Ἄγης Θέρος - Τὰ τραγούδια τῶν Ἑλλήνων

Ἀπὸ περ. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ, ἔτος 1952, Νο 97 σσ. 205-8.


Το τραγούδι και η Εθνική Ψυχή

Η Ελληνική γη, με την αδρή και πολύβουνη και πολύγιαλη φύση, και με το δυνατό ανθρώπινο δέντρο, πού στα σπλάχνα της μέσα ριζοβολάει και στην αγκαλιά της τη στοργική απλώνει τα πολύφυλλα κλαριά του, ήταν φυσικό και ποίηση λαϊκή να γεννάει Ιδιοτυπώτατη και θαυμαστή ανάμεσα στα έθνη της Ευρώπης. Γιατί βρίσκεται πολύ αίμα και στην αισθηματική Μεσημβρία και στη ζωηροφάνταστην Ανατολή.

Και είναι η ποίηση αυτή συνέχεια αδιάπαυτη της ποιητικής ζωής του Έθνους και της πνευματικής του εξέλιξης από την Ομηρική γιγαντομαχία έως τη γιγαντομαχία του 21 κι' από τότε έως σήμερα. Κι' είναι ακόμη απόδειξη τρανή, πως είναι συγκρατητή και αδιάσπαστη στων αιώνων την αλυσίδα η αρχαία με την νέαν Ελληνική ψυχή, την κληρονομιά της αρχαίας.

Όπως στη ζωή μας όλη, έτσι και στη δημοτική μας ποίηση, και στη Λαογραφία γενικά, βαθύτατες και γερές είναι οι ρίζες που παντού απλώνει ο αρχαίος κόσμος όλος, και πρώτ' απ' όλα η αρχαία Μυθολογία, η χαρακτηριστικώτερη εκδήλωση του κόσμου εκείνου. Μη τάχα οι αρχαίοι θεοί εμίσεψαν; Κι'αυτοί ζουν παντοτινά ανάμεσά μας, στα βουνά μας, στα λαγκάδια μας, στ' ακρογιάλια μας. Άλλαξαν μονάχα μορφές κι' ονόματα. Μη τάχα την Παναγία Παρθένα δεν ελάτρεψαν οι πατέρες μας στους παλιούς ναούς της Παρθένου Αθηνάς και στον ίδιο τον Παρθενώνα μέσα; Και ο αρματοδρόμος νεανίας, ο Απόλλωνας, μη δε ζει, ενσαρκωμένος, αλλά με λευκά γένεια τώρα, στον αρματοδρόμο γέροντα, τον προφήτη Ηλία, που με φωτιές γιορτάζεται ακόμα, σαν ειδωλολατρικά, στις κορφές των βουνών μας; Στην ψηλότατη μάλιστα κορφή του γέρω-Ταΰγετου είδα προ χρόνων την εικόνα του Προφήτη, χαραγμένη σε μαρμαρένια πλάκα, με την ανέλπιστη επιγραφή: «Ο Προφήτης του Ηλίου». Και ο πολύαθλος Διγενής Ακρίτας, ο μεγάλος ήρωας του εθνικού έπους, τι άλλο είναι, παρά ημίθεος, γεννημένος από κάποιο Δία, άλλος Ηρακλής;

Οι Μοίρες ακούραστες, αιώνες τώρα, κυβερνούν και διαφεντεύουν τις τύχες των ανθρώπων της Ελλάδας. Οι Νεράιδες, τα Στοιχειά των πηγαδιών και των ποταμιών, τ'Αερικά των λαγκαδιών και των βουνών, ο δράκος, οι Βρυκόλακες, οι Μάγισες, παραστέκουν στη ζωή του λαού μας και γοητεύουν το πνεύμα του, παρόμοια ή απαράλλαχτα, όπωξ οι ίδιες ή ανάλογες υπερφυσικές δυνάμεις τον παλιόν καιρό, οι Νηρηίδες, οι Αμαδρυάδες, οι Σάτυροι.

Άλλη εκδήλωση της ενότητας της εθνικής ψυχής είναι το αίσθημα του δεσμού του ανθρώπου με τη φύση και η προσωποποίηση των φαινομένων και των δυνάμεών της. Πολλά δημοτικά τραγούδια έχουν τέτοια θέματα. Ο Ήλιος, ο αφέντης ο κυρ-Ήλιος, ο Αγέρας, «ο κυρ-Βοριάς ο δροσερός», καθώς και τ' άψυχα και τα υπανθρώπινα όντα, ενσαρκώνονται, παίρνουν αισθήματα και στοχασμό και λαλιά, και λαβαίνουν μέρος στην ανθρώπινη ζωή. «Ο Όλυμπος κι' ο Κίσσαβος, τα δυο βουνά μαλώνουν». Ο Παρνασσός συνερίζεται με τον κάμπο και καυχιέται. Τα παιδιά, στους μαύρους χρόνους της σκλαβιάς, πηγαίνοντας στο κρυφό σκολειό, μιλούν στο φεγγαράκι το λαμπρό και το παρακαλούν να τα φωτίζει. Τα λουλούδια φιλονικούν «το πιο είναι τ' ομορφήτερο και πιο μυρίζει κάλλιο». Ο ήλιος μιλεί με τη λαβωμένην ελαφίνα Τα πουλιά «λαλούν μ' ανθρώπινη λαλίτσα». Τ' αηδόνι θρηνεί τον αρματωλό, Το χελιδόνι φέρνει το προμήνυμα της άνοιξης, όπως στ' αρχαίο χελιδόνισμα. Ο αητός κι η πέρδικα μιλούν ή θρηνούν ή συμβουλεύουν ή προμαντεύουν. Κι όλος ο κόσμος της Φύσης, ενόργανος και ανόργανος, ζει και λαβαίνει μέρος στο δράμα της ζωής το καθημερινό. Και το κορύφωμα, ο παλιός Χάρων, ο πορθμέας του βασιλείου του Πλούτωνα, Χάρος τώρα αγριωπός, πάντα ανθρωποκαταλύτης και νεκροπομπός.

Έκτος όμως απ' τη μυθολογία και τη Φύση στην άγραφτη Λογοτεχνία μας, και μάλιστα στα λαϊκά τραγούδια, καθρεφτίζονται σα σε καθάριο βενετικό κρύσταλλο, οι στοχασμοί, οι πόθοι, ο ψυχικός κι' ο ηθικός κόσμος και τα αισθήματα τα ευγενικά και πλούσια της Ελληνικής Φυλής, που μένουν αμετάβλητα κι’ ασάλευτα γνωρίσματα του εθνικού χαρακτήρα μέσα στους γύρους των χρόνων. (1)


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1.- Ο Ν. Γ. Πολίτης σε πολλές μελέτες του και σε κριτικές παρατηρήσεις του πάνω σε λαογραφικά κείμενα παρουσιάζει στοιχεία,που δείχνουν θετικά πως η δημοτική μας ποίηση και γενικά η παράδοση η λαϊκή, πηγή τους έχουν την Ελληνική μυθολογία και την αρχαία ζωή. Το ίδιο κι ο Στ. Κυριακίδης στη μελέτη του «Αι ιστορικαί πηγαί της δημώδους νεοελληνικής ποιήσεως» (Θεσσαλονίκη 1934) με πειστικά επιχειρήματα γεφυρώνει το χάσμα μεταξύ δημ. ποιήσεως και αρχαιότητος. Κι ο Κ. Λ. Ρωμαίος με τις τελευταίες σοφές εργασίες του, απόδειξε τρανώτατα το θέμα τούτο.


Ὁ ποιητὴς καὶ οἱ παραλλαγές

Το τραγούδι το πρωτοπλάθει ο ανώνυμος λαϊκός ποιητής, εκφράζοντας μ' αυτό είτε κάποια ιδέα του στοχαστή, είτε κάτι που γέννησε η φαντασία του, στον ύπνο του ή στον ξύπνο του, είτε θέλοντας να εκφράσει το συγκαιρινό αίσθημα και τον ομαδικό στοχασμό των συντοπιτών του για κάποιο σημαντικό περιστατικό, που έγινε στον τόπο, θανή τρανού ανθρώπου ή όμορφης κόρης ή νέου η κάποια τραγική ή ερωτική ιστορία, πού είχεν αντίλαλο γύρω κι έφερεν αναταραχή.

Και λέγοντας λαϊκό τραγούδι, εννοούμε ποίημα μαζί και μελωδία. Γιατί ο ποιητής των στίχων πλάθει το τραγούδι του, ποίημα μαζί και σκοπό, συνταιριαστά και σύγκαιρα, δηλαδή ταιριάζει τους στίχους του σε γνωστή μελωδία άλλου τραγουδιού ή πλάθει καινούργιο σκοπό.

Απ' τον πρώτο που «έβγαλε το τραγούδι», και που είναι πολλές φορές στιχουργός ή μοιρολογητής του χωρίου, «το παίρνουν» οι τραγουδιστές του χωρίου και το ξανατραγουδάνε. Ύστερα το παίζουν στις γιορτές, στους γάμους και στα πανηγύρια οι βιολιτζήδες, οι κλαριτζήδες και οι λαβουτιέρηδες, κι έτσι φέρνει το γύρο σε κοντινά η μακρινότερα χωριά και σε πολιτείες.

Κάποιος τραγουδιστής ακόμη, μισεύοντας απ' το χωριό για δουλειά του, θάν το τραγουδήσει σ' άλλη περιφέρεια, με καμάρι μάλιστα συχνά. Κι ο ξενιτευτής το παίρνει μαζί του στην ξενιτιά, συντρόφι και παρηγοριά του και θυμητάρι της νιότης του, του τόπου και των εδικών του. Έτσι, αχτινωτά, ας πούμε, κυκλοφορεί και γίνεται στο τέλος τραγούδι όλου του λάου.

Τα παλιότερα χρόνια, όπως μας παραδίνουν ξένοι περιηγητές, κι o Φωριέλ, τυφλοί τραγουδιστές ή λυράρηδες γύριζαν από χωριό σε χωριό και τραγουδούσαν τραγούδια, που τα έκαναν οι ίδιοι, ή άλλα, που τα φέρναν από τα μέρη που περνούσαν. Τους τυφλούς αυτούς ραψωδούς τους δέχονταν και τους άκουαν με χαρά οι χωρικοί, τους φιλοξενούσαν και τους φίλευαν με δώρα ή χρήματα.

Έπειτα, κι ως τα τέλη του περασμένου αιώνα, και σε κάποια μέρη ως τα σήμερα, τα νέα τραγούδια πρωτόβγαιναν σε μεγάλες γιορτές και σε πανηγύρια, όπου γλεντοκοπούν οι πανηγυριώτες και χορεύουν στην πλατεία του χωριού ή στον αυλόγυρο της εκκλησιάς, ή στα χοροστάσια και στις πλαγιές των βουνών, όταν γιορτάζουν τα ρημοκλήσια, και μάλιστα το καλοκαίρι, και ειδικά στις γιορτές του αγίου Κωνσταντίνου, της Παναγίας (στις 15 Αυγούστου), του Προφήτη Ηλιού, του Σωτήρος, της αγια-Παρασκευής κλπ.

Έτσι λοιπόν, το τραγούδι, βγαίνοντας απ' το σπλάχνο του λαού, παιδί του πνευματικό, ξέσπασμα της ψυχής του, με του λαού το στόμα πλάθεται και ξαναπλάθεται, και για τούτο μένει ζωντανό πάντα κι απρόσωπο. Γιατί, ο λαϊκός ποιητής που το τραγούδησε, καμιά φιλοδοξία ούτε είχε, ούτ' έχει να μαθευτεί τ' όνομά του. Ίσα-ίσα, αν το καταλάβουν οι συχωριανοί του, που ξέρουν ίσως τη δεξιοσύνη του, αρνιέται να το μολογήσει, νομίζοντας ίσως πως με το ν' ακουστεί τ’ όνομά του, αδυνατίζει το δημιούργημά του. Χαρά του κι αντίμεψη μονάχη είναι να μάθει ότι το τραγουδάν οι άλλοι έπειτ' από καιρό, ή να τ' ακούσει να τραγουδιέται μακριά κάπου.

Έτσι κι όμοια γίνεται κάθε δημιουργία του άφαντου λαϊκού συνθέτη και των άλλων μνημείων του λαϊκού Λόγου, παραμυθιών, παραδόσεων, αινιγμάτων, παροιμιών κλπ. που, από προσωπικά πλάσματα του στοχασμού, με χρόνια και καιρούς, γίνονται παράδοση για όλους.

Εξαίρεση στην παραγωγή τους παρουσιάζουν μονάχα τα κλέφτικα τραγούδια, που τα περισσότερα τα σύνθεταν και τα πρωτοτραγουδούσαν οι ίδιοι οι κλέφτες, διαλαλώντας έτσι μεγαλόστομα την κλέφιικη ζωή και τα ηρωικά κατορθώματα ή τη θανή του καπετάνιου τους ή του συντρόφου τους.(1)

Πιστεύουμε όμως, γιατί τα ίδια τα κείμενα πολλών διαλεχτών τραγουδιών το φωνάζουν, ότι ανάμεσα στους ανώνυμους ποιητές ήταν και λιγοστοί με κάποια ανώτερη ποιητική φλέβα, μ’ έμπνευση αληθινού ποιητή και με τεχνική μάλιστα ευκολία, πού κι' αυτούς, όπως και τους πολλούς τους άλλους, ποτέ δεν τους έμαθε, ούτε θα τους μάθει κανείς.

Τα τραγούδια αυτά τα διαλεχτά, με την πλαστικότητα και την τελειωμένη μορφή, ερίζωσαν στην ψυχή του λαού, κι απόμειναν καλλιτεχνικά δημιουργήματα, που τα καμαρώνουμε οι Έλληνες και τα θαυμάζουν κι όσοι ξένοι τα γνώρισαν.

Αλλά με το ξαναφύτεμα από τόπο σε τόπο, περνώντας πέλαγα και στεριές, το τραγούδι παθαίνει μεταβολές, αυξάνουν ή λιγοστεύουν, ή αλλάζουν οί στίχοι του, κι έτσι δημιουργούνται οι «παραλλαγές» των τραγουδιών.

Με το πέρασμα πάλι του καιρού και τις στοματικές μεταφορές σε μακρινότερα μερη, γίνονται σε πολλά τραγούδια ριζικώτερες αλλοιώσεις, γιατί το ξενοφερμένο τραγούδι μεταπλάθεται και προσαρμόζεται στο ψυχικό κλίμα του νέου τόπου, που βάζει τη σφραγίδα του απάνω του. Κι είναι τούτο φυσικό, γιατί, περνώντας από στόμα σε στόμα, το μνημονικό δεν το παρακολουθεί. Άλλα γίνεται και κάτι άλλο: οι συλλαβές του κι οι φθόγγοι του, και το τυπικό των λέξεων προσαρμόζονται αναγκαστικά στη φωνητική και τη φθογγολογία του νέου τόπου. Αλλά και λέξεις αλλάζουν.

Ένα παράδειγμα χτυπητό των μετασχηματισμών αυτών είναι το πανελλήνιο τραγούδι του «Κάστρου της Ωριάς», που υπάρχει σήμερα σε 150-200 παραλλαγές, από 10 - 25 στίχους καθεμιά. Συχνά όμως γίνεται και «συμφυρμός» δύο τραγουδιών. Πρέπει να προσθέσω, ότι κι άλλος τρόπος μεταβολών στο κείμενο είναι η αδέξια αντιγραφή από χειρόγραφα παλιά ή κακογραμμένα νεώτερα.

Ο Έμμερσον, γράφοντας κάπου για την «πρωτοτυπία», μιλεί για το «χρέος που έχομε υπογράψει με την παράδοση» και προσθέτει, ότι «ο θρύλος μεταβιβάζεται απ' τον πιστό στον ποιητή κι απ' τον ποιητή στον πιστό και καθένας τους προσθέτει κάτι νόστιμο, σβήνοντας κάποιο λάθεμα ή τελειοποιώντας τη μορφή, ώσπου φτάνει στην ιδανικήν αλήθεια». Έτσι γίνεται με το λαϊκό τραγούδι. Από στόμα σε στόμα περνώντας, ξελαμπικάρεται και παίρνει στο τέλος τον οριστικό του τύπο.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1.- Πολλοί κλέφτες τραγουδούσαν κλέφτικα τραγούδια, συμπληρώνοντας παλιά η ανακακατεύοντας στίχους γνωστών τραγουδιών και προσθέτοντας περιστατικά σύγχρονα, που τα ζούσαν οι ίδιοι. Ένας απ' αυτούς κι ο Μακρυγιάννης (Άπομν. τ. Α'. σ. 285 κ.εξ.)


Ἡ γεωγραφία τοῦ τραγουδιοῦ

Μέσα στον ελληνικό χώρο υπάρχουν λογής-λογής κλίματα, και τοπικά και ψυχολογικά, με κύριους παράγοντες τη γεωγραφική θέση και τη φυσική διαμόρφωση του εδάφους, που επιδρούν στον ανθρώπινο χαρακτήρα. Κι επειδή το λαϊκό τραγούδι είναι αποτύπωμα του χαραχτήρα των κατοίκων της περιοχής όπου πρωτοφάνηκε, συνακόλουθο είναι ότι ζωγραφίζει το χαραχτήρα της περιοχής αυτής.

Για το λόγο αυτό παρουσιάζουν διαφορές σημαντικές αναμεταξύ των τα τραγούδια της ηπειρωτικής Ελλάδας και των νησιών, Διαφορές πάλι μικρότερες ή μεγαλύτερες βρίσκουμε παραβάλλοντας τα τραγούδια της Ήπειρος με τα τραγούδια του Μοριά ή του Πόντου με της Ρούμελης. Αλλά και των βουνήσιων μιας περιοχής ο χαραχτήρας είναι διαφορετικός απ' των καμπίσιων της ίδιας περιοχής. Αντρίκια, τραχιά, πολεμόχαρη η ποίηση των βουνών, όπως είναι τα κλέφτικα της Ρούμελης και της Ήπειρος. Μαλακιά, γλυκιά, τρυφερή, ερωτιάρικη των θαλασσινών μερών, όπως είναι οι ριμάτες κι οι παραλογές των νησιών του Αιγαίου. Σύντομα, λιγόστιχα τα πρώτα, μακρόσυρτα, περισσόστιχα τα δεύτερα [Ιδές και Fauriel, Ι, σ. 113 κ.έξ.). Άλλες πάλι μορφές παρουσιάζουν τα τραγούδια της βόρειας Μικράς Ασίας. Η γεωγραφία του τραγουδιού μας είναι η ακόλουθη :

Το ηρωϊκό, το κλέφτικο, πατρίδες έχει την "Ηπειρο, τη Ρούμελη, το Μοριά και τη νότια Μακεδονία: Τα παλαιότερα που έχουμε είναι του 16 ή του 17 αιώνα : ο «Όλυμπος κι ο Κίσσαβος», το τραγούδι του Καρπενησιώτη κλέφτη Λιβίνη κι άλλα, πού δεν αναφέρουν ονόματα.

Η Λευκάδα λαογραφικά είναι Ήπειρο. Στην Αίγινα παρουσιάζεται εξαιρετική ποιητική παραγωγή από παλιούς καιρούς.

Ο τόπος που πρωτογεννήθηκαν τα τραγούδια του Ακριτικού κύκλου είναι τα παράλια της Μαύρης Θάλασσας κι η βόρεια κι η βορειανατολική Μικρά Ασία, και ιδίως ο Πόντος κι ή Καπαδοκία. Από κει πέρασαν στην Κύπρο και στα Δωδεκάνησα, όπου επλάστηκαν κι άλλα πολύστιχα τραγούδια μ' επικό χαραχτήρα.

Παραλογές, κι άλλα πολύστιχα ερωτικά κι αφηγηματικά τραγούδια έχουμε απ' τη Μικρά Ασία, τη Ρόδο, την Κάρπαθο κι άλλα νησιά της Δωδεκάνησος και την Κύπρο. Αλλά πολλές παραλογές είναι πανελλήνιες, κι οι περισσότερες έχουν πηγή Ακριτική. Τέτοιες είναι το «Κάστρο της Ωριάς», «Τα δυο αδέρφια», «Μαυριανός κι ο βασιλιάς», «ο κυρ Βοριάς» κι άλλα.

Ερωτικά τραγούδια γέννησαν και γεννούν, όπως είναι φυσικό, όλοι οί ελληνικοί τόποι. Τα καλλίτερα όμως είναι της Ηπείρου και των νησιών, γιομάτα λυρισμό και αίσθημα.

Των μοιρολογιών το προνόμιο τό 'χουν η Μάνη η Ήπειρο, η Λευκάδα κι η Κρήτη.

Τα τραγούδια του γάμου και τα κάλαντα τα βρίσκομε σ' όλη την ελληνική γη, σε διάφορους τύπους και διάφορα μέτρα, συνδυασμένα με τα έθιμα κάθε τόπου, πού 'χει για τις ετοιμασίες του στεφανώματος, για την τελετή του γάμου και για τα πιστρόφια.

Τα δίστιχα, τα καλλίτερα είναι της Κρήτης (οι περίφημες μαντινάδες) των Δωδεκανήσων και μερικών νησιών του Αιγαίου. Αλλά καμιάς περιοχής τα δίστιχα δε φτάνουν στη χάρη, τη δύναμη και την περιεχτικότητα τις μαντινάδες, πού πολλές απ' αυτές είναι αληθινά αριστουργήματα στιχουργικής και νοήματος, ποιητικού.

Δίστιχα ακόμα τραγουδούν σε πολλά μέρη την παραμονή της γιορτής του Αγίου Ιωάννου, στον Κλήδονα. Προ πενήντα ετών ακόμα και στην Αθήνα, στις λαϊκές συνοικίες, στις αυλές των σπιτιών, εγιόρταζαν οι νέες και οι νέοι τον Κλήδονα, βάζοντας στη μέση το λαγήνι με τ’ αλάλητο νερό, κι άναβαν φωτιές στο δρόμο και τις πηδούσαν,

Πρέπει να ειπωθεί και κάτι ακόμα: Δεν είναι μονάχα η παραγωγή κι η μορφή του τραγουδιού διαφορετική κατά τον τόπο και τη φύση και τις βιωτικές ασχολίες των κατοίκων. Κι η διάθεση κι η προτίμηση κι η αγάπη τούτου η εκείνου του είδους των τραγουδιών απ' τους κατοίκους της τάδε ή της δείνα περιφερείας είναι διαφορετικές. Ο Φωριέλ παρατήρησε, πολύ σωστά, ότι ο άνθρωπος του βουνού, ο απομονωμένος, τραγουδεί τραγούδια κλέφτικα ή τσοπάνικα, που ταιριάζουν στο τοπίο του, στο βίωμά του και στις ψυχικές του διαθέσεις. Δεν έχει συμπάθεια στα νησιώτικα και ερωτικά. Το ενάντιο γίνεται στα θαλασσινά μέρη. Οι παραλογές, τα φανταστικά και προπάντων τα τραγούδια της αγάπης, τραγουδιούνται σχεδόν αποκλειστικά.


Τὸ χρέος τοῦ λαογράφου

Έχει αναγνωριστεί από καιρό, ότι η Λαογραφία είναι η κυριώτερη επιστήμη της Ιστορίας του Πολιτισμού. Γιατί κάνοντας τη συγκέντρωση, την έρευνα και την κατάταξη του υλικού των λαϊκών παραδόσεων ενός τόπου — τραγούδια, μουσική, χορό, τέχνες, δεισιδαιμονίες, έθιμα κλπ.— μελετάει τις συνθήκες και τα φαινόμενα της ζωής του, την ψυχική του ιδιοσύσταση και τις πνευματικές του εκδηλώσεις όλες, [Βλέπε σχετικά: Στ. Κυριακίδη. Τι είναι λαογραφία, 1 (1909), σ. 1 κ.ε, όπου (σ.7) γράφει: «Η Λαογραφία εξετάζει τας κατά παράδοσιν διά λόγων, ή πράξεων, ή ενεργειών εκδηλώσεις του ψυχικού και κοινωνικού βίου του λαού»]

Η ελληνική λαϊκή παράδοση έχει βαθιές ρίζες απ' άκρη σ' άκρη της γης μας, κι εκδηλώνεται, με θαυμαστήν ενότητα στους τόπους της ζωής, στις κλίσεις, στα προτερήματα και στα ελαττώματα του λαού μας. Ξεχωριστά όμως μέσα στα τραγούδια του, όπου καθρεφτίζονται τα συναισθήματα του, η αγάπη, οι πόνοι, ο πόθος της λευτεριάς, το μίσος για την τυραννία, η λαχτάρα του ξενιτευτή, τ' αντίκρυσμα του θανάτου, όπου βρίσκεται ατόφια κι αδιάσπαστη η ψυχή του.

Έτσι το έργο του λαογράφου που είναι θεματοφύλακας των παραδόσεων, είναι πολύ υπεύθυνο, έχει τρισμεγάλη σημασία, και πρέπει να το αντιμετωπίζει σε πλάτος πνευματικό και βάθος χρονικό. Τα λυρικά, τα μυθοπλαστικά, τα ιστορικά και όλα τα ψυχικά στοιχεία, που πρωτοφανερώθηκαν στην Ομηρικήν αρχαιότητα, πέρασαν σης καλές εποχές της ελληνικής ακμής, στην Αλεξανδρινή περίοδο έπειτα κι απλώνονται και πλέχονται σε μια συγκρτητήν αλυσίδα, αιώνα με τον αιώνα. Κι έτσι διατηρήθηκαν και παραδόθηκαν στη βυζαντινή και στη νέα μας λαϊκή παράδοση κι έζησαν και ζουν μέσα της. Αυτά ήταν οι σπόροι και τα φύτρα, που, άδηλα και κρύφια, έγιναν αρμοί του λαϊκού ποιητικού Λόγου σ’όλες τις ελληνικές χώρες κι εκφράζουν το συνολικό πνεύμα της ψυχής του λαού μας. Και γι' αυτό η Δημοτική Μούσα μας, έχει απάνω της τις εφτά σφραγίδες της φυλής μας, κι είναι και μένει εθνική κληρονομιά τρανή κι ακατάλυτη.

Τα τραγούδια μας είναι τα πνευματικά ριζοθέμελα της πατρίδας μας και για τούτο στέκουν μνημεία αξετίμητα της εθνικής μας λογοτεχνίας, και κλείνουν μέσα τους γενναία νοήματα, λαμπερή ανθρωπιά, ευγενικά συναισθήματα. Είναι δεμένα μαστορικά με λογάρι άδολο απ' τον υπεράξιο χρυσικό, το λαό μας, και χρωστεί να τα 'χει γκολφισταυρό η ελληνική διανόηση, και να τα ρουφάει για δρακοντοβότανο η νέα γενιά.

Αλλά, όσο ανεβαίνει και πλαταίνει το βιωτικό και πολιτιστικό επίπεδο του έθνους, το ανάβρυσμα της εξαίσιας αυτής κρυσταλλοπηγής λιγοστεύει και κατεβαίνει, και μοιραία, σε λίγον καιρό, θα στερέψει ολότελα. Για τούτο έχουμε, μέσα στη λιγοστή «πίστωση χρόνου» που απομένει, υποχρέωση ιερή, όσα ξέφυγαν το χαμόν ως τα τώρα κι όσα τυχαίνει και ξετρυπώνουμε ακόμα σε παλιά χειρόγραφα ή τ' αρπάζουμε απ' τα χείλια κανενός γέροντα τραγουδιστή ή απλοϊκού τσοπάνη σ' απόμερο βουνό, να νιαστούμε να τα περιμαζώνουμε ευλαβικά και στοργικά μ' έλεγχο αυστηρό, δίχως μεταπλασμούς αυθαίρετους, δίχως δασκαλικά διορθώματα, για να γλυτώσουν απ' το θάνατο, να τα συντηρήσουμε αθόλωτα στη ζωή και να τα παραδώσουμε στην αθανασία.

Η εξέλιξη των ιδεών κι η πορεία των Τεχνών στη γης την οικουμένη είναι ανώμαλη κι αναπάντεχη. Ρυθμοί και «σχολές» και συστήματα - στους δυο μάλιστα τελευταίους αιώνες της οργιαστικής ανθρώπινης δραστηριότητας σ'όλους τους τομείς—ακολουθούν το ένα τ' άλλο, κι αντιπαλεύουν κι ανάφτουν και σβήνουν και λαμποκοπάν και θάφτονται. Όλα τα χρόνια τούτα, τα στάδια των αναζητήσεων των δοκιμών, των εναλλαγών στις μορφές της Τέχνης ήταν πολλά, και διαφορετικά το εν' απ' τ' άλλο, όμως και λιγόζωα. Κάποιες κατευθύνσεις μάλιστα παρουσιάζονται συχνά μ' έντονη προοπτική ξαναγυρισμού στα παλιά στέρεα πρότυπα.

Και ποιος τάχα μπορεί να ξέρει, αν κάποτε - πότε ; - η αναζήτηση του καινούργιου, ο πόθος του ξανανιωμού, η ανάγκη γα ξαναγυρίσει η Ποίησή μας στην ξεκούραση απλότητα και στην ηλιόφοιτη καθαρότητα, δεν τη σπρώξει να ξαναγυρέψει και να ξαναβρεί μέσα στα τραγούδια τούτα κάποιες μορφές παλιές, ξελαγαρισμένες, γιομάτες δροσιά κι ειλικρίνεια κι αλήθεια και γοητεία!