Μονεμβασία - Ναοί

[Εἰσαγωγή] [Μνημεῖα Κάτω Πόλεως] [Μνημεῖα Ἄνω Πόλεως] [Ἐξώχωρο]

(Περιέχονται λεπτομερὴ ἀρχιετκτονικὰ σχέδια τῶν μνημείων, ἐπιλέγοντας τὶς ἀντίστοιχες μικρογραφίες)


Εἰσαγωγή

Ἡ ἀρχαιολογικὴ ἔρευνα ἔχει καταγράψει εἴκοσι ἕξι (26) ναοὺς στὴν Κάτω Πόλη. Ἡ πλειονότητα τῶν ἐκκλησιῶν ἀνάγεται στοὺς βυζαντινοὺς χρόνους, ἐνῷ τέσσερις ναοὶ κτίσθηκαν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ στοὺς μεταβυζαντινοὺς χρόνους. Στοὺς μεσοβυζαντινοὺς χρόνους τοποθετοῦνται μὲ βεβαιότητα ὁ Ἑλκόμενος Χριστὸς καὶ ὁ ἀνώνυμος ναὸς στὴν ἰδιοκτησία Γεωργούλα καὶ μὲ μεγάλη πιθανότητα ὁ ἐρειπωμένος ναὸς τῆς Παναγίας «στὰ Κατηχούμενα» καὶ ἡ ἀρχικὴ οἰκοδομικὴ φάση τοῦ ἐρειπωμένου ναοῦ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη. Ἡ ἐκκλησία τῆς Παναγίας Χρυσαφίτισσας εἶναι κτίσμα τῆς Α´ Τουρκοκρατίας (1540-1690), ἐνῷ ὁ Ἅγιος Νικόλαος, ἡ Παναγία Κρητικιὰ καὶ ἡ Ἁγία Ἄννα ἡ Καθολικὴ κτίσθηκαν στὴν περίοδο τῆς Β´ Ἐνετοκρατίας (1690-1715). Ὁ ναός, ἐξάλλου, τοῦ Ἁγίου Νικολάου καὶ ὁ ναὸς τῆς Ἁγίας Ἄννας ἔχουν ἀντικαταστήσει παλαιότερο βυζαντινὸ ναό. Τὸ «Τζαμί» - Ἅγιος Πέτρος λειτούργησε ὡς χριστιανικὸς ναὸς γιὰ τὸ καθολικὸ δόγμα ἐπὶ Β´ Ἐνετοκρατίας. Ὁ ναὸς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη καὶ ὁ Σωτήρας Χριστὸς κτίσθηκαν κατὰ τὴ Β´ Ἐνετοκρατία στὸ περίγραμμα παλαιότερου βυζαντινοῦ ναοῦ. Οἱ βυζαντινοὶ ναοὶ ποὺ δέχθηκαν στοὺς χρόνους τῆς Β´ Ἐνετοκρατίας μετασκευή, εἶναι ὁ Ἑλκόμενος Χριστός, ὁ Ἅγιος Σπυρίδων, ἡ Ἁγία Ἄννα - Ἅγιοι Ἀκίνδυνοι, ἡ Εὐαγγελίστρια, ὁ Εὐαγγελισμὸς καὶ ὁ Ἅγιος Δημήτριος καὶ Ἅγιος Ἀντώνιος. Ἐπισκευαστικὲς ἐργασίες ἔγιναν - κατὰ τὴ Β´ Ἐνετοκρατία στὴν Ἁγία Ἄννα - Παναγία Μάλτα καὶ στὸν Ἅγιο Ἀνδρέα.

Ἀπὸ τὰ τέσσερα χριστιανικὰ μηνεία στὴν Ἄνω Πόλη ὁ ναὸς τῆς Ἁγίας Σοφίας - Παναγίας Ὁδηγήτριας καὶ ὁ ἀνώνυμος ναὸς στὸ νοτιοδυτικὸ τμῆμα τῆς πόλεως ἀνάγονται στοὺς μεσοβυζαντινοὺς χρόνους. Ὁ ἀνώνυμος ναὸς στὸ βορειοδυτικὸ τμῆμα τῆς Ἄνω Πόλεως χρονολογεῖται στοὺς ὕστερους βυζαντινοὺς χρόνους. Ὁ ἀνώνυμος ναὸς κοντὰ στὴ νότια πύλη ἀνακαινίσθηκε καὶ ἐπεκτάθηκε κατὰ τὴν περίοδο τῆς Β´ Ἐνετοκρατίας, ἐνῷ ἡ ἀρχικὴ οἰκοδομικὴ φάση του ἀνάγεται στοὺς βυζαντινοὺς χρόνους.

Στὸ Ἐξώχωρο, δηλαδὴ τὸ ἀτείχιστο τμῆμα τῆς βραχονησίδας, ἐντοπίσθηκαν δυὸ ὑστεροβυζαντινοὶ ναοὶ (ὁ ἀνώνυμος ναὸς στὰ «Γουβιά» καὶ ἡ Ἁγία Παρασκευὴ στὴν «Κουρκούλα»), ὁ βυζαντινὸς ναΐσκος στὸ δυτικὸ ἄκρο τοῦ βουνοῦ, καὶ ὁ νεότερος κοιμητηριακὸς ναὸς τῆς Ἁγίας Τριάδας. Τὰ δυὸ ἀσκηταριὰ στὴν περιφέρεια τῆς βραχονησίδας (στὶς θέσεις «Λειψωνᾶς» καὶ «Σπηλιά» ἀντίστοιχα) χρονολογοῦνται στοὺς ὑστεροβυζαντινοὺς χρόνους.

Νεκτάριος Σκάγκος


Α. Μνημεῖα Κάτω Πόλεως ^

1. Ἑλκόμενος Χριστὸς

Στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ Ἑλκομένου πρὸς τὴ Σταύρωση εἶναι ἀφιερωμένος ὁ μητροπολιτικὸς ναὸς τῆς πόλεως. Ἡ γραπτὴ καὶ προφορικὴ παράδοση συσχετίζει τὸ ναὸ μὲ τὸν αὐτοκράτορα Ἀνδρόνικο Β´ Παλαιολόγο. Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι στὶς προμετωπίδες τῶν δυὸ χρυσόβουλλων λόγων ποὺ ἀπέλυσε τὸ 1301 καὶ τὸ 1314 ὁ Ἀνδρόνικος Β´ Παλαιολόγος γιὰ τὴν πόλη καὶ τὴν ἐκκλησία τῆς Μονεμβασίας εἰκονίζεται ὁ αὐτοκράτορας νὰ προσφέρει τὸ αὐτοκρατορικὸ ἔγγραφο στὸν Χριστό.

Ὁ ναὸς (ἐσωτερικὲς διαστάσεις 38,00 x 14,50 μ.) ἀνήκει στὸν τύπο τῆς τρίκλιτης βασιλικῆς μὲ τροῦλο, τρεῖς ἡμικυκλικὲς ἁψίδες στὰ ἀνατολικὰ καὶ νάρθηκα στὰ δυτικά. Στὴν ἁψίδα τοῦ ἱεροῦ διαμορφώνεται σύνθρονο μὲ τὸν ἐπισκοπικὸ θρόνο στὸ μέσο. Ἡ ἀρχιτεκτονικὴ μορφὴ ποὺ ἔχει σήμερα ὁ ναὸς προῆλθε ἀπὸ μετασκευὲς σὲ διαφορετικὲς ἐποχές. Ἡ ἀρχικὴ οἰκοδομική του φάση ἀνάγεται πιθανότατα στοὺς παλαιοχριστιανικοὺς χρόνους (6ος αἰώνας). Στὴ βυζαντινὴ ἐποχὴ (11ος - 12ος αἰώνας) χρονολογεῖται τὸ παρεκκλήσι τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη στὴ νότια πλευρά του. Τὸ 1538 ὁ Γεώργιος Κουιγκύδος ἢ Κουγκύδας κατασκεύασε στὸ νότιο τοῖχο τὶς ἀντηρίδες. Τὸ 1697 προστέθηκαν ὁ τροῦλος καὶ ὁ νάρθηκας. Στοὺς ἑπόμενους αἰῶνες (18ος-20ος αἰώνας) ἔγιναν ἐπισκευαστικὲς ἐργασίες. Τὸ κωδωνοστάσιο κατασκευάστηκε στὶς ἀρχὲς τοῦ 20ου αἰώνα καὶ ἔχει ἀντικαταστήσει παλαιότερο.

Σήμερα, τὸ ἐσωτερικό του ναοῦ κοσμοῦν φορητὲς εἰκόνες μεταβυζαντινῶν χρόνων, ὅπως οἱ δεσποτικὲς εἰκόνες τῆς Παναγίας, τοῦ Ἑλκομένου Χριστοῦ (1700), ἀφιέρωμα τοῦ Μονεμβασιώτη ἰατροφιλοσόφου Ἀνδρέα Λικινίου, τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Προδρόμου καὶ τῆς Γέννησης (1708), ἔργα τοῦ ζωγράφου Ναταλίου ἀπὸ τὸ Ἄργος. Στὸ εἰκονοστάσιο τοῦ κεντρικοῦ κλίτους εἶναι ἡ Παναγία ἡ «Κυρία Παντάνασσα καὶ Μεσήτρια τῶν Χριστιανῶν» ποὺ χρονολογεῖται στὸν 17ο αἰώνα. Ἡ βυζαντινὴ εἰκόνα τῆς Σταύρωσης (14ου αἰ.) βρίσκεται στὸ Βυζαντινὸ Μουσεῖο Ἀθηνῶν, μετὰ τὴν περιπέτεια κλοπῆς της. Ὁ ναὸς ἔχει συνδεθεῖ καὶ μὲ τὴν εἰκόνα τοῦ Ἑλκομένου Χριστοῦ, τὴν ὁποία ἀφαίρεσε ὁ αὐτοκράτορας Ἰσαάκιος Ἄγγελος (1185-1195) καὶ μετέφερε στὸ ναὸ τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαὴλ στὰ Σθένια τῆς Κωνσταντινούπολης.

Τὰ μαρμάρινα γλυπτὰ ποὺ εἶναι ἐγκατεσπαρμένα γύρω ἀπὸ τὸ μνημεῖο καὶ ἐντοιχισμένα σὲ αὐτό, χρονολογοῦνται στοὺς παλαιοχριστιανικοὺς καὶ βυζαντινοὺς χρόνους. Τὸ θωράκιο τέμπλου (11ου ἢ 12ου αἰ.) ποὺ εἶναι ἐντοιχισμένο στὸ ὑπέρθυρο τῆς δυτικῆς εἰσόδου, φέρει παράσταση δυὸ παγωνιῶν, τὰ ὁποῖα πατοῦν ἐπάνω σὲ δράκοντα, θέμα συμβολικό του θριάμβου τῆς οὐράνιας αἰωνιότητας ἐπάνω στὸν κάτω κόσμο καὶ τὸ θάνατο. Τὸ σημερινὸ μαρμάρινο τέμπλο κατασκευάσθηκε τὸ 1901 ἀπὸ τὸν Τήνιο μαρμαρογλύπτη Γεώργιο Καπαριᾶ, καὶ ἀντικατέστησε τὸ ξυλόγλυπτο ποὺ χρονολογεῖται στὰ τέλη τοῦ 16ου αἰώνα καὶ εἶναι τοποθετημένο στὸ ναὸ τῆς Παναγίας Μυρτιδιώτισσας.

2. Ἁγία Ἄννα ἢ Ἅγιοι Ἀκίνδυνοι ^

Δίκλιτος θολοσκέπαστος ναὸς (ἐσωτερικῶν διαστάσεων 9,80 x 7,60 μ.). Ἡ ἀρχικὴ οἰκοδομική του φάση ἀνάγεται πιθανότατα στοὺς βυζαντινοὺς χρόνους Μετασκευάστηκε σὲ δίκλιτο στὴν περίοδο τῆς Β´ Ἐνετοκρατίας (1690-1715).

3. Ἁγία Ἄννα ἡ καθολική ^

Δίκλιτος θολοσκέπαστος ναὸς (ἐσωτερικῶν διαστάσεων 7,00 x 2,20 μ.). Κτίσθηκε στὴν περίοδο τῆς Β´ Ἐνετοκρατίας (1690-1715) στὰ ἐρείπια παλαιότερου ναοῦ. Ἀρχικὰ λειτούργησε ὡς καθολικὸ παρεκκλήσιο γιὰ τὶς θρησκευτικὲς ἀνάγκες τῆς ἑνετικῆς φρουρᾶς τοῦ δυτικοῦ τείχους. Στὰ τέλη τοῦ 17ου αἰ. Βρίσκεται στὴ δικαιοδοσία τοῦ ὀρθόδοξου μητροπολίτη.

4. Ἁγία Ἄννα ἢ Παναγία Μάλτας ^

Τρίκλιτος θολοσκέπαστος ναὸς (ἐσωτερικῶν διαστάσεων 15,00 x 9,00 μ.) Κτίσθηκε στοὺς βυζαντινοὺς χρόνους καὶ ἐπισκευάστηκε στὴν περίοδο τῆς Β´ Ἐνετοκρατίας (1690-1715).

5. Ἁγία Παρασκευή ^

Μονόχωρος ναὸς (ἐσωτερικῶν διαστάσεων 13,00 x 3,25 μ.) πιθανότατα βυζαντινῶν χρόνων. Τοπικὴ παράδοση τὸν ταυτίζει μὲ τὸ παρεκκλήσιο τοῦ παλατιοῦ τοῦ αὐτοκράτορα Ἀνδρονίκου Β´ Παλαιολόγου, τὸ ὁποῖο χωροθετεῖται στὰ ἀνατολικά του μητροπολιτικοῦ ναοῦ τοῦ Ἑλκομένου Χριστοῦ.

6. Ἅγιος Ἀνδρέας ^

Μονόχωρος θολοσκέπαστος ναὸς (ἐσωτερικῶν διαστάσεων 8,20 x 4,10 μ.). Κτίσθηκε στοὺς βυζαντινοὺς χρόνους καὶ ἐπισκευάστηκε στὴν περίοδο τῆς Β´ Ἐνετοκρατίας (1690-1715). Οἱ τοιχογραφίες στὸ βόρειο τοῖχο τοῦ χρονολογοῦνται στὰ τέλη τοῦ 13ου - ἀρχὲς 14ου αἰώνα.

7. Ἅγιος Ἀντώνιος καὶ Ἅγιος Δημήτριος ^

Δίκλιτος θολοσκέπαστος ναὸς (ἐσωτερικῶν διαστάσεων 7,70 x 6.30 μ.). Κτίσθηκε στὴν περίοδο τῆς Β´ Ἐνετοκρατίας (1690-1715) καὶ ἐπισκευάσθηκε στοὺς νεοτέρους χρόνους.

8. Ἅγιοι Ἀπόστολοι ^

Σπηλαιώδης ναΐσκος (ἐσωτερικῶν διαστάσεων 5,00 x 2,00 μ.). Ἀνήκει στὴν πιὸ ἁπλὴ μορφὴ ἀσκηταριοῦ. Σῴζονται σπαράγματα μεταβυζαντινῶν τοιχογραφιῶν καὶ δυὸ χαράγματα τοῦ ὀνόματος. Σβηρὸς μὲ τὶς χρονολογίες 1713 καὶ 1764. Ἀπὸ τὴ μονεμβασιώτικη οἰκογένεια τῶν Σβηρῶν καταγόταν ὁ μητροπολίτης Φιλαδελφείας Γαβριὴλ Σεβῆρος (1577-1616).

9. Ἅγιος Ἰωάννης ^

Μονόχρωμος βυζαντινὸς ναὸς (ἐσωτερικῶν διαστάσεων 14,40 x 5,60 μ.) Ἐπισκευάσθηκε στὴν περίοδο τῆς Β´ Ἐνετοκρατίας (1690-1715). Στὸ βόρειο τοῖχο τοῦ σῴζονται σπαράγματα μεταβυζαντινῶν τοιχογραφιῶν. Ἡ ἐκκλησία πιθανότατα ταυτίζεται μὲ τὸ μεσοβυζαντινὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Προδρόμου, ὅπου μόνασε στὰ μέσα του 10ου αἰ. ὁ προσμονάριος Ἀντώνιος συνασκητὴς τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου Κυθήρων.

10. Ἅγιος Νικόλαος ^

Σταυροειδὴς ἐγγεγραμμένος ναὸς μὲ τροῦλο (ἐσωτερικῶν διαστάσεων 20,40 x 9,00 μ.). Κτίσθηκε τὸ ἔτος 1703 ἐπάνω στὰ ἐρείπια δὺο βυζαντινῶν ναῶν. Ἡ ἐντοιχισμένη ἐπιγραφὴ στὸ ὑπέρθυρο τῆς εἰσόδου ἀναφέρει ὅτι ὁ ναὸς κτίσθηκε «ἐκ βαθέων» τὸ 1703 ἀπὸ τὸν Μονεμβασιώτη ἰατροφιλόσοφο Ἀνδρέα Λικίνιο. Τὸ οἰκόσημο μὲ τὸ δικέφαλο ἀετὸ ἀνήκει στὴν οἰκογένεια τοῦ κτήτορα. Τὰ κατασκευαστικὰ καὶ μορφολογικὰ τοῦ στοιχεῖα φανερώνουν ἐπιδράσεις δυτικῆς ἀρχιτεκτονικῆς.

Σύμφωνα μὲ τὴν τοπικὴ παράδοση, τὸ μνημεῖο οὐδέποτε λειτούργησε ὡς ἐκκλησία. Στὴν περίοδο τῆς Β´ Ὀθωμανικῆς κυριαρχίας (1715-1821) χρησίμευσε ὡς ὁπλοστάσιο. Τὴ ἐποχὴ τοῦ Καποδίστρια (1829) στέγασε τὸ ἀλληλοδιδακτικὸ σχολεῖο τῆς πόλεως. Ἀπὸ τὸ 1839 μέχρι τὰ μέσα περίπου τοῦ 20ου αἰώνα λειτούργησε ὡς δημοτικὸ σχολεῖο, στὸ ὁποῖο μαθήτευσε καὶ ὁ ποιητὴς Γιάννης Ρίτσος.

11. Ἅγιος Σπυρίδων ^

Δίκλιτος ναὸς (ἐσωτερικῶν διαστάσεων 7,00 x 5,35 μ.). Κτίσθηκε στοὺς βυζαντινοὺς χρόνους καὶ μετασκευάσθηκε σὲ δίκλιτο στὴν περίοδο τῆς Β´ Ἐνετοκρατίας (1690-1715). Στὸ δυτικὸ τοῖχο τοῦ σῴζονται σπαράγματα τοιχογραφιῶν.

12. Ἅγιοι Τεσσαράκοντα ^

Μονόχωρος θολοσκέπαστος ναΐσκος (ἐσωτερικῶν διαστάσεων 4,00 x 1,60 μ.). Προῆλθε ἀπὸ μετασκευὴ παλαιάοτερου βυζαντινοῦ ναοῦ. Σῴζονται σπαράγματα μεταβυζαντινῶν τοιχογραφιῶν (17ου αἰώνα). Στὴν περίοδο τῆς Β´ Ἐνετοκρατίας ἦταν ἐνοριακὸς ναός, καὶ μετατράπηκε σὲ ἐργαστήριο στὴν περίοδο τῆς Β´ Ὀθωμανικῆς κυριαρχίας (1715-1821). Μετὰ τὴν ἐπανάσταση λειτούργησε ὡς παρεκκλήσιο.

13 Ἀνώνυμος Ναὸς (Ἅγιος Ἀθανάσιος;) ^

Μονόχωρος ναὸς (ἐσωτερικῶν διαστάσεων 6,15 x 3,15) μ.) πιθανότατα βυζαντινῶν χρόνων. Σὲ ἄγνωστο χρόνο ἐνσωματώθηκε σὲ οἰκία.

14. Ἀνώνυμος Ναὸς (Ἅγιος Βασίλειος;) ^

Μονόχωρος θολοσκέπαστος ναός. Κτίσθηκε στοὺς βυζαντινοὺς χρόνους καὶ ἀνασκευάσθηκε σὲ μία δεύτερη οἰκοδομικὴ φάση. Στὸ βόρειο τοῖχο τοῦ σῴζονται σπαράγματα ὑστεροβυζαντινῶν τοιχογραφιῶν.

15. Ἀνώνυμος Ναὸς (Εὐαγγελισμὸς τῆς Θεοτόκου;) ^

Τρίκλιτος ναὸς (ἐσωτερικῶν διαστάσεων 13,10 x 7,10 μ.) πιθανότατα βυζαντινῶν χρόνων. Ἐπεκτάθηκε στὰ δυτικὰ σὲ μία δεύτερη οἰκοδομικὴ φάση.

16. Ἀνώνυμος Ναὸς (Ἁγία Σωτήρα;) ^

Μονόχωρος ναὸς πιθανότατα βυζαντινῶν χρόνων (ἐσωτερικῶν διαστάσεων 9,20 x 3,60 μ.).

17. Ἀνώνυμος Ναὸς (Ὑπεραγία Θεοτόκος;)

Ἐρειπωμένος βυζαντινὸς ναὸς στὴ συνοικία «τῶν Κατηχούμενων» (ἐσωτερικῶν διαστάσεων 16,25 x 12,90 μ.;). Ἀνήκει πιθανότατα στὸν τύπο τῆς τρίκλιτης βασιλικῆς. Στὴ δυτικὴ πλευρὰ τοῦ σῴζεται μεγάλη στέρνα (ἐσωτερικῶν διαστάσεων 8,15 x 7,30 μ.). Ἡ μορφὴ τῆς στηρίζεται σὲ δυὸ κιονοστοιχίες τριῶν κιόνων μὲ παλαιοχριστιανικὰ κιονόκρανα. Στὴν περίοδο τῆς Α´ Ὀθωμανικῆς κυριαρχίας (1540-1690) ὁ ναὸς μετασκευάστηκε σὲ μουσουλμανικὸ τέμενος.

Τοπικὴ παράδοση συνδέει τὸ ναὸ μὲ τὴν εἰκόνα τοῦ Ἑλκομένου Χριστοῦ, τὴν ὁποία ἀφαίρεσε τὸν 12ο αἰώνα ὁ αὐτοκράτορας Ἰσαάκιος Ἄγγελος γιὰ νὰ διακοσμήσει τὸ ναὸ τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαὴλ στὰ Σθένια τῆς Κωνσταντινουπόλεως.

Ἡ ἐκκλησία πιθανότατα ταυτίζεται μὲ τὸ βυζαντινὸ (10ο αἰ.) μοναστηριακὸ ναὸ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, καὶ συσχετίζεται μὲ τὴ θαυματουργικὴ θεραπεία τῆς αἱμοῤῥοούσης Μάρθας, ἡγουμένης τῆς μονῆς.

Διήγησις θαύματος τῆς ἰάσεως τῆς Ἡγουμένης Μάρθας

Ὁ ἐπίσκοπος Μονεμβασίας Παῦλος, ὁ ὁποῖος ἤκμασε περὶ τὸ ἔτος 955, διηγεῖται πῶς «ἐπὶ τῶν ἡμετέρων, ἐν τῷ κάτω μοναστηρίῳ τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου ἦν ἡγουμένη ἡ μακαρία Μάρθα, καὶ τοιαύτη ἦν ἐνάρετος ὡς μὴ ἄλλην, τινὰ τοιαύτην δείκνυσθαι ἐν τῷ κάστρῳ Μονεμβασίας, συνέβη οὖν αὐτῇ αἱμοῤῥοεῖν καὶ διὰ τὴν τοιαύτην ἀσθένειαν, ἐν τοῖς κατηχουμένοις ἐσχόλαζεν τοῦ αὐτοῦ ἁγίου ναοῦ· ἐν μιᾷ οὖν τῶν ἡμετέρων μοναχός τις γέρων ἦλθεν ἐν τοιούτῳ μοναστηρίῳ καὶ ἐπεζήτει τὴν ἡγουμένην θεάσασθαι, ὡς οὖν ἀπήγγειλαν αὐτῇ αἱ μονάζουσαι ὅτι «μοναχός τις ξένος ἐπεζήτει σε ἰδεῖν», προσέταξεν ἀνελθεῖν αὐτὸν ἐν τοῖς κατηγουμένοις ὁ δὲ ἀνελθὼν ᾐτεῖτο ἓν τῶν ἱματίων αὐτῆς δοθῆναι αὐτῷ, ἡ δὲ πρὸς αὐτὸν εἶπε· «πίστευσον πάτερ ὅτι δύο χιτῶνας κέκτημαι, καὶ τὸν ἕνα, ὡς ὁρᾷς, εἰμι ἐνδεδυμένη, καὶ τὸν ἕτερον ἀρτίως ἔπλυνεν ἡ ἐμὴ θεράπαινα ὅπως ἐνδύσομαι αὐτὸν καὶ ἐκπλύνει πάλιν ὅν εἰμι ἐνδεδυμένη, διὰ τὴν ἐπισυμβᾶσάν μοι κατὰ τὰς ἐμὰς ἁμαρτίας ἀσθένειαν· ἀλλ᾿ εἰ κελεύεις, ζητήσω ἐκ τῶν μοναζουσῶν ἱμάτιον καὶ ἐπιδώσω σοι», ὁ δὲ γέρων, ἀκούσας ταῦτα, προσέταξε τὴν ὑπηρετοῦσαν αὐτὴν δωρήσασθαι τῷ μοναχῷ τὸν ἐκπλυθέντα χιτῶνα, ὁ δὲ τοῦτον λαβών, ὡς τε τῶν κατηχουμένων κατῆλθεν, ἔστη ἡ ῥῦσις τοῦ αἵματος τῆς ἀοιδήμου ἐκείνης ὡς δὲ ἤσθετο τῆς γεγονυῖας αὐτὴ θαυματουργίας, ἀπέστειλε μετὰ σπουδῆς μοναζούσας κελεῦσαι τὸν γέροντα, ὡς δὲ ἐξῆλθον τοῦ μοναστηρίου αἱ μονάζουσαι σκοπήσασαι ἔνθεν καὶ ἔνθεν, οὐδαμῶς τοῦτον θεάσασθαι ἐδυνήθησαν, τὴν αὐτὴν δὲ ἡμέραν καὶ ὥραν ὤφθη ὁ γέρων ἐκεῖνος ὁ φαινόμενος ὡς μοναχὸς ἐν Θεσσαλονίκῃ Μονεμβασιώταις τισί, οὖσιν ἐκεῖσε δι᾿ οἰκείας αὐτῶν ἐργασίας, καὶ εἶπεν αὐτοῖς· «γινώσκετε τὴν κυρίαν τὴν ἡγουμένην τοῦ κάτω μοναστηρίου τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου ἐν Μονεμβασίᾳ» οἱ δὲ ἀπεκρίθησαν· «καὶ πάνυ γινώσκομεν αὐτὴν καὶ συγγενὴς ἡμῶν ἐστι», ὁ δὲ γέρων· «ἐκεῖ ἀρτίως καὶ αὐτή μοι δέδωκεν τοῦτο τὸ ἱμάτιον· ἀλλ᾿ ὑπάγοντες εἰς Μονεμβασίαν, εἴπατε πρὸς αὐτὴν ὅτι «πολλά σε μὲν οὖσιν», καὶ τοῦτο εἰπών, ἐξῆλθεν ἐξ αὐτῶν οἱ δὲ κατόπιν ἔδραμον, τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν ἐγένετο οἱ δὲ θαυμάζοντες ἐσημειώσαντο τὴν ἡμέραν καὶ τὴν ὥραν ὅτε ὤφθη αὐτοῖς καὶ ὡς ὑπέστρεψαν εἰς Μονεμβασίαν, ἐλθόντες εἰς τὴν μακαρίαν ἡγουμένην, ἐπληροφορήθησαν παρ᾿ αὐτῆς τὴν αὐτὴν ἡμέραν καὶ ὥραν ἐν ᾗ ἔστη ἡ ῥῦσις τοῦ αἵματος αὐτῆς· καὶ θαυμάσαντες καὶ δοξάσαντες τὸν Θεόν, ὑπέλαβον ἐκεῖνον εἶναι τὸν ὡς γέροντα ὀφθέντα τὸν Θεολόγον καὶ Εὐαγγελιστὴν Ἰωάννην. Αὕτη ἡ μακαρία Μάρθα, τῆς ἑορτῆς τελουμένης τῆς κοιμήσεως τῆς ὑπεράγνου Θεοτόκου, ὡς ἦν ἐν τοῖς κατηχουμένοις καὶ τὸν ὀρθινὸν ὕμνον ἐπετέλουν αἱ μονάζουσαι, ἐθεώρει ἐν τῷ θυσιαστηρίῳ τοῦ ἁγίου ἐκείνου ναοῦ, ἐπὶ τοῦ θρόνου καθεζομένην, τὴν πανύμνητον Θεοτόκον, καὶ ταύτην βλέπουσα ἀκαταπαύστως ἐδάκρυεν, ὡς οὖν πρὸς τὸ τέλος τῆς ὀρθρινῆς δοξολογίας ἤρξαντο αἱ μονάζουσαι ψάλλειν μετὰ φωνῆς ἰσχυρᾶς, ἡ θεωρία τῆς δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου ἐκ τῶν ὀφθαλμῶν τῆς ἀοιδίμου ἐκείνης ἀφανὴς ἐγένετο, καὶ εὐθέως ἔκραξε λέγουσα· «ὢ τὶ ἐποιήσατε;» αἱ δέ, θαμβηθεῖσαι, μετὰ τὴν συμπλήρωσιν τῆς ὀρθρινῆς δοξολογίας, ἠρώτων αὐτὴν διὰ τὶ ἔκραξεν· ἡ δὲ ἀπήγγειλεν αὐταῖς τὴν φοβερὰν ἐκείνην θέαν καὶ παρήγγειλεν ἀπὸ τότε ἡσύχως ψάλλειν καὶ μετὰ συντετριμμένης καρδίας· «οἱ γὰρ παριστάμενοι ἐπιγείῳ βασιλεῖ, ἀνθρώπῳ φθαρτῷ καὶ ὁμοιοπαθεῖ, οὐ τολμῶσι περιστραφῆναι ἔνθεν καὶ ἔνθεν, ἀλλὰ μετὰ βεβλημένου τοῦ φρονήματος παρίστανται, κάτω νεύοντες, μήπως προσκορούσωσι τῷ βασιλεῖ· καὶ πόσῳ μᾶλλον ἡμεῖς, οἱ τῷ ἐπουρανίῳ καὶ φοβερῷ βασιλεῖ, τῷ ἀφθάρτῳ καὶ αἰωνίῳ δημιουργῷ πάσης κτίσεως ὁρατῆς καὶ νοουμένης, παριστάμενοι ὀφείλομεν μετὰ συντετριμμένης καρδίας παρίστασθαι μήπως προσκρούσωμεν αὐτῷ καὶ ἔνοχοι γενώμεθα τῶν αἰωνίων κολάσεων» τοῖς τοιούτοις λόγοις τὰς ἐμπιστευθείσας αὐτῇ ψυχὰς νουθετήσασα μεγάλως ὠφέλησε, καὶ μετὰ ταῦτα, τὸν τῆς ἀσκήσεως δρόμον καλῶς διανύσασα, μετέστη πρὸς Κύριον παρ᾿ αὐτοῦ κομισαμένη τὸν τῆς ἀσκήσεως καὶ ὑπομονῆς αἰώνιον μισθόν».

Ἡ διήγηση τοῦ ἐπισκόπου Παύλου «περὶ τῆς μακαρίας Μάρθας» περιλαμβάνεται παραφρασμένη σὲ μονεμβασιώτικο χειρόγραφο, ποὺ δημοσίευσε τὸ 1874 ὁ ἱστοριοδίφης Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος. Ὁ ἀνώνυμος συντάκτης τοῦ χειρογράφου, ὁ ὁποῖος μαρτυρεῖ πὼς ἀντέγραψε τὴ διήγηση ἀπὸ χειρόγραφο κώδικα τοῦ 17ου αἰώνα, προσάρμοσε τὴ διήγηση τοῦ ἐπισκόπου Παύλου στὸ συναξάρι τῆς Παναγίας Χρυσαφιτίσσης.

18. Ἀνώνυμος Ναός ^

Μονόχωρος βυζαντινὸς ναὸς (ἐσωτερικῶν διαστάσεων 6,00 x 4,65 μ.). Κτίσθηκε στὶς ἀρχὲς τοῦ 12ου αἰώνα στὸ περίγραμμα παλαιότερου ναοῦ. Σῴζονται σπαράγματα τοιχογραφιῶν καὶ μαρμαροθετημενο δάπεδο. Τὸ μαρμάρινο τέμπλο τῶν ἀρχῶν τοῦ 12ου αἰώνα ἐκτίθεται στὴν Ἀρχαιολογικὴ Συλλογή.

19. Ἀνώνυμος Ναός ^

Ἐρειπωμένος βυζαντινὸς ναὸς μὲ μία ἡμικυκλικὴ ἁψίδα στὰ ἀνατολικά. Στὴν περίοδο τῆς Α´ Ὀθωμανικής κυριαρχίας (1540-1690) ὁ ναὸς ἀλλοιώθηκε μὲ τὴν κατασκευὴ προμαχώνα.

20. Ἀνώνυμος Ναός ^

Μονόχωρος ναὸς πιθανότατα βυζαντινῶν χρόνων (ἐσωτερικῶν διαστάσεων 9,40 x 3,70 μ.). Σὲ ἄγνωστο ἐνσωματώθηκε σὲ οἰκία.

21. Ἀνώνυμος Ναός ^

Μονόχωρος ναὸς πιθανότατα βυζαντινῶν χρόνων (ἐσωτερικῶν διαστάσεων 5,00 x 2,05 μ.).

22. Εὐαγγελίστρια ^

Μονόχωρος ναὸς βυζαντινῶν χρόνων (ἐσωτερικῶν διαστάσεων 9,15 x 3,00 μ.). Μετασκευάστηκε σὲ δίκλιτο πιθανότατα στὴν περίοδο τῆς Β´ Ἐνετοκρατίας (1690-1715).

Ἡ λατρεία τῆς Παναγίας Μυρτιδιώτισσας σχετίζεται μὲ τὰ Κύθηρα, τὰ ὁποῖα διατηροῦσαν στενὲς ἐμπορικὲς καὶ πολιτιστικὲς σχέσεις μὲ τὴ Μονεμβασία. Τοπικὴ παράδοση ἀναφέρει πὼς ἡ ἐκκλησία ἱδρύθηκε τὸν 17ο αἰώνα ἀπὸ τὸν Μονεμβασιώτη ἐπίσκοπο Κυθήρων, Φιλόθεο Δαρμάριο. Ὁ ναὸς εἶναι γνωστὸς καὶ ὡς Παναγία Κρητικιά, διότι βρίσκεται στὴν συνοικία, ὅπου ἐγκαταστάθηκαν Κρητικοί.

Ἡ κατασκευὴ καὶ μορφολογία τοῦ ναοῦ - στρογγυλοὶ φεγγίτες, διαμόρφωση θύρας, ἀέτωμα ὄψης, διακοσμητικὰ γεῖσα, ἐλαφρὰ ὀξυκόρυφα τόξα, φανερώνουν ἐπιδράσεις δυτικῆς ἀρχιτεκτονικῆς. Στὸ ἐσωτερικό του, τὸ ξυλόγλυπτο ἐπιχρυσωμένο τέμπλο μὲ τὰ ἔντονα ἀναγεννησιακὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ 16ου αἰώνα ἀνῆκε ἀρχικὰ στὸ ναὸ τοῦ Ἑλκόμενου Χριστοῦ.

24. Παναγία Χρυσαφίτισσα ^

Ὀκταγωνικοῦ τύπου ναὸς (ἐσωτερικῶν διαστάσεων 12,60 x 7,20 μ.). Κτίσθηκε στὴν περίοδο τῆς Α´ Ὀθωμανικής κυριαρχίας (1540-1690).

Ἡ ἵδρυση τοῦ ναοῦ συνδέεται μὲ τὴν μετάσταση τῆς θαυματουργῆς εἰκόνας τῆς Παναγίας ἀπὸ τὰ Χρύσαφα Λακεδαίμονος. Ἡ εἰκόνα βρέθηκε στὸ πηγάδι μὲ τὸ «βλυχερὸ ὕδωρ» στὴ νότια πλευρά του, ὅπου κτίσθηκε τὸ παρεκκλήσιο τῆς «Εὕρεσης». Στὴ βόρεια πλευρὰ τῆς ἐκκλησίας ἐκτείνεται κτηριακὴ ἐγκατάσταση μὲ τὴν ὀνομασία «Κελλιά», ποὺ ἀνῆκε ἀρχικὰ στὸ μοναστηριακὸ συγκρότημα τοῦ ναοῦ. Στὴν περίοδο τῆς Β´ Ἐνετοκρατίας (1690-1715) ὁ ναὸς ἦταν ἐνοριακός. Ἡ μνήμη τῆς Παναγίας Χρυσαφίτισσας, πολιούχου Μονεμβασίας, ἑορτάζεται τὴν Δευτέρα τῆς Κυριακῆς του Θωμᾶ μὲ ἰδιαίτερη λαμπρότητα.

25. Σωτήρας (Μεταμόρφωση τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ) ^

Δίκλιτος θολοσκέπαστος ναὸς (ἐσωτερικῶν διαστάσεων 4,80 x 6,40 μ.). Κτίσθηκε στοὺς βυζαντινοὺς χρόνους καὶ μετασκευάστηκε σὲ δίκλιτο στὴν περίοδο τῆς Β´ ἐνετοκρατίας (1690-1715). Τὸ ἀνατολικὸ τμῆμα τοῦ ἐνσωματώθηκε, στὴν περίοδο τῆς Β´ Ὀθωμανικῆς κυριαρίας (1715-1821), στὸ κτηριακὸ συγκρότημα ὀθωμανικοῦ λουτροῦ. Στὸ νότιο τοῖχο του σῴζονται σπαράγματα τοιχογραφιῶν.

26. Τὸ Τζαμί - Ἅγιος Πέτρος ^

Τὸ περίκεντρο ὀκταγωνικὸ κτίριο ποὺ φιλοξενεῖ τὴν Ἀρχαιολογικὴ Συλλογὴ Μονεμβασίας εἶναι τὸ γνωστὸ στοὺς ντόπιους «Τζαμί», ποὺ κτίσθηκε - κατὰ τὴν παράδοση - στὰ ἐρείπια τοῦ μεσοβυζαντινοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Πέτρου. Ἡ πρόσφατη ἔρευνα ὅμως ἔδειξε πὼς εἶναι μουσουλμανικὸ τέμενος, ποὺ ἀνηγέρθη κατὰ τὴν περίοδο τῆς Α´ Ὀθωμανικής κυριαρχίας (1540-1690) στὴ Μονεμβασία. Τὸ Τζαμὶ λετούργησε ἐπὶ Β´ Ἐνετοκρατίας (1690-1715) ὡς δημόσιο κτίριο, καὶ πιθανῶς ἀπετέλεσε τὴν ἕδρα τῆς μονῆς τῶν Καπουτσίνων μοναχῶν. Τὸ οἰκοδόμημα ἐπανῆλθε στὴν ἀρχική του χρήση κατὰ τὴν περίοδο τῆς Β´ Ὀθωμανικῆς κυριαρχίας (1715-1821) καὶ μετὰ τὴν ἐπανάσταση τοῦ 1821 λειτούργησε ὡς καφενεῖο.

Παλαιὰ Ἐπισκοπή ^

Ἀποτέλεσε τὴν ἕδρα τῆς Μητροπόλεως Μονεμβασίας. Ἡ μορφολογία τοῦ κτηρίου παρουσιάζει στοιχεῖο ἑνετικῆς ἀρχιτεκτονικῆς. Τὸ ἐντοιχισμένο μάρμαρινο ἀνάγλυφο στὸ ὑπέρθυρο τῆς εἰσόδου ἀπεικονίζει τὸ φτερωτὸ λεόντα τοῦ Ἁγίου Μάρκου, σύμβολο τῆς La Serenissima Γαληνοτάτης Δημοκρατίας τῆς Βενετίας. Στὴν περίοδο τῆς Β´ Ὀθωμανικῆς κυριαρχίας (1715-1821) κτίσθηκε στὴ βόρεια πλευρὰ τοῦ κτηρίου μικρὸ λουτρό.


Β. Μνημεῖα Ἄνω Πόλεως

1. Ἁγία Σοφία - Παναγία Ὁδηγήτρια ^

Ὀκταγωνικὸς «ἠπειρωτικοῦ» τύπου ναὸς (ἐσωτερικῶν διαστάσεων 16,20 x 11,70 μ.). Κτίστηκε τὸ 12ο αἰώνα (1149-50). Στὴν περίοδο τῆς Α´ Ὀθωμανικής κυριαρχίας (1540-1690) μετατράπηκε σὲ μουσουλμανικὸ τέμενος, τὸ «Φετιχέ» ἢ τοῦ «Σουλτάνου Σουλεϊμᾶν», μὲ τὴν προσθήκη μιχρὰμπ καὶ μιναρέ. Στὴν περίοδο τῆς Β´ Ἐνετοκρατίας (1690-1715) ἀποτέλεσε τὸ καθολικὸ μονῆς δυτικοῦ δόγματος, ἀφιερωμένο στὴ «Madonna del Carmine», μὲ τὴν προσθήκη διώροφου προστῴου. Ὡς μουσουλμανικὸ τέμενος λειτούργησε ξανὰ στὴν περίοδο τῆς Β´ Ὀθωμανικῆς κυριαρχίας (1715-1821) καὶ ἐπέστρεψε στὴ χριστιανικὴ λατρεία μετὰ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς πόλεως. Οἱ χρονολογίες 1827 καὶ 1845 στὴ δυτικὴ ὄψη ἀντιστοιχοῦν σὲ ἐργασίες ἐπισκευῆς τοῦ ναοῦ. Τὸ μνημεῖο ἀναστηλώθηκε τὸ 1960 ἀπὸ τὸν Εὐστάθιο Στίκα.

Ἡ γραπτὴ καὶ προφορικὴ παράδοση συνδέει τὴν ἐκκλησία μὲ τὸν αὐτοκράτορα Ἀνδρόνικο Β´ Παλαιολόγο. Ὁ ναὸς ταυτίζεται μὲ τὴν Παναγία Ὁδηγήτρια ποὺ ἀναφέρουν οἱ γραπτὲς πηγές. Μετὰ τὴν ἀπελευθέρωση ἀφιερώθηκε στὴ Σοφία τοῦ Θεοῦ, ἐπειδὴ θεωρήθηκε πιστὸ ἀντίγραφο τῆς Ἁγίας Σοφίας στὴν Κωνσταντινούπολη. Τὸ μνημεῖο κοσμοῦν ἀξιόλογος τοιχογραφικὸς καὶ γλυπτὸς διάκοσμος τοῦ 12ου αἰῶνα.

2. Ἀνώνυμος Ναός ^

Δίκλιτος θολοσκέπαστος ναὸς (ἐσωτερικῶν διαστάσεων 10,30 x 8,50 μ.) ποὺ βρίσκεται παρὰ τὴν πύλη τοῦ νότιου τείχους. Ἡ ἀρχικὴ οἰκοδομικὴ φάση του ἀνάγεται στοὺς βυζαντινοὺς χρόνους. Μετασκευάστηκε σὲ δίκλιτο στὴν περίοδο τῆς Β´ Ἐνετοκρατίας (1690-1715). Τὰ δυὸ «ἀλτάρια» στὸν ἀνατολικὸ τοῖχο τοῦ βόρειου κλίτους τεκμηριώνουν ὅτι ἡ ἐκκλησία λειτούργησε γιὰ τὸ καθολικὸ δόγμα.

3. Ἀνώνυμος Ναός ^

Ἐρειπωμένος βυζαντινὸς ναὸς (ἐσωτερικῶν διαστάσεων 15,10Χ11,50 μ.;) ποὺ βρίσκεται στὸ νοτιοδυτικὸ τομέα τῆς Ἄνω Πόλεως. Ἀνήκει πιθανότατα στὸν τύπο τῆς τρίκλιτης βασιλικῆς μὲ μία ἡμικυκλικὴ ἁψίδα στὰ ἀνατολικά. Τὸ περίγραμμά του ὑπέστη σὲ ἄγνωστο χρόνο ἀλλοιώσεις.

4. Ἀνώνυμος Ναός ^

Μονόχωρος ναὸς βυζαντινῶν χρόνων (ἐσωτερικῶν διαστάσεων 11,25 x 3,20 μ.) ποὺ βρίσκεται στὸ βορειοδυτικὸ τμῆμα τῆς Ἄνω Πόλεως.


Γ. Ἐξώχωρο

1. Ἁγία Παρασκευή ^

Μονόχωρη θολοσκέπαστη βασιλικὴ (ἐσωτερικῶν διαστάσεων 7,90 x 3,65 μ.) μὲ μία ἡμικυκλικὴ ἁψίδα στὰ ἀνατολικά. Ὁ ναὸς βρίσκεται στὴ νοτιοδυτικὴ κλιτὺ τῆς χερσονησίδος, στὴ θέση «Κουρκούλα», καὶ χρονολογεῖται στοὺς βυζαντινοὺς χρόνους.

2. Ἁγία Τριάδα ^

Μονόχωρη καμαροσκέπαστη βασιλικὴ (ἐσωτερικῶν διαστάσεων 7,35 x 3,40 μ.) μὲ μία ἡμικυκλικὴ ἁψίδα στὰ ἀνατολικά. Ὁ ναὸς εἶναι κοιμητηριακὸς καὶ βρίσκεται παρὰ τὴν εἴσοδο τοῦ κοιμητηρίου τῆς πόλεως.

3. Ἀνώνυμος Ναός ^

Ἐρειπωμένος βυζαντινὸς ναὸς ποὺ βρίσκεται στὴ βορειοδυτικὴ κλιτὺ τῆς χερσονησίδος, στὴ θέση «Γουβιά, τά». Ἀνήκει στὸν τύπο τῆς μονόχωρης καμαροσκέπαστης βασιλικῆς (ἐσωτερικῶν διαστάσεων 9,00 x 4,00 μ.) μὲ μία ἡμικυκλικὴ ἁψίδα στὰ ἀνατολικὰ καὶ νάρθηκα (3,20 x 5,35 μ.) στὰ δυτικά. Σῴζονται σπαράγματα τοιχογραφικοῦ διάκοσμου.

4. Ἀνώνυμος Ναός ^

Ἐρειπωμένος βυζαντινὸς ναΐσκος ποὺ βρίσκεται σὲ ἕνα ὀχυρὸ πλάτωμα ἐπὶ τῆς δυτικῆς παρειᾶς τῆς βραχονησίδας. Ἀνήκει στὸν τύπο τοῦ μονόχωρου ναοῦ (ἐσωτερικῶν διαστάσεων 4,30 x 2,00 μ.) μὲ μία ἡμικυκλικὴ ἁψίδα στὰ ἀνατολικά. Πρόκειται πιθανὸν γιὰ παρεκκλήσιο, τὸ ὁποῖο λειτουργοῦσε γιὰ τὶς θρησκευτικὲς ἀνάγκες τῆς στρατιωτικῆς φρουρᾶς ποὺ ἤλεγχε ἀπὸ αὐτὸ τὸ σημεῖο τὴ γέφυρα καὶ τὸν λιμενοβραχίονα στὴν «Κουρκούλα».

5. Ἀνώνυμος Ναός ^

Σπηλαιώδης ναΐσκος ποὺ βρίσκεται ἐπάνω ἀπὸ τὸ κοιμητήριο, σὲ μιὰ σπηλιὰ ποὺ διαμορφώνεται στὴ νοτιοδυτικὴ παρειὰ τοῦ βράχου. Ἀνήκει στὴν πιὸ ἁπλὴ μορφὴ ἀσκηταριοῦ. Σῴζονται τὰ ἐρείπια κτίσματος ποὺ χρονολογεῖται στοὺς βυζαντινοὺς χρόνους.

6. Ἀνώνυμος Ναός ^

Σπηλαιώδης ναΐσκος ποὺ βρίσκεται στὴ βορειοανατολικὴ πλευρὰ τοῦ βράχου στὴ θέση «Λειψωνᾶς». Εἶναι ἕνα ἁπλὸ ἀσκηταριὸ μὲ κτιστὸ ἀναλημματικὸ τοῖχο στὴν εἴσοδο. Στὸ ἐσωτερικὸ σῴζονται σπαράγματα τοιχογραφιῶν, ποὺ πιθανότατα χρονολογοῦνται στοὺς ὕστερους βυζαντινοὺς χρόνους.