Διονύσιος Σολωμός


Πρωτομαγιά

Τοῦ Μαϊοῦ ροδοφαίνεται ἡ μέρα
ποὺ ὡραιότερη φύση ξυπνάει
καὶ τὴν κάνουν λαμπρὰ καὶ γελάει
πρασινάδες, ἀχτίδες, νερά.
Ἄνθη κι ἄνθη βαστοῦνε στὸ χέρι
παιδιὰ κι ἄντρες, γυναῖκες καὶ γέροι
ἀσπροεντύματα, γέλια καὶ κρότοι,
ὅλοι οἱ δρόμοι γιομάτοι χαρά.
Ναί, χαρεῖτε τοῦ χρόνου τὴ νιότη,
ἄνδρες, γέροι, γυναῖκες παιδιά.


Δὲ μ᾿ ἀγαπᾶς

Ὅσα λουλούδια εἶν᾿ τὸ Μάη
Μαδημένα ἐρωτηθῆκαν,
Κι ὅλα αὐτὰ μ᾿ ἀποκριθῆκαν
Πὼς ἐσὺ δὲ μ᾿ ἀγαπᾶς.


Τὸ κοιμητήρι

«Μάνα μου σκιάζομαι πολὺ
μὴ πεθαμένοι βγοῦνε».

«Σώπα παιδάκι μου, οἱ νεκροὶ
τὴν πλάκα τους βαστοῦνε».


Γαλήνη

Δὲν ἀκούεται οὔτ᾿ ἕνα κῦμα
εἰς τὴν ἔρμη ἀκρογιαλιά,
Λὲς καὶ ἡ θάλασσα κοιμᾶται
μὲς τῆς γῆς τὴν ἀγκαλιά.


Εἰς παιδάκι νεογέννητο

ΟΠΟΥ ΑΠΕΘΑΝΕ ΕΠΕΙΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ ΤΟΥ

Ἦλθε ῾δῶ κάτου ἀφ᾿ τσ᾿ οὐρανοὺς νὰ δείξῃ τὸ κοράσι
Πόσο εἶν᾿ πιτήδειος ὁ Θεὸς καὶ τὶ μπορεῖ νὰ πλάσῃ.

Μὰ σὰ δὲν ηὗρε τ᾿ ὀρφανὸ καρδιὰ νὰ τὸ ἀγαπήσῃ,
Ἅπλωσε πάλι τὰ φτερὰ στὰ οὐράνια νὰ γυρίσῃ.