Ἀνδρέας Λασκαρᾶτος - Ποιήματα

Ἀνδρέας Λασκαρᾶτος (Ληξούρι 1811 - Ἀργοστόλι 1901): σατιρικὸς ποιητὴς καὶ συγγραφέας



Τὸ Ληξούρι

1936 ἀφιέρωση

Ὅντις ῾μπορῇ ἕνας σ᾿ ὅλους νὰ χαρίζῃ
Καὶ στὸν ἴδιο καιρὸ νὰ μὴν τοὺς δίνῃ,
ἤθελ᾿ εἶναι κακία νὰ ξεχωρίζῃ
Ἕνανε, καὶ τοὺς ἄλλους νὰν τσ᾿ ἀφίνῃ.

Ἔτσι καὶ τὴ Λαμπρὴ ὁ παπᾶς μας στήνει
Τὴ λαμπάδα του σ᾿ ὅποιον τὴν ὁρίζει
Γιατὶ, ὅσο κι ἂν ἀνάβουνε ἀπὸ ᾿κείνη,
Τίποτα τοῦ παπᾶ δὲν τοῦ στοιχίζει.

Ποὺ ἂν ἤτανε νὰ χάνῃ ὂχ τὴ λαμπάδα
Τρεῖς τέσσαρες σταξοῦλες, δύο, μία,
Τότε ναίσκε ἤθελ᾿ εἶναι φρονημάδα
Νὰ βαλθῇ κι ὁ παπὰς σὲ οἰκονομία.

Καὶ πλέον ὂχ τὴ λαμπάδα τοῦ παπᾶ
Νὰ μὴν ἀνάβῃ πάρι ἡ παπαδιά.
Ἔτσι κι ἐγὼ μ᾿ αὐτὸ τὸ ποιηματάκι
Ὁποὺ τώρα τυπώνω,
Μικρό, χαροποιὸ κι ἀλαφρουλάκι,
Σ᾿ ὅλους σας τ᾿ ἀφιερώνω.

Καὶ δίνω τὸ δικαίωμα στὸν καθένα,
Εἰς σὲ λιγολογία,
Νὰ ῾πῇ: «Τοῦτο ἀφιερώθηκε σ᾿ ἐμένα.»
Κι ἂς τὸ χαρ« μὲ ὑγεία.

Ξεκαθαρίζω ἀκόμη,
Καὶ τοῦτο μὲ τὴν ἄδεια τοῦ Δεσπότη,
Καὶ μὲ στέρεά μου γνώμη,
Πῶς ἀκούω, διορίζω καὶ θέλω, ὅτι,

Καλόγηροι, παπᾶδες,
᾿Παντρεμένες, ἀνύπαντρες κοπέλες,
Καλόγρηες, ἀσκητᾶδες,
Νηὲς ὤμορφες, καὶ γρηὲς μὲ σοτανέλες,
Ὅλοι, γιὰ ῾πινομή μου,
Νἄχουνε μέρος στὴν ἀφιέρωσή μου.

 

Ἡ ἄνοιξη

Ἐδῶναι, ἐδῶναι, ἐπλάκωσε.
Γυναῖκες μαζωχτεῖτε.
Ὀμπρός, συναπαντῆστε τη
Ὀμπρὸς νὰν τὴ δεχτεῖτε.

Νά, νἄρχεται ἡ γλυκιὰ Ἄνοιξη
Λουλουδοστολισμένη,
Ἀπάνου σ᾿ ἕνα γαΐδαρο
Ἀντρίκια καθισμένη.

Κι ὀπίσωθέ της τρέχουνε
Κοπάδια γκαριστάδες,
Ὅλοι ζουρλοὶ ἀπὸ τὸ αἴσθημα,
Ὅλοι ζεστοὶ ἐραστάδες.

Κλοτσοῦν᾿ τετραποδίζοντες
Καὶ κλαῖν᾿ ὂχ τὴ χαρά τους,
Καὶ ζωντανὴ στὰ μάτια τους
Θωρεῖς τὴ βουρλισιά τους.

Καὶ ὁλόθερμα γκαρίζοντες
Τσὴ χάρες της πολλὴ-ὥρα,
Τὴ φέρνουνε ἀλοτρίγυρα
Νὰν τήνε ἰδῇ ὅλ᾿ ἡ χώρα.

Καὶ αὐτὴ στὸ δρόμο ἐρχόμενη,
Φυσώντας ἀέρα χλιόνε
Γιομίζει ζέστα ἀπάντεχα
Τσὴ πόρτες τῶν σπητιῶνε.

Ὥστε καψιόνει ἡ νηόνυφη
Στὸ χλιούτσικο ἀγεράκι,
Κι ενδύνεται ἀλαφρότερο
Λινὸ φορεματάκι.

Καὶ ᾿βγαίνει καὶ δροσίζεται,
Καὶ βλέπεις τὸ αἴσθημά της,
Ποῦ ἀκούει νὰν τῆς ἐδρόσισε
Ὁ ἀγέρας τὴν καρδιά της.

Ἄχ! ᾿Ἀνοίξη, γλυκιὰ ᾿Ἄνοιξη!
Συντρόφισα τοῦ νηῶνε,
Ἴστρε κοινὲ ἀξεχώριστα
Σερνικοθύλικωνε!

Ἂν ἐσὺ τώρα ἐγύριζες
Κι ἀλλοῦ τὰ βήματά σου,
Πόσους στὸν κάμπο ἀκόλουθους
Ἤθελε εἰδεῖς κοντά σου!

Ναί, κι ἦθε᾿ εἰδεῖς ποὺ οἱ γέροντες
᾿Σὰ δὲ ᾿μποροῦν᾿ νὰ ἐλθοῦνε,
Μένουν᾿ ξοπίσω, κι ἄδικα
Τοὺς νηοὺς κατηγοροῦνε.

Καὶ δὲ ᾿θυμόντ᾿ ὅσα ἔκαναν
Κι ἐκεῖνοι στὸν καιρό τους,
Ὄντις ἀκούανε δύναμες
Ζεστὲς εἰς τὸν ἑαυτό τους.

Μὰ ἔτσ᾿ εἶν... τώρ᾿ ἂς τ᾿ ἀφήσωμε.
Νά, ἰδέτε τί κακὸ
Χωριατοποῦλες ὤμορφες
Ποὺ κάνουνε χορό.

Ἂχ Ἄνοιξη, ἂς γυρίσωμε
Σ᾿ ἐκεῖνες τὸ ποδάρι,
Μὰ βάστα τοῦ γαϊδάρου σου
Σφιχτὰ τὸ χαλινάρι.

Νά, ἰδέτες ποὺ ἀγκαλιάζουνται
ἡ πουλιὸ νηότερεςτους,
Κι ἀμπόνουνται, καὶ πέφτουνε
Καὶ φαίνουντ᾿ οἱ ὠμορφιές τους.

Ἂχ Ἄνοιξη, βαστηόσουνε
Ἀπάνου στὸ σαμάρι,
Καὶ τράβαε τοῦ γαϊδάρου σου
Σφιχτὰ τὸ χαλινάρι.

Ἄνοιξη, γλυκιά μου Ἄνοιξη,
Συντρόφισα τοῦ νηῶνε,
Ἴστρε κοινὲ ἀξεχώριστα
Σερνικοθηλυκῶνε!...

 

Συχαριάσματα
εἰς γενέθλια γαϊδάρου

Καλορίζικος. Νὰ ζήσῃ
Ὁ νηὸς γαΐδαρος, ν᾿ ἀξίνῃ.
Νὰ σοῦ ζήση, νὰ σοῦ γίνῃ
Ὡς καθὼς ἐπιθυμᾶς.

Νὰ σοῦ ἀξένουνε τ᾿ αὐτιά του,
Καὶ νὰν᾿ τὰ συχνοτσουλόνῃ.
Νὰ χοντρένῃ, νὰ ῾ψηλώνῃ,
Ὡς καθὼς ἐπιθυμᾶς.

Νὰ σοῦ ζήσῃ. Ὁ Θειὸς νὰ κάμῃ
Νὰ σοῦ ζήσῃ ὁ γάϊδαρός σου.
Νὰν τὸν ἔχης πάντα ὀμπρός σου
Ὡς καθὼς ἐπιθυμᾶς.

Νὰ σοῦ ζήσῃ ὁ γάϊδαρός σου
Καὶ νὰ ζήσῃς κι ἡ ἀφεντιά σου,
Νὰν τὸν ἔχῃς στὴ δουλειά σου
Ὡς καθὼς ἐπιθυμᾶς.

 

Σοβαρὰ κάποια

1851 Λονδίνο

Εἰκώνα ἀγαπητὴ τῆς γυναικός μου,
Τώρα ἔλα καν᾿ ἐσὺ στὴ συντροφιά μου.
Κατοίκα πάντα μέσα στὴν καρδιά μου,
Καὶ φύλαμε ὂχ τσὴ πλάνεσες τοῦ κόσμου.

Ἐσὺ γιὰ ῾μὲ Προστάτης Ἄγγελός μου,
Ἄμεμπτα φύλαε τὰ πατήματά μου
Καὶ προτοῦ σκοτισθοῦν᾿ τὰ λογικά μου,
Πρόλαβε, τρέξε σὺ καὶ λάμψε ἐμπρός μου.

Ναί, τὸ φῶς σου ᾿ξυπνάει τὴν ἀρετή μου,
Καὶ πιστόνε σ᾿ ἐσένα μὲ βαστένει.
Γιατὶ τόσο σ᾿ αἰσθάνομαι ᾿δική μου,

Τόσο μὲ τὴ ψυχή μου ζυμωμένη,
Ποῦ δὲν ἠξέρω πλέον στὴ διαλογή μου
Πῶς νὰ σὲ ῾πῶ: γυναίκα μου ἢ ψυχή μου.


Γιατί τὰ τάλαρα τὰ λένε τάλαρα

Α´

Ὅντις ἔπλασε ὁ Θειὸς τὴν Οἰκουμένη,
τὸ Ληξούρι, καὶ τόσους ἄλλους τόπους,
εἶπε στὸ νοῦ του: Ἄ! τώρα δὲ μοῦ μένει
πάρι νὰ πλάσω, γέ μου, καὶ τσ᾽ ἀθρώπους».
Κ᾽ ἐκεῖ ποὺ κράταε τὸν Ἀδὰμ στερνόνε,
τοὖπε: «Σὺ νἆσαι, Ἀδάμ, τὸ ζῶ᾽ τῶ ζῶνε!

«Ἤγουν, νἆσαι καλύτερος ἀπ᾽ ὅλα,
νἄχῃς τὸ γάϊδαρο ἀπὸ κάτουθέ σου,
νὰ θρέφεσαι μπαρμπούνι και τριόλα,
νἆνε ᾑ λαγκάδες ὅλες ἐδικές σου·
Οἱ σκύλοι ταπεινοὶ νὰ σὲ ὑπακοῦνε,
καὶ γιὰ σένανε ᾑ κόττες νὰ γεννοῦνε».

«Βάνω στὴν ἐξουσία σου τὰ σπανάκια,
ἄν θέλῃς νὰ τὰ κάνῃς τσιγαρίδι·
γιὰ σένανε φυτεύω ῥαπανάκια,
ἐσὺ νὰ τρῶς τὸ μῆλο καὶ τὸ ἀπίδι.
Ὅλα νὰν τἄχῃς χωρὶς νὰ κοπιάζῃς,
καὶ σ᾽ ἀγαπάω πολύ, γιατὶ μοῦ μοιάζεις».

«Σοῦ χτιῶ στὸ περιβόλι μου παλάτι
μ᾽ ὅσα καλὰ ἡ θεία μου Πρόνοια δίνει·
καὶ νὰ τρῶς τὸ καλύτερο κομμάτι
χωρὶς νὰ σοῦ στοιχίζῃ ἕνα φαρδίνι.
Μὰ ἔτσι κηόλα ζητῶ σου, κὺρ Ἀδάμ μου,
νὰ μὴ ῾γγίξῃς ποτὲ τὰ τάλαρά μου!».

«Εἶν᾽ τὸ ξύλο τῆς γνώσεως τὰ χρήματα,
κι᾽ ὅποιος τἄχει, ἔχει γνῶσι, εἶν᾽ προκομμένος,
ὤμορφος, ἔχει χίλια προτερήματα,
εἶνε ἀπ᾽ ὅλον τὸν κόσμο ῾παινεμένος,
παντοῦ ἐπιθυμητός... μὰ εἶν᾽ καὶ φαρμάκι
ποὺ κάνουν τὴν ψυχὴ πηλὸ ὀχ τ᾽ αὐλάκι».

«Μὴν τὰ ῾γγίξτε, γιατὶ θὲ νὰ γνωρίσετε
τὸ βουλιασμὸ τῆς ἀθωότητός σας,
καὶ πλέον δὲ θὰ μπορέσετε νὰ ζήσετε
εὐτυχισμένοι στὸν παράδεισό σας.
Τἄφτειασ᾽ ὁ Διάολος, κ᾽ εἶνε διαολεμένα.
Ἄστε τα ἐκεῖ. Τοῦ τἄχω ἀμαχεμένα»1.

Β´

Ἕνα ὤμορφο καὶ πλούσιο περιβόλι
εἶχε τότες ὁ Θειὸς εἰς τὴν Ἀσία,
καὶ γιὰ νὰ μὴν ἐμπαίνουνε οἱ διαόλοι
νὰ κάνουνε στὰ λάχανα ζημία,
μέσ᾽ ᾽ς τσὴ φράχτες ἐκεῖ τσὴ καλαμένιες
εἶχε στημένες τσάκες σιδερένιες.

Μά, καθὼς ὡς καὶ τώρα συνεβαίνει,
ἐκεῖ ποὺ στηοῦμε τσάκες γιὰ ποντίκια,
ποὺ πιάνεται ἕνα, κι᾽ ἄλλο πάλε ῾μπαίνει,
γιατὶ ῾μποδιέται ἡ τσάκα στὰ χαλίκια -
ἔτσι καὶ τότε, ἐμπαίνανε οἱ διαόλοι
κι᾽ ἀφανίζανε τὸ μαῦρο περιβόλι.

Μιὰ ῾μέρα ποὺ ὁ Ἀδὰμ κ᾽ ἡ ἀρχόντισσά του
ἐμετρηόντανε ποιὸς εἶνε ψηλότερος,
στὰ πόδια ὀρθοί, σὲ μιὰ μηλιὰ ἀποκάτου,
καὶ καθένας τους ἤτανε εὐθυμότερος
εἰς τὴν εὐτυχισμένη μοναξιά τους —
νά! κ᾽ ἕνας Διαολάκης ὀμπροστά τους!

—«Ἀδέλφια, λέει, καλῶς τὰ κουβεντιάζετε!
ὤ, εὐτυχισμένοι ποὺ εἴστεν᾽ ἐδῶ - πέρα
σὲ τόσες ἡδονές! Μὰ δὲ δουλιάζετε . . . . . . . . »
 . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
 . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
 . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Ἐκάκιωσε τ᾽ ἀντρόϋνο κ᾽ ἐσκληρήθηκε
γιὰ τοῦ Διαόλου τὴν ἄταχτη πράξη·
κι᾽ ὅλη κόκκινη ἡ Εὔα τοῦ ἀπεκρίθηκε:
—«Γαϊδαράτσε, ποιός σὤδειξε τὴ τάξη
νὰ μπαίνεις δίχως ἄδεια κοῦτρα-κοῦτρα;
Μ᾽ ἕνα παπούτσι σὤπρεπε στὰ μοῦτρα!»

—«Συμπάθειο, λέει ὁ Διάολος, Κυρά μου,
γιατὶ δὲν ἦλθα μὲ κακὸ σκοπό . . .
Διαβάτης εἶμαι· πηαίνω στὴ δουλειά μου
καὶ βαστάω πραμματεῖες καὶ πουλῶ».
Μόνε σὰν ἄκουσ᾽ ἡ Εὔα πραμματεῖες,
τὤκαμε μιὰ χιλιάδα εὐχαριστίες.

Εἶνε ἁλαφρά, λιγόμυαλη ἡ γυναῖκα,
καὶ πολὺ τῆς ἀρέσουν τὰ στολίδια,
καὶ μόλις ἀπὸ χίλιες ῾βρίσκεις δέκα
νὰ μὴν ἔχουν τοῦ ἀντρός τους ἀντικλείδια,
νὰ παίρνουν ὤμορφάμορφα παρᾶδες,
νὰ τσὴ ᾽ξοδεύουνε ᾽ς τσὴ πραμματευτᾶδες.

Ἐγὼ ὅμως δὲν τὸ παίρνω στὴν ψυχή μου
πὼς ἡ Εὔα εἶχε ἀντικλείδι κ᾽ ἐτρυπούλευε2.
Τὸ λέν᾽ οἱ ἱστορικοί μας, ἀκροατή μου,
καὶ λένε πὼς ὁ Διάολος τὴ συβούλευε,
καὶ πὼς μετατρεμμένος εἰς σὲ φείδι
τῆς ἐπῆγε μιὰ ῾μέρα τὸ ἀντικλείδι.

Βέβαια ποὺ ἔπειτ᾽ ἀπὸ τόσους αἰῶνες
ὁποὺ ἐφτειάστηκε ὁ Κόσμος, δὲ μπορεῖ
νὰ γνωρίζουμε ἂν εἶνε ἀπατεῶνες
ἢ ἂν λένε τὴν ἀλήθεια οἱ Ἱστορικοί.
Μ᾽ ἀπὸ τὴς τωρινὲς γυναῖκες κρίνει
κανείς, ὀμπρὸς - ὀπίσω καὶ γιὰ κείνη.

Ὡς τόσο ὁ Διάολος ἄνοιξε τσὴ κόφφες
κ᾽ ἔβγαινε ὅσα στολίζουν τσὴ Κυράδες —
μεταξωτά, μπατίστες, κρεπά, στόφφες,
βελέτες, μπλόντες, ὀμπρελέτες, μποάδες . . .
Κ᾽ ἡ Εὔα ποὺ τἄβλεπε, ἔτρεμε ἡ καρδιά της,
καὶ ῾σα Χριστέ της3 νἆνε ὅλα ῾δικά της!

Σὲ μι᾽ ἄλλη κόφφα εἶχε ὤμορφα διαμάντια,
πουλιὸ ὤμορφα, δεμένα στο Παρίσι,
καὶ χωριστὰ σ᾽ ἄλλο κουτί μπριλλάντια
κυματερὰ σὰν τὸ νερὸ στὴ βρύση.
Κ᾽ ἡ Εὔα, ὅντις τἄειδε, σκούζει: «Ὤ, γε! τὰ θέλω!
τὰ θέλω, μόνε πλήρωνε, Ἀδαμιέλο!»

Ὁ Διάολος, ὡς κ᾽ ἐκειὸς τὸν ῾παρακίνα·
κι᾽ ὁ Ἀδὰμ δὲν εἶχε, κ᾽ ἔσφιγγε τσὴ πλάτες.
Μὰ ἡ Εὔα κλαίοντας τὤλεγε: «Μ᾽ εὐκεῖνα
μὲ περνᾷς πάντα! Πρόφασες μονάτες.
Πάρε τα, Ἀδάμ μου . . . πάρε τα μπιστιού . . .4
Τὸν Ἄγουστο5 πλερώνεις . . . μιού . . . μιού . . . μιού . . .

Τὰ δάκρυα ἐκειὰ τῆς Εὔας ἐσουρώνανε6
μέσ᾽ στὴν καρδιὰ τοῦ Ἀδὰμ καὶ τὸν ἀνοίγανε·
πού, ζαχαροφτιασμένος, τὸν ἐλυώνανε,
τὸν ἐστενοχωρούσανε, τὸν ῾πνίγανε.
Καὶ λέει: «Κακὸ ποὺ μοὖρτε τοῦ φτωχοῦ!
Ἂς γένῃ, γέ μου, ἐτοῦτο τὸ ᾽μπιστιού».

Τὸ ῾μπιστιοὺ ἔγινε κῃόλες, κ᾽ ἐμετρήθηκε
καὶ τοῦτο μεταξὺ στὰ ἑφτὰ μυστήρια,
γιατὶ ἀπὸ τὴν ἡμέρα ποὺ τὸ ἐντύθηκε,
ἄκουε ῾πίσω θ᾽ ὁ Ἀδὰμ κλαμπανιστήρια,
σὰν τοῦ σκύλου, ὅντις τὤχουν τὰ παιδιὰ
λάτινο ἀγγειὸ δεμένο στὴν ὀρά.

Γ´

Μὰ ἦλθε κι᾽ ὁ Ἄγουστος, ποὔταν᾽ ἡ διορία,
κ᾽ ἦλθε κι᾽ ὁ Διάολος στὸν Ἀδὰμ μαζί του.
Μὰ ὁ Ἄγουστος σὲ μεγάλη δυστυχία,
κι᾽ ὁ Διάολος ζητάει τὴν πληρωμή του.
Γιὰ πρώτη φορὰ τότε ἐκειὸς ὁ Διάολος
ἐφάνηκε τοῦ Ἀδὰμ αἰσθητὸς Διάολος.

Κράζει τὴν Εὔα κι᾽ ἀρχινάει τὴ γκρίνα·
κ᾽ ἐγκρίνιαζε τ᾽ ἀντρόϋνο ἀνάμεσό του
κ᾽ ἐτρωγότουν᾽ πουλιὸ πάρι ἕνα μῆνα —
ὅντις διαλέει καιρὸ γιὰ τὸ σκοπό του
ὁ Διάολος, κι᾽ ἀλλάζοντας μορφή,
ἦλθε κ᾽ ηὗρε τὴν Εὔα μοναχή.

— «Εὔα μου, λέει, σὲ βλέπω πικραμένη,
καὶ μὲ λυπάει πολύ, ποὺ ὁ Θεὸς τὸ ξέρει,
γιατὶ ὡς κ᾽ ἐσύ ᾽σαι καλομαθημένη
κ᾽ ἤθελες πάντα τάλαρα στὸ χέρι.
Μὰ ὑπομονή, Κυρά μου, καὶ ῾θυμήσου
πὼς εἰς τὴ χρεία δὲν εἶσαι μοναχή σου».

«Εἶν᾽ τόσοι ποὺ περσσότερο ἀπὸ σὲ
ἔχουνε χρεία στὸν κόσμο γιά ᾽να – γι᾽ ἄλλο,
καὶ ποὺ οὔτε σ᾽ ὄνειρο εἴδανε ποτὲ
τὸ πλούτι τὸ δικό σας τὸ μεγάλο.
Μὰ ὁ ἄντρας σου δὲ θέλει νὰ ῾ξοδέῃ . . .
Κάνει καλά . . . εἶνε φρόνιμος . . . σωρεύει . . .

—«Πλούτι! λέ᾽ ἡ Εὔα· ὄξω κι᾽ ἂ μοῦ λὲς
γιὰ ῾κειὰ ποὺ ὁ Θειὸς βασταίνει κλειδωμένα,
Μὰ ἐκεῖνα εἶνε ῾δικά του». — «Μπά! ᾽ντροπές!
ὁ Διάολος λέει, «ἐκεῖνα εἶνε γιὰ σένα·
οὔτε ὁ Θειὸς εἶπε διαφορετικά,
μόνε τὸν καταλάβετε κακά».

«Ὁ Θειὸς δὲν ἔχει χρειὰ γιὰ παρᾶδες,
κ᾽ εἴστενε σ᾽ ἕνα σφάλμα μεγαλώτατο,
μόνε ἂ θέλῃς νὰ ἐβγῇς ὀχ τσοὺ μπελλιᾶδες,
εἶνε τὸ μέσος, Εὔα μου, εὐκολώτατο.
Νά! τὸ κλειδί! Τρέχα, ἔπαρε ὅλα ῾κεῖνα
ποὺ σοῦ χρειάζουνται, νὰ πάψῃ ἡ γκρίνα».

Δ´

Κ᾽ έτσι ἐκλεφτήκαν᾽ τοῦ Θεοῦ οἱ παρᾶδες,
κ᾽ ἡ Εὔα κάνει τὴν πρώτη ἁμαρτία,
δὲ θυμῶμαι σὲ πόσες ῾κατοστάδες.
Καὶ τὸ δέχτηκι᾽ ὁ Ἀδάμ, γιατ᾽ εἶχε χρεία.
Μὰ ἕνα ἔργο τόσο ἀχρεῖο καὶ κακόποιο
ὁ Θειὸς τὸ ἐκύττα μὲ τὸ τελεσκόπιο.

Σημαίνει μὲ θυμὸ τὸ καμπανέλι,
κ᾽ ἔρχουνται εὐθὺς ἐμπρὸς ξεσκουφωμένοι
Μικέλης καὶ Γαβρίλης, δυὸ Ἀγγέλοι,
ποὖνε στὸν Οὐρανὸ συνειθισμένοι
νὰ κάνουνε μὲ τέσσερα πηδήματα
τὰ πουλιὸ μακρυνώτερα θελήματα.

—«Φέρτε, λέει, τὸ Διάολο, Ἄγγελοί μου . . .
Μὰ ὄχι, ὄχι· ἀφήσετε καὶ πααίνω ἐγὼ
ἔπειτα, νὰ τοῦ δείξω τὴν ὀργή μου!
Κι᾽ ὡς τόσο, μιὰ φορὰ κ᾽ εἴστεν᾽ ἐδῶ,
προβατεῖτε νὰ ἰδῆτε μιὰ δουλειά,
γιὰ νὰ σᾶς βάλω καταμαρτυριά»7.

Τοὺς φέρνει καὶ τοὺς δυὸ στὸ περιβόλι,
καὶ φθάνοντας ὀμπρὸς στοῦ Ἀδὰμ τὸ σπίτι,
φωνάζει δυνατὰ καὶ βγαίνουν ὅλοι.
Καὶ πιάνει τὸν Ἀδὰμ ἀπὸ τὴ μύτη:
—«Ἐδῶθε, λέει, σὲ σέρνει τὸ βελέσι·
Γάϊδαρε! Μασκαρᾶ! Ἔτσι σ᾽ ἀρέσει!»

«Καὶ σύ, Εὔα, εἶν᾽ τοῦτες ὤμορφες δουλειές;
Ἔτσι ἡ γυναῖκες κάνουνε Ἅη Γιάννη;8
Μά, μὰ τὴ Δραπανιώτισσα, μωρές,
θὲ νὰ σᾶς διώξω ᾽δῶθε. Ἂς εἶνε . . . — φτάνει».
Τἄχασε ἡ Εὔα, ἐσβύστηκε, ἐσκοτίστηκε,
κι᾽ ὂχ τὴ πολλὴ τρομάρα ἐκατουρήστηκε.

Ὡς τόσο, ὁ Διάολος ἤτανε φευγᾶτος,
κ᾽ ἐπήαινε τραγουδῶντας τά - λα - ρα.
κι᾽ ὁ Ἅδης ἀνάβλυαζε, χαρὰ γιομᾶτος,
κ᾽ ἐτραγούδα ὅλη μέρα: τά- λα- ρα!
Κι᾽ ἀπὸ ᾽κειὸ τὸ τραγοῦδι τά, λα, ρα,
εἶπαν τοῦ ἐγκλήματος τὸ σῶμα: Τάλαρα!

† ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΑΣΚΑΡΑΤΟΣ

[ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ φράσεων καὶ ἰδιωτισμῶν τοῦ ποιήματος:
1) «Τοῦ τἄχω ἀμαχεμένα» = μεσεγγυημένα. —
2) «Ἐτρυπούλευε» = ἐσούφρωνε, ἔκλεπτε.
Λέξις ἐπιχωριάζονσα εἰς Κεφαλληνίαν.—
3) «Σὰ Χριστέ της» = φράσις ἐκφράζουσα διακαῆν
ἐπιθυμίαν.—
4) «Μπιστιού = ἐπὶ πιστώσει. —
5) Διότι τὸν Αὔγουστον πωλεῖται ἡ σταφίς, εἰσρέει
χρῆμα καὶ οἱ χωρικοὶ πληρώνουν τὰ χρέη των.—
6) «Σουρώνανε» = κατεβαίνανε.—
7) «Καταμαρτυριά» = νὰ σᾶς βάνω μάρτυρας. —
8) «Κάνω Ἅη-Γιάννη:» φράσις ἐν Κεφαλληνίᾳ
σημαίνουσα κλέπτω]. Ἐλήφθη ἀπὸ www.sarantakos.com