Ἄρης Δικταῖος - Ποιήματα

Ἄρης Δικταῖος (1917-1983): ψευδώνυμο τοῦ Κωνσταντίνου Κωνσταντουράκη, ποιητῆ ἀπὸ τὸ Ἡράκλειο.

Η ΠΟΙΗΣΗ

Μὰ ἐσὺ Ποίηση
ποὺ ἔντυνες μία φορὰ τὴ γυμνὴ μέθη μας
ὅταν κρυώναμε καὶ δὲν εἴχαμε ροῦχο νὰ ντυθοῦμε
ὅταν ὀνειρευόμαστε, γιατί δὲν ὑπῆρχε ἄλλη ζωὴ νὰ ζήσουμε
δὲ θὰ ὑπάρξουν πιὰ σύννεφα γιὰ νὰ ταξιδέψουμε τὴ ρέμβη μας;
δὲ θὰ ὑπάρξουν πιὰ σώματα γιὰ νὰ ταξιδέψουμε τὸν ἔρωτά μας;
Μὰ ἐσὺ Ποίηση
ποὺ δὲν μπορεῖς νὰ κλειστεῖς μέσα σὲ σχήματα
μὰ ἐσὺ Ποίηση
ποὺ δὲ μποροῦμε νὰ σ᾿ ἀγγίξουμε μὲ τὸ λόγο
ἐσὺ
τὸ στερνὸ ἴχνος τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ ἀνάμεσά μας
σῶσε τὴν τελευταία ὥρα τούτη τοῦ ἀνθρώπου
τὴν πιὸ στυγνὴ καὶ τὴν πιὸ ἀπεγνωσμένη
ποὺ ὁ Θάνατος
ποὺ ἡ Μοναξιὰ
ποὺ ἡ Σιωπὴ
τὸν καρτεροῦν σὲ μία στιγμὴ μελλούμενη

 

ΟΜΟΡΦΙΑ

Εὐγενικὸ ὅ,τι πέθανεν ἐδῶ,
ποὺ στοίχειωσε τὸ πέταγμα τῶν γλάρων.
Ἁβρὸν ὅ,τι κι ἂν πέρασε ἀπ᾿ τὸ φάρο
κι ἔζησε λίγο στὴν ὑγρὰν ὁδό,
κι ὁ ψίθυρος ὡραῖος τῶν ἐπῳδῶν,
-μνήμης ρᾴθυμο κίνημα βλεφάρων -
γιὰ τὸν ἁρμονικὸ θάνατο Ἰκάρων
ποὺ ζήσανε τὴ ζωὴ τῶν εὐωδῶν
αἰθέρων. Τὸ βῆμα ἄρρωστων παιδιῶν,
ποὺ τοὺς φλογίζει δέος ὑγρὸ τὰ μάτια,
ἥρεμα ἀνησυχεῖ τὰ κρύα δωμάτια...
Ὅλα εἶναι ὡραῖα. Καί, μόνον, τῶν φιδιῶν
τὸ σῶμα, νιώθουμε, τῆς ἁμαρτίας
τὰ τέκνα, οἱ ὠχροί, οἱ ξένοι ἄλλης πολιτείας.

 

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

Δός μου τὴν ἡδονὴ τῆς ἡδονῆς,
ζωὴ τῆς ζωῆς, τῆς μέθης νύχτα,
ὀδύνη.
Τὸ ἐρωτικὸν ἀπόσταγμα μοῦ ἡδύνει
τὴν ὑπερφίαλη σκέψη ποὺ πονεῖ.
Μόνο, τὴ γεύση ἀγάπησα μόνο, ὤ
πονῶ πέρ᾿ ἀπ᾿ τὴν αἴσθησή του
χώρου
τῆς γῆς, πέρ᾿ ἀπ᾿ τὰ μάκρη αὐτὰ
πονῶ!
Δὲ νιώθω, δὲν αἰσθάνομαι καθὼς
ἄνθρωπος, μὰ αἰσθάνομαι θεὸς
κι ὡς θεὸς ζοῦσα, μεθοῦσα, πλήρης
ἀπὸ ἔρωτα καὶ δόξα κι ὀμορφιά...
Πάνω στὰ σουβλερὰ καρφιά,
σὰν ἀσκητὴς ἔλα κι ἐσὺ νὰ γείρεις,
τὸν ἴλιγγο νὰ δεῖς, τὸ δέος νὰ δεῖς,
νὰ φτάσεις στὴ σιγὴ καὶ στὸ κενὸ
νὰ φτάσεις,
κι ὡς ἄνθος τὸν ἑαυτό σου νὰ μαδεῖς.
Κι ὅταν σταθεῖς στὸ τελευταῖο σκαλὶ
τοῦ ἔρωτα καὶ τοῦ πόνου, ἕνα φιλὶ
ἀπὸ τὴν πεῖρα τὴν τόση νὰ κρατεῖς:
φιλὶ ἄγριο καὶ ζεστὸ νὰ μὲ δαμάσεις.