Ἅγιος Νεκτάριος

Περὶ Προσευχῆς

Νεοελληνικὴ ἀπόδοση, ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ἁγίου Νεκταρίου Θεοτοκάριον», Ἐκδ. Παναγόπουλος


1.

Θὰ ὁμιλήσωμε σήμερα δι᾿ ἕνα καίριο θέμα τῆς πνευματικῆς ζωῆς, εἰς τὸ ὁποῖον μᾶς εἰσάγει καὶ τὸ Τριώδιον ὁλόκληρον, ἰδιαιτέρως ὅμως ἡ ἀρχομένη αὐτὴ περίοδος. Τὸ θέμα τῆς προσευχῆς.

Ἄραγε, ξεύρομε τί εἶναι ἡ προσευχὴ καὶ ξεύρομε νὰ προσευχώμαστε; Ἀπὸ μικρὰ παιδάκια ποὺ ἤμαστε, μαθαίναμε νὰ προσευχώμαστε, ἀλλὰ ἡ προσευχή μας ἔχει τὴν πορεία ποὺ πρέπει; Ἡ προσευχὴ εἶναι μία πορεία τῆς ψυχῆς πρὸς τὸν Θεόν, μὲ σκοπὸ νὰ φθάση σ᾿ Αὐτὸν καὶ νὰ ἑνωθῇ μαζί του. Ἐὰν ἡ πορεία δὲν εἶναι σωστή, τὸ αὐτοκίνητο ἢ τὸ πλοῖο δὲν φθάνει ποτὲ στὸν προορισμό του. Ἐὰν ἡ πορεία τῆς προσευχομένης ψυχῆς μας δὲν εἶναι ὀρθή, καταλαβαίνετε ὅτι ποτὲ δὲν θὰ φθάση στὸν Θεό. Σὰν νὰ ἔχωμε μία βάρκα, ἂς ποῦμε, ποὺ ὁ βαρκάρης κτυπάει τὰ κουπιά, ἀλλὰ τελικῶς δὲν κάνει τίποτε ἄλλο, παρὰ στριφογυρίζει γύρω στὸ ἴδιο σημεῖο. Τὸ ἴδιο μπορεῖ νὰ παθαίνωμε καὶ ἐμεῖς καὶ νὰ μὴ τὸ ξεύρωμε κἄν. Πρέπει νὰ δοῦμε, ἡ προσευχή μας εἶναι ἐπιτυχημένη προσευχή;

Ἀντιλαμβάνεσθε ὅτι ἕνας ἄνθρωπος ποὺ δὲν ξεύρει νὰ προσευχηθῇ, εἶναι ἐν τῇ πραγματικότητι ἕνας ἐξωφλημένος ἄνθρωπος. Δὲν ὑπάρχει ἐνδεχόμενο νὰ ἐπιτύχῃ εἰς τὴν ζωή του. Καὶ μοναχὸς νὰ εἶναι, θὰ μείνη πάλι ἕνας ἐπίγειος ἄνθρωπος καὶ δὲν θὰ γίνη ποτὲ ἕνας οὐράνιος ἄνθρωπος. Ἀκόμη περισσότερο, δὲν θὰ γίνῃ ἕνας ἄγγελος, ἐφ᾿ ὅσον δὲν θὰ ξεύρῃ νὰ χρησιμοποιῇ πολὺ καλὰ αὐτὸ τὸ μέσο πορείας καὶ πλεύσεως, τὴν προσευχή.

Εἶναι ἀνυπολόγιστο τὸ κακὸ ποὺ παθαίνομε, τὸ νοιώθετε, ἂν δὲν ξεύρωμε νὰ προσευχηθοῦμε. Ἀνυπολόγιστο! Τὸ μοναδικὸ κακό, τὸ ὁποῖον πάσχομε. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ σύγκρισις καταστροφῆς μὲ καμιὰ καταστροφή. Καὶ ἐὰν ὑποθέσωμε ὅτι θὰ χτυπηθοῦν ὅλα τ᾿ ἀστέρια καὶ ὅλοι οἱ κόσμοι μεταξύ τους, καὶ θὰ γίνουν τὰ ἄνω κάτω θρύψαλα, τὸ κακὸ θὰ εἶναι πολὺ μικρότερο ἀπὸ τὸ κακὸ τὸ ὁποῖον ὑφιστάμεθα ἐμεῖς, ἐὰν δὲν ξεύρωμε νὰ προσευχηθοῦμε. Καὶ ἑπομένως, ὁ κίνδυνός μας εἶναι ἄμεσος, κίνδυνος ὁριστικός, στὴν περίπτωσι αὐτῆς τῆς πνευματικῆς ἀγνοίας.

Τί εἶναι ἡ προσευχή; Εἶναι τὸ ὄχημα τῆς ψυχῆς, εἴπαμε. Ἂς τὸ ποῦμε ἔτσι, εἶναι ἀκόμη καὶ ἡ ἀτμόσφαιρα μέσα εἰς τὴν ὁποίαν ζῆ ἡ ψυχή. Πῶς οἱ πνεύμονές μας ἀναπνέουν τὸν ἀέρα; Ἔτσι καὶ ἡ ψυχή μας ἀναπνέει μὲ τὴν προσευχή. Καὶ γιατί ἤλθαμε στὸ μοναστήρι; Διότι ἀκριβῶς τὸ μοναστήρι πάλι εἶναι ἡ ἀτμόσφαιρα τῆς προσευχῆς. Τὰ πάντα διὰ μίαν προσευχή. Ἐάν, λοιπόν, ἡ προσευχὴ αὐτὴ δὲν γίνεται ἢ ἐὰν στραβὰ γίνεται, τότε πῶς εἶναι δυνατὸν τελικῶς νὰ γίνωμε ἐπιτυχημένοι ἄνθρωποι καὶ μάλιστα πνευματικοὶ ἄνθρωποι; Ἐνῶ ἡ προσευχὴ ἡ ὀρθή, νοιώθετε ὅτι τακτοποιεῖ τὰ πάντα, ἀναχαιτίζει κάθε δυσκολία, τὰ προβλήματά μας, τὶς ἀγωνίες μας, τὶς ἁμαρτίες μας, ὅλα τὰ διευθετίζει. Ἀκόμη, μπορεῖ καὶ νὰ τερατουργῇ, νὰ κάνῃ θαύματα εἰς τὴν πορεία μας δηλαδή, καὶ εἰς τὸν ἀγώνα μας καὶ εἰς τὴν ζωή μας.

Ἐὰν δὲν ἔχωμε μέσα μας πλοῦτον Πνεύματος, ἂν δὲν ἔχωμε πλοῦτον χαρᾶς, πλοῦτον εἰρήνης, ἂν δὲν ἔχωμε καρπούς, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀμέσως ἀντιληπτοὶ καὶ ἐμφανεῖς καὶ μεγάλοι, εἶναι, διότι δὲν τοὺς ἐπιθυμοῦμε ἢ διότι δὲν ξεύρομε νὰ προσευχώμαστε. Καὶ ἂν ἐπιθυμοῦμε — «ἐπιθυμεῖτε, καὶ οὐκ ἔχετε», ποὺ λέγει πολὺ ὡραῖα ὁ ἀδελφόθεος Ἰάκωβος — καὶ δὲν ἔχετε «διὰ τὸ μὴ αἰτεῖσθαι ὑμᾶς», διότι δὲν ζητᾶμε. Καὶ ἐὰν ζητᾶμε, κακῶς ζητᾶμε, ὅπως λέγαμε προηγουμένως. Διότι «κακῶς αἰτεῖσθε», ὅπως πάλι λέγει ἐκεῖ ὁ Ἀπόστολος.

Γιὰ μᾶς τοὺς μοναχοὺς προσιδιάζει ἰδιαιτέρως ἡ προσευχὴ ἡ νοερά, ἡ προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ, ἡ μονόλεκτος, ὅπως θὰ λέγαμε, προσευχή, μὲ τὴν ὁποία ἰδιαιτέρως θὰ ἀρχίσωμε νὰ ἀσχολούμεθα αὐτὸ τὸ διάστημα τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Ἡ σημερινή μας αὐτὴ κατήχησις θὰ ἔχη ἕνα σκοπὸ εἰσαγωγικό. Προτοῦ μποῦμε στὶς λεπτομέρειες καὶ στὶς ἀφετηρίες καὶ στὶς βάσεις τῆς νοερᾶς προσευχῆς, νὰ ποῦμε μερικὰ πράγματα γενικῶς περὶ προσευχῆς. Διότι ἡ προσευχὴ εἶναι τὸ πᾶν. Ἀλλὰ ἅμα δὲν ξεύρω, ὅπως σᾶς εἶπα, δὲν κάνω τίποτα. Καὶ τὸ πᾶν γίνεται μία καταστροφὴ τελεία. Μία αὐτοκαταστροφή...