Παναγία ἡ Κρυσταλλένια

Ἀπὸ τὸ βιβλίο τῆς Παναγιώτας Κωνσταντοπούλου-Δωρῆ,
Ἡ πωλυώνυμη Δέσποινα
, Τόμος Γ´, §26, σελ. 134-137, Ἀθήνα 2001

Παρὰ τὴν ἀνατολικὴν πλευρὰν τοῦ ὀροπεδίου τοῦ Λασιθίου καὶ εἰς μικρὰν σχετικῶς ἀπόστασιν ἀπὸ τοῦ χωριοῦ Τζερμιάδες (ὑψόμ. 850 μ.) κεῖται ἡ παλαιὰ καὶ ἱστορικὴ μονὴ τῆς Παναγίας τῆς Κρυσταλλένιας (ἢ Κρουσταλλένιας), τιμώμενη ἐπ᾿ ὀνόματι τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. Εἶναι κτισμένη ἐπὶ βραχώδους λόφου, καταφύτου ἀπὸ πρίνους καὶ σφενδάμους αἰωνοβίους καλυπτομένους ἀπὸ κισσούς. Ἔμπροσθέν της ἁπλώνεται ἡ πεδιὰς τοῦ ὀροπεδίου, θεωμένη ὡς ἀπὸ ἐξώστου, ὕψους περὶ τὰ 25 μέτρα. Εἰς τὸν περίβολον τῆς μονῆς δώδεκα ὑψίκορμοι πρίνοι, τῶν ὁποίων αἱ ρίζαι ἔχουν ἐναγκαλισθῆ τὸν γκριζόασπρον βράχον, ἐν συνδυασμῷ καὶ πρὸς τοὺς «σφιγκτῆρας» κισσούς, παρέχουν ἕνα πολὺ ἀσύνηθες θέαμα. Ἀλλά, δυστυχῶς, οὔτε μοναχοί, οὔτε ἡγούμενος ὑπάρχουν ἐκεῖ· ἡ καμπάνα τοῦ ἄλλοτε ἀκμάζοντος μοναστηρίου δὲν ἀκούεται πλέον.

Ἡ προσωνυμία Κρυσταλλένια δυνατὸν νὰ ὀφείλεται: α) εἴτε εἰς εὑρεθεῖσαν (ἐντὸς κοιλώματος βράχου) εἰκόνα τῆς Θεοτόκου ἐπὶ τεμαχίου κρυστάλλου, β) εἴτε εἰς τὸ ὄνομα Κρουστάλλω, τὸ ὁποῖον ἔφερε γυναίκα, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ Παναγία ὑπέδειξε σπήλαιον, ἔνθα εὑρέθη ἡ ἁγία Αὐτῆς εἰκὼν καὶ γ) εἴτε εἰς τὸ ἀποδιδόμενον εἰς τὴν Παναγίαν κοσμητικὸν ἐπίθετον «Κρυσταλλένια», ἀπηχοῦν τὴν ὡραιότητα τῆς μορφῆς της, ἀπαστραπτούσης ὡς «λαμπερὸν» κρύσταλλον. Πιθανοτέρα φαίνεται, μᾶλλον, ἡ πρώτη ἐκδοχή, τῆς εἰκόνος δηλαδὴ ἐπὶ κρυστάλλου. Ἀνεξαρτήτως ὅμως τῆς βασιμότητος ταύτης ἢ ἐκείνης τῆς ἐκδοχῆς, ἓν εἶναι βέβαιον: ὅτι ὁ λαὸς ἀποκαλεῖ τὴν Παναγίαν Κρυσταλλένιαν, διὰ νὰ ἐκφράσῃ τὴν τρυφερότητα μὲ τὴν ὁποίαν περιβάλλει τὴν Μητέρα τοῦ Χριστοῦ καὶ Μητέρα τῶν Χριστιανῶν.

Ὡς πρὸς τὸν χρόνον ἱδρύσεως τῆς μονῆς ταύτης, ὑποστηρίζονται δύο ἀπόψεις: Κατὰ τὴν μίαν, ἡ ἵδρυσις ἀνάγεται εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς Ἑνετοκρατίας (1211), ὅπερ συνάγεται ἐκ τοῦ ὅτι σώζεται ἐπιγραφή, ἐντοιχισμένη ἄλλοτε εἰς τὸ ὑπέρθυρον τοῦ ναοῦ, φέρουσα χρονολογίαν 1241, καὶ ἐκ τοῦ ὅτι τὴν 20 Ἰουλίου 1272, συνελθόντες οἱ ἐπαναστᾶται, κατὰ τὴν μεγάλην ἐναντίον τῶν Ἐνετῶν ἐπανάστασιν τῶν Κρητῶν, ἐτέλεσαν ἐκεῖ πάνδημον δέησιν ὑπὲρ εὐοδώσεως τοῦ ἀγῶνος. Κατὰ τὴν ἑτέραν ἄποψιν, ἡ ἵδρυσις ἔλαβε χώραν πολὺ βραδύτερον, ἤτοι μετὰ τὸ 1540, ὅτε ἡ Βενετία ἀπεφάσισε νὰ ἐγκαταστήσῃ εἰς τὸ Λασίθι τοὺς πρόσφυγας ἀπὸ τὸ Ναύπλιον καὶ τὴν Μονεμβασίαν, μετὰ τὴν ἅλωσιν τούτων ὑπὸ τῶν τούρκων (1540). Ὡς ἱδρύτρια φέρεται ἡ θυγάτηρ τοῦ εὐγενοῦς Φραγκίσκου Ντανασσῆ (De Nassin) Παλλαδία, πρώην ἡγουμένη τῆς Μονῆς τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου εἰς τὰ Καλάβρυτα (ἀνδρῴα μονή;). Αἱ πληροφορίαι αὗται ἀναφέρονται εἴς τε τὸ λῆμμα «Κρυσταλλένιας Μονὴ» (Θ.Η.Ε. τόμ. 7, 1057, ἄρθρον Θεοδ. Τζεδάκη) καὶ εἰς Στεργ. Σπανάκη (Κρήτη, τόμ. Α´, σ. 341), ὑπὸ τὰς ἐν ταῖς πηγαῖς ταύταις διακρίσεις. Ἀναφέρεται προσέτι, ὅτι ἡ ὡς ἄνω ἱδρύτρια (Παλλαδία Ντανασσῆ) ἐμφανίζεται, μετὰ τῆς ἀδελφῆς της Θεοκλήτης (ἡγουμένης τῆς Μονῆς Ἁγ. Πελαγίας), κατὰ τὸ 1583, ὡς ὀφειλέτις σίτου εἰς τὸ Ἑνετικὸν Δημόσιον. Περαιτέρω, ἡ μονὴ αὕτη ἀναφέρεται καὶ εἰς κώδικα (ἀρ. 18) τοῦ τουρκικοῦ Ἀρχείου Ἡρακλείου, ὡς λειτουργοῦσα κατὰ τὸ ἔτος 1756.

Ἐκ τῶν αὐτῶν ὡς ἄνω πηγῶν προκύπτει, ὅτι κατὰ τὸν ΙΘ´ αἰ. ἡ Μονὴ τῆς Κρυσταλλένιας σπουδαῖον ρόλον διεδραμάτισε κατὰ τὰς ἐπαναστάσεις τῶν Κρητῶν. Τῷ 1823 κατεστράφη ὑπὸ τοῦ Χασᾶν Πασᾶ, ὁ δὲ μετὰ διετίαν ἐπισκεφθεὶς αὐτὴν Γάλλος Πρόξενος τῶν Xavicov Fabre Quettes σημειοῖ, ὅτι οἱ δύο ἐναπομείναντες μοναχοί, ἐν πενίᾳ πολλῇ καὶ ἀθλιότητι μεγάλῃ διαβιοῦντες, δὲν εἶχον κατορθώσει οὐδὲ μέρος τῶν καταστροφῶν νὰ ἐπανορθώσουν. Ἀναφέρεται, ὅτι ἡ ἐπενεχθεῖσα καταστροφὴ εἰς τὸ Ὀροπέδιον γενικῶς ἦτο τρομακτική. Ταύτην, μάλιστα, ἐνήργησαν Αἰγύπτιοι (σύμμαχοι τῶν τούρκων), οἱ ὁποῖοι ἐλεηλάτησαν, ἠτίμασαν καὶ ἐξανδραπόδισαν ὁλόκληρον τὸν χριστιανικὸν πληθυσμόν, μέρος τοῦ ὁποίου «ἐπώλησαν ὡς δούλους» εἰς τὰ σκλαβοπάζαρα τῆς Ἀνατολῆς. Λέγεται, ὅτι μεταξὺ τούτων περιελαμβάνετο καὶ ὁ μικρὸς υἱὸς τοῦ προύχοντος εἰς τὸ Ὀροπέδιον καὶ ἀγωνιστοῦ Φραγκιᾶ Καμπάνη, ὅστις μετεφέρθη εἰς τὸ Κάιρον καὶ ἀνετράφη ὡς μουσουλμάνος. Καὶ ἀπὸ τοῦ σημείου τούτου καὶ ἐπέκεινα διαγράφεται μία τραγικὴ ἱστορία γενιτσαρισμοΰ, ἡ ὁποία στιγματίζει τὴν μοίραν τοῦ ἑλληνισμοῦ, καὶ δὴ κατ᾿ ἐπώνυμον τρόπον. Δὲν ἦτο βεβαίως ἡ μόνη περίπτωσις γενιτσαρισμοῦ, εἶναι ὅμως ἔντονος καὶ θὰ πρέπει νὰ τὴν γνωρίζουν αἱ ἐπερχόμεναι γενεαὶ τῶν ἑλλήνων. Ὃ μικρὸς υἱὸς τοῦ Καμπάνη, χάρις εἰς τὴν εὐφυΐαν του καὶ λοιπὰ προσόντα του, ἀνεδείχθη εἰς στρατηγὸν ὑπὸ τὸ ὄνομα Ἰσμαὴλ Φερὶκ Πασᾶς. Οὗτος, τῷ 1867, ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ τουρκοαιγυπτιακοῦ στρατοῦ ἐπέδραμε κατὰ τοῦ Λασιθίου καὶ τὸ κατέστρεψε. Δὲν ἐφείσθη οὐδὲ τοῦ πατρικοῦ του χωρίου καὶ αὐτῆς τῆς Μονῆς Κρυσταλλένιας, τὴν ὁποίαν κατέκαυσε. Ἡ τραγικότης τοῦ πράγματος ἐπαυξάνεται, ἐὰν ἀναλογισθῇ τις, ὅτι ὁ ἀδελφός του γενιτσάρου τούτου Ἀντώνιος ἐνίσχυεν οἰκονομικῶς τὴν κατὰ τῶν τούρκων ἐπανάστασιν ἐκ τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος, ὁποῦ εἶχεν ἀποκτήσει μεγάλην περιουσίαν. Ἡ φήμη φέρει τὸν Ἰσμαὴλ φονευθέντα (δηλητηριασθέντα) ἀπὸ τοὺς ἰδίους τοὺς τούρκους, λόγω ὑποψίας, ὅτι ἦτο κρυπτοχριστιανός! Δύσμοιρος Ἑλλάς! Ποσάκις οἱ ἐχθροί σου στρέφουν ἐναντίον σου τὰ ἴδιά σου τέκνα! Οἱ ἀναγνῶσται τῆς παρούσης ἱστορίας ἂς ἀνατρέξουν εἰς τὴν περιγραφὴν τῆς Παναγίας τῆς Φιλωτίτισσας εἰς τὴν Νάξον (τόμ. 2, Νάξος, ἀρ. 69), διὰ νὰ ἰδοῦν ἐκεῖ τὴν ἱστόρησιν μίας ἀντιστρόφου περιπτώσεως, ἀποπνεούσης ψυχικὸν μεγαλεῖον καὶ εὐγνωμοσύνην πρὸς τὸν Σωτῆρα ψυχοπατέρα.

Κατὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1866, ἡ Μονὴ Κρυσταλλένιας ἦτο τὸ στρατηγεῖον τῶν ἐπαναστατῶν. Εἶχεν ἐγκατασταθῆ ἐκεῖ ἡ Ἐπαναστατικὴ Ἐπιτροπὴ ὑπὸ τὸν θρυλικὸν δπλαρχηγὸν Μιχ. Κόρακαν (1797-1882), τοὺς ἀδελφοὺς Κουνδούρους κ.ἄ., ἐπὶ δὲ τοῦ Καθολικοῦ ἐκυμάτιζεν ἡ σημαία τῶν ἐπαναστατῶν. Κατωρθώθη, μάλιστα, ν᾿ ἀποκρουσθοῦν οἱ εἰς Λασίθιον εἰσβαλόντες ὑπὸ τὸν Σερντὰρ Ὁμὲρ Πασᾶν. Ἀλλὰ καὶ κέντρον πνευματικὸν ἀπέβη ἡ μονὴ κατὰ τὸν ΙΘ´ αἰ. κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ Κ´ αἰ., λειτουργήσαντος ἐν αὐτῇ τοῦ μοναδικοῦ δημοτικοῦ σχολείου.

Εἰς τὸ θαυμάσιον ξυλόγλυπτον καὶ ἐπιχρυσωμένον τέμπλον φυλάσσεται εἰκὼν τῆς Παναγίας Γαλακτοτροφούσης, φέρουσα τὴν ἐπιγραφὴν «Ἄνωθεν οἱ προφῆται Σὲ προκατήγγειλαν» καὶ εἰς τὴν ἀφιέρωσιν «Ἡ ἱερὰ εἰκὼν αὕτη εἰς τὴν Μονὴν Κρυσταλλένιας - παρὰ τοῦ ἀειμνήστου Ἰω. Σφακιανάκη εἰς μνημόσυνον αὐτοῦ. Χεὶρ Στεφάνου ͵ΑΩΠ´ (1880)».

Διὰ τὴν Κρυσταλλένιαν ἀναφέρονται διάφοροι θρύλοι καὶ παραδόσεις, μία ἐκ τῶν ὁποίων εἶναι καὶ ἐκείνη, κατὰ τὴν ὁποίαν, παραπλεύρως τῶν κελλιῶν, εἰς τὴν νοτίαν πτέρυγα τῆς μονῆς, ἔχει φυτρώσει ἐπὶ τοῦ Τράγου ἕνας μεγάλος πρίνος, ὁ ὁποῖος ἔχει 18 κλώνους, ὅσα δηλαδὴ εἶναι τὰ χωριὰ τοῦ Ὀροπεδίου, τὰ ὁποῖα οὕτω προστατεύει ἡ Παναγία.

Τέλος, εἶναι χρήσιμον νὰ παρατεθῇ ποίημα εἰς τὴν Παναγίαν τὴν Κρυσταλλένιαν τοῦ Νικ. Τυπάλδου (Παναγίες της Κρήτης - πέντε θεομητορικὰ ποιήματα, ἐκ τῆς Χριστιανικῆς Λογοτεχνικῆς Συντροφιᾶς «Ἅγιος Νικόλαος Κρήτης», 1975, σ. 10), ἔχον ὡς ἀκολούθως:

ΠΑΝΑΓΙΑ ΚΡΥΣΤΑΛΛΕΝΙΑ

Σὰν μὲ φτερὰ τοῦ ἀγγέλου πρωτοστάτη,
σὰν ἕνα σμάρι γλάροι σὲ πομπή,
σὰν χαμομήλια σ᾿ ἄνοιξης παλάτι
καὶ σὰν ἀπὸ διαμάντια ἀναλαμπή,
τοῦ Λασιθίου σου, φίλοι χαρωποί,
μὲ τ᾿ ἄσπρα τους πανιὰ τὰ φαρψουρένια,
οἱ ἀνεμόμυλοι, ἕνα γύρω σου, σκοποί,
Μητέρα, Παναγιά μου Κρυσταλλένια.

Δρῦς δροσοβόλες καὶ πουλιὰ γεμάτη,
νεροσυρμὲς ποὺ ὑμνολογοῦνε στὴ σιωπή,
φῶς γύρω τὰ περζόλυα, φῶς οἱ βάτοι,
ποὺ πάει, δειλά, στὸ νάρθηκα νὰ μπῆ
κι ἐκεῖ, ἄφθορο, ἀμόλυντο, νὰ πῇ
τὴν προσευχή του τὴ μαλαματένια,
μὲ τῆς φτωχῆς μου πίστης τὸ κουπί,
Μητέρα, Παναγιά μου Κρυσταλλένια.

Στὴ μυστικὴ προσέγγισή σου κάτι,
κάποια ῥοὴ ἐλπίδας χαρωπή,
στὸν κάθε κουρασμένο σου διαβάτη,
πού ῾χει ματιὰ ἀπ᾿ τὸ κρίμα σκυθρωπή,
χαρίζεις. Πάει νὰ σπάσῃ, νὰ κοπῇ
ἡ ρίζα τοῦ κακοῦ ἡ τσιμεντένια,
μπρὸς στὸ Χριστό σου —Βρέφος νὰ ντραπῇ,
Μητέρα, Παναγιά μου Κρυσταλλένια.

Σὰν λύρας Κρητικῆς γλυκοσκοποὶ
κι ἡ δέηση ἡ δική μου. Νεραϊδένια
της Δίκτης ζωγραφιά, ἀντρείας σκεπή,
Μητέρα, Παναγιά μου Κρυσταλλένια...