ἄγριό του τ᾿ ἄλογο κρατώντας καρφωμένο
τ᾿ ἄσπλαγχνο τὸ κοντάρι του στὸ διάπλατο λαρύγγι
τοῦ φοβεροῦ τοῦ δράκοντα, ποὺ δέρνεται στὸ χῶμα.
Ποιὸς ἐσυντύχαινε κρυφὰ μὲ τοῦ σπαθιοῦ τὴν κόψη
κ᾿ ἐπάνω της ἐξέσερνε γοργὰ τὸ δάχτυλό του,
ποιὸς ἐπελέκαε τεχνικὰ τὴ στουρναρόπετρά του
στὸ λύκο τοῦ καρυοφυλλιοῦ, ποιὸς τρίβει τὰ παφήλια
συγνεφιασμέν᾿ ἀπὸ νοτιὰ καὶ ποιὸς γιὰ νὰ ξεδώσῃ
ἐθόλωνε μὲ τὸν ἀχνὸ τοῦ μαχαιριοῦ τὴ λάμψη.
Κανένας δὲν ἀνάσαινε. Σ᾿ ἕνα κοντρὶ μονάχος
κυττάζει ὁ Διάκος σιωπηλὸς κατὰ τὸ Λιανοκλάδι.
Ἔξυπνος κι᾿ ὀνειρεύεται. Ἀπὸ τὸ ριζοβοῦνι,
ἀνέβηκε κ᾿ ἡ καταχνιά, ψιλὸς ἀφρὸς τοῦ ἀγέρα,
καὶ μία στιγμὴ τὸν ἔκρυψε στὴ δροσερὴ ἀγκαλιά της

* * *

Ἆσμα Τέταρτον.
Ἀποκάλυψις [ἀπόσπασμα]

Κοιμᾶται ἀκόμα ἡ Ἀρβανιτιά, χορτάτη, ἀποσταμένη,
μὲς στὴν πυκνὴ τὴ χλωρωσιά. Τόσες χιλιάδες κόσμος,
κι οὔτ᾿ ἕνα ὄνειρο γλυκό, οὔτ᾿ ἕνα καρδιοχτύπι!
Στοῦ ὕπνου τῆς τὴ συγνεφιὰ δὲν ἔλαμπαν ἐλπίδες,
δὲ φέγγει πόθος μακρυνός. Στὰ μάτια τῆς μαυρίλα
καὶ στὴν καρδιὰ τῆς ἐρημιά. Τ᾿ ἀνθρώπινα κοπάδια
ἀπ᾿ τὸ βαρὺ τὸν κάματο βουβά, ἀποκαρωμένα,
μὲς στὰ λουλούδια τ᾿ Ἀπριλιοῦ μαυρολογοῦν, πλαγιάζουν,
σὰν νά ῾τανε συντρίμματα, χορταριασμένες πέτρες
ὁποὺ εἶχε πάρει ὁ χαλασμὸς ἀπὸ κανέναν πύργο
καὶ τά ῾χε σπείρει ἐδῶ κ᾿ ἐκεῖ μὲ τοῦ σεισμοῦ τὸ χέρι.

Ἀκόμα ἡ Πούλια εἶναι ψηλὰ καὶ τῆς αὐγῆς ἀκόμα
τ᾿ ὀρνίθι δὲν ἐλάλησε. Προτοῦ νὰ βασιλέψῃ
τὸ δρέπανο τοῦ φεγγαριοῦ σ᾿ ἑνὸς βουνοῦ τὴ ράχη
ἐστάθηκε γιὰ μία στιγμὴ καὶ πικραμένο ρίχνει
τὴν ὕστερή του τὴ ματιὰ στὸ ἔρμο τὸ Ζητούνι.
Ἐμαύρισαν οἱ λαγκαδιές. Στὸ μελανό του κῦμα
τ᾿ ἀγέρι πνίγει τὰ σπαρτά, τὰ δέντρα, τὰ λιβάδια,
γένονται θάλασσα οἱ στεριές, λὲς ὅτι αὐτὸ τὸ βράδυ
ᾖρθε μὲ δυὸ μεσάνυχτα κι ἀργεῖ νὰ ξημερώσῃ.
Μὲς στὸ σκοτάδι τὸ βαθὺ χιλιόχρονο ρουπάκι
φοβέριζε τὸν οὐρανὸ μὲ τ᾿ ἀγριομανητό του.
Στοιχειὸ τῆς γῆς περήφανο, βουλήθηκε νὰ φτάσῃ
τὰ σύγνεφα μὲ τὰ κλαριά, τὸν Ἅδη μὲ τὴ ρίζα,
καὶ δὲν ἀνανοήθηκε ποὺ ὁ χαλαστὴς ὁ χρόνος
τοῦ ῾χε φωλιάσει στὴν καρδιὰ καὶ τὤσκαφτε λαγοῦμι
δουλεύοντας σιγὰ σιγὰ μὲ τὰ σκυλόδοντά του.

Εἰς τὸν βαρὺν τὸν ἴσκιο του περίχαρο λουλοῦδι
ποτὲ δὲν ἐξεφύτρωσε. Οὔτε τὸ χαμομήλι
οὔτε ἡ χολάτη ἡ κυκλαμιά. Ὁλόγυρά του σπλόνοι
καὶ δρακοντιὲς φαρμακερές. Στὸ χῶμα κάπου κάπου
σπαρμένα ραχοκόκκαλα, ποὺ τά ῾χε ξεσαρκώσει
ὁ τραπεζίτης τοῦ σκυλιοῦ, τοῦ κόρακα τὸ νύχι,
ἐσέποντο χωρὶς ταφή. Κι ἀνίσως πλανεμένος
κανεὶς ἐδιάβαινε ἀπ᾿ ἐκεῖ κ᾿ ἔνοιωθε τὰ σαράκια
νὰ πριονίζουν ἄγρυπνα τὰ κούφια κατακλείδια
κι ὁλονυχτὶς νὰ τρίζουνε, ἔκανε τὸ σταυρό του
κι οὔτε ποὺ γύριζε νὰ ἰδῇ τὸ φοβερὸ τὸ δέντρο.

Στὴν μαύρη τὴν κουφάλα του ἐμόνιαζε ἕνας γύφτος,
γέροντας, κακοτράχαλος, βουβός, φωτοκαμένος,
ἀνάθρεμμα τῆς εὐλογιᾶς, τῆς λώβας στερνοπαίδι.
Τὸν ἔβοσκε βαθὺ χτικιό, τοῦ θέριζε τὰ σπλάγχνα
ἔχθρα κρυφή, παντοτινή, γιὰ τ᾿ ἄνθη, γιὰ τ᾿ ἀστέρια,
γιὰ τοῦ παιδιοῦ τὴν εὐμορφιά, κ᾿ ἔτρωγε μὲ τὸ μάτι
ὅ,τι τὸ χέρι τὸ σκληρὸ δὲν ἔφτανε νὰ φθείρῃ.
Ἔκλωθε τὴ σαπίλα του στρωμένος στὰ ξεσκλίδια,
ποὺ τὤφερνε πᾶσα φορὰ τὸ κλεψιμιό, ἡ κρεμάλα.
Ἀχώριστοί του σύντροφοι σφυριά, τριχιές, ἀμόνι,
στουρνάρια γιὰ τὸ γδάρσιμο, παληόκαρφα, ψαλίδες,
μιὰ νυχτερίδα, ἕνας σκορπιός, μιὰ κίσσα, μιὰ χελῶνα.
Κανένας δὲν ἐγνώριζε στὴ Λιβαδειὰ πῶς ᾖρθε.
Τὸν εἶχε ρίξει σύγνεφο;... Τὸν εἴχανε ξεράσει
τὰ χώματα τοῦ ρουπακιοῦ;... Κανένας δὲν τὸ ξέρει.
Ὅταν τὴ νύχτα στὸν τροχὸ τὰ σύνεργα ἐπερνοῦσε
κι ἀνάδευε τὰ χέρια του κ᾿ ἔτρεμε τὸ κεφάλι,
παρασαρκίδα ἀφύσικη μὲς στὴν κοιλιὰ τοῦ δέντρου,
ἐφάνταζεν ἀπὸ μακρὰ ὅτι ἦτον θεριεμένο
χταπόδι στὴ θαλάμη του, ποὺ πρόσμενε κυνήγι
κι ἀνήσυχο παράδερνε μὲ τοὺς ἀποκλαμούς του.

Σ᾿ αὐτὸν τὸν λάκκο ἀποβραδὺς θαμμένος εἶν᾿ ὁ Διάκος,
τ᾿ ἀστροπελέκι τοῦ βουνοῦ σβυέται σ᾿ αὐτὸ τὸ μνῆμα.
Χαρούμενο στ᾿ ἁρπάγια του τὸν ἔχει τὸ σφαλάγγι
καὶ τοῦ βυζαίνει τὴν ψυχή. Ξερὲς παλαμονίδες
τοῦ στρώνει μέσα στὴ σπηλιὰ καὶ τόνε ρίχνει ἐπάνω.
Μὲ δαγκανάρια, μὲ σχοινὶ τὰ χέρια ξεκλειδόνει
καὶ τὰ φορτόνει σίδερα, τοῦ δένει τὰ ποδάρια,
χαλκᾶ τοῦ σφίγγει στὸ λαιμό. Τὰ στήθια του πλακόνει
μ᾿ ἕνα ἀγκωνάρι κοφτερό. Τὰ σερπετὰ μαυλίζει
καὶ τὰ τινάζει ἐπάνω του... Ὕστερα, διπλοπόδι,
τὰ παραμόνευε ὁ φονιὰς μὴν ἀποκοιμηθοῦνε
κι ἀφήσουν ἀτελείωτο τὸ νυχτοκάματό τους.

Ἀκοίμητο, ἀγρυπνοῦσ᾿ ἐκεῖ καὶ τοῦ Θεοῦ τὸ μάτι.

Χιλιάδες ᾔρθανε μὲ μιᾶς τριγύρω στὸ Θανάση
ψυχὲς μεγαλοδύναμες ἀπὸ τὸν ἄλλον κόσμο
μὲ τὰ παληά τους βάσανα, μὲ τὴν παλληκαριά τους,
καὶ τοῦ φιλοῦν τὸ μέτωπο καὶ τὸν περιδροσίζουν.
Στὴ σκοτεινή του φυλακή, γαλανοφορεμένες,
ἁπλόνουν τὰ φτερούγια τοὺς κ᾿ ἐπάνωθέ του ἀνοίγουν
βαθύν, ἀπέραντο οὐρανὸ καὶ τοῦ τὸν ἀστερόνουν
μ᾿ ἀθάνατες ἐνθύμησες, μοσχοβολιὲς τοῦ τάφου.

Καταίβηκε ὁ Φιλόθεος μὲ θυμιατὸ στὸ χέρι
καὶ λιβανίζει κ᾿ εὐλογᾷ. Μαζί του κι ὁ Δημήτρης
κρατώντας στὸ δισάκκι του κρυμμένα τοῦ Δεσπότη
τ᾿ ἀγαπημένα λείψανα, σὰ νὰ ζητοῦσε ναὕρῃ
λιγάκι χῶμα, ψυχικό, ἐλεύθερη μίαν ἄκρη
γιὰ νὰ τὰ θάψῃ ὁ δύστυχος. Τοὺς συντροφεύει ὁ Κούρμας,
πλατύς, ψηλὸς σὰν ἔλατος, κι ὁ Πάνος Μεϊντάνης
μὲ τὸ μικρὸ Χορμόπουλο καὶ μὲ τὸ Σπαθογιάννη.
Εἶδε τοῦ Βάλτου τὸ θεριό, τὸ Χρῆστο τὸ Μιλλιόνη,
μὲ τὴ στερνή του τὴν πληγή. Τὸ Γιάννη Μπουκουβάλα
γυμνὸ βαστώντας τὸ σπαθὶ σὰν νά ῾φτανε τρεχάτος
ψηλ᾿ ἀπὸ τὸ Κεράσοβο. Σιμά του ὁ Μητρομάρας.
Ἐφάνηκε ὕστερα ὁ Σταθᾶς, θολός, ἀνταριασμένος,
θαλασσοπούλι, πὤσταζεν ἀφροὺς ἀπ᾿ τὴν Κασσάνδρα.
Ὁ Ζῆδρος ὁ ἀνήμερος. Ὁ Θύμιος ὁ Βλαχάβας,
πού ῾χε παράπονο κρυφὸ γιατ᾿ ἦτον πεθαμένος
καὶ δὲν μποροῦσε μία φορὰ νὰ μαρτυρήσῃ ἀκόμα
γιὰ τὤνειρό του τὸ γλυκό. Ὁ Βλαχαρμάτας Βέργος.
Ὁ Λιὰς ἀπὸ τὴ Βίδαβη. Ἐπέρασε ὁ Λαμπέτης
καὶ δείχνει τ᾿ Ἀστραπόγιαννου τὴν κάρα ματωμένη
στὴν ἀγκαλιά του τὴν πιστή. Ἐκεῖ κι ὁ Ἀμπελογιάννης
μὲ τρεῖς θηλειές, ποὺ ἑσφίγγανε τὸν ἄγριο λαιμό του.
Ὁ Κωνσταντάρας, πὤφερνε στὸν ὦμο τὸ παιδί του
σφαμμένο μὲ τὰ χέρια του, μονάκριβή του κλῆρα,
γιατί, κακούργιο, ἐντρόπιαζε τ᾿ ἄρματα, τὴ γενειά του.
Ὁ Λάζος, ὁ Βρυκόλακας, ὁ γερο Κώστας Πάλλας,
ὁ Καλιακούδας ὁ Λουκᾶς, ὁ Χρόνης, ὁ Γυφτάκης,
τ᾿ Ἀνδρούτζου τ᾿ ἄσπρο φάντασμα, τρανὸ σὰν τὸ Βελούχι
μὲ τὸν ψυχοπατέρα του τὸ Βλάχο τὸ Θανάση,
λιοντάρια, ποὺ δὲν ἄφιναν τὸν Ἅδη σ᾿ ἡσυχία.
Ὁ Λιάκος ἀπ᾿ τὸν Ὄλυμπο. Ἐκεῖ κι ὁ Κοντογιάννης,
ποὺ γύρευε συγχώρεση νὰ πάῃ γιὰ τὸ Μῆτσο.
Ὁ Κατζαντώνης, πὤδειχνε μὲ κρυφοπερηφάνεια
στὸ κόκκαλό του τὸ σφυρί... Ὁ Δίπλας στὸ πλευρό του.
Ὁ Ἀλέξης ὁ Καλόγερος, οἱ Κατζικογιανναῖοι,
ἀχώριστοι στὸ σκοτωμό, στὸ μνῆμ᾿ ἀδερφωμένοι.
Τῆς Λάμιας ὁ σταυραητὸς πλακόνει ὁ Χρῆστος Γρίβας.
Σὲ φλογισμένο σύγνεφο διαβαίνει θρονιασμένος,
ἐμπρὸς στὸ Διάκο ὁ Σαμουήλ, τῆς Κιάφας ὁ προφήτης.
Κρατεῖ στὴ ζώνη τὰ κλειδιά, ποὺ πῆρε ἀπὸ τὸ Κούγγι
ὅταν τὸν ἔφαγε ἡ φωτιά. Ἀχτίδες τὰ μαλλιά του,
τὰ γένεια σπίθες καὶ καπνός. Οἱ πέντε του συντρόφοι
στὸν ὦμο τους τόνε βαστοῦν. Ἀνέμιζαν τριγύρω
στὸ φοβερὸ καλόγερο παιδιὰ βυζασταρούδια,
ἀγράμπελες ποὺ ἐφύτρωσαν στὸ βράχο τοῦ Ζαλόγγου,
καθένα τοῦ ῾χε ἡ μάνα του στὴν τραχηλιὰ τῆς ρόδο
κ᾿ ἀνάμεσό τους φαίνεται ὁ γερο πολεμάρχος
σὰν περατάρης γερανός, ποὺ σέρνει στὰ φτερούγια
τὰ χελιδόνια τοῦ Μαρτιοῦ δαρμέν᾿ ἀπ᾿ τὴν ἀντάρα.
M᾿ ἀνέλπιστη παρηγοριὰ ὁ πεθαμένος κόσμος
τὸ πονεμένο τὸ κορμὶ ραντίζει τοῦ Θανάση,
κι ἐπίστεψεν ἀπὸ μακρὰ ὅτ᾿ εἶδε τὸ λημέρι,
ποὺ τὴν ψυχή του ἐπρόσμενε. Ἐρρίζωσε ἡ καρδιά του
βαθύτερα στὰ σωθικά, τοῦ φώλιασε στὰ μάτια
γλυκειὰ τῆς μάνας του ἡ εὐχή. Σκοτείδιασε τὸ φῶς του
κι ἀποκαρώθηκε ὁ φτωχός. Τὰ σερπετὰ δειλιάζουν
στ᾿ ἀγώγι τους καὶ φεύγουνε. Νεκρόνεται κι ὁ γύφτος,
ἡ φύσις ὅλη ἐσίγησε, λὲς κ᾿ ἤθελε ν᾿ ἀφήσει
ἐλεύθερα νὰ καταιβοῦν τὰ ὀνείρατα τοῦ Διάκου.

K᾿ ἰδοὺ τοῦ ῾κάστηκε μὲ μιᾶς ὅτ᾿ εἶδε τὴν κουφάλα
τοῦ δέντρου ν᾿ ἀναδεύεται. Τοῦ ρουπακιοῦ τὰ φύλλα
νὰ πέσουν ὅλα κατὰ γῆς, νὰ μεταμορφωθοῦνε,
νὰ γένουν σάρκες ζωντανές, καὶ τ᾿ ἄψυχο τὸ ξύλο
νὰ λάβῃ ἀνθρώπινη μορφή. Ἡ φλούδα μοναχή της
χωρίζει, ξεδιπλώνεται, καὶ τότε μὲ τὸ χέρι,
τὸ σιωπηλὸ τὸ φάντασμα, ποὺ στέκει ἐπάνωθέ του,
τὴ σήκωσε, τὴν ἔρριξε στὴν πλάτη του σὰ ράσο,
κ᾿ ἔμειν᾿ ἐμπρός του ἀκίνητο... Τριγύρω στὸ λαιμό του
χαράκι κόκκινο βαθύ, σὰν νά ῾θελε περάσῃ
ἐκεῖθε ἡ κόψη τοῦ σπαθιοῦ...

 

 

Θανάσης Βάγιας

Ὁ Βρυκόλακας

- Πές μου τί στέκεσαι Θανάση, ὀρθός,
βουβὸς σὰ λείψανο, στὰ μάτια μπρός;
Γιατί Θανάση μου, βγαίνεις τὸ βράδυ;
Ὕπνος γιὰ σένανε δὲν εἶν᾿ στὸν Ἅδη;

Τώρα περάσανε χρόνοι πολλοί...
Βαθιὰ σὲ ρίξανε μέσα στὴ γῆ...
Φεῦγα, σπλαγχνίσου με. Θὰ κοιμηθῶ.
Ἄσε μὲ ἥσυχη ν᾿ ἀναπαυθῶ.

Τὸ κρῖμα πού ῾καμες μὲ συνεπῆρε.
Βλέπεις πῶς ἔγινα; Θανάση σῦρε.
Ὅλοι μὲ φεύγουνε, κανεὶς δὲ δίνει,
στὴν ἔρμη χήρα σου, ἐλεημοσύνη.

Στάσου μακρύτερα... Γιατί μὲ σκιάζεις;
Θανάση τί ἔκαμα καὶ μὲ τρομάζεις;
Πῶς εἶσαι πράσινος; Μυρίζεις χῶμα...
Πές μου... δὲν ἔλυωσες, Θανάση, ἀκόμα;

Λίγο συμάζωξε τὸ σάβανό σου...
Σκουλήκια βόσκουνε στὸ πρόσωπό σου.
Θεοκατάρατε, γιὰ δές... πετᾶνε
κι ἔρχονται πάνω μου γιὰ νὰ μὲ φᾶνε.

Πές μου ποῦθ᾿ ἔρχεσαι μὲ τέτοια ἀντάρα;
Ἀκοῦς τί γίνεται; Εἶναι λαχτάρα.
Μὲς ἀπ᾿ τὸ μνῆμα σου γιατί νὰ βγεῖς;
Πές μου ποῦθ᾿ ἔρχεσαι; Τί ῾λθες νὰ δεῖς;

Ε´

- Mέσα στοῦ τάφου μου τὴ σκοτεινιὰ
κλεισμένος ἤμουνα τέτοια νυχτιά,
κ᾿ ἐκεῖ ποὺ ἔστεκα σαβανωμένος
βαθειὰ στὸ μνῆμα μου συμμαζωμένος,

Ἔξαφνα ἐπάνω μου μιὰ κουκουβάγια
ἀκούω ποὺ φώναζε· Θανάση Βάγια,
σήκου κ᾿ ἐπλάκωσαν χίλιοι νεκροὶ
καὶ θὰ σὲ πάρουνε νὰ πᾶτ᾿ ἐκεῖ.

Τὰ λόγια τ᾿ ἄκουσα καὶ τ᾿ ὄνομά μου.
Σκᾶνε καὶ τρίβονται τὰ κόκκαλά μου.
Κρύβομαι, χώνομαι ὅσο μπορῶ
βαθειὰ στὸ λάκκο μου, μὴ τοὺς ἰδῶ.

- Ἔβγα καὶ πρόβαλε, Θανάση Βάγια,
ἔλα νὰ τρέξωμε πέρα στὰ πλάγια.
Ἔβγα, μὴ σκιάζεσαι, δὲν εἶναι λύκοι.
Τὸ δρόμο δεῖξε μας γιὰ τὸ Γαρδίκι.

Ἔτζι φωνάζοντας σὰ λυσσασμένοι
πέφτουν ἐπάνω μου οἱ πεθαμμένοι.
Καὶ μὲ τὰ νύχια τους καὶ μὲ τὸ στόμα
πετᾶνε, σκάφτουνε τὸ μαῦρο χῶμα.

Καὶ σὰν μ᾿ εὑρήκανε ὅλοι μὲ μία
ἔξω ἀπ᾿ τοῦ τάφου μου τὴν ἐρημιά,
γελώντας, σκούζοντας, ἄγρια μὲ σέρνουν
κ᾿ ἐκεῖ ποὺ μοῦ εἴπανε μὲ συνεπαίρνουν.

Πετᾶμε, τρέχομε· φυσομανάει,
τὸ πέρασμά μας κόσμο χαλάει.
Τὸ μαῦρο σύννεφο, ὅθε διαβῇ,
οἱ βράχοι τρέμουνε, ἀνάφτ᾿ ἡ γῆ.

Φουσκώνει ὁ ἄνεμος τὰ σάβανά μας
σὰν ν᾿ ἀρμενίζαμε μὲ τὰ πανιά μας.
Πέφτουν στὸ δρόμο μας καὶ ξεκολλᾶνε
τὰ κούφια κόκκαλα, στὴ γῆ σκορπᾶνε.

Ἐμπρὸς μᾶς ἔσερνε ἡ κουκουβάγια
πάντα φωνάζοντας· Θανάση Βάγια.
Ἔτσι ἐφθάσαμε σ᾿ ἐκειὰ τὰ μέρη,
ποὺ τόσους ἔσφαξα μ᾿ αὐτὸ τὸ χέρι.

Ὤ, τί μαρτύρια! Ὤ! τί τρομάρες!
Πόσες μοῦ ρίξανε σκληρὲς κατάρες!
Μοῦ δῶκαν κ᾿ ἔπια αἷμα πημένο.
Γιὰ ἰδὲς τὸ στόμα μου τό ῾χω βαμμένο.

Κι ἐν ᾧ μὲ σέρνουνε καὶ μὲ πατοῦνε
κάποιος ἐφώναξε... Στέκουν κι ἀκοῦνε.
- Kαλῶς σ᾿ εὑρήκαμε, Βιζίρη Ἀλῆ.
Ἐδῶθε μπαίνουνε μὲς στὴν αὐλή.

Πέφτουν ἐπάνω του οἱ πεθαμμένοι.
Μὲ παραιτήσανε. Κανεὶς δὲν μένει.
Κρυφὰ τοὺς ἔφυγα καὶ τρέχω ἐδῶ
μὲ σέ, γυναῖκα μου, νὰ κοιμηθῶ.

Στ´

- Θανάση σ᾿ ἄκουσα, τραβήξου τώρα.
Μέσα στὸ μνῆμα σου νὰ πᾶς εἶν᾿ ὥρα.
- Μέσα στὸ μνῆμα μου γιὰ συντροφιά,
θέλω ἀπ᾿ τὸ στόμα σου τρία φιλιά.

- Ὅταν σοῦ ρίξανε λάδι καὶ χῶμα
ᾖλθα, σὲ φίλησα κρυφὰ στὸ στόμα.
- Τώρα περάσανε χρόνοι πολλοί...
Μοῦ πῆρ᾿ ἡ κόλαση κειὸ τὸ φιλί.

- Φεῦγα καὶ σκιάζομαι τ᾿ ἄγρια σου μάτια.
Τὸ σάπιο κρέας σου, πέφτει κομάτια.
Τραβήξου, κρύψε τα, κεῖνα τὰ χέρια.
Ἀπ᾿ τὴν ἀχάμνια τους λὲς κι εἶν᾿ μαχαίρια.

- Ἔλα γυναῖκα μου, δὲν εἶμαι ῾γὼ
κεῖνος π᾿ ἀγάπησες, ἕνα καιρό;
Μὴ μὲ σιχαίνεσαι, εἶμ᾿ ὁ Θανάσης.
- Φεύγ᾿ ἀπ᾿ τὰ μάτια μου, θὰ μὲ κολάσεις.

Ρίχνεται πάνω της καὶ τήνε πιάνει,
μέσα στὸ στόμα της τὰ χείλη βάνει.
Στὰ ἕρμα στήθια της τὰ ροῦχ᾿ ἀρχίζει,
ποὺ τὴ σκεπάζουνε, νὰ τὰ ξεσχίζει.

Τήνε ξεγύμνωσε... τὸ χέρι ἁπλώνει...
Μέσα στὸ κόρφο της ἄγρια τὸ χώνει...

Μένει σὰ μάρμαρο. Κρύος σὰ φίδι
τρίζει ἀπ᾿ τὸ φόβο του, στὸ κατακλείδι.
Σὰ λύκος ρυάζεται, τρέμει σὰ φύλλο...
Στὰ δάχτυλα ἔπιασε τὸ Τίμιο Ξύλο.

Τὴ μαύρη γλύτωσε, τὸ φυλαχτό της,
καπνός, ἐσβήστηκεν ἀπ᾿ τὸ πλευρό της.
Τότε ἀκούστηκε κι ἡ κουκουβάγια
ἔξω, ποὺ φώναζε: - Θανάση Βάγια!


 

Κανάρης

Πρόλογος

Εἶναι βαρὺ τὸ ὄνομα τοῦ Κανάρη, εἶναι πολὺ βαρὺ καὶ φοβοῦμαι μὴ ὑπὸ τὸν πελώριον ὄγκον κύψῃ τὸν αὐχένα ἡ ποίησίς μου. Ἀλλὰ πῶς νὰ μὴ ρίψω κι ἐγὼ μακρόθεν ἐπὶ τοῦ τάφου τοῦ ἀειμνήστου ἥρωος ὀλίγα νεκρολούλουδα, ἀφοῦ δὲν ηὐτύχησα ν᾿ ἀσπασθῶ τὴν στιβαρὰν χεῖρα του ἐγώ, ὅστις τὸν ἠγάπων μέχρι λατρείας;

Πέρυσι τὸν ἐπισκέφθην πολλάκις εἰς Κυψέλην καὶ ἠκροώμην αὐτοῦ διηγουμένου μετὰ παιδικῆς ἀφελείας τ᾿ ἀκατανόητα ἆθλα του... «Ὅλα, παιδί μου, ὅλα τὰ κατορθώνει ἡ πρὸς τὴν πατρίδα ἀγάπη», στερεοτύπως ἀπήντα εἰς ἐμὲ γέρων πυρπολητής, ὁσάκις συγκεκινημένος τῷ ἐξέφραζᾳ τὸν θαυμασμόν μου.

Ὅτε προσεκόλλησεν ἐπὶ τῆς ναυαρχίδος τοῦ αἱμοσταγοῦς Καραλῆ τὸ τρισένδοξον πυρπολικόν του, κατέβη δὲ εἰς τὴν μικρὰν λέμβον, ἔνθα ἐν ἀγωνίᾳ θανάτου τὸν ἐπρόσμενον οἱ γενναῖοι σύντροφοί του καὶ ἥτις εἶχε δεθῆ διὰ σιδηρᾶς ἁλυσίδας ἐπὶ τῆς κλίμακος τοῦ τρικρότoυ, ὁ Κανάρης διέταξε τὴν ἀπoμάκρυνσιν, φοβούμενoς μὴ αἱ αὐταὶ φλόγες συγκαταφάγουν Ὀθωμανοὺς καὶ Ἕλληνας. Ἀλλ᾿ ἡ λέμβος ὡς ἐὰν ἐκρατεῖτο ὑπὸ μυστηριώδους ἀφανοῦς δαίμονος, ἔμενεν ἀκίνητος, μὴ ὑπακούουσα εἰς τὴν πυρετώδη βίαν τῶν κωπηλατῶν. Τότε τῶν θαλασσῶν ὁ ἀπτόητος δεσπότης ἐνόησεν ὅτι ὁ δεσμὸς τῆς ἁλυσίδoς δὲν εἶχεν ἐντελῶς λυθῆ καὶ λαβὼν ἀταράχως τὸν πέλεκυν ἔκοψεν αὐτὸν καὶ ἀπεσπάσθη ὡς ἐκ θαύματος ἐκ τοῦ σημείου, ἔνθα ἐπέπρωτο μετ᾿ ὀλίγον νὰ τελεσθῇ μία τῶν φρικαλεωτέρων καὶ ἐνδοξοτέρων σκηνῶν τοῦ μεγάλου ἐθνικοῦ δράματος.

«Τὰ ὀλίγα δευτερόλεπτα, τὰ ὁποῖα ἐδαπανήθησαν ἐν τῷ ἀπρoσδοκήτῳ ἐκείνῳ συμβάντι, ἦσαν ἀρκετὰ νὰ ἐπιφέρουν τὴν καταστροφήν μας», μετ᾿ ἀπεριγράπτου μειδιάματος μοὶ ἔλεγεν ὁ Κανάρης.

«Οἱ Τοῦρκοι ἦσαν τόσοι, ὥστε, ἐὰν ἔπτυoν ἐπάνω μας, θὰ μᾶς ἔπνιγον ἀναμφιβόλως. Ἀλλ᾿ ὁ μεγαλοδύναμος Θεὸς δὲν τὸ ἐπέτρεψε καὶ μᾶς ἔσωσε, διότι ἐγνώρισε τὴν ψυχὴν τῶν δούλων του.

Ὁ θάνατος τοῦ Κανάρη ἐν ταῖς σημεριναῖς τοῦ Ἔθνους περιστάσεσιν εἶναι συμφορὰ ἀνεπανόρθωτος. Βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν κατ᾿ ἐξαίρεσιν νὰ μείνῃ ἀθάνατος οὔτε γέρων ἐνενηκοντούτης ἤθελεν ἐπιχειρήσει ὅτι ἄλλοτε παίζων ἐξετέλει. Ἀλλ᾿ ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Κανάρη ἤστραπτεν ἀκόμη ζῶσα ἡ λάμψις τοῦ Ἱεροῦ Ἀγῶνος, διότι, παραδόξως, ὅλοι οἱ μεγάλοι τῆς Δύσεως ποιηταὶ ἐκ τῶν ἄθλων αὐτοῦ ἐνεπνεύσθησαν περισσότερον παρὰ ἐκ τῶν λοιπῶν ἡρωϊκῶν κατορθωμάτων τῆς Ἐπαναστάσεως. Ἐπεβάλλετο λοιπὸν ἀκόμη εἰς τὴν κοινὴν τοῦ κόσμου γνώμην ὁ θαλάσσιος ἥρως καὶ ἵστατο ἐν μέσῳ ἡμῶν ὡς μνημόσυνον αἰώνιον ἡμερῶν ἐνδόξων καὶ ὡς παράδειγμα ἀξιομίμητον εἰς τὰς παρούσας γενεάς. Ἀλλὰ διατὶ ἡ ἔκτακτος αὕτη τῶν ποιητῶν συμπάθεια ὑπὲρ τοῦ Κανάρη; ... Οὔτ᾿ ἐγὼ δὲν τὸ καταλαμβάνω. Ἴσως εἰς τὴν προτίμησιν ταύτην συνέτεινεν ὄχι ὀλίγον καὶ ἡ ἁρμονία τοῦ ὀνόματός του... Μὴ γελᾷς, φίλε, διότι εἶναι βέβαιον ὅτι ἡ ποίησις ἔχει πολλὰς τοιαύτας ἰδιοτροπίας καὶ μὴ ἀμφιβάλλῃς ὅτι, ὅσον καὶ ἂν δοξασθῶσι πολλὰ ὀνόματα, δὲν θὰ εὕρoυν εὔσχημον τοποθέτησιν ἐν τῷ στίχῳ.

Αὕτη εἶναι ἡ ταπεινή μου γνώμη.


Κανάρης

Τὴ νύχτα ποὺ παράδερνες μ᾿ ἕνα δαυλὶ στὸ χέρι
κ᾿ ἐσπιθοβόλεις κεραυνοὺς κ᾿ ἔφεγγες σὰν ἀστέρι,
ὅταν φτωχός, ἀγνώριστος, μικρός, χωρὶς πατρίδα
τὴ ματωμένη ἐπλεύρωσες, Κανάρη ναυαρχίδα,
ἂν ὅταν ἀνεπήδησες μὲ τὴν ὁρμὴ τοῦ στύλου
μέσα στὴ μαύρη τὴ σπηλιὰ τοῦ Καραλῆ τοῦ σκύλου,
κανένας μάντις σὤλεγε ὅτι θὰ νἄλθῃ ὥρα
νὰ ἰδῇς, Κανάρη, ἐλεύθερη τὴ δύστυχη τὴ χώρα,
πὤρρευ᾿ ἑτοιμοθάνατη, - ὅτ᾿ ἤθελες φωτίσει
μ᾿ αὐτὸ τ᾿ ἀστροπελέκι σου Ἀνατολὴ καὶ Δύση,
ὅτι θὰ γένῃς ζωντανὴ τοῦ Γένους σου σημαία,
ὅτι θὰ πᾶς μακρὰ μακρὰ νὰ φέρῃς βασιλέα,
καὶ χίλια δαφνοστέφανα ὁ κόσμος θὰ νὰ βάλῃ,
Κανάρη, στ᾿ ἀπροσκύνητο καθάριο σου κεφάλι,
ὅτι πρὶν πέσῃς κατὰ γῆς θὰ σοῦ δοθῇ κ᾿ ἡ χάρη
νὰ ἰδῇς νὰ λάμψῃ ἀνέλπιστο, παρήγορο δοξάρι
ὅπου ἐβασίλευε παληό, κατάπυκνο σκοτάδι,
ὅτ᾿ ἕνα Γένος σύψυχο τοῦ λάκκου σου τὸν ᾅδη
θὰ ἐδρόσιζε μὲ κλάμματα, ὁποὺ θὰ ν᾿ ἀνάβρανε
μέσ᾿ ἀπ᾿ τὰ φυλλοκάρδια του κι᾿ ἀθάνατα θὰ νἆναι,
ὅτι θὰ σκύψῃ ξέσκεπος ἐμπρὸς στὰ λείψανά σου,
νὰ σὲ φιλήσῃ ἐγκαρδιακά. Κανάρη, ὁ Βασιλιάς σου,
ἂν ἕνας μάντις τἄλεγε, ποιός, ἤθε᾿ τὸν πιστέψῃ;
Μόνος ἐσύ, ποὺ γνώριζες ὅτ᾿ εἴχανε φυτέψει
βαθειά, βαθειὰ στὰ σπλάγχνα σου τὰ χέρια τοῦ θεοῦ σου
βοτάνι παντοδύναμο, τροφὴ τοῦ κεραυνοῦ σου,
τὴν πίστη τὴν ἀκλόνητη στοῦ ἔθνους του τὴν τύχη...
Αὐτή, Κανάρη, πὤβαψε τὸν σιδερένιον πῆχυ
κι᾿ ἔδωσε στὸ καράβι σου χίλια φτερὰ νὰ τρέχῃ
σήμερα ποιὸς τὴν ἔχει;...
Ἄχ! δὲν τὸ πίστευα ποτέ!... Πέρυσι σ᾿ εἶδ᾿ ἀκόμα
συγνεφιασμένον, κάτασπρον στὸ φτωχικό σου στρῶμα,
σὰν κοιμισμένη θάλασσα σὲ ταπεινὸ ἀκρογιάλι
ὅπ᾿ ὀνειρεύεται κρυφὰ καμμιὰν ἀνεμοζάλη
γιὰ νὰ μουγκρίσῃ φοβερά..., καὶ σήμερα κουφάρι!...
Ἔγυρα τότε ἐφίλησα τ᾿ ἀνδρεῖα σου, Κανάρη,
τὰ λιοκαμμένα δάχτυλα κ᾿ ἔνιωσα κάθε ρώγα,
πὤβραζε μέσα κ᾿ ἔλαμπε μὲ τὴν παληά σου φλόγα.
Ἔτρεμα ἐμπρός σου, ἐδάκρυζα, μὤδωκες τὴν εὐχή σου,
μοῦ τίμησες τὸ μέτωπο μ᾿ ἕνα θερμὸ φιλί σου
καὶ μοὖπες, λιονταρόκαρδε. - «Μὴν κλαῖς, δὲ θὰ πεθάνω,
πρὶν ξανανειώσω μιὰ φορὰ καὶ πρὶν νὰ ξεθυμάνω».
Κι᾿ ἀπέθανες! κ᾿ ἐσβύστηκες!... Τὰ ριζιμιά, οἱ βράχοι
δὲν σκιάζονται γεράματα καὶ στοῦ βουνοῦ τὴ ράχη
ὁλόρθο μένει, ἀκλόνητο, χιλιόχρονο πρινάρι
καὶ μάχεται μὲ τὰ στοιχειά... Καὶ σὺ καὶ σύ, Κανάρη,
ποὖλθες στὴ γῆ θεόχτιστος κι᾿ ὀπ᾿ ὅταν ἐθωροῦσε
τὸ χιόνι στὸ κεφάλι σου κανεὶς π᾿ ἀσπροβολοῦσε,
ἐπίστευεν ὅτ᾿ ἔβλεπε τὸν Ὄλυμπο ἐμπροστά του
μὲ τὴν ἀθανασία του, μὲ τὴν παλληκαριά του,
ἐσὺ σωριάζεσαι μὲ μιᾶς;... Μέσα στὰ χώματά σου
θὰ καταπιάσῃ ἡφαίστειο ἢ θὰ σβηστῇ ἡ φωτιά σου;...
Κατάρ᾿ ἀκατανόητη, ἄσπλαγχνη, μαύρη μοίρα
νἆν᾿ οἱ νεκροί μας ἄφθαρτοι, νἆν᾿ ἡ ζωή μας στείρα.

 

 

Ἡ Ξανθούλα

«Μ᾿ ἀρέσ᾿ ἡ θάλασσα, γιατὶ μοῦ μοιάζει,
μ᾿ ἀρέσει, σ᾿ ἄκουσα νὰ λὲς κρυφά,
πότε ἀγριεύεται, βόγγει, στενάζει,
καὶ πότε ὁλόχαρη παίζει γελᾷ.
Δὲν εἶν᾿ ὁλόξανθη σὰν τὰ μαλλιά μου;
Δὲν εἶν᾿ ὁ κόρφος μου σὰν τὸν ἀφρό;
Μέσα στὰ μάτια μου τὰ γαλανά μου
δὲν ἔχω κύματα, τάφο, οὐρανό;
Μ᾿ ἀρέσ᾿ ἡ θάλασσα, γιατὶ μοῦ μοιάζει,
κι ἂς ἔχῃ μέσα της κόσμο θεριά...
Μὴ στὴν καρδούλα μου μὴ δὲ φωλιάζει
ἀγάπη ἀχόρταγη, σκληρὴ φωτιά;»
Κ᾿ ἐγὼ ἐχαιρόμουνα ποὺ χολιασμένη
φαρμάκι μὤσταζες μὲς στὴν ψυχή,
τὴ ζήλειά σου ἔβλεπα ξαγριωμένη,
στὰ χείλη σου ἔβραζε κάθε πνοή.
Τότ᾿ ἐκρεμάστηκα στὴν τραχηλιά σου
τὴ φλόγα σὤσβυσα μὲ δυὸ φιλιά,
τὴν ὄψι ἐβύθισα μὲς στὰ μαλλιά σου,
στὸν κόρφο σου ἔστησα κρυφὴ φωλιά.
«Κῦμα μου ἀνήμερο, ψυχή μου, φθάνει.
Μὴ μ᾿ ἀγριεύεσαι,πλάγιασ᾿ ἐδῶ...
Θἆμαι γιὰ σένανε γλυκὸ λιμάνι...
Τί ἀξίζει ἡ θάλασσα χωρὶς γιαλό;»

 

Μνημόσυνον ἐπὶ τῆς νεκρικῆς κλίνης
Στεφάνου Μεσσαλᾶ μόλις ἐφήβου

Ὄργωνε ὁ Χάρος, ὄργωνε τὴ γῆ ποὺ τόνε τρέμει.
Τ᾿ αὐλάκια του εἶναι μνήματα, ὁ σπόρος του φαρμάκι...
Ὄργωνε ὁ Χάρος, ὄργωνε! Τὰ μαῦρα του τὰ βόδια
φυσομανοῦν στὸ κέντημα τῆς ἄσπλαγχνης βουκέντρας.
Ὅθε περάσει τὸ γενί, ξαναγυρίζει δέντρα,
ξεθεμελιώνει ριζιμιὰ καὶ συνεπαίρνει κόσμους.
K᾿ ἐσύ, βλαστάρι τρυφερό, στὸ δρόμο του τί θέλεις;...
Στὴν ἀγκαλιὰ τῆς μάνας σου, στὸν κόρφο τοῦ πατέρα,
νὰ σὲ ποτίζει τὸ φιλί, νὰ σ᾿ ἀνατρέφει ἡ ἀγάπη,
παιδί, γιατί δὲν ἔμενες;... Σοῦ φάνηκε ποὺ εἶναι
γλυκὸς ὁ ὕπνος μὲς στὴ γῆ, παιδί, καὶ δὲ γνωρίζεις
πὼς θέλει ὁ τάφος συντροφιά, κ᾿ ἐσὺ στὴ σκοτεινιά σου
θὰ μείνεις ἔρμο κι ὀρφανό. Ἐκεῖ ποὺ κατεβαίνεις
δὲ θά ῾βρεις τοῦ πατέρα σου τὰ κόκαλα στρωμένα·
θὰ πέσεις ὁλομόναχο... Παιδί, γιατί νὰ φύγεις;...

K᾿ ἐκεῖνο ποὺ μᾶς ἄκουσε, τὴν ὥρα ποὺ χιλιάδες
κόσμοι κι ὀνείρατα χρυσὰ ὁλόγυρά του ἐλάμπαν,
ἐχαμογέλασε γλυκά, σὰ νά ῾λεγε: «Πατέρα,
δὲν εἶν᾿ ὁ τάφος ἐρημιά, εἶναι ζωὴ κι ἀγάπη».

Ὄργωνε ὁ Χάρος, ὄργωνε. Τὸν κάματο δὲν παύει·
μέρα καὶ νύχτ᾿ ἀκοίμητο τ᾿ ἀλέτρι του δουλεύει.
Ἐσυνεπῆρε τὸ βλαστό, τὸν ἔγειρε στὸ χῶμα
καὶ δίχως σάλαγο, βουβός, περνᾷ καὶ διβολίζει.

Πατέρα, μάνα, ἐπέταξε. Ἐκλείστηκε τὸ μνῆμα·
φχηθεῖτε τὸ παιδάκι σας. Στὸ μακρινὸ ταξίδι
μὲ τὸ στερνό σας τὸ φιλί, μὲ τὸ πικρό σας δάκρυ
θὰ ν᾿ ἀρμενίσει σὰν πουλί... Ὤχ! νά ῾μουνα μαζί του,
νά ῾βλεπ᾿ ἀκόμα μιὰ φορὰ κ᾿ ἐγὼ τὴ θυγατέρα!...

 

Ὁ Ἀστραπόγιαννος
[ἀπόσπασμα]

Βαρειὰ σπαράζει φοβερὴ στὸ χέρι τοῦ Λαμπέτη
Ἡ κάρα τ᾿ Ἀστραπόγιαννου. Τὸ μάτι ἀνταριασμένο
Τοῦ σκοτωμένου τρεῖς φορὲς ἀναιβοκατεβαίνει
Καὶ βασιλεύει σκοτεινό. Στὸ μέτωπό του ἡ νύχτα
Ἄλλο σημάδι ὀπίσω της παρὰ στ᾿ ἀχνὸ τὸ στόμα,
Σὰ μίαν ἀκτίδα φεγγαριοῦ στὸ μάρμαρο τοῦ τάφου,
Ἕνα χαμόγελο βουβό, νεκρό, σαβανωμένο
Στοῦ γέροντα τ᾿ ἀρματολοῦ τὰ κάτασπρα τὰ γένεια.

Σπρώχνει στὴ θήκη κόκκινο τὸ γιαταγάνι ὁ κλέφτης,
Κι ἁρπάζει τὸ δισάκκι του! Στὴ μιὰ μεριὰ φορτόνει
Τὸ κρίθινό του τὸ ψωμί, στὴν ἄλλη ματωμένο
Τὸ λείψανό του τ᾿ ἀκριβό. Τὸ δάχτυλό του βάφει
Στὸ αἷμα, π᾿ ἄφριζε στὴ γῆ, σταυρόνει τὸ κουφάρι
Καὶ χάνεται στὴ λαγκαδιά... Καπνὸς ὁ πεζοδρόμος.

 

Τὸ Ξερριζωμένο Δέντρο
[ἀπόσπασμα]

«Δέντρο, πῶς κοίτεσαι νεκρὸ στὸν ἄμμο τοῦ γιαλοῦ μου;
Ποιὸ χέρι σὲ ξερρίζωσε, ποιὰ δύναμη σ᾿ ἐπῆρε
ἀπὸ τὴ ράχη τοῦ βουνοῦ καὶ σ᾿ ἔρριξε στὸ κῦμα;...
Ἐσένα τὰ γεράματα δὲ σ᾿ εἶχαν σαρακώσει
στὰ ἀτάραγα κλωνάρια σου ἑκατοστάδες χρόνοι
χωρὶς νὰ τὰ λυγίσουνε, ἐστέκαν σωριασμένοι,
στὴ σιδερένια φλούδα σου, χωρὶς νὰ τήνε γδάρῃ,
τοῦ λόγγου τ᾿ ἀγριοδάμαλο τὰ κέρατα ἐτροχοῦσε.
Πές μου, πῶς κοίτεσαι νεκρό, ρουπάκι, στὸ γιαλό μου;»

«Κατέβαινε ὁλοφούσκωτο προχθὲς τὸ Δημοσάρι,
μουγκρίζοντας στὸ διάβα του, σὰ νὰ ζητοῦσε ἀμάχη.
Δὲν τὸ βαστοῦσαν ριζιμιά, δὲν τὸ κρατοῦσαν σφάχτες,
στὸ πέρασμά του ἐγέρνανε σὰν νὰ τὸ προσκυνοῦσαν
οἱ σχῖνοι, τ᾿ ἀγριοπρίναρα. Τὸ κῦμα στὸ θυμό του
ἐρροβολοῦσε πάντα ἐμπρός, θεότυφλο, ὠργισμένο,
καὶ πέφτει κατακέφαλα μ᾿ ὅλη τὴν ἀνδρειά του
γιὰ νὰ ρουφήξῃ ἕνα κοντρὶ ποὺ τὤφραξε τὸ δρόμο.
Ἔστεκα ἐγὼ κ᾿ ἐκύτταζα, κι ἀπ᾿ τὴ βουβὴ τὴν πέτρα
ἄκουσα τότε μιὰ φωνὴ σὰν νά ῾βγαινε ἀπ᾿ τὸν ᾅδη.
«Πέρνα, ποτάμι, μέριασε, σύρε νὰ σκιάζῃς ἄλλους,
ἐμὲ μ᾿ ἐπάτησε βαρὺ ποδάρι ἀνδρειωμένου,
μ᾿ ἐστοίχειωσε τὸ αἷμα του, κ᾿ εἶμαι θεμελιωμένο
γιὰ νὰ φωνάζω ἀνάθεμα σ᾿ ἐκείνους ποὺ προδίνουν.
Εἶμαι τ᾿ Ἀργύρη τὸ κοντρί, εἶμαι τ᾿ Ἀργύρη ὁ τάφος».

[...]

Ξέγνοιαστη τότε ἀνέμιζε, σὰν νά ῾τανε ξεφτέρι,
ἀκαταδάμαστη ἡ ψυχή, κι ἔπαιρνε γιὰ λημέρι
πότε τὰ πεῦκα τοῦ βουνοῦ πότε τὰ κυπαρίσσια
καὶ πότε ἐφώλιαζε κρυφὰ μέσα στὰ ρημοκκλήσια,
κ᾿ ἐγύρευε φαντάσματα. Μονάχη, ἀποσταμένη
εὕρισκ᾿ ἐκεῖ παρηγοριά... Τὴ νύχτα οἱ πεθαμμένοι
τὴν ἔπαιρναν πνεμματικὸ κ᾿ ἐκείνη γιὰ λουλούδια
τοὺς ἔρριχνε μνημόσυνα, τοὺς ἔδινε τραγούδια.

[...]

Ὅταν κ᾿ ἐσὺ τὸ δύστυχο, χλωρὸ καὶ στολισμένο,
ἐσήκονες μεσουρανὶς τ᾿ ἀλύγιστα κλωνάρια,
βελάζοντας στὸν ἴσκιο σου ἔτρεχε τὸ κοπάδι,
ὁ πιστικὸς χαρούμενος σ᾿ ἀγάπαε σὰν πατέρα.
Χῆρες γρηές, πανόρφανες καὶ ξετραχηλισμένες
σοῦ ἐπαῖρναν τ᾿ ἀντιρρίμματα, ὡσὰν ἐλεημοσύνη,
κι ὅταν τὰ ρίχναν στὴ φωτιὰ κι ὁλόγυρα στὰ θράκια,
μὲ τὸ φτωχὸ προσάναμα τὴ νήστεια ἀποκοιμοῦσαν,
τότε σ᾿ εὐχολογούσανε κ᾿ ἐλέγαν στὴν Παρθένο
νὰ σοῦ στοιχειόνῃ τὰ κλαριά, νὰ σοῦ χαρίζῃ χρόνια...
Τώρα, νεκρὸ στὸν ἄμμο μου, θὰ σὲ θυμοῦνται τάχα;...

Ἐμαραθήκανε γιὰ μᾶς τοῦ κόσμου οἱ πρασινάδες.
Ἐσένα σ᾿ ἐξερρίζωσε τὸ κῦμα στὴν ὀργή του,
ἐμὲ μοῦ τρώγουν τὴν καρδιὰ ἀχόρταγες ἐλπίδες.
Νά ῾ξερες πῶς τὲς ἔτρεφα! Καὶ τώρα μία μία
μαραίνονται καὶ πέφτουνε σὰ φύλλα τὸ χειμῶνα.

 

Ἡ Φυγή

«Τ᾿ ἄλογο! τ᾿ ἄλογο! Ὁμὲρ Βριόνη,
τὸ Σούλι ἐχούμησε καὶ μᾶς πλακώνει.
Τ᾿ ἄλογο! τ᾿ ἄλογο! ἀκοῦς, σουρίζουν
ζεστὰ τὰ βόλια τους, μᾶς φοβερίζουν.

»Γιὰ ἰδές, σὰ δαίμονες μᾶς πελεκᾶνε!
Κάτου ἀπ᾿ τὸ βράχο τους πῶς ροβολᾶνε!
Δὲς τὰ κεφάλια μας, δὲς τὰ κουφάρια
κυλᾶνε ἀνάκατα σὰν νά ῾ν᾿ λιθάρια.

»Τ᾿ ἄλογο! τ᾿ ἄλογο! Ἀκοῦς πῶς σκούζουν!
Οἱ λύκοι φθάσανε, ρυάζονται, γρούζουν.
Ἄνοιξ᾿ ἡ κόλαση καὶ μοῦ ξερνάει
τὸν μαῦρον κόσμο της γιὰ νὰ μὲ φάει.

»Βριόνη, πρόφθασε· ἀκόμη ὀλίγο,
κι ἀπὸ τὰ νύχια τους δὲ θὰ ξεφύγω.
Τ᾿ ἄλογο!... Γνώρισα τὴ φουστανέλα
τοῦ ἐχθροῦ μου τ᾿ ἄσπονδου Λάμπρου Τζαβέλα.

»Δὲν τόνε βλέπετε, σὰ Χάρος φθάνει
ψηλ᾿ ἀνεμίζοντας τὸ γιαταγάνι.
Νιώθω τὸ χέρι του μὲς στὴν καρδιά,
ποὺ πάει σπαράζοντας τὰ σωθικά.

»Ἀνεμοστρόβιλος, θεοποντή,
ὅλα σὰ σίφουνας θὰ καταπιεῖ.
Τὸ μάτι ἐπάνω μου ἄγρια στυλώνει,
μαχαίρι δίκοπο μέσα μου χώνει.

»Κρύο τὸ σίδερο χωνεύει, σφάζει.
Ἀκοῦτε, ἀκοῦτε τον πῶς μοῦ φωνάζει.
Νιώθω τὸ χνότο του φωτιὰ ζεστό,
πὄρχετ᾿ ἐπάνω μου σὰ νά ῾ναι φιό.

»Τ᾿ ἄλογο! τ᾿ ἄλογο, Ὀμὲρ Βριόνη.
Ὁ ἥλιος ἔπεσε, νύχτα σιμώνει...
Ἄστρα, λυτρῶστε με· αὐτὴ τὴ χάρη
ζητάει ὁ Ἀλήπασας, πιστὸ φεγγάρι.»

Ἐμπρός του στέκεται καμαρωμένο,
μαῦρο σὰν κόρακας, χρυσὰ ντυμένο,
ἄτι ἀξετίμωτο, φλόγα, φωτιά,
καθάριο ἀράπικο, τὸ λὲν Βοριά.

Χτυπάει τὸ πόδι του, σκάφτει τὸ χῶμα,
δαγκάει τὸ σίδερο πὄχει στὸ στόμα.
Ρουθούνια διάπλατα καὶ τεντωμένα
ἀχνίζουν κόκκινα σὰν ματωμένα.

Ἀκούει τὸν πόλεμο καὶ χλιμιτάει.
Τ᾿ αὐτιά του τέντωσε, ἄγρια τηράει.
Ὁλόρθ᾿ ἡ χήτη του, ὁλόρθ᾿ ἡ ὁρά,
λυγάει τὸ σῶμα του σὰν τὴν ὀχιά.

Σκώνεται λαίμαργο στὰ πισινά του.
Λάμπουν τὰ νύχια του, τὰ πέταλά του.
Λὲς καὶ δὲν ἔγγιζε κάτου στὴ γῆ...
Κρῖμα ποὺ τό ῾θελαν γιὰ τὴ φυγή!...

Ὁ Λάμπρος τό ῾βλεπε κι ἀπὸ τὴ ζήλεια
κρυφ᾿ ἀναστέναξε, δαγκάει τὰ χείλια:
«Ἄτι περήφανο, νὰ σ᾿ εἶχα ἐγώ,
μέσα στὰ Γιάννινα ἤθελα μπῶ».

Ὡστόσ᾿ ὁ Ἀλήπασας, ἀπὸ τὸν τρόμο,
τὰ χήτη του ἅρπαξε, πετάει στὸν ὦμο...
Σὰ βόλι γλήγορο, σὰν ἀστραπή,
τὸ ἄτι χάθηκε μὲ τὸν Ἀλή.

Φεύγουνε, φεύγουνε! Δίκαιη κατάρα!
Τοὺς ἐκυνήγαε ἀχνὴ τρομάρα·
νύχτα κατάμαυρη καὶ συγνεφιὰ
γύρω τους στέκονται γιὰ συντροφιά.

Λόγκους περάσανε, χαντάκια μύρια.
Αἵματα στάζουνε τὰ φτερνιστήρια·
ἀφροὺς σὰ θάλασσα τ᾿ ἄλογο χύνει,
σκιάζεται ὁ Ἀλήπασας, καιρὸ δὲ δίνει.

Καθὼς διαβαίνουνε, τρίζει ἕνα ξύλο,
φυσάει ὁ ἄνεμος, πέφτει ἕνα φύλλο,
πουλάκι ἐπέταξε, φεύγει ζαρκάδι,
νεράκι πὄτρεχε μὲς στὸ λαγκάδι·

ὅλα ὁ Ἀλήπασας, ὅλα τρομάζει,
κρύος ὁ ἵδρωτας βρύση τοῦ στάζει.
Τ᾿ ἄλογο αὐτιάζεται, δὲν ἀνασαίνει,
τὰ πόδια ἐστύλωσε, λύκος διαβαίνει,

καὶ κειὸς τὰ δάχτυλα σφίγγει στὴ σέλα,
τὰ μάτια του ἔβλεπαν παντοῦ Τζαβέλα.
Παντοῦ τοῦ φαίνονται πὼς εἶν᾿ κρυμμένα
σπαθιὰ ποὺ λάμπανε ξεγυμνωμένα.

Μακριὰ τὰ γένια του, ἄσπρα σὰ χιόνι,
τὰ παίρνει ὁ ἄνεμος, σκόρπια τ᾿ ἁπλώνει
ἐμπρὸς στὸ στόμα του καὶ στὸ λαιμό,
λὲς καὶ τὸν ἔχουνε γιὰ πινιμό.

Καθὼς τὰ κύματα μὲ τὴ νοτιὰ
τὴ νύχτα χάνονται στὴ σκοτεινιά,
καὶ δὲν χωρίζουνε παρὰ οἱ ἀφροί των
ψηλὰ ποὺ ἀσπρίζουνε στὴν κορυφή των,

ἔτσι καὶ τ᾿ ἄλογο κεῖνο τὸ βράδυ
σὰν κῦμα διάβαινε μὲς στὸ σκοτάδι,
κῦμα ὁλοφούσκωτο καὶ σκοτεινό,
πὄχει τ᾿ Ἀλήπασα τὰ γένια ἀφρό.

Φεύγουνε, φεύγουνε! Πάντα τρεχάτοι.
Φθάνει, κ᾿ ἐδείλιασε τὸ μαῦρο τ᾿ ἄτι,
φθάνει, καὶ τρέμουνε τὰ γόνατά του·
ἀκοῦς πῶς βράζουνε τὰ σωθικά του!

Λυσσάει ὁ Ἀλήπασας καὶ βλαστημᾷ.
Τὸ φτερνιστήρι του χώνει βαθιά.
Τὸ ἄτι φούσκωσε, βαριὰ μουγκρίζει,
δίνει ἕνα πήδημα καὶ γονατίζει.

Ἡ καρδιὰ μέσα του χτυπάει σφυρί,
τ᾿ αὐτιά του γέρνουνε, πέφτει στὴ γῆ.
Σπαράζει, ἀνδρειεύεται καὶ ροχαλιάζει,
ἀπ᾿ τὰ ρουθούνια του τὸ αἷμα στάζει.

K᾿ ἐκεῖ ποὺ τ᾿ ἄλογο ψυχομαχάει,
βουβὸς στὴ λύσσα του ὁ Ἀλῆς τηράει,
τηράει ἀνήσυχος, ἀχνός, νὰ ἰδεῖ.
Τ᾿ αὐτιά του ἐτέντωσε ν᾿ ἀκουρμαστεῖ.

Ἀκόμα σκιάζεται τοῦ ἐχθροῦ τὰ βόλια,
καὶ ἁρπάζει τρέμοντας τὰ δυὸ πιστόλια.
Τ᾿ ἄτι τὸ δύστυχο δίπλα στὸ χῶμα
χτυπιέται, δέρνεται, βογκάει ἀκόμα,

καὶ δὲν τὸν ἄφηνε καλὰ ν᾿ ἀκούσει
ἂν κεῖν᾿ οἱ δαίμονες τὸν κυνηγοῦσι.
Ἄφριασ᾿ ὁ Ἀλήπασας, καίετ᾿, ἀνάφτει,
τὰ βόλια τὄφτεψε μὲς στὸ ριζαύτι.

Τ᾿ ἄτι ἐταράχτηκε σὰν τὸ στοιχειὸ
καὶ μ᾿ ἕνα μούγκρισμα μένει νεκρό.
Τὸ μάτι ἀκίνητο καὶ καρφωμένο
ἔμειν᾿ ἐπάνω του θολό, σβημένο.

Ἀκούει πατήματα, φωνὲς πολλές...
Ἄχ, τὸν ἐπρόδωκαν οἱ πιστολιές!
Σιμώνει ὁ θόρυβος, τὸ αἷμα του πήζει,
ἔπιασε τ᾿ ἄλογο γιὰ μετερίζι.

Γιομίζει τ᾿ ἄρματα, καὶ στὸ μαχαίρι
σιγὰ καὶ τρέμοντας ρίχνει τὸ χέρι.
Ἀκούει ποὺ φώναζαν «Βιζίρη Ἀλῆ».
K᾿ ἐκεῖνος ἕλιωνε σὰν τὸ κερί.

Πάλε φωνάζουνε! Κάθε φορὰ
ἀκούετ᾿ ὁ θόρυβος πλέον σιμά.
Τὸ μάτι ὁλάνοιχτο ὁ Ἀλῆς καρφώνει:
«Βοήθα με,» φώναξε, «Ὁμὲρ Βριόνη!»

Ἔτσι ὁ Ἀλήπασας κυνηγημένος
μπαίνει στὰ Γιάννινα σὰν πεθαμένος.
Ὅσο κι ἂν ἔζησεν, ἡ φουστανέλα
τοῦ Λάμπρου τὄστεκε στὰ μάτια φέλα.

 

Ὁ Γῶγος (1812)

Ὁ ἥλιος ἐβασίλευε. - Το Σούλι ἐρημωμένο
ἀπὸ μαχαίρι καὶ φωτιά, λησμονημένος τάφος,
μένει βουβὸ καὶ καρτερεῖ.- Ἔζωνε τὰ πλευρά του
ἡ καταχνιὰ κατάλευκη, λιβάνι στὴ θανή του.
Περήφανη στὴ δόξα της ἐπάνωθέ του ἡ Κιάφα
τὸ φοβερό της μέτωπο στεφανωμένο δείχνει
μὲς τῆς ἡμέρας πὄφευγε τὴν ὕστερην ἀχτίδα,
ὡσὰν λαμπάδα νεκρικὴ ποὺ φώτιζε ἀναμμένη
ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ, τοῦ Σαμουὴλ τὸ μνῆμα.

Στῆς Πάργας τὰ ψηλώματα χιλιάδες κυπαρίσσια
στέκουν ὁλόρθα νὰ θωροῦν τὴν ἐρημιὰ τριγύρω.
Παντοῦ νεκρίλα, σιωπή... κατέβαινεν ἡ νύχτα...
Περίλυπο καὶ τ᾿ οὐρανοῦ τὸ γαλανὸ τὸ μάτι
ὀλίγ᾿ ὀλίγο ἐνύσταζε, καὶ τότ᾿ ἐκειὰ τὰ δένδρα
ἐφάνταζαν ἀπὸ μακρά, τό ῾να σιμ᾿ ἀπὸ τ᾿ ἄλλο
στ᾿ ἀπέραντά του βλέφαρα τὰ μυριοδακρυσμένα,
σὰν μελανὰ ματόκλαδα... Πάργα, καημένη Πάργα!

Μαυρολογοῦσ᾿ ἀπὸ μακρά, σαρακοφαγωμένη,
πανέρημ᾿ ἡ Νικόπολη, χορταριασμένη, κούφια.
Τὴν ἔχτισ᾿ ἕνας τύραννος, κι ἄλλος σκληρότερός του,
ὁ Χρόνος, τὴν ἐχάλασε. Καταραμένα χέρια
ξεγύμνωσαν τὰ μνήματα καὶ μὲ τὰ μάρμαρά τους
τὴν ἐθεμέλιωσαν ἐκεῖ. Τοῦ Χάρου τὸ φαρμάκι
ἔσταξε μὲς στὰ σπλάγχνα της κ᾿ ἔμεινε πάντα στεῖρα.
Ὅσες φορὲς ἐπάτησα τὰ σκόρπια κόκαλά της
ἔνιωσα π᾿ ἀνατρίχιαζα μέσα στὰ φυλλοκάρδια,
κ᾿ εἶπα νὰ μένουν ἄταφα, γιὰ νὰ θυμᾶται ὁ κόσμος
ὅτι τὸ δένδρο τῆς σκλαβιᾶς δὲ ζεῖ στὰ χώματά μας.

Ἐδῶθε φεύγει ὁ λογισμὸς μὲ φρίκη, μὲ τρομάρα,
κ᾿ εὑρίσκει ἄλλα χαλάσματα στοῦ Δημουλᾶ τὸν Πύργο...
Μιὰ φούχτα πέτρες καταγῆς!... Γονάτισε, διαβάτη,
ἐμπρὸς σ᾿ αὐτὸ τὸ κόνισμα καὶ ρῖξ᾿ ἕνα τρισάγιο!
Πάρ᾿ ἕνα φύλλο ἀπ᾿ τὸν κισσό, ποὺ τὄχει ἀγκαλιασμένο
καὶ κρέμασε τὸ φυλαχτὸ στὸν κόρφο τοῦ παιδιοῦ σου.
Θὰ τοῦ στοιχειώσει τὴν καρδιά, νὰ γένει ἀνδρειωμένο.
Κοίταξε!... ἀκόμ᾿ ἀχνίζουνε, ζεστά, φωτοκαμένα,
τὰ φοβερά του ἀπάσβεστα, λὲς κ᾿ ἡ ψυχὴ τῆς Δέσπως
ἔμειν᾿ ἐκεῖ καὶ τὰ κρατεῖ νὰ πολεμήσει ἀκόμα.
Στὴν ἔρμη τὴν Νικόπολη ρυάζονται νυχτοπούλια,
κ᾿ ἐδῶ φωλιάζουν ἀϊτοί... Γονάτισε, διαβάτη!

Λαχτάριζεν ἡ Πρέβεζα στ᾿ Ἀλήπασα τὰ νύχια·
οὐδὲ νὰ κλάψει δὲν τολμᾷ στὸ μνῆμα τοῦ Γαβόρη.
Ἀσπροβολοῦν οἱ Πύργοι της στοῦ Κόρφου της τὸ στόμα
σὰ φοβερὰ σκυλόδοντα σ᾿ ἄγρια κατακλείδια,
ἕτοιμα νὰ δαγκάσουνε γι᾿ ἀγάπη τοῦ Βιζίρη.

Τρέχει θολὸ κι ἀγνώριστο τοῦ Λούρου τὸ ποτάμι,
ὅπου σταλάζει μυστικὰ τὸ δάκρυ τῆς Ἠπείρου.
Ὁ γέρο-Πίνδος κάτασπρος καὶ πάντ᾿ ἀνδρειωμένος
πέτεται μὲ τὰ χιόνια του καὶ μὲ τὴν κλεφτουριά του·
στὸν ἥλιο ποὺ βασίλευε, τὸ μάτι του στυλώνει
καὶ λέγει στ᾿ ἄστρο τ᾿ οὐρανοῦ: «Ἐκεῖ ποὺ πᾶς νὰ δύσεις
ἂν σ᾿ ἐρωτήσουνε γιὰ μέ, νὰ πεῖς πῶς δὲν πεθαίνω.»

Μέσα σὲ τόση δυστυχιά, μέσα σε τόσα κάλλη,
ἐκεῖ π᾿ ἀνθίζουν οἱ μυρτιὲς καὶ πρασινίζ᾿ ἡ δάφνη,
ὅπου τ᾿ ἀηδόνια κελαδοῦν καὶ τὸ χλωρὸ χορτάρι
κρύβει στὴν πρασινάδα του τὴ γύμνια καὶ τὴ φτώχια,
σ᾿ αὐτὴν τὴν ὥρα τὴν γλυκιά, ποὺ τῆς ζωῆς ὁ σπόρος
φυτρώνει ἀκαταδάμαστος, κι ὁ κόσμος μεθυσμένος
χορταίνει ἐλπίδες καὶ χαρά, κι ἀγάπη καὶ γλυκάδα...
σ᾿ ἕνα λαγκάδι σκοτεινὸ ἐφάνηκ᾿ ἕνας ὄφις,
πού ῾χε τὰ λέπια τῆς ὀχιᾶς, τ᾿ ἀστρίτη τὸ φαρμάκι,
τὴν ἀσχημάδα τοῦ σκορπιοῦ καὶ τὴν ψυχὴ τοῦ λύκου,
ὀργή, κατάρα θεϊκή, ὁ Γῶγος ὁ προδότης.

 

Ὁ Καλογιάννος

Ἰωάννη Βαλαωρίτη
τῷ γλυκυτάτῳ μου υἱῶ

Μὴ μὲ ρωτᾷς ποῦθ᾿ ἔρχομαι, μὴ μὲ ρωτᾷς ποῦ τρέχω·
          πατρίδα ἐγὼ δὲν ἔχω
παρὰ τοῦ βάτου τ᾿ ἄγριο, τ᾿ ἀγκαθερὸ κλαρί·
μὲ δέρνει τ᾿ ἀνεμόβροχο, εἶμαι φτωχὸ πουλί.
Ὁ λόγκος τὸ παλάτι μου, καὶ βιό μου εἶν᾿ ἡ χαρά·
πετῶ, κορνιάζω ξέγνοιαστος ὅσο ῾χω τὰ φτερά.

Λίγη δροσούλα τ᾿ οὐρανοῦ τ᾿ ἀκούραστο λαρύγγι
μοῦ τὸ ξεφρύγει, ὅταν διψῶ, καὶ ζῶ μ᾿ ἕνα μυρμήγκι.
Ξυπνῶ τὸ γλυκοχάραμα· τοῦ ἥλιου τὴν ἀχτίδα
φορῶ μαλαμοκέντητη βασιλικὴ χλαμύδα
κι ἀρχίζω τὸ τραγούδι μου. Στὰ σύγνεφ᾿ ἀνεμίζει
περήφανος σταυραϊτός, τὸν κόσμο φοβερίζει,
κ᾿ ἐγὼ τὸν βλέπω καὶ γελῶ... Δὲν τοῦ φθονῶ τὴν τύχη,
οὔτε μὲ σκιάζει τ᾿ ἄσπλαγχνο, τὸ φοβερό του νύχι,
γιατὶ δὲν καταδέχεται μ᾿ ἐμένα νὰ χορτάσει
θεριὸ ποὺ πρὸς τὴ δόξα του βρίσκει στενὴ τὴν πλάση.
Τὸ κράζουν αὐτοκράτορα... τοῦ φόρεσαν κορόνα,
μᾶς τό ῾πλασαν δικέφαλο... τοῦ γράφουν τὴν εἰκόνα...
Στὴ μιὰ τὴ φούχτα νὰ κρατεῖ χρυσὴ τοῦ δίνουν σφαῖρα,
στὴν ἄλλη του γυμνὸ σπαθί... κ᾿ ἐπῆρε ὁ νοῦς του ἀγέρα!

Τὸ πρῶτο τοῦ φθινόπωρου ποὺ φαίνεται λουλούδι
εἶν᾿ ἡ ξανθή μου κυκλαμιά. Ἐγὼ μὲ τὸ τραγούδι
τὴν ἀνακράζω ἀπὸ ψηλά, κ᾿ ἐκείνη στὴ φωνή μου
γοργὰ προβαίνει ὁλόχαρη. Πιστὸν προξενητή μου
τὸ πρωτοβρόχι δέχεται στὸ φτωχικὸ κρεβάτι
καὶ δείχνεται στὸ φίλο της ἐντροπαλή, δροσάτη...
Δὲν σὲ ζηλεύω σταυραϊτέ! Τοῦ πριναριοῦ μου ἡ μάζα
ἀξίζει τὴν κορόνα σου καὶ τὰ χρυσὰ τσαπράζα.
Δὲν ἀνεβαίνω σὰν ἐσὲ καὶ σὰν ἐσὲ δὲν πέφτω
στὴν ἁρπαγή, στὸ σκοτωμό, κι ἄλλο ποτὲ δὲν κλέφτω
παρὰ μὲ τὸ τραγούδι μου καμιὰ καρδιὰ καμένη.
Ἐσὲ σὲ βάφουν αἵματα, ἐμὲ ἡ δροσιὰ μὲ πλένει.
Ζῶ μὲ τὰ φύλλα τὰ χλωρά, μὲ τ᾿ ἄνθη θὰ πεθάνω,
κι ἀφήνω χωρὶς κλάματα τὸν κόσμο αὐτὸν τὸν πλάνο.

Μιὰ μόνη ἀγιάτρευτη πληγὴ ἔχω βαθιὰ κρυμμένη
στὴν ἄκακή μου τὴν καρδιά, καὶ κάποτε πικραίνει,
          διαβάτη, αὐτή μου τὴ χαρά...
          εἶχ᾿ ἀγαπήσει μία φορὰ
στὸ πρῶτο τὸ ταξίδι μου μιὰ καλογιαννοπούλα,
γκόλφι τοῦ λόγκου ἀτίμητο, καὶ σὰν ἐμὲ φτωχούλα.
Σ᾿ ἕνα κλαρὶ παράμερο, μακρὰ ἀπὸ κάθε μάτι,
ἐγὼ κ᾿ ἐκείνη ἐστήσαμε τὸ νυφικὸ κρεβάτι,
καὶ μὲ τραγούδια ἀδιάκοπα καὶ μὲ τὸν ἔρωτά μας
κρυφὰ κρυφὰ ἀναθρέφαμε, διαβάτη, τὰ παιδιά μας.
Μιὰ νύχτα ποὺ τὴν ἕσφιγγα γλυκὰ μὲ τὰ φτερά μου
κ᾿ ἔνιωθα μοῦ λαχτάριζε στὴ φλογερὴ ἀγκαλιά μου,
ἀκούω ποὺ τρέμει τὸ κλαρὶ καὶ βλέπω ἕναν ἀστρίτη
ποὺ κοίταζε νὰ καταπιεῖ τὸ φτωχικό μας σπίτι.
Τὰ μάτια ποὺ μοῦ κάρφωσε στὴν ὄψη τὸ θερίο,
ἡ γλῶσσα του ἡ διχαλωτή, τὸ χνότο του τὸ κρύο,
διαβάτη, μ᾿ ἐμαρμάρωσαν... ἐσβήστηκα... δὲν εἶδα
τὴ φοβερή μας τὴ σφαγή... Στὴν πρώτην τὴν ἀχτίδα
τοῦ ἥλιου, ποὺ μ᾿ ἐπύρωσε, ξυπνῶ στὴ γῆ ριμμένο...
Μοῦ λεῖπαν ὅλα τὰ παιδιά... βαρύ, κουλουριασμένο
τὸ σερπετὸ ἐκοιμότουνε μὲς στὴ φωλιὰ χορτάτο
κ᾿ ἡ μάνα ἑτοιμοθάνατη, ποὺ σπάραζε στὸ βάτο,
εἶχε τὴ σάρκα ὁλάνοιχτη... Ὁρμῶ, τὴν ἀγκαλιάζω·
τοῦ κάκου σκούζω, δέρνομαι· τοῦ κάκου τήνε κράζω...
K᾿ ἐκεῖ ποὺ τῆς ἐμάλαζα τὰ ξεσχισμένα στήθη,
διαβάτη μου, τὸ αἷμα της στὴν τραχηλιά μου ἐχύθη.
Κι ἀπὸ τὰ τότε μὄμεινε μὲς στὴν καρδιὰ ἡ πικράδα
καὶ στὸ λαιμὸ παντοτινὰ γραμμένη ἡ κοκκινάδα...

Ἀλλά... δὲ θέλω κλάματα· μακρὰ ἀπὸ μένα ὁ πόνος.
Βασιλικὸ παλάτι μου εἶναι τ᾿ ἀράμνου ὁ κλῶνος
          καὶ βιό μου εἶν᾿ ἡ χαρά.
Θέλω νὰ ζήσω ξέγνοιαστος ὅσο ῾χω τὰ φτερά.

 

Πρὸς τὴν ὑπὸ λαίλαπος δεινῆς
κρημνισθεῖσαν στήλην τοῦ Ὀλυμπίου Διός

Σβήνοντ᾿ ἀστέρια φλογερὰ μὲς στοῦ οὐρανοῦ τὰ βάθη·
ἐμπρός μου ἀκλόνητο βουνὸ ἐσάλεψε κ᾿ ἐχάθη
μὲς στοῦ πελάου τὸ βάραγγα... Κι ὡστόσο εἶχα πιστέψει
ὅτι δὲν θά ῾τον ἀρκετὴ γιὰ νὰ σὲ καταστρέψει
τῆς μοίρας ὅλ᾿ ἡ δύναμις... Ἀγαπητό μου χτίριο,
λησμονημένης γενεᾶς ἄταφο μεγαθήριο!
Δέξου τὸ μοιρολόγι μου...
              Ὅταν σὲ βλέπω, κλαίω...
Σὰ νά ῾σουν ραχοκόκαλο προκατακλυσμιαῖο
οἱ χρόνοι σ᾿ ἐξεκλείδωσαν, καὶ κάθε σου σφοντύλι
τώρα στὸ χῶμα σέπεται καὶ τὸ πατοῦν οἱ σκύλοι...
Ἀκατανόητος θυμός, ὀργὴ Θεοῦ, κατάρα!...
νά ῾ρχονται πάντ᾿ ἀνέλπιστες βροντές, σεισμός, ἀντάρα
ὅ,τι κι ἂν ἔχομε ψηλό, θεόρατο, μεγάλο,
νὰ μᾶς τὸ ρίχνουν καταγῆς τό ῾να σιμ᾿ ἀπὸ τ᾿ ἄλλο!

Ποιὸς δὲ φθονεῖ τὴ μοῖρα σου! Σκέλεθρο χαλασμένο
νὰ μένει ὁλόρθο εἶν᾿ ἄσχημο· καλύτερα γειρμένο!
Ἄμετρες εἶδες γενεὲς νὰ λάμψουν, νὰ γεράσουν,
νὰ λιώσουνε σὰν τὸ κερί... Βαρβάρους νὰ περάσουν
σὰ σίφουνας κατάμαυρος... Ἄκουσες τὸ σφυρί τους
νὰ σοῦ συντρίβει τὸ κορμί... ἔνιωσες τὴν πνοή τους
ἐπάνωθέ σου νὰ διαβεῖ καὶ νὰ σὲ κιτρινίσει
σὰ φύλλο π᾿ ἄσπλαγχνος βοριὰς περνώντας ἔχει ψήσει.
Ὕστερα... νύχτα φοβερή, κρυφὸ χτικιό, νεκρίλα,
γεράματ᾿, ἀποκάρωμα καὶ φράγκικη σαπίλα.

Περνᾷ κι αὐτὸ τ᾿ ἀνάθεμα, διαβαίν᾿ ἡ λέπρα, ἡ ψώρα,
κ᾿ εὐθὺς ἐπλάκωσ᾿ ἄλλο φιὸ τὴν ἔρημή σου χώρα·
τὴν ὄργωσαν κατάσαρκα τὰ τούρκικα λεπίδια
κ᾿ εἶδες παντοῦ τὴ σάρκα της νὰ σέρνεται κοψίδια.
Πόλεμος ἀτελείωτος γιὰ τετρακόσιους χρόνους
μὲ πεῖνα, μὲ ξεκλήρισμα, μὲ σίδερα, μὲ πόνους·
φωτιὰ παντοῦ καὶ θέρισμα... Μιὰ μέρα τὸ δρεπάνι
τοῦ Χάρου σὰν κ᾿ ἐστόμωσε... εἶπε κ᾿ ἐκεῖνο «φθάνει!»
Ὁ κόσμος ἐξανάσανε... Νά ῾θε᾿ βαστάξει ἀκόμα,
χίλιες φορὲς καλύτερα. Ἔμαθ᾿ αὐτὸ τὸ χῶμα
νὰ τὸ ποτίζουν αἵματα, κι ὅταν διψᾷ στειρεύει...
Ὁλόγυρά σου κοίταξε... δὲ βλέπεις;... τί δὲ ρεύει;...

Κι ὡστόσο σὺ δὲν ἔπεσες! Ὁλόρθο κυπαρίσσι
τὰ μνήματά μας νὰ τηρᾷς ἡ μοῖρα σ᾿ εἶχε ἀφήσει.
Οἱ χρόνοι ἐφεῦγαν φτερωτοὶ κ᾿ ἡ νεκρικὴ εὐμορφιά σου
ἔμενε πάντοτ᾿ ἄφθαρτη... Μιὰ μέρα ἐκεῖ σιμά σου
ἀκούστηκε ἄγριος σάλαγος... Στερνὴ ταπεινοσύνη,
ἀλλόκοτη, ἀνυπόφορη σὄμελλε νά ῾ν᾿ ἐκείνη...
Ἐπάνω στ᾿ ἀντικέφαλο μιᾶς ἄλλης ἀδερφῆς σου
κόσμος μυρμήγκιαζε πολὺς στὰ χείλη τῆς ἀβύσσου
καὶ μὲ φωνές, μ᾿ ἀλαλαγμοὺς ἀνεβοκατεβαίνουν
σφελάγγια ἀγεροκρέμαστα, στ᾿ ἀγώγι τους πεθαίνουν
καὶ στὸν βαρὺ τὸν κάματο... Σκοτίδιασε, νυχτώνει...
Σκορποῦν οἱ ἀλιτήριοι... Χαράζει, ξημερώνει...
K᾿ ἐκεῖ π᾿ ὅταν ἐδιάβαινε στὸ φλογερό του δρόμο
ὁ ἥλιος μᾶς ἐστύλωνε τὸ μάτι του μὲ τρόμο,
εἶδες ἐκεῖ, μαυρόμοιρη, σιχαμερὸ σκουλήκι,
ἀγνώριστο παράλλαμα, τὴν πέτρινή του θήκη,
σκλαβιᾶς σημάδι φοβερό, ἐμπρός σου ἕναν δερβίση
          μισουρανὶς νὰ χτίσει!...

Εἶχε σημάν᾿ ἡ ὥρα σου. Στ᾿ ἄγριο πέρασμά του
μιὰ νύχτα σ᾿ ἔσπρωξε ὁ βοριὰς μὲ τὰ πλατιὰ φτερά του
κι ὅλη σ᾿ ἐσώριασε στὴ γῆ... Σκέλεθρο χαλασμένο
νὰ μέν᾿ ὁλόρθο εἶν᾿ ἄσχημο, καλύτερα γειρμένο...

 

Φωτεινός

[Ἆσμα Πρῶτον] [Ἆσμα Δεύτερον] [Ἆσμα Τρῖτον]

* * *

Ἆσμα Πρῶτον.
Φωτεινὸς ὁ Ζευγολάτης [ἀπόσπασμα]

- Πάρ᾿ ἕνα σβῶλο, Μῆτρο,
καὶ διῶξ᾿ ἐκεῖνα τὰ σκυλιά, ποὺ μοῦ χαλοῦν τὸ φύτρο.
Ὁ χερουλάτης ἔφαγε τ᾿ ἄχαρα δάχτυλά μου
καὶ στὴν ἀλετροπόδα μου ἐλυῶσαν τὰ ἥπατά μου.
Δυὸ μῆνες ἔρρεψα ἐδεδῶ, ἐσάπισα στὴ νώπη
μ᾿ ἀρρώστια, μὲ γεράματα! Βάσανα, νήστεια, κόποι
γι᾿ αὐτὸ τὸ ἔρμο τὸ ψωμί! Καὶ τώρα ποὺ προβαίνει
σγουρό, χολάτο ἀπὸ τὴ γῆ, ποὺ πρὶν τὸ φᾶν χορταίνει
τὰ λιμασμένα μου παιδιά, νὰ τὸ πατοῦν ἐμπρός μου
μὲ τόση ἀπίστευτη ἀπονιὰ οἱ δυνατοὶ τοῦ κόσμου!...
Ἐξέχασες καὶ δὲ μ᾿ ἀκοῦς;... ἐσένα κράζω, Μῆτρο,
διῶξε, σοῦ λέγω, τὰ σκυλιά, ποὺ μοῦ χαλοῦν τὸ φύτρο...

- Εἶναι τοῦ Ρήγα, δὲν κοτῶ... Γιὰ κύτταξ᾿ ἐκεῖ πέρα
νὰ ἰδῇς· τί θρῶς ποὺ γίνεται, τί χλαλοή, πατέρα!

- Τί Ρήγας, τί Ρηγόπουλα! εἶν᾿ ὁ καινούριος κύρης,
ποὺ πλάκωσε μὲ ξένο βιὸ νὰ γένῃ νοικοκύρης.
Παληόφραγκοι, ποὺ πέφτουνε σὰν ὄρνια στὰ ψοφίμια,
ἐκεῖνοι πάντα κυνηγοὶ καὶ πάντα ἐμεῖς ἀγρίμια.
Καὶ σὺ τοὺς τρέμεις, βούβαλε! Παιδὶ μὲς στὴ φωτιά σου,
ποὺ τρίβεις στουρναρόπετρα μ᾿ αὐτὰ τὰ δάχτυλά σου,
πὤχεις τετράδιπλα νεφρὰ καὶ ριζιμιὸ στὰ στήθια,
τοὺς βλέπεις καὶ σὲ σκιάζουνε! Ὁ δοῦλος, εἶν᾿ ἀλήθεια,
λίπο ποτάζει μοναχά, ψυχὴ κ᾿ αἷμα δὲν ἔχει.

[...]

Ὁλόρθος μένει ὁ γέροντας, θολὸς στὸ πάτημά του,
καὶ καρτερεῖ τὸ σίφουνα, ποὺ μούγκριζ᾿ ἐμπροστά μου.
Κάτασπρο τὸ κεφάλι του, πυκνό, μακρὺ τὸ γένι
στὰ λιοκαμμένα στήθια του ἀφράτο καταιβαίνει
σὰν ἀνθισμένη ἀγράμπελη, ποὺ πέφτει ἀπὸ κοτρώνι·
τοῦ χρόνου τ᾿ ἄσπλαγχνο γενὶ καὶ τῆς σκλαβιᾶς οἱ πόνοι
τὸ μέτωπό του αὐλάκωσαν, τοῦ τὦχαν κατακόψει.
Ὁ ἥλιος τοῦ φθινόπωρου τοῦ ρόδιζε τὴν ὄψη
ἐτύλλωνε τὴ φλέβα του, τοῦ πύρωνε τὰ χείλη
σὰν κάποιος νὰ ξεφτύλιζε, ν᾿ ἄναβε τὸ καντήλι
τῆς συντριμμένης του ζωῆς κ᾿ ἔρριχνε στὴν καρδιά του
τῆς νιότης ὅλον τὸν θυμὸ καὶ τὰ παληὰ ὄνειρά του.
Ξένος ζυγὸς δὲν ἔγυρε τοῦ Φωτεινοῦ τὴν πλάτη.
Γι᾿ αὐτόν, γιὰ τοὺς συντρόφους του, τὰ Σταυρωτὰ κ᾿ ἡ Ἐλάτη
ἦσαν λημέρια ἀπάτητα κ᾿ ἐκεῖθ᾿ ἐρροβολοῦσαν
καὶ κάθ᾿ ἐχτρό, ποὺ φύτρωνε, τὴν νύχτα ἐπελεκοῦσαν.
Τὸ ρέμμα τοῦ Σαρακηνοῦ, τ᾿ ἄγριο Δημοσάρι
χίλιες φορὲς τὸ χόρτασε μὲ φράγκικο κουφάρι
κ᾿ ἦταν σωρὸ τὰ κόκκαλα, ποὺ στὴν Κουφὴ Λαγκάδα
καὶ στὴ Νεράιδα ἀσπρίζουνε γυμνὰ στὴν πρασινάδα.
Μόνος ἀκόμ᾿ ἀπόμενε. Τὸ Γήταυρο, τὸν Πάλα,
τὸ Διγενῆ, τὸ Ρουπακιά, τοὺς ἔφαγε ἡ κρεμάλα,
κι ἄλλους ἐσύντριψε ὁ τροχός. Μιὰ μέρα στὸ χορτάρι
μ᾿ ἕναν παληὸν παληκαρᾶ, τὸ γέρο τὸ Θειοχάρη,
ἐτρῶγαν ἕνα λιάνωμα κ᾿ ἐρώτησε τὴν πλάτη.
Κανεὶς ποτὲ δὲν ἔμαθε τί ξάνοιξε τὸ μάτι
πάνου σ᾿ αὐτὸ τὸ κόκκαλο, κ᾿ εὐθὺς τοῦ λέει: - «Πατέρα,
μοῦ δίνεις τὴν Ἀργύρω σου;» – τὴν εἶχε θυγατέρα
ὁ προεστὸς μονάκριβη καὶ πολυγυρεμμένη.
«Νά ῾ναι, παιδί μου, ὥρα καλὴ καὶ τρισευλογημένη!»

Καὶ τὤδωσε τὸ χέρι του καὶ τὴν εὐχή του ὁ γέρος.
Ἀπὸ τὰ τότε ἡμέρεψε. Εἶχεν ἀρχίσει ὁ θέρος
κ᾿ ἐζήλεψε χερόβολα κι ἀθεμωνιὲς κι ἁλώνι.
Εἶδε οἱ καιροὶ πού ῾σαν κακοί, φαρμακεμέν᾿ οἱ χρόνοι,
ὁλόγυρά του συγνεφιά... Χίλιων λογιῶν θερία
ἐξέσχισαν τὸ γένος του καὶ παντοχὴ καμμία.
Συντρίμματα καὶ χαλασμοί. Γαῦρα παντοῦ καὶ λύσσα!
Κανένα γλυκοχάραμμα, νύχτα, σκοτάδι πίσσα.
Ἀρνήθηκε τὴν κλεφτουριά, τὰ φλογερὰ ὄνειρά της
κ᾿ ἔγινε ζευγολάτης.

Κι ὁ καταρράχτης τοῦ βουνοῦ ἀντὶ μὲ τ᾿ ἅρματά του
πέτεται μὲ τὰ σύνεργα, μὲ τὰ καματερά του.
Ἤθελε βόιδια κάτασπρα, μεγάλα, τραχηλάτα,
νά ῾ναι στεφανοκέρατα, κοντόσφαγα, κοιλάτα.
Τ᾿ ἀλέτρι σύμμετρο, βαρύ. Τὰ ξύλα του κομμένα
πάντα, σὲ χάση φεγγαριοῦ, δὲν εἴχανε κανένα
ποτέ τους ρόζο ἢ σκεύρωμα. Ἤθελ᾿ ἀπὸ πρινάρι
τὸ χερουλάτη, τὰ φτερά, τὸν κέρο, τὸ σταβάρι·
ζυγὸ καὶ σπάθη ἀπὸ φτελιά. K᾿ ἤθελ᾿ ἀπὸ ἀγριλίδα
νά ῾ναι χυτὲς οἱ ζεῦλες του. Μόνο ψωμί του, ἐλπίδα
ἤτανε τὸ ζευγάρι του. Μόνη κυρά του ἀφέντρα
στα χέρια του ἡ βουκέντρα.

Γέροντα τὸν ἐλάτρευε πάντα κρυφὰ ἡ Λευκάδα,
τὸν εἶχε πολεμάρχο της, χωρὶς νὰ πάρῃ ἀχνάδα
ξένος κανεὶς τοῦ μυστικοῦ. Κι ὅταν ὁ ζευγολάτης
μέσα σε κόσμο ἐπρόβαινε, μεριάζαν τὰ παιδιά της
κ᾿ ἐπροσκυνοῦσαν ξήσκεπα, τὸν εἶχε βασιλιά του
φτωχός, πανόρφανος λαὸς καὶ τ᾿ ἄσπρα τὰ μαλλιά του
στὸ μέτωπό του ἐλάμπανε τὸ βαρυπληγωμένο
ὡσὰν κορώνα ἀτίμητη, σὰ φλάμπουρο ὑψωμένο.
Πάνου σ᾿ αὐτὸ τὸ εἴδωλο, σ᾿ αὐτὸν τὸν ἀσπρομάλλη
ἀκράτητη ὅλ᾿ ἡ φράγκικη ὁρμοῦσε ἀνεμοζάλη
κ᾿ ἐκεῖνος μένει ἀσάλευτος σὰ βράχος ποὺ προσμένει
στὰ στήθια του τὰ ὁλόγυμνά τη θάλασσα ὠργισμένη.
[...]

- K᾿ ἐγώ, σκουλήκι ἀγνώριστο, ὁ Τζώρτζης ὁ Γρατζιᾶνος,
ἀφέντης σου παντοτινός, τύραγνος, ἄρχοντάς σου.
Αὐτὸ τὸ χῶμα, ποὺ πατῶ, οἱ πέτρες, τὰ νερά σου,
ἥμερο κι ἄγριο κλαρί, τ᾿ ἀγέρι σου, ἡ ψυχή σου,
τὰ ζωντανά σου, τὰ παιδιά, τὸ αἷμα σου, ἡ τιμή σου,
ὅλα δικά μου, μάθε το. Βουνοῦ καὶ λόγγου ἀγρίμι
εἴτ᾿ ἔχει τρίχα, εἴτε φτερό, σιχαμερὸ ψοφήμι,
τὸ διαβατάρικο πουλὶ σ᾿ ἐμὲ μονάχ᾿ ἀνήκει
κι ἀξίζει τὸ κεφάλι σου λαγόπουλο ἢ περδίκι.
Γι᾿ αὐτ᾿ ὅθε θέλω θὰ περνῶ κ᾿ ἐγὼ καὶ τὰ σκυλιά μου,
τίποτε δὲν ὁρίζετε κ᾿ εἶναι κι αὐτὴ σπορά μου.
Κι οὔτ᾿ ἄλλη τύχη ἀξίζετε. Γενιὰ καταραμένη,
δειλή, κακογεράματη, στὸν κόσμο ἀκόμα μένει
γιὰ νὰ πομπεύῃ τὤνομα καὶ τὴν κληρονομιά της!

Καὶ στὰ στερνὰ τὰ λόγια του ἔνοιωσε ὁ ζευγολάτης
ὅτι ἕνα δάκρυ ἐνότιζε τ᾿ ἀσπράδι τοῦ ματιοῦ του
κι ὁλόρθες ἀναδεύοντο οἱ τρίχες τοῦ κορμιοῦ του.

- Ἂν ἐξεράθη τὸ κλαρί, πάντα χλωρὴ εἶν᾿ ἡ ρίζα
καὶ μένει πάντα ζωντανὸ ἢ ρόδι φάγ᾿ ἡ βρίζα
αὐτὸ τὸ βόιδι τὸ μανό, π᾿ ὅσο βαθειὰ ρουχνίζει
τόσο εὔκολα μυγιάζεται κι ἀνεμοστροβιλίζει
καὶ ποὺ τὸ κράζουνε Λαό. Θὰ σπάσῃ τὸ καρίκι
καὶ θὰ προβάλῃ μὲ φτερὰ μία μέρα τὸ σκουλήκι.
Τότε, πουλὶ τὸ σερπετό, ποιὸς ξέρει ποὺ θὰ φτάσῃ!...

- Δεῖξε μου αὐτὸ τὸ λείψανο, ποὺ θὰ βρυκολακιάσῃ.
- Ἐγώ... ὁ φτωχός, ὁ Φωτεινός, ὁ γέρος, ὁ ξεσκλιάρης,
ποὺ ρίχνω ἐδῶ τὸ σπόρο μου γιὰ νὰ μοῦ τόνε πάρῃς,
ἐγώ, ποὺ μὲ τὸν ἵδρωτα τὰ χώματα ζυμώνω
γιὰ νὰ τρώγῃ ἄλλος τὸ ψωμί, ποὺ τρέχω καὶ κεντρώνω
τὴν ἀγριλίδα τοῦ βουνοῦ καὶ ποὺ δὲν ἔχω λάδι
ν᾿ ἀνάφτω τὸ καντῆλι μου καὶ ζῶ μέσα στὸν ᾅδη·
ἐγώ, ποὺ μὲ τὰ νύχια μου ἀναποδογυρίζω
τὸ λόγγο καὶ τὰ ριζιμιά, γιὰ νὰ σᾶς τὰ στολίσω
μὲ κλήματα, ποὺ δὲν τρυγῶ καὶ ποὺ ποτὲ δὲν ἔχω
λίγο κρασὶ κεφαλιακό, τὴ γλῶσσα μου νὰ βρέχω·
ἐγ᾿ ὁ φτωχὸς ὁ μυλωνᾶς, ποὺ ζῶ σ᾿ αἰώνια ζάλη
καὶ παίρνω κέρδος, πληρωμή, προσφάγι τὴν πασπάλη,
ποὺ δὲν ὁρίζω τὸ παιδί, ποὺ πάντα ζῶ μὲ τρόμο
καὶ ποὺ δὲν βρίσκω ἐδῶ στὴ γῆ γιὰ νὰ μὲ κρίνῃ νόμο·
αὐτός, αὐτὸς εἶν᾿ ὁ Λαός. Τ᾿ ἄψυχο τὸ κουφάρι
αὐτό ῾ναι τὸ καματερό, τὸ ψόφιο τὸ κριάρι...
Μὴ ρίξῃς ἄλλο φόρτωμα στὴν ἔρμη του τὴν πλάτη...

- Συμμάζωξε τὴ γλῶσσα σου τὴ φιδινή, χωριάτη,
μὴ μοῦ ξανάφτης τὴ χολή. Γονάτισε ἐμπροστά μου
καὶ ζήτησε συγχώρεση γιὰ τὰ λαγωνικά μου...
Δὲ θές, ἀντάρτη, δὲν ἀκοῦς;...

- Kαλύτερα τὸ βρόχο
παρὰ τὰ γόνατα στὴ γῆ... Ἄρα-κατάρα τὤχω...
Θά ῾φιναν λάκκωμα βαθὺ καὶ θά ῾ταν μέγα κρῖμα,
τιμὴ νὰ θάψω κι ὄνομα μέσα σ᾿ αὐτὸ τὸ μνῆμα.

- Τώρα θὰ ἰδῇς, παλληκαρᾶ... Ἀκοῦστέ με, συντρόφοι,
καὶ μὴ θυμῶστε ἂν λυπηθῶ αὐτὸν τὸν ἄγριον ὄφι...
Νὰ μᾶς πλερώσῃ τὰ σκυλιὰ μὲ τὰ καματερά του,
καὶ γιὰ τὴν τόλμη πὤλαβαν τὰ πέντε δάχτυλά του
νὰ σφεντονίσουν κατ᾿ ἐμᾶς, ἐκεῖ στὸ χερουλάτη
νὰ συντριφτοῦν μὲ τὸ σφυρί... Σ᾿ ἀρέσει, ζευγολάτη;

Καὶ δυὸ σκιάδες πάραυτα ὠρμήσανε κι ἁρπάξαν
τὰ βόιδια πού ῾ταν στὸ ζυγό. Δυὸ ἄλλοι τὸν ἀδράξαν
κ᾿ ἐδέσανε τὸ χέρι του στὸ φοβερὸ χερούλι
μὲ τὴ σφεντόνα πωὕρανε. Ὕστερα μὲ τὴ σκούλη,
ἀρχίσαν, τοῦ κοντόσπαθου, ἀργὰ νὰ πελεκᾶνε
τ᾿ ἀντρειωμένα δάχτυλα καὶ νὰ περιγελᾶνε.
Ὅλο τ᾿ ἀλέτρι ἐβάφηκε· τὸ μαῦρο τὸ παιδί του
στὸ χῶμα δίπλα ἐμούγκριζε, σὰν νά ῾βγαινε ἡ ψυχή του.
K᾿ ἐκειὸς ὁ γέρο δράκοντας χωρὶς οὔτε ν᾿ ἀχνίσῃ
ἐκύτταζε τὸ αἷμα του ποὺ πότιζε σὰ βρύση
τὴ γῆ του τὴν ταλαίπωρη, καὶ μέσα στὴν καρδιά του
μὲ μιᾶς ἀστράφτουν τὰ παληὰ τ᾿ ἀνδραγαθήματά του,
κ᾿ ἐσπιθοβόλησε στὸ νοῦ χρυσόφτερ᾿ ἡ ἐλπίδα
μὲ τὴ δική του ἐκδίκηση νὰ σώσῃ τὴν πατρίδα.

Τὸ Φραγκολόγι ἐσκόρπισε βουβὸ κ᾿ ἐντροπιασμένο
κι ἀφίνει ἐκεῖ τὸ Φωτεινὸ στ᾿ ἀλέτρι του δεμένο.

* * *

Ἆσμα Δεύτερον
[ἀπόσπασμα]

Φωλιάζουν οἱ σταυραϊτοὶ στοῦ βράχου τὰ στεφάνια,
ἐφώλιασε κι ὁ Φωτεινὸς στὸν ἐγκρεμὸ τοῦ Κόντρου.
Τέσσαροι τοῖχοι κάτασπροι, ὁ κάτοικας, τ᾿ ἀχούρι,
ἡ μάντρα γιὰ τὰ πρόβατα, μιὰ δεκαριὰ κυβέρτια,
πλατύς, καθάριος ὀβορός, ζωσμένος διπλολίθι,
ὅπου ἐπρασίνιζε πυκνὸς ὁ νύλακας, τὸ μύρτο,
τ᾿ ἁγιόκλημα, ἡ μελετινή, κι ὅπου ἅπλωνε ἕνας φράξος
τὰ δροσερὰ κλωνάρια τοῦ σφιχτὰ περιπλεγμένα
μ᾿ ἕνα φτακοίλι καρπερὸ καὶ μ᾿ ἕνα βοϊδομάτη:
εἶν᾿ τὸ βασίλειο τοῦ φτωχοῦ. Τ᾿ ἄρεσε πάντα ἐκεῖθε
νὰ χαίρεται τὴ θάλασσα, π᾿ ὅσο πλατύτερ᾿ εἶναι
τόσο σοῦ κλέφτει τὴν καρδιά, τόσο τὸ νοῦ σου πνίγει.
Τὴν ἔβλεπε χίλιες μορφὲς ν᾿ ἀλλάζει, χίλιες ὄψες,
πότε νὰ γλείφει τὸ γιαλό, προσκυνημένη δούλα,
καὶ πότε νὰ τὸν μάχεται, τρελή, ξεστηθωμένη,
μ᾿ ἀνεμοσκόρπιστα μαλλιὰ καὶ μ᾿ ἀφρισμένο στόμα.
K᾿ ἦταν ἡ ἔρμη Ἑλληνική! K᾿ ὑπόφερνε νὰ νιώθει
τὰ φράγκικα τὰ κάτεργα τὴ ράχη της νὰ ὀργώνουν,
καὶ νὰ τῆς δέρνει τὰ πλευρὰ μὲ τὰ κουπιὰ του ὁ Ξένος!

Ἦρθε στὴν Κόκκινη Ἐκκλησιά, ἑξήντα χρόνους πίσω,
ἕνας σοφὸς καλόγερος φευγάτος ἀπ᾿ τὴν Πόλη
κι ἔμειν᾿ ἐκεῖ κι ἀσκήτευσε. Τὸν ἔκραζαν Νικήτα.
Ἤξερε γράμματα πολλὰ κ᾿ ἐγιάτρευε τοῦ κόσμου,
μὲ ξόρκια καὶ μὲ βότανα, τὰ χίλια μύρια πάθη:
τὸ ρίμα, τὸ κακὸ σπυρί, τὴ φάγουσα, τὸ λέφα,
τὸ μαλαθράκι, τὸ καρφί, τὴ λιόκριση, τὴ λύσσα.
Στὸ πρόσταγμά του τὰ κουφὰ ἐφεύγανε, οἱ ἀκρίδες,
ἀπὸ τὰ πρόβατα ὁ χαμός, ἀπὸ τὰ γίδια ὁ ἴσκιος.
Τὸν ἐλατρεῦαν τὰ χωριά, κι ὁ Φωτεινὸς - ὁπού ῾ταν
στὸ μοναστήρι δόκιμος καὶ τὸν ἀκολουθοῦσε
ὅταν τὸν ἔστελναν νὰ βγεῖ γιὰ διακονιὰ τριγύρω -
ἔμαθε λίγο διάβασμα κι ἄκουσε κ᾿ ἱστορίες
ἀπὸ τὸν ἅγιον ἀσκητή, ποὺ τοῦ ῾χανε κεντήσει
τὸ λογισμό του τὸν ὀκνὸ καὶ τὴ σκουριὰ ξεπλῦναν
ὁποὺ ἔτρωγε κάθε καρδιὰ σ᾿ αὐτὰ τὰ στεῖρα χρόνια.

Ἐκεῖνος τοῦ ῾πε, μιὰ φορὰ ποὺ βρέθηκαν μονάχοι
νὰ κάθονται ἀπολείτουργα στὸ πέτρινο πεζούλι
τοῦ Ἅι-Λιὰ στὴν Ἐγκλουβή, τὴν περασμένη δόξα
καὶ τ᾿ ἄμετρα τὰ βάσανα τοῦ δύστυχου τοῦ Γένους.

Τοῦ ῾πε τὸ πῶς, ἀνάμεσα σὲ τρίβολα κι ἀγκάθια,
μιὰ μέρα ἐθέλησε ὁ Θεὸς νὰ σπείρει ἕνα λουλοῦδι
ὁπού ῾χε χίλιες ὀμορφιὲς καὶ χίλιες εὐωδίες,
κι ὅπου, ὅταν ἐμεγάλωσε κι ἐπρόβαλε δροσάτο,
δεύτερος ἥλιος ἔλαμψε, καὶ τὴν ψυχὴ τοῦ κόσμου,
π᾿ οὔτε δὲν εἶχε ἀνάκαρα κρυφὰ ν᾿ ἀναστενάζει,
τὴ ζέστανε, τὴ στόλισε μ᾿ ἀκούραστα φτερούγια,
τὴν ἔμαθε πῶς νὰ πετᾷ. Καὶ τὸ λουλοῦδι ἐκεῖνο,
πὄπρεπε νά ῾ν᾿ ἀμάραντο, τὸ βάφτισεν Ἑλλάδα.
          Τοῦ ῾π᾿ ὅτ᾿ ἐκεῖν᾿ ἡ θάλασσα ἡ φραγκοπατημένη
εἶχε ρουφήξει λαίμαργα τ᾿ ἀνθρώπινα κοπάδια
ποὺ μ᾿ ἕναν Ξέρξη βασιλιᾶ ἐχύθηκαν νὰ φᾶνε
τ᾿ ἀστάλωτο τὸ λούλουδο· τ᾿ ἀκολουθοῦσε νύχτα,
ὕπνος, νεκρίλα, σίδερα - κ᾿ ἐγλίτωσε τὸν κόσμο.
          Τοῦ ῾πε πὼς ἐξεφύτρωσαν ἀδελφικὲς ἀμάχες
ποὺ ἐφτεῖραν σάρκα καὶ ψυχὴ καὶ πῶς ἐμπῆκε σφῆνα
στοῦ δέντρου τὴν πεντάνοιχτη τὴ χαραμάδα ὁ Ξένος
κι ἄνοιξε ἀγιάτρευτη τομὴ γιὰ νὰ μπορεῖ καθένας
νὰ μπήγει τὸ πελέκι του καὶ νὰ χωρίζει σχίζες.
          Τὄδειξ᾿ ἐκεῖ παράμερά τη Σάλτενη, τὸν Κόρφο,
καὶ τοῦ ῾πε πῶς ἐσμίξανε καὶ πῶς κριαρωθήκαν,
μέσα σ᾿ αὐτὸ τὸ στένωμα, γιὰ τὴ σκλαβιὰ τοῦ κόσμου,
δυὸ πολεμάρχοι φοβεροί· καὶ πῶς ὁ νικημένος,
ἀπὸ δυὸ λάμψες πὄβλεπε ν᾿ ἀστράφτουν ἐμπροστά του -
τῆς Κλεοπάτρας τὴ ματιὰ κ᾿ ἕνα μεγάλο θρόνο -,
ἐδιάλεξε τὴν ὀμορφιὰ κ᾿ ἐσβήστηκε μαζί της.
Καὶ τοῦ ῾πε πῶς ὁ νικητὴς γιὰ νὰ φυλάξει πάντα
τὴ δόξα του ὁλοζώντανη καὶ τὴ χρυσή του μοῖρα,
ἐξεθεμέλιωσε σκληρὰ χῶρες, χωριὰ καὶ τάφους,
κ᾿ ἔχτισε τὴ Νικόπολη, κουφάρι μὲ κουφάρια,
σύντριμμα μὲ συντρίμματα, κ᾿ ἦταν σεισμὸς ὁ χτίστης.
          Ἀπὸ τὰ τότ᾿ ἐσκέπασε κάμπους, βουνὰ καὶ κῦμα,
θολούρα μαύρη καὶ πυκνὴ γιὰ τετρακόσους χρόνους.
Σαπίλα κι ἀποκάρωμα. Κανένας ἄλλος χτύπος
τὸν ὕπνο δὲν ἐδιάκοψε στ᾿ ἀπέραντο τὸ μνῆμα,
παρὰ ροχάλιασμα βαθύ, καὶ τ᾿ ἄσπλαγχνό του χρόνου
τὸ δαγκανάρι π᾿ ἄλεθε τὴ νεκρωμένη πλάση
κ᾿ ἑτοίμαζε ἄλλο ζύμωμα μὲ τὴν παλιά τη στάχτη.
          Τοῦ ῾πε πὼς ἕνας βασιλιάς, ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος,
τὴ πρώτη μέρα πὄδραξε στὰ χέρια τὴν κορώνα,
ἐξάνοιξ᾿ ὅτι ἐπάνω της, πηχτὴ πηχτὴ σὰν αἷμα,
τὴν ἐσκοτίδιαζε ἡ σκουριὰ καὶ θὰ τὴν ἔτρωγε ὅλη
ἂν δὲν τῆς ἔδιδε βαφὴ καὶ βάφτισμα καὶ χρῖσμα
τὴ λάμψη τῆς Ἀνατολῆς, τὸ φῶς τοῦ Σταυρωμένου
καὶ τοῦ Βοσπόρου τὰ νερά. Καὶ πάραυτα φυτρώνει,
στὸ πρόσταγμα τοῦ γίγαντα, μέσ᾿ ἀπ᾿ τὰ κύματά μας,
τὸ Κράτος τὸ Βυζαντινὸ πὄζησε χίλια χρόνια,
χωρὶς ἕνα ξανάσασμα, ξεσπαθωμένο πάντα
γιὰ νὰ κρατεῖ τὴν ἄβυσσο ποὺ μούγκριζε νὰ πνίξει
τὴν Δύση τὴν ἀχάριστη. Κι ὡστόσο, μίαν αὐγή,
Φράγκοι φονιάδες χριστιανοί, μὲ προδοσιά, μ᾿ ἀπάτη,
τοῦ φόρεσαν τὰ σίδερα, τοῦ σάλεψαν τὴ ρίζα,
καὶ τὸ κατάκοψαν σκληρὰ σ᾿ ἀμέτρητες λουρίδες.
          Ὕστερα πάλε ἀνάζησε, κ᾿ ἔρευε λίγο λίγο
σὰν πλάτανος ποὺ πάλιωσε καὶ βλέπει κάθε μέρα
κατάξεροι νὰ πέφτουνε οἱ κλῶνοι του ἕνας ἕνας
μὲ κάθε βαρυχειμωνιά, καὶ ποὺ δὲ συγκρατιέται,
γιατ᾿ ἔχει κούφια τὴν καρδιά, παρὰ μὲ λίγη φλοῦδα.

Τὰ γνώριζ᾿ ὅλα ὁ Φωτεινὸς κι ὅταν ἐκεῖθ᾿ ἐπάνου
ὁλόγυρά του ἐκοίταζε κ᾿ ἔβλεπ᾿ αὐτοὺς τοὺς τάφους,
ὅλον αὐτὸν τὸν ξεπεσμό, ὅλην αὐτὴν τὴν νέκρα,
ἔμενε σὰν παράλυτος· καὶ γιὰ νὰ διώξει, ὁ μαῦρος,
τὴν καταχνιὰ ποὺ ἐπλάκωνε τὴν ἄκακη ψυχή του,
ἔφευγε τὸν ἀπέραντο, τὸν πεθαμένον κόσμο,
κ᾿ ἐγύρευε παρηγοριὰ στὰ κατορθώματά του
πού ῾ταν ἀκόμα ζωντανά, κ᾿ ἐστύλωνε τὸ μάτι
μ᾿ ἀνέκφραστη, κρυφὴ χαρὰ στοῦ Καλαβροῦ τὰ πλάγια,
στὴ λαγκαδιὰ τῆς Μέλισσας, στὲς Σπαθαριές, στὸν Κάπρο,
στὰ χίλια τὰ λημέρια του, καὶ τότε, ἀναπαμένος,
ἔριχνε λίγο κρίθινο ψωμὶ μὲς στὸ σακούλι,
ἔβαν᾿ ἐμπρὸς τὰ βόιδια του κ᾿ ἔτρεχε στὸ χωράφι.

Μέσα δὲν εἶχε χώρισμα ὁ φτωχικὸς ὁ πύργος
κι ἀπ᾿ ἄκρη σ᾿ ἄκρη εἶν᾿ ἀνοιχτός. Ὁλόγυρα στὸν τοῖχο
κρέμονται τὰ δοξάρια του, μὲ τὸ σπαθὶ μία ζώστρα,
ἕνα πελέκι σκαλιστὸ σιδεροστειλιασμένο,
τ᾿ ἀκοίμητο καντήλι του ἐμπρὸς σὲ μίαν εἰκόνα,
πὄδειχνε τὴν Ἀνάσταση, κ᾿ ἔφερνε κρεμασμένη,
σὰν τάμα, σὰν προσκύνημα, τὴ φοβερὴ σφεντόνα.
Καὶ σκορπισμένα ἐδῶ κ᾿ ἐκεῖ χίλιων λογιῶν συγύρια:
ἀρήλογος, πινακωτὴ καὶ πλάστης καὶ δρυμόνι·
ἡ ἀνέμη μὲ τὰ γνέματα, τὸ τυλιγάδι, ἡ δρούγα,
ὁ οἶκος μὲ τὰ μάλλινα τὰ παρδαλὰ διπλάρια·
καὶ μία κρεμάθα μὲ πυτιὲς σιμὰ στὸν καπνοδόχο,
κι ὁ λυχνοστάτης στὴ γωνιά, κ᾿ ἕνας ἀλατολόγος,
καὶ τοῦ φτωχοῦ τὸ χάλκωμα, καὶ λιναροσκουλίδες,
καὶ τοῦ γιωργοῦ τὰ σύνεργα: βουκέντρες, καρπολόγοι,
καὶ δικριάνια ἕνα σωρό, καὶ δέμα μ᾿ ἀντιράβδια -
καὶ δυὸ κουλούφια ἀτάραγα μὲ γέννημα, ποὺ οἱ φίλοι,
μαζὶ μὲ δυὸ καματερά, στὸ ζευγολάτη ἐστεῖλαν
ὅταν ἔμαθαν τὸ κακὸ ποὺ ἀνέλπιστα τὸν ηὖρε.
Καί, πάνω στὰ καταχυτά, φωλιὲς χιλιδονίσες
ποὺ δὲν ἐπείραζε κανείς, κ᾿ ἐφέρναν κάθε χρόνο
μέσα σ᾿ αὐτὴν τὴν κιβωτὸ χαρά, ζωή, κ᾿ ἐλπίδες.

* * *

Ἆσμα Τρίτον
[ἀπόσπασμα]

Δὲν εἶναι κρῖμα, στὸ γιαλὸ τοῦ ποταμοῦ ἁπλωμένο
νὰ σέρνεται τὸ κῦμα του θολό, χορταριασμένο,
κι ἀντὶ νὰ στεφανώνεται μὲ τὴν ἀνεμοζάλη
καὶ νὰ κρατεῖ περήφανο τ᾿ ὁλόξανθο κεφάλι,
νά ῾ναι καθρέφτης τ᾿ οὐρανοῦ, καὶ σὰν ἐλεημοσύνη
στὴν ἁρμυρὴ τὴ θάλασσα τὴ γλύκα του νὰ χύνει -
δὲν εἶναι κρῖμ᾿, ἀκίνητο, ἀπ᾿ τὴν κορφὴ στὰ βάθη
νά ῾ναι ντυμένο νεκρικὰ νεροφακὲς καὶ ψάθη;...
Δὲν εἶναι κρῖμα, τ᾿ ἄλογο, π᾿ ἀνήμερο πουλάρι
μιὰ μάν᾿ ἀνεμοπόδαρη φωτιὰ μὲ τὸ μαστάρι
τὸ πότισε στὴν ἔρημο, ποὺ τὄβαψε τὸ νύχι
στὸν ἄμμον τὸν ἀράπικο, καὶ τὄδωσ᾿ ἕναν πήχη
βαθιά τη χαίτη στὸ λαιμὸ γιὰ νὰ τὴν ἀνεμίζει,
κ᾿ ἐλεύθερο, ἀνυπόταχτο, νὰ φεύγει, ν᾿ ἀρμενίζει -
δὲν εἶναι κρῖμα, γέρικο νὰ ρεύει σὲ μιὰ σούδα
καὶ νὰ τοῦ βόσκει τὰ πλευρὰ ἡ κίσσα, ἡ καλιακούδα;...

Τοῦ λόγκου τ᾿ ἀγριοδάμαλο, πὄμαθε νὰ πληγώνει
τὰ δέντρα μὲ τὰ κέρατα, καὶ νά ῾χει τὸ πλατόνι
καὶ τὸ καπρὶ γιὰ σύντροφο, τὴν ἐρημιὰ κρεβάτι,
τὸ Λοῦρο, τ᾿ Ἀσπροπόταμο κορύτο, νεροκράτη,
νὰ βρέχει τὰ ρουθούνια του καὶ νὰ δροσολογιέται,
δὲν εἶναι κρῖμα, λιγδερὸ στ᾿ ἀχούρι νὰ κυλιέται,
ν᾿ ἀναχαράζει βάρυπνο, νὰ τὸ τρυποῦν οἱ ζάθοι,
καὶ νὰ περνᾷ στὸν κάματο τοῦ λιναριοῦ τὰ πάθη;

Κρῖμα δὲν εἶν᾿ ὁ σταυραϊτός, ποὺ στὰ μικρά του νιότα
συνήθιζε μισουρανὶς τὰ φλογερά του χνότα,
τὴ φοβερή του τὴ ματιά, νὰ σμίγει μὲ τὴν πύρη
καὶ μὲ τὴ λάμψη τοῦ ἡλιοῦ, κι ὁποὺ εἶχε πανηγύρι
νὰ παίζει μὲ τὰ σύγνεφα καὶ μὲ τ᾿ ἀστροπελέκι -
δὲν εἶναι κρῖμα, γέροντας, στὸ βράχο του νὰ στέκει,
νὰ σέρνει τὰ φτερούγια του, καὶ νὰ παραμονεύει
πότ᾿ ἕνα φίδι θὰ διαβεῖ, νὰ φάγει ὅταν νηστεύει;...

Δὲν εἶναι κρῖμα, δυὸ στοιχειά, ὁ Φωτεινὸς κι ὁ Φλῶρος,
ποὺ πεταχτὰ δρασκέλιζαν ἀπὸ τὸ Μέγα Ὄρος
ὡς τὴν κορφὴ τοῦ Σύκαιρου, κι ὁποὺ εἴχανε σεντόνι
τὴ νύχτα τὸ δροσόπαγο, προσκέφαλο τὸ χιόνι,
π᾿ ἄλλη δὲ γνώρισαν στρωμνὴ παρὰ χλωρὰ γρυπάρια
οὔτ᾿ ἄλλη ἐλάβαν σκεπαστὴ παρ᾿ ἄγρια πρινάρια,
τώρα νὰ λὲν γιὰ πόλεμο καὶ νὰ μιλοῦν γιὰ νίκη
στρωμένοι ἐπάνω στὴ γωνιά, τῶν Σφακιωτῶν οἱ λύκοι;

Γεράματα! Γεράματα! Ποιὰ θέληση, ποιὸ χέρι
μὲς στὴ λαμπάδα τῆς ζωῆς φυτεύει τ᾿ ἁγιοκέρι;
Καὶ ποιὰ ποτὲ ζευγάρωσεν ἀγνώριστη θεότης
κρυφὰ τὸ νεκρολίβανο μὲ τὸν ἀνθὸ τῆς νιότης;
Γιατί τὰ πρῶτα σπάργανα ποὺ προφυλᾶν τὰ φύτρα,
γιατί νά ῾ναι καὶ σάβανα; Μνῆμα γιατί ῾ν᾿ ἡ μήτρα;...
Αὐτὸς ὁ ἄφαντος τροχός, τ᾿ ἀκοίμητο ἀνεμίδι,
νά ῾ναι βαθὺ μυστήριο ἢ τυχερὸ παιγνίδι; ...

 


Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης - Βιογραφικὰ στοιχεῖα

Ὁ ποιητῆς Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης γεννήθηκε στὴ Λευκάδα τὸ 1824, ἀλλὰ καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἤπειρο. Ὅταν τελείωσε τὸ δημοτικὸ καὶ τὸ γυμνάσιο στὴ Λευκάδα, φοίτησε στὴν Ἰόνιο Ἀκαδημία τῆς Κέρκυρας, κοντὰ σ᾿ ἐπιφανεῖς δασκάλους, ὅπως ὁ Ἀσώπιος καὶ ὁ Ἰωάννης Οἰκονομίδης.

Ἀφοῦ τελείωσε τὴν Ἀκαδημία, σὲ ἡλικία δεκαεφτὰ χρονῶν, σπούδασε νομικὰ στὰ πανεπιστήμια τοῦ Παρισιοῦ, τῆς Γενεύης καὶ τῆς Πίζας. Ὕστερα ἀπὸ μία σύντομη παραμονὴ στὴ Λευκάδα, ἐπισκέφτηκε καὶ πάλι πολλὲς ἀπὸ τὶς γνωστὲς τότε εὐρωπαϊκὲς χῶρες, γιὰ νὰ καταλήξει τελικὰ στὴν Ἀγγλία, ὅπου ἔμεινε γιὰ ἀρκετὰ χρόνια.

Τὸ 1853 ὅμως ἐπέστρεψε ὁριστικὰ στὴ Λευκάδα καὶ ἀναμείχτηκε στὴν πολιτική. Ἐκλέχτηκε βουλευτὴς τῆς «Ἰονίου Πολιτείας» καὶ ἀγωνίστηκε γιὰ μία ἑπταετία γιὰ τὰ δίκαια τῶν Ἐφτανήσων. Ἡ ἐνσωμάτωση τῶν Ἐπτανήσων στὴν Ἑλλάδα καὶ ἡ ὁλοκλήρωση τῆς ἐδαφικῆς ἀκεραιότητάς της μὲ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς Ἠπείρου, ὑπῆρξαν ὄνειρά του. Μετὰ τὴν ἕνωση τῶν Ἐπτανήσων ἐκλέχτηκε πρῶτος ἀντιπρόσωπός τους στὴν ἐθνοσυνέλευση τῆς Ἀθήνας.

Στὴ συνέχεια ἔδρασε ὡς βουλευτὴς στὴν Ἀθήνα, γιὰ νὰ παραιτηθεῖ ὁριστικὰ ἀπὸ τὴν πολιτικὴ τὸ 1868. Κατὰ τὴν διάρκεια τῆς πολιτικῆς του δράσης, οἱ ἀγορεύσεις του ἦταν σωστὰ ποιήματα. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ ρητορική του ἱκανότητα ἔμεινε ἀλησμόνητη. Ὁ Βαλαωρίτης ἦταν ἕνας ριζοσπάστης ποὺ δὲν περιορίστηκε μόνο στὴ θεωρητικὴ ἐπιβολὴ τῆς ἰδεολογίας του. Προσπάθησε νὰ ἀποτινάξει κάθε ἴχνος ξενομανίας καὶ νὰ διώξει τὴν κακὴ ἐπιρροὴ ποὺ ἀσκοῦσαν οἱ Ἄγγλοι στὰ Ἐπτάνησα καὶ οἱ Βαυαροὶ στὸ νεοσύστατο κράτος.

Ὁ Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης δὲ δείλιαζε καὶ δὲν ὑποχωροῦσε μπροστὰ σὲ τίποτα προκειμένου νὰ ἐπιτύχει τοὺς στόχους του. Ἀδιαφοροῦσε γιὰ τὸ ἂν εἶχε νὰ κάνει μὲ ὑψηλὰ πρόσωπα. Γι᾿ αὐτὸν πάνω ἀπ᾿ ὅλα ἦταν τὸ καθῆκον γιὰ τὴν πατρίδα, ποὺ ἔπρεπε νὰ τὸ φέρει σὲ καλὸ τέλος. Ὅταν τὸ 1868 ἐγκατέλειψε τὸν πολιτικὸ στίβο, δὲν ἔπαψε νὰ παρακολουθεῖ ἀπὸ κοντὰ τὸ πολιτικὰ πράγματα μία καὶ οἱ στόχοι του δὲν εἶχαν ἀκόμη ἀκπληρωθεῖ ὁλοκληρωτικά.

Ἂν καὶ ἔκανε πολλὰ ταξίδια, ἂν καὶ ἔλαβε δυτικὴ μόρφωση, παρέμεινε ὡς τὰ βάθη τῆς ψυχῆς τοῦ ἕνας πραγματικὸς Ἕλληνας. Αὐτὸ ἐξάλλου ἀπαιτοῦσε καὶ ἡ ἐποχὴ μέσα στὴν ὁποία ζοῦσε. Δὲν ἦταν μόνο θαυμαστῆς τῶν παλικαριῶν, ἦταν καὶ ὁ ἴδιος λαμπρὸ παλικάρι.

Ὁ Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης πέθανε τὸ 1879 ἀπὸ καρδιακὴ προσβολή.

Τὸ ἔργο του

Στὰ γράμματα παρουσιάστηκε σὲ ἡλικία 23 χρονῶν μὲ τὴν ποιητικὴ συλλογὴ «Στιχουργήματα». Ἐξέδωσε ἐπίσης τὶς συλλογὲς «Μνημόσυνα» καὶ «Κυρὰ Φροσύνη» καὶ τὰ δραματικὰ ποιήματα «Ἀθανάσης Διάκος», «Ἀστραπόγιαννος», «Θανάσης Βάγιας», «Σαμουήλ» καὶ «Φυγή». Ἔγραψε ἀκόμα καὶ πολλὰ ἄλλα ποιήματα, ἐνῷ ἄφησε ἡμιτελὲς τὸ τελευταῖο του ἔργο «Φωτεινός».

Ὁ Βαλαωρίτης εἶναι ἐπικοδραματικὸς στὰ πατριωτικά του ποιήματα καὶ λυρικὸς στὰ ποιήματα ποὺ ἀναφέρονται σὲ ὑποκειμενικὰ θέματα. Τὸν ἀληθινὸ Βαλαωρίτη τὸν βρίσκουμε στὰ μεγάλα δεκαπεντασύλλαβα πατριωτικά του ἔπη. Καὶ ἀφοῦ εἶναι γνήσια ἐπικός, γι᾿ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγο εἶναι καὶ θεατρικός. Θεωρεῖται ὡς ὁ συνεχιστῆς τοῦ Ὁμήρου, κάπως μακρινὸς βέβαια καὶ ὄχι τοῦ ἰδίου ὕψους. Στὰ μεγάλα ποιήματά του περιγράφει γεγονότα τῆς ἀντικειμενικῆς πραγματικότητας. Καὶ τὰ περιγράφει μὲ τέτοια παραστατικότητα, μὲ τέτοια ζωντάνια, ποὺ θὰ νόμιζε ὅτι συμμετέχει καὶ ὁ ἴδιος σ᾿ αὐτά.


Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης - Βιογραφία, Ἐργοκριτική

Ἀξιόλογος, γιὰ τὴν ἐποχή του, ποιητής, μὲ σημαντικὴ παράλληλη πολιτικὴ δραστηριότητα, ὁ Ἀριστοτέλης - Μόσχος Βαλαωρίτης γεννήθηκε στὴ Λευκάδα τὴν 1η Σεπτεμβρίου τοῦ 1824. Γόνος οἰκογένειας μὲ ἔντονη ἀγωνιστικὴ δράση κατὰ τὰ ἐπαναστατικὰ χρόνια (ἀρματολοὶ τῆς Δ. Ἑλλάδας), ζεῖ τὰ πρῶτα παιδικά του χρόνια στὴν ἀγγλοκρατούμενη Λευκάδα, ἀπολαμβάνοντας τὰ προνόμια ποὺ τοῦ ἐξασφάλιζαν οἱ ἀνθηρὲς ναυτιλιακὲς καὶ ἐμπορικὲς ἐπιχειρήσεις τοῦ πατέρα του, Ἰωάννη Βαλαωρίτη.

Παρακολουθεῖ τὰ πρῶτα του μαθήματα στὴν Ἰόνιο Ἀκαδημία μὲ δασκάλους ἐπιφανεῖς, ὅπως τὸν Ἰ. Οἰκονομίδη καὶ τὸν Κ. Ἀσώπιο, ἐνῷ τὶς ἐγκύκλιες σπουδές του θὰ τὶς συμπληρώσει στὴν Εὐρώπη, στὴν Ἰταλία καταρχήν, στὴν Ἐλβετία κατόπιν, γιὰ νὰ καταλήξει στὸ Παρίσι, ὅπου ἐγγράφεται στὴ Νομικὴ Σχολὴ (1844). Δὲν θὰ ὁλοκληρώσει, ὡστόσο, ἐκεῖ τὶς πανεπιστημιακές του σπουδές, καθὼς κάποια προβλήματα ὑγείας θὰ τὸν ἀναγκάσουν νὰ ἐπιστρέψει στὴ Λευκάδα γιὰ ἕνα χρονικὸ διάστημα. Τὸ πτυχίο του θὰ τὸ πάρει καὶ θὰ ἀνακηρυχθεῖ διδάκτωρ τοῦ δικαίου ἀπὸ τὸ πανεπιστήμιο τῆς Πίζας στὴν Ἰταλία (1848).

Ἀκολουθεῖ μία περίοδος ταξιδιῶν στὴν Εὐρώπη καὶ γνωριμίας μὲ ποικίλα ἐπαναστατικὰ κινήματα τῆς περιόδου. Στὰ 1852 ὁ Βαλαωρίτης παντρεύεται τὴν Ἐλοΐζα Τυπάλδου, μὲ τὴν ὁποία ἕνα χρόνο ἀργότερα (1853) θὰ ἐπιστρέψει στὴ Λευκάδα, ὅπου τὸ ζεῦγος θὰ ἐγκατασταθεῖ ὁριστικά. Ἀπὸ τὸ γάμο του ἀπέκτησε ἑπτὰ παιδιά, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ὅμως ὁ ποιητὴς θὰ θρηνήσει τρεῖς κόρες ποὺ πεθαίνουν σὲ νεαρὴ ἡλικία, ἐνῷ δὲν θὰ προλάβει νὰ δεῖ καὶ τὸ θάνατο τοῦ ἑνὸς ἀπὸ τοὺς δυὸ γιούς του, τοῦ Αἰμίλιου (1882).

Μὲ τὴν ἐγκατάστασή του στὴ Λευκάδα, τὸ 1853, ὁ Βαλαωρίτης συντάσσεται μὲ τὴν φιλελεύθερη παράταξη τῶν ριζοσπαστικῶν, ὡς ἔνθερμος ὑποστηρικτὴς τῆς ἕνωσης τῆς Ἑπτανήσου μὲ τὴν κυρίως Ἑλλάδα. Τέσσερα χρόνια ἀργότερα (1857) ἐκλέγεται βουλευτὴς τῆς Ἰονίου Βουλῆς καὶ ἤδη ἀπὸ τὴν πρώτη ἀγόρευσή του ἀφήνει νὰ διαφανεῖ τὸ πάθος του καὶ ἡ ρητορική του δεινότητα. Ἔκτοτε, ὡς καὶ τὸ 1864, ὁπότε καὶ ἐπιτυγχάνεται ἡ ἕνωση τῆς Ἑπτανήσου μὲ τὴν Ἑλλάδα, ὁ Βαλαωρίτης ἐπιδεικνύει ἐντονότατη πολιτικὴ δράση.

Ἱδρύει κομιτᾶτο στὴ Λευκάδα, ἐργάζεται μὲ πάθος γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς Ἠπείρου, ἐκλέγεται, τὸ 1864, πρῶτος πληρεξούσιος της Λευκάδας στὴ Β´ Ἐθνοσυνέλευση Ἀθηνῶν, ἐνῷ τὸ 1865 καὶ τὸ 1868 ἐκλέγεται βουλευτὴς μὲ τὸ κόμμα τοῦ Ἀλεξάνδρου Κουμουνδούρου. Ἡ νοθεία στὶς ἐκλογὲς τοῦ 1868, ὅμως, καθὼς καὶ ἄλλα πολιτικὰ γεγονότα τῆς περιόδου θὰ τὸν ἀπομακρύνουν ὁριστικὰ ἀπὸ τὴν ἐνεργὸ πολιτικὴ δράση.

Τὰ ὑπόλοιπα, λιγοστά, χρόνια της ζωῆς του τὰ ἀφιερώνει στὴν ποίηση. Κορυφαία στιγμή του ἡ 25η Μαρτίου 1872, ὁπότε ἀπαγγέλει ποίημά του κατὰ τὴν τελετὴ τῶν ἀποκαλυπτηρίων ἀγάλματος τοῦ Πατριάρχη Γρηγορίου Ε´ καὶ καθιερώνεται στὴ συνείδηση τοῦ εὐρέος κοινοῦ ὡς ἐθνικὸς ποιητής. Ὁ θάνατος θὰ τὸν βρεῖ στὶς 24 Ἰουλίου 1879, σὲ ἡλικία μόλις 56 ἐτῶν, προτοῦ προλάβει νὰ ὁλοκληρώσει τὸ μεῖζον ποιητικό του ἔργο τὸν Φωτεινό.

Ἤδη ἀπὸ τὸ 1847, ὄντας φοιτητής, ὁ Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης τυπώνει τὴν πρώτη του ποιητικὴ συλλογή, τὰ Στιχουργήματα, πρωτόλεια ὁπωσδήποτε ποιήματα, τὰ ὁποῖα δὲν δίνουν οὐσιαστικὰ τὸ λογοτεχνικό του στίγμα. Δέκα χρόνια ἀργότερα, τὸ 1857, θὰ ἔρθει ἡ δεύτερη ἔκδοσή του τὰ Μνημόσυνα, μιὰ συλλογὴ δώδεκα ποιημάτων ἐλεγειακοῦ τόνου καὶ ὕφους, μὲ θέμα τοὺς θανάτους προσφιλῶν προσώπων συνυφασμένους μὲ τὴν τουρκικὴ καταπίεση ποὺ γνώρισε ἡ Ἑλλάδα, ποιημάτων ποὺ προδίδουν τὴ ρομαντικὴ τάση τοῦ ποιητῆ φορτισμένη, ὅμως, μὲ τὸ ἐθνολατρικο στοιχεῖο. Ὁ ἐθνικὸς χαρακτήρας τῆς ποίησής του θὰ παγιωθεῖ στὸ πρῶτο μεγάλο συνθετικό του ποίημα τὴν Κυρὰ Φροσύνη, ἔμμετρο σύνθεμα μὲ θεατρικὴ δομή, ποὺ ἐκδίδεται τὸ 1859. Στὸ ἔργο αὐτό, παρασυρμένος ἴσως ὁ ποιητὴς ἀπὸ τὸ πάθος του νὰ ἐκφράσει (μέσα ἀπὸ τὸ γνωστὸ περιστατικὸ τοῦ πνιγμοῦ τῆς ἠπειρώτισας Φροσύνης, ἐπειδὴ δὲν ἀνταποκρίθηκε στὸν ἔρωτα τοῦ Ἀλῆ Πασᾶ) ὅλο τὸ δρᾶμα τοῦ καταπιεζόμενου ἔθνους, ἀποδεικνύεται μᾶλλον κακός, συγκεντρώνοντας σ᾿ ἕνα βαρυφορτωμένο σύνολο ἀκραῖες ρομαντικὲς σκηνὲς καὶ υἱοθετώντας ἕνα λόγο ρητορικό, σχεδὸν ἐπιδεικτικό.

Καλύτερη τύχη ἔχουν τὰ ἐκτενῆ ποιητικὰ τοῦ συνθέματα Ἀθανάσης Διάκος καὶ Ἀστραπόγιαννος, ποὺ γράφονται τὴν περίοδο 1865-1866 καὶ τυπώνονται τὸ 1867 μαζί. Ἐπικεντρωμένος καὶ πάλι στὴν ἡρωικὴ ἔκφραση ἑνὸς ἐθνικοῦ ἰδεαλισμοῦ, ὁ Βαλαωρίτης χειρίζεται ἐπαρκέστερα τὰ μέσα του, ἀλλὰ δὲν ἀποφεύγει κι ἐδῶ τὶς ὑπερβολές.

Τὸ πιὸ μεγαλόπνοο, ὅμως, ἔργο του, τὸ ποίημα Φωτεινός, ὁ ποιητὴς δὲν προφταίνει νὰ τὸ ὁλοκληρώσει. Ἐπεξεργάστηκε μονάχα τὰ τρία πρῶτα «ᾄσματα», τὰ ὁποῖα, ὡστόσο, λειτουργοῦν ὡς ἐπαρκὲς δεῖγμα μιᾶς ποιητικῆς ὡριμότητας, ποὺ δὲν πρόφτασε, δυστυχῶς, νὰ λάβει τελικὴ μορφή.

Γενικά, θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ πεῖ πῶς ἡ περίπτωση τοῦ Βαλαωρίτη χαρακτηρίζεται ἀπὸ μία ἰδιοφυία ποὺ δὲν μπόρεσε νὰ δώσει ἁρμονικὸ ἀποτέλεσμα. Ἀπὸ τὴ μιὰ ἡ ποιητική του αἴσθηση, πολὺ κοντὰ (ὑπερβολικὰ ἴσως) στὶς ἐπιταγὲς τοῦ ρομαντισμοῦ, ἀπὸ τὴν ἄλλη ἡ ἐντονότατη πολτικὴ ἀνησυχία του κι ἕνα μαχητικὸ ἐθνικὸ ἰδεῶδες συγκρούστηκαν τελικά, παρὰ ἐναρμονίστηκαν. Μολονότι στὴν ἐποχή του ὁ Βαλαωρίτης κατάφερε νὰ ἐκφράσει ἕνα συλλογικὸ ἐθνικὸ πνεῦμα μὲ ἐπιτυχία καὶ νὰ θεωρηθεῖ ἀπὸ τὸ εὐρὺ κοινὸ «ἐθνικὸς ποιητής», μολονότι κατάφερε νὰ ἐπηρεάσει ἀρκετοὺς σύγχρονους καὶ μεταγενέστερους ποιητές, τὰ βαρυφορτωμένα ποιήματά του δὲν ἄντεξαν στὸν χρόνο, παρὰ σὲ μικρὰ μέρη τους, ποὺ ἀκόμη καὶ σήμερα καταδεικνύουν ἕνα πνεῦμα εὐαίσθητο καὶ ἀνήσυχο ποὺ ἐκφράζεται μὲ μία μεγαλορρημοσύνη κάποτε γοητευτική.


Ἐργογραφία

Συλλογές

Ποιήματα (ἐκδόσεις ἐν ζωῇ)

Διάφορα