Ἡ θαρραλέα ὁμολογία τοῦ Μίκη Θεοδωράκη

Ἡ συνεργασία μὲ τὴν Ἐκκλησία εἶναι ὁπωσδήποτε ἕνα μεγάλο πρόβλημα γιὰ ἕνα μαρξιστή, δεδομένου ὅτι ὑπάρχει καὶ τὸ γνωστὸ δόγμα ὅτι ἡ θρησκεία εἶναι τὸ ὄπιο τοῦ λαοῦ. Κάποιες παρόμοιες ἀντιρρήσεις δὲν τὶς ἀπέφυγα γράφοντας καὶ λαϊκὰ τραγούδια, θυμᾶμαι ὅταν εἶχα γράψει μουσικὴ σὲ στίχους τοῦ Ἰάκωβου Καμπανέλλη, τό: «καὶ δόξα τῷ Θεῷ» κάποιος ἀπὸ τοὺς ἱεροφάντες τοῦ ἁγνοῦ μαρξισμοῦ, ἕνας κριτικός, μὲ κατηγόρησε ὅτι μὲ τὸ τραγούδι αὐτὸ δὲν κάνω τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ προπαγανδίζω τὴ θρησκεία, τὸ ὄπιον τοῦ λαοῦ. Καὶ μπορῶ νὰ πῶ, ὅτι πέρα ἀπὸ ἄλλα προβλήματα ὡρίμανσης κυρίως δικῆς μου, ὥστε νὰ μπορέσω νὰ γράψω ἕνα τέτοιο ἔργο, ἄλλα ἀνασταλτικὰ ἐμπόδια ἦταν καὶ αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ γεγονός: Τὸ τί εἶναι τέλος πάντων ἡ Ἐκκλησία καὶ ἂν πρέπει ἐγώ, ἕνας μαρξιστής, νὰ προτρέπω τὸν κόσμο νὰ πάει ξανὰ στὶς ἐκκλησίες.

Τὴν ἀπάντηση τὴν ἔδωσα ἔμπρακτα πλέον, ἀποφασίζοντας νὰ γράψω τὴν πρώτη μου λειτουργία, πάνω σὲ κείμενα τοῦ «Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου», ποὺ παρουσιάστηκε χθὲς στὸν Ἅγιο Βασίλη τῆς Τρίπολης. Καὶ αὐτὸ γιατὶ σ᾿ αὐτὰ τὰ 40 χρόνια ποὺ πέρασαν, ἔχω καταλήξει σὲ ὁρισμένα βασικὰ συμπεράσματα καὶ ἕνα ἀπὸ αὐτὰ εἶναι ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἀποτελεῖ γιὰ μᾶς τοὺς Ἕλληνες ἕνα χῶρο, πάνω καὶ ἔξω ἀπὸ ὁποιεσδήποτε πολιτικο-ἰδεολογικὲς πεποιθήσεις καὶ προκαταλήψεις.

Εἶναι θἄλεγα τὸ λίκνο τοῦ Ἔθνους, τὸ λίκνο τῆς φυλῆς μας, τὸ λίκνο τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Μέσα ἐκεῖ περνᾶμε τὶς πιὸ ἀκριβὲς ὧρες τῆς ζωῆς μας. Ἐκεῖ βαφτίζουμε τὰ παιδιά μας, άφοῦ πρῶτα βαφτιστοῦμε έμεῖς οἱ ἴδιοι, ἐκεῖ παντρευόμαστε καὶ έκεῖ ἀποχαιρετᾶμε τοὺς ἀγαπημένους μας.

Εἴτε τὸ θέλουμε εἴτε δὲν τὸ θέλουμε τὶς πιὸ σημαντικές, συνταρακτικὲς στιγμὲς τῆς ζωῆς μας τὶς ἔχουμε περάσει ὅλοι μας μέσα στὴν Ἐκκλησία. Στὴν Ἐκκλησία, ἡ ὁποία τελικὰ πῶς λεπουργεῖ;

Λειτουργεῖ σὰν μιὰ μεγάλη λαϊκή, ἐθνική, ἱστορικὴ λειτουργία, γεμάτη ἀπ᾿ αὐτοὺς τοὺς φανταστικοὺς ἤχους, αὐτὰ τὰ ἀκούσματα, αὐτὲς ταὶς φράσεις ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο, τὸν Ἀπόστολο, ποὺ ἔχουν ζυμωθεῖ μὲ τὴ ζωή μας, ποὺ εἴτε τὸ θέλουμε, εἴτε δὲν θέλουμε, ἔχουν ἀποτελέσει τὸν πυρῆνα τῆς ὕπαρξής μας. Ἅμα σκάψεις κάπου στὸ παρελθὸν τοῦ Ἕλληνα θὰ δεῖς ὅτι ἂν ἔχεις μιὰ δόξα, στὸ τέλος της ἔχει ἕνα πυρῆνα σκληρό, καὶ αὐτὸς ὁ πυρῆνας ὁ σκληρὸς εἶναι ἡ βυζαντινή του καταγωγή, ὅπως διαπλάστηκε μέσα ἀπὸ τὸ δημοτικὸ τραγούδι, καὶ στὴ συνέχεια μέσα ἀπὸ τὸ λαϊκὸ τραγούδι. Ἐὰν σήμερα ὑπάρχει αὐτὴ ἡ ἀγαπη στὸ λαϊκό μας τραγούδι, εἶναι γιατὶ ἀφομοιώνει δημιουργικὰ αὐτὲς τὶς βυζαντινὲς μνῆμες, ποὺ μᾶς ξαναδίδει ἕνα καινούριο ντύμα.

Ἐκεῖ μέσα εἴμαστε ὅλοι μας. Γιατί λοιπὸν ἀφοῦ παίρνουμε τὸ Βυζάντιο καὶ τὸ κάνουμε λαϊκὸ τραγούδι, γιατί νὰ μὴν μποῦμε μέσα στὴν πηγή του στὴν Ἐκκλησία; Σ᾿ αὐτὴ τὴν Ἐκκλησία, ὅπου κάθε Κυριακὴ καὶ τὶς ἄλλες γιορτές, ἑκατοντάδες γιλιάδες πηγαίνουν καὶ ἐκκλησιάζονται. Καὶ εἶναι γεγονὸς ὅτι οἱ Ἕλληνες ἀντιδροῦν σ᾿ αὐτά, ἀντιδροῦν σ᾿ ὅλα αὐτὰ μὲ μιὰ νοσταλγία, μιὰ δίψα, μιὰ ὀμορφιά, περισσότερο γιὰ ἕνα ὄνειρο, γιὰ μιὰ ὀπτασία, δηλαδὴ μιὰ διαδικασία πολύπλοκη.

Θὰ ἦταν ἀφέλεια ἂν ξαναγυρίζαμε στὸ δόγμα ὅτι ἡ θρησκεία εἶναι τὸ ὄπιο τοῦ λαοῦ.

Ἔτσι, στὴν πράξη ὅπως εἶπα, ἀποφάσισα νὰ κάνω αὐτὴ τὴ λειτουργία μὲ τὴ φιλοδοξία νὰ ἀνανεώσω τοὺς ἤχους τοὺς ἐκκλησιαστικούς. Εἶναι, δὲν τὸ κρύβω, ἕνα ἀπὸ τὰ σημαντικὰ βήματα ποὺ κάνω στὸν τομέα τῆς μουσικῆς καὶ μετὰ τὴν ἀποδοχὴ τοῦ ἔργου μου ἀπὸ τὸ ἐκκλησίασμα τοῦ Ἅη Βασίλη, σκέφτομαι νὰ τὸ ἐξακολουθήσω.

Τώρα, γιατὶ αὐτὸ ἔγινε στὴν Τριπολιτσιά, εἶναι πολὺ ἁπλό. Γιατὶ ἐδῶ στὴν Τριπολιτσιὰ πρὶν 40 χρόνια, ἀπὸ τὸ 1940 ἕως τὸ 1943, τὸ μουσικό μου σχολεῖο ἦταν βασικὰ ἡ Ἐκκλησία. Μὲς στὴν Ἐκκλησία μεγάλωσα καὶ ἄκουσα τοὺς πρώτους ἤχους. Ἐκεῖ ἔγραψα καὶ ὁ ἴδιος τὰ πρῶτα σημαντικά μου ἔργα. Ἔργα ποὺ δὲν ἦταν τίποτε ἄλλο, παρὰ ἡ Κασσιανή, τὸ «Σὲ ὑμνοῦμεν» καὶ τὰ «Χερουβκά».